ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

ΤΑΦΗ Ή ΚΑΥΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ;



Ταφὴ ἢ Καῦσις τῶν Νεκρῶν;


Ὁ Σεβασµὸς πρὸς τὴν ἱερότητα τοῦ Σώµατος
καὶ ἡ δῆθεν ἀξιοπρέπεια τῆς ἀποτεφρώσεως



Tὸ σῶµα «σπείρεται (θάπτεται, ὅπως ὁ σπόρος, εἰς τὴν γῆν) ἐν φθορᾷ (φθαρτόν), ἐγείρεται (θὰ ἀναστηθῇ) ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται (θάπτεται) ἐν ἀτιµίᾳ (ἄδοξον), ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται (θάπτεται) ἐν ἀσθενείᾳ (ἀνίσχυρον), ἐγείρεται ἐν δυνάµει (δυνατόν)· σπείρεται σῶµα ψυχικὸν (ζωοποιούµενον / ἐµψυχούµενον ἀπὸ ζωϊκὴν φυσικὴν δύναµιν), ἐγείρεται σῶµα πνευµατικὸν (ζωοποιούµενον ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦµα)...».

(Α’ Κορινθ. ιε’ 42-45)



Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοὶ καὶ Συλλειτουργοί· 


Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ καὶ εὐλογηµένα·

Μετὰ τὴν πρὸ µηνὸς Ἐνηµερωτικὴ καὶ Παραινετικὴ Ἐγκύκλιό µας (12/25.1.2016) περὶ «Τοῦ νέου “Συµφώνου Συµβίωσης” ἀνεξαρτήτως φύλου», τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον εἰς πλήρη ρῆξιν πλέον µὲ τὸν Εὐαγγελικὸν Νόµον καὶ τὰ Εὐλογηµένα Ἤθη τῆς Ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεώς µας, ἕνα νέον σύµπτωµα τῆς ρήξεως αὐτῆς ἀπασχολεῖ τὴν κοινὴν γνώµην τῆς Πατρίδος µας. Πρόκειται διὰ τὴν Καῦσιν ἢ Ἀποτέφρωσιν τῶν Νεκρῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν µεγαλυτέραν παραφροσύνην καὶ τὴν χειρίστην ἀνευλάβειαν πρὸς τοὺς νεκρούς, πραγµατικὴν βεβήλωσιν καὶ ἱεροσυλίαν τοῦ Ἀνθρωπίνου Σώµατος. Τὸ Σῶµα τοῦ Ἀνθρώπου, ἡνωµένον µὲ τὴν ἀθάνατον ψυχήν, ἔχει πλασθῆ κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁµοίωσιν Θεοῦ· µὲ τὸ Ἱερὸν Βάπτισµα ἔχει καταστῆ Μέλος τίµιον τοῦ Σώµατος τοῦ Σωτῆρος µας Χριστοῦ· µὲ τὸ Ἱερὸν Χρῖσµα ἔχει γίνει Ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος· καὶ µὲ τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ἀποτελεῖ Σκήνωµα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πανάρχαιος «Νόµος Πανελλήνων», Νόµος «Πάτριος», Νόµος Θεϊκός, σταθερὸς καὶ ἀµετακίνητος, ὁ Ὁποῖος ἐξετόπισε τὸ περιστασιακὸν καὶ βραχυπρόθεσµον, ἐποχικῶς καὶ τοπικῶς, προχριστιανικὸν βάρβαρον ἔθος τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, εἶναι ὁ σεβασµὸς καὶ ἡ τιµὴ τῆς ἀνεπάφου σοροῦ, αἱ πενθικαὶ ἐκδηλώσεις, τὰ ταφικὰ ἔθιµα, αἱ προ-τάφιοι, ἐν-τάφιοι καὶ µετα-τάφιοι προσευχαὶ καὶ Ἀκολουθίαι, ἡ ἐκφορὰ τοῦ νεκροῦ εἰς τὸ µνῆµα καὶ ὁ ἐνταφιασµὸς αὐτοῦ, δηλαδὴ ἡ κατάθεσις ὑπὸ τὴν γῆν καὶ «εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γενέσ. γ’ 19). Οἱ πρὸ Χριστοῦ καὶ µετὰ Χριστὸν Ἕλληνες ἦσαν σταθερῶς ὑπὲρ τοῦ ἐνταφιασµοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς φροντίδος διὰ τὰ ὀστᾶ τῶν κεκοιµηµένων, τὰ ὁποῖα ἐφυλάσσοντο µετὰ τῆς ἀπαραιτήτου προσοχῆς, τοῦ φιλανθρώπου σεβασµοῦ καὶ τοῦ προσήκοντος ἐνδιαφέροντος, τοῦτο δὲ παρελάβοµεν καὶ ἐφαρµόζοµεν µέχρι καὶ σήµερον ὡς ἰσχυροτάτην Παρακαταθήκην, µὲ µίαν ἐπὶ πλέον –ἐκτὸς τῆς ἐθιµικῆς– ἀδιάσειστον δογµατικὴν βάσιν, ἡ ὁποία συνιστᾶ Ὁµολογίαν Πίστεως, ὅτι «Προσδοκῶµεν Ἀνάστασιν Νεκρῶν καὶ Ζωὴν τοῦ Μέλλοντος Αἰῶνος». Ὁ Νέος Ἀδὰµ καὶ ἡ Νέα Εὔα, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός µας, ὁ Κύριός µας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία Μητέρα Αὐτοῦ, Κυρία Θεοτόκος, οἱ Γεννήτορες Αὐτοὶ τοῦ Νέου Γένους τῶν Χριστιανῶν, ἀπέθανον καὶ ἐτάφησαν, ἐδέχθησαν πρὸ τοῦ ἐνταφιασµοῦ ὅλας τὰς παραδοσιακὰς τιµάς, τὰ δὲ πανίερα αὐτῶν Σώµατα ἔγιναν σεβαστὰ ἀκόµη καὶ ἀπὸ τοὺς νόµους τῆς φύσεως καὶ ἐν τέλει ἀνεστήθησαν καὶ ἀνελήφθησαν εἰς τοὺς Οὐρανούς. Τὰ δύο ἀνεκτίµητα θησαυροφυλάκια, ὄχι µόνον τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεώς µας, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἑλληνορθόδοξου Πολιτισµοῦ µας, δηλαδὴ ἡ θεόπνευστος ῾Υµνογραφία τοῦ Ὄρθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου –διὰ τὴν Ταφὴν τοῦ Κυρίου µας, ὡς καὶ τοῦ Δεκαπενταυγούστου –διὰ τὴν Κοίµησιν καὶ Ταφὴν τῆς Κυρίας ἡµῶν Θεοτόκου, ἔχουν ἐντυπώσει µὲ ἀνεξίτηλα γράµµατα εἰς τὰς καρδίας τῶν Πανελλήνων τὴν Δογµατικὴν Διδασκαλίαν τῆς Ἁγίας Πίστεώς µας διὰ τὸ Μέγα Μυστήριον τοῦ Θανάτου καὶ τὴν ἰσότιµον στάσιν ἔναντι τῆς Ψυχῆς καὶ τοῦ Σώµατος.


Τέκνα ἐν Κυρίῳ πεφιληµένα·



Ἀποτελεῖ µεγίστην πρόκλησιν ἡ ἠθεληµένη καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον ἀλλοίωσις, κάκωσις καὶ καταστροφή, πολλῷ µᾶλλον ἡ καῦσις καὶ ἀποτέφρωσις τῶν νεκρῶν σωµάτων, ὅταν µάλιστα ἀναλογισθῶµεν, ὅτι τὰ σώµατα αὐτὰ –ὅπως µᾶς βεβαιώνουν τὰ Μαρτυρολόγια, τὰ Συναξάρια καὶ τὰ σχετικὰ Ἐγκώµια τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας µας, ἔγιναν σεβαστὰ ἀκόµη καὶ ὑπὸ τῶν σπαρακτικῶν θηρίων, τῆς ἀδηφάγου θαλάσσης καὶ τῶν φλογῶν τοῦ πυρός, τὰ ὁποῖα ὑπεχώρουν ἐνώπιον τῶν σκηνωµάτων αὐτῶν τῆς Θείας Χάριτος!... Ἆρά γε, ποῖος ᾿Ορθόδοξος Χριστιανὸς εἶναι δυνατὸν νὰ λησµονήσῃ τὴν θείαν ἐπιταγήν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει πλασθῆ ἐκ τοῦ χοὸς καὶ ἔχει δεχθῆ τὸ θεῖον Ἐµφύσηµα, πρέπει νὰ ἐπανέλθη εἰς τὴν γῆν; Ποῖος θὰ παραβλέψῃ τὸν θεῖον Νόµον, ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποθάνῃ, «ἐπιστρέψῃ ὁ χοῦς ἐπὶ τὴν γῆν, ὡς ἦν (ὡς ἦτο πρὸ τῆς δηµιουργίας του), καὶ τὸ πνεῦµα ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν Θεόν, ὃς ἔδωκεν αὐτό»;... Καὶ ὅτι «τὰ πάντα ἐγένετο ἀπὸ τοῦ χοός, καὶ τὰ πάντα ἐπιστρέψει εἰς τὸν χοῦν»;... (Ἐκκλησ. ιβ’ 7· γ’ 20). Καὶ ποῖος θὰ λησµονήσῃ τὴν Πατερικὴν Διδαχήν, ὅτι ἐφαρµοζοµένου τοῦ κοινοῦ τῆς φύσεως νόµου, πρέπει «τὸν ἀπελθόντα τῇ γῇ κρύπτεσθαι, καὶ ταφῇ παραδίδοσθαι, καὶ τοῖς κόλποις τῆς πάντων µητρὸς περιστέλλεσθαι γῆς»;... (῾Ι.Χρυσοστόµου, ΜPG τ.50, στλ. 531). Καὶ πῶς µάλιστα θὰ ὑπῆρχεν ἡ περίπτωσις νὰ ἀγνοηθῆ ὑπὸ τῶν Εὐσεβῶν τὸ Μέγα Ὅραµα τῶν ξηρῶν σφόδρα ὀστῶν, τὸ ὁποῖον εἶδεν ὁ Ἅγιος Προφήτης Ἰεζεκιήλ;... (Ἰεζ. λζ’ 1-14). Τὰ ὀστᾶ, τὰ ὁποῖα, µὲ τὸ θεῖον Ἐµφύσηµα, συνηρθρώθησαν, ἀπέκτησαν νεῦρα, σάρκας καὶ ἀνεζωογονήθησαν· ἀνοίγονται τὰ µνήµατα καὶ οἱ τάφοι, ἐξάγονται ἐκ τῶν µνηµάτων καὶ τῶν τάφων· τὰ ὀστᾶ ἀπέκτησαν ἀνθρωπίνην ὀντότητα καὶ προσωπικότητα καὶ διὰ τῆς τοιαύτης θαυµασίας ἐπεξεργασίας καὶ ἀνασυστάσεως αὐτῶν ἐξαίρεται ἡ καθολικὴ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν εἰς τὰ Ἔσχατα. Τὸ συγκλονιστικὸν τοῦτο Ὅραµα, τιθέµενον ὡς Ἀνάγνωσµα τῆς Ἐκκλησίας µας εἰς τὸν Ὄρθρον τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καὶ εὐθὺς µετὰ τὴν «Ταφὴν» τοῦ Κυρίου µας εἰς τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν (Ἐπιτάφιος, «Ὅτε κατῆλθες», «Ταῖς Μυροφόροις γυναιξίν», «῾Ο εὐσχήµων Ἰωσήφ»...), µαρτυρεῖ πασιφανῶς, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θέλει τὴν ἑκουσίαν ἀποσάρκωσιν τῶν ὀστῶν καὶ ἐν τέλει τὴν ἀποτέφρωσιν αὐτῶν, διότι τὸ σῶµα καὶ τὰ ὀστᾶ εἶναι ἔργα τῶν Χειρῶν Αὐτοῦ πανθαύµαστα καὶ πανσέβαστα.
 

Πατέρες, Ποιµένες, Ἀδελφοὶ καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ·



Ἐπανερχόµεθα εἰς τὴν ἐπισήµανσίν µας, ὅτι ὁ σταδιακὸς ἀποχριστιανισµὸς τῆς εὐλογηµένης Πατρίδος µας εἶναι πλέον καὶ ὁρατὸς καὶ ὀδυνηρὰ ψηλαφητός, ἡ δὲ ἱερόσυλος αὐτὴ διαδικασία θὰ συνεχισθῆ καὶ θὰ ἀποκορυφωθῆ, ἕως ὅτου φανερωθῆ ὁ Ἄνοµος. ῾Υπάρχει ἰσχυρὰ τάσις, ἀλλὰ καὶ γνωστὴ στράτευσις, λόγῳ τῆς ἐκκοσµικεύσεως καὶ τῆς ἐπιδράσεως ξένων –ἰδίως Δυτικῶν– προτύπων, νὰ ἀποϊεροποιοῦνται καὶ τελικὰ νὰ ἐξοβελίζωνται ἀπὸ τὴν κοινωνικὴν ζωήν, τὴν ζωὴν τοῦ Λαοῦ µας, αὐτὸ τοῦτο τὸ Μυστήριον τῆς Ζωῆς, τὸ Μυστήριον τῆς Ἀγάπης, τὰ Ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας µας καὶ αἱ Μυστηριακαὶ Πράξεις, τώρα δὲ καὶ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ Μυστήριον τοῦ Θανάτου: αἱ καθιερωµέναι προετοιµασίαι, ὁ σεβασµὸς τοῦ νεκροῦ, ἡ ἱεροτελεστία, ἡ ταφή, τὸ µνῆµα, τὰ Κοιµητήρια. Πρὸς καλυτέραν κατανόησιν τοῦ τὶ σηµαίνει ἀποτέφρωσις καί, ὅτι ἡ γλῶσσα καὶ οἱ χαρακτηρισµοί, τοὺς ὁποίους χρησιµοποιοῦµεν δὲν εἶναι ὑπερβολικοί, ἀλλὰ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὴν βαρύτητα τοῦ ὅλου ζητήµατος, θὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ᾿ ὄψιν Σας, ὅτι ἡ σχετικὴ διαδικασία τῆς κατ᾿ εὐφηµισµὸν ἀποτεφρώσεως περιλαµβάνει ἐν πρώτοις τὴν καῦσιν τῆς σοροῦ (τῶν µαλακῶν µερῶν) ἐντὸς κλιβάνου καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸν θρυµµατισµὸν τῶν ὀστῶν καὶ τὴν κονιορτοποίησιν αὐτῶν ἐντὸς ἠλεκτρικοῦ θραυστῆρος. Ὀρθότατα ἐχαρακτηρίσθη ἡ µέθοδος αὐτὴ ὡς διαδικασία ἀνακυκλώσεως ἀπορριµάτων, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νεκρὸν σῶµα, ὁ Ναὸς τοῦ Θεοῦ, θεωρεῖται ὡς στερεὸν ἀπόβλητον.... Ἡ λεγοµένη αὐτὴ ἀποτέφρωσις καὶ ἡ προσπάθεια νὰ υἱοθετηθῆ ἀπὸ τὴν Πατρίδα µας καὶ νὰ νοµιµοποιηθῆ εἶχε ἀρχίσει πρὸ ἑκατὸν περίπου ἐτῶν (1912 κ. ἑ.)· τὸ 1946 ἱδρύεται ὁ πρῶτος Σύλλογος ὑπὲρ τῆς Ἀποτεφρώσεως, ἀπὸ µέλη τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν· ἀπὸ τοῦ 1986 ἐµφανίζεται ἡ Κίνησις «Σύνδεσµος Φίλων τῆς Ἀποτέφρωσης», µὲ ἰσχυρὰν συµβολὴν εἰς τὴν προώθησιν τῆς ἰδέας αὐτῆς· συγχρόνως ἱδρύεται ὁ «Πανελλήνιος Σύλλογος ῾Υποστηρικτῶν τῆς Ἀποτέφρωσης Νεκρῶν»· τὸ 1989 ἱδρύεται τὸ Σωµατεῖον «᾿Οδύσσεια» µὲ παρεµφερεῖς σκοποὺς καὶ µεγάλην δραστηριότητα· τὸ 2001 συστήνεται µία Ἑταιρεία Μὴ Κερδοσκοπικὴ µὲ τίτλον «Ἐπιτροπὴ γιὰ τὸ Δικαίωµα τῆς Ἀποτέφρωσης τῶν Νεκρῶν στὴν Ἑλλάδα», ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ εἶναι Μέλος τῆς «Παγκόσµιας ᾿Οργάνωσης Ἀποτέφρωσης» (I.C.F.)· τὸ 1997 εἶχε συσταθῆ ἡ «Ἑλληνικὴ Κοινωνία Ἀποτέφρωσης», πρὸς δηµιουργίαν τοῦ σχετικοῦ νοµοθετικοῦ πλαισίου, αἱ προσπάθειαι τῆς ὁποίας ὡδήγησαν τελικῶς εἰς τὸν Νόµον 3348/15.3.2006: τὸ Ἄρθρον 35 τοῦ Νόµου αὐτοῦ ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον βῆµα καὶ τὴν ἀρχὴν τῶν νοµοθετικῶν ρυθµίσεων, διὰ τὸ δικαίωµα τῆς ἀποτεφρώσεως εἰς τὴν Πατρίδα µας· ὁ Νόµος 4277/2014 ὡλοκλήρωσε τὴν προσπάθειαν τῶν ὀπαδῶν τῆς ἀποτεφρώσεως καὶ ἔλυσε τὰ χέρια τῶν Δηµοτικῶν Ἀρχῶν, διὰ τὴν ἵδρυσιν «Κέντρων Ἀποτεφρώσεως Νεκρῶν» (Κ.Α.Ν.) ἐκτὸς τοῦ χώρου τῶν Κοιµητηρίων· εἰς τὸ Σχέδιον Νόµου, µὲ τίτλον: «Μέτρα γιὰ τὴν ἐπιτάχυνση τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου καὶ ἄλλες διατάξεις», περιελαµβάνετο ἡ ῾Υπουργικὴ Τροπολογία ὑπ᾿ ἀριθµ. 226/38, τῆς 16.2.2016: «Ρυθµίσεις θεµάτων µονάδων ἀποτέφρωσης ὀστῶν νεκρῶν καὶ διαχείρισης τῆς τέφρας», ἡ ὁποία «ἀποσκοπεῖ στὴν διαµόρφωση ἑνὸς ἑνιαίου καὶ σταθεροῦ νοµοθετικοῦ πλαισίου», διὰ «τὴν ἵδρυση καὶ λειτουργία ΚΑΝ», µὲ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι «ἡ λειτουργία τῶν ΚΑΝ θὰ συµβάλλει στὴν οἰκονοµικὴ ἐνίσχυση τῶν Δήµων», ἐφ᾿ ὅσον «ἐκτιµᾶται ὅτι οἱ 1.000 ἀποτεφρώσεις θὰ ἀποφέρουν κέρδη τῆς τάξης τῶν 15.000 εὐρώ»(!...)· ἀποµένει πλέον καὶ ἡ ἰδιωτικοποίησις –καὶ ἐπιχειρηµατοποίησις / ἐµπορευµατοποίησις τοῦ ὅλου αὐτοῦ µακαβρίου ζητήµατος...


Πατέρες καὶ Ἀδελφοί·



Ἡ Διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ Παράδοσις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας µας καὶ ὁ λαµπρὸς Πολιτισµός µας µαρτυροῦν ἀδιαµφισβητήτως, ὅτι τὸ ζήτηµα τῆς Καύσεως τῶν Νεκρῶν δὲν εἶναι παρονυχίς, ἀλλὰ µαζὶ µὲ τόσας ἄλλας Καινοτοµίας, νοµοθετηµένας ἢ µή, ἔχουν δηµιουργήσει ἕνα ὀγκόλιθον, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ νὰ καταπλακώσῃ τὰ Ἱερὰ καὶ τὰ Ὅσια τῆς Πατρίδος µας καὶ νὰ ἀφανίσῃ Θέσµια Αἰώνια, Βωµοὺς καὶ Ἑστίας, ὑπὲρ τῶν Ὁποίων ἔχουν χυθῆ ποταµοὶ αἱµάτων. Ἡ Ἁγία Ἐκκλησία µας δὲν πρέπει νὰ παύσῃ βαδίζουσα τὴν Ὁδὸν τῆς Ὀρθοδόξου Μαρτυρίας καὶ τοῦ Μαρτυρίου Αὐτῆς... Δὲν πρέπει νὰ ἐκτραπῇ τῆς Πατερικῆς Γραµµῆς Πλεύσεως Αὐτῆς, τοῦ καινοῦ Σταυροαναστασίµου Τρόπου Ζωῆς, τὸν Ὁποῖον προτείνει εἰς τὸν κόσµον, καὶ τὸν Ὁποῖον ἔχει πλῆρες δικαίωµα νὰ παρουσιάζῃ, ὑπερασπίζῃ καὶ ὑποστηρίζῃ, Χάριτι Θεοῦ. Οὐδένα ἐξαναγκάζει, οὐδένα καταπιέζει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν Ἀλήθειαν Αὐτῆς... Ἕκαστος ἀναλαµβάνει τὰς εὐθύνας του... Καὶ ὁποιοσδήποτε ἐπιθυµεῖ νὰ εἶναι πιστὸν καὶ συνειδητὸν Μέλος τοῦ Σώµατος τοῦ Σωτῆρος µας Χριστοῦ, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ κάλλιστα, ὅτι ἡ λεγοµένη Ἀποτέφρωσις ἢ Καῦσις τοῦ Νεκροῦ, ὅταν ἔχη ζητηθῆ ἠθεληµένως καὶ ἐλευθέρως, στερεῖ εἰς αὐτὸν τῶν Μεγάλων Εὐλογιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τῆς ᾿Ορθοδόξου Ἐξοδίου Ἀκολουθίας, τῆς Ταφῆς, ὡς καὶ τῶν Ἐπιµνηµοσύνων Δεήσεων, ἰδιαιτέρως µάλιστα εἰς τὰς Θείας Λειτουργίας.

 

Εἴθε νὰ µὴ παρασυρθῇ κανεὶς εὐσεβὴς ἀπὸ τοὺς Νόµους τῆς Ἀποστασίας καὶ τὸ πνεῦµα τῆς πλάνης τοῦ κόσµου τούτου, ἀλλ᾿ ἅπαντες µαζί, ἡνωµένοι µὲ τὴν ῾Οδόν, τὴν Ἀλήθειαν καὶ τὴν Ζωήν, τὸν Σωτῆρα µας Χριστόν· ἡνωµένοι µὲ τὴν Μητέρα τοῦ Φωτὸς καὶ τῆς Ζωῆς, τὴν ῾Υπερευλογηµένην Θεοτόκον· ὡς καὶ µὲ ὅλους τοὺς Υἱοὺς τοῦ Φωτὸς καὶ τῆς Ἡµέρας, τοὺς Ἐνδόξους Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας µας, νὰ ζῶµεν ἐν τῷ Φωτὶ τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀµήν!



Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...