ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΤΡΑΠΕΛΙΑΣ


 

«῾Ο λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν Χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος» (Κολασσαεῖς δʹ 6)



Οι ευσεβείς λαϊκοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ παρασύρωνται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου καὶ νὰ διολισθαίνουν στὸ ἁμάρτημα τῆς εὐτραπελίας, ἡ ὁποία στὶς πονηρὲς ἡμέρες μας ἔχει λάβει διαστάσεις πανδημίας. Μία νέα ἐπιστήμη ἔχει ἀναπτυχθῆ καὶ μία ὁλόκληρη βιομηχανία προωθεῖ τὰ προϊόντα της, γιὰ νὰ προβληθῆ κυριολεκτικὰ ὡς τρόπος ζωῆς τὸ γέλιο, ὁ ἀστεϊσμός, ἡ σάτιρα, τὸ ἀνέκδοτο, τὸ λογοπαίγνιο, τὸ πείραγμα, ἡ κοροϊδία, τὸ «καλαμπούρι»!... ῾Η λοιμικὴ αὐτὴ νόσος ἔχει δυστυχῶς διαδοθῆ πολὺ καὶ μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχοντας προφανῶς λησμονήσει τὰ ὅρια ποὺ διαχωρίζουν τὴν ἐν Χριστῷ χαροποιὸ κατάστασι ἀπὸ τὴν κο- σμικὴ χαρά, ἐκδίδουν — ἐκτὸς τῶν ἄλλων — καὶ εἰδικὲς συλλογὲς ἀνεκδότων καὶ διακηρύσσουν «ἀφελῶς», ὅτι «τὸ γέλιο βγῆκε ἀπὸ τὸν παράδεισο»!... Τὸ κακὸ προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο, ὅταν ἀναλογισθῆ κανείς, ὅτι ὑπάρχουν Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ προσαρμόζουν τὶς φθηνὲς ἀστεολογίες τους σὲ χωρία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, χωρὶς νὰ συναισθάνωνται τὸ κρῖμα ποὺ προκαλοῦν στὴν ψυ- χή τους. Οι άγιοι Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μας εἶναι σαφέστατοι καὶ αὐστηρότατοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ: «Χριστιανὸς καὶ χορατατζῆς εἶναι δύο ἄκρα ἐναντία» καὶ «πρέπει νὰ ἀποστρεφώμεθα τὴν εὐτραπελίαν, ὡς μίαν κακίαν ἐναντίαν εἰς τὴν ζωὴν τῶν Χριστιανῶν». (῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου). Οἱ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι λέγουν συνεχῶς ἀστεῖα καὶ ἀνέκδοτα, γιὰ νὰ προκαλοῦν γέλια καὶ μάλιστα θορυβώδη καὶ μὲ ἄτακτες φωνές, ποὺ φθάνουν ἐνίοτε καὶ μέχρι δακρύων, ἁμαρτάνουν βαρύτατα. Κατανοεῖ ὁ καθένας τὴν θέσι αὐτή, ὅταν σκεφθῆ ὅτι ἡ κοσμικόφρονη εὐτραπελία ἀνατινάσσει κυριολεκτικὰ τὰ θεμέλια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς: φυγαδεύει τὴν νῆψι καὶ τὴν προσευχή, τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ἐγρήγορσι, τὴν φυλακὴ τῶν αἰσθήσεων, τὸν εὐλογημένο φόβο τοῦ Θεοῦ. ῾Η σεμνὴ καὶ ἁγία βιοτή μας δὲν σημαίνει βεβαίως σκυθρωπότητα καὶ κατήφεια: ὁ εὐσεβής, ὁ ὁποῖος γεύεται ἀπὸ τώρα τὴν αἰώνια εὐφροσύνη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἐκφράζει τὴν χαροποιὸ κατάστασι τῆς ψυχῆς του μὲ τὸ σεμνὸ μειδίαμα, μὲ τὸ ἱλαρὸ πρόσωπο, μὲ τὸν χαριτωμένο καὶ εὐωδιαστὸ λόγο του ποὺ εἶναι πάντοτε «ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας». (᾿Εφεσ. δʹ 29) 



Εκ του περιοδικού «Άγιος Κυπριανός», αριθ. 263, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1994, σελ. 313.


Μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός


Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Η ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ ΚΟΣΤΙΣΕ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΔΡΑΧΜΕΣ...



Τον καιρό που τα παγωτά ήταν πιο φθηνά απ’ ότι σήμερα, 

ένα παιδάκι δέκα ετών μπήκε στο ζαχαροπλαστείο και κάθησε σ’ ένα τραπέζι. 

Η σερβιτόρα τον σέρβιρε μ΄ένα ποτήρι νερό. 

''Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα και με αμύγδαλα από επάνω;'' 

τη ρώτησε το παιδί. 

''Εξήντα δραχμές'' απάντησε εκείνη. 

Το παιδι έβγαλε από την τσέπη μία χούφτα νομίσματα και άρχισε να μετράει. 

''Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα;'' ρώτησε πάλι σχεδόν ντροπιασμένος. 

Άλλοι πελάτες περίμεναν να δώσουν παραγγελία και η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της. 

''Σαράντα πέντε δραχμές'' του είπε κάπως απότομα. 

Το παιδί άρχισε να μετράει πάλι τα νομίσματα και είπε αποφασιστικά: 

''Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα από επάνω''. 

Η σερβιτόρα του έφερε τη παραγγελία μαζί με την απόδειξη και έφυγε. 

Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε. 

Όταν η σερβιτόρα ήρθε να μαζέψει κόμπιασε και τα μάτια της δάκρυσαν. 

Εκεί δίπλα από το άδειο πιατάκι και το ποτήρι με το νερό 

βρισκόνταν όμορφα τακτοποιημένα, νομίσματα αξίας δεκαπέντε δραχμών. 

Ήταν το φιλοδώρημά της... 

(συνεπώς το παιδί είχε χρήματα για να βάλει και αμύγδαλα από πάνω, 

αλλά δεν θα είχε να αφήσει κάτι και ούτε θύμωσε για την αγένεια)!


Είπε ο αββάς Ποιμήν: 
''Προτιμότερο είναι να τρώει κανείς κρέας και να πίνει κρασί, παρά να τρώει τις σάρκες των αδελφών του με την καταλαλιά''.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

ΟΤΑΝ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ ΕΚΤΟΠΙΖΕΙ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΕΙΝ



''Θρησκευτικός Τουρισμός.'' 

Όταν τα προσκυνήματα και οι πνευματικοί τόποι ψυχικής ανάπαυσης 

κοσμικοποιούνται, ευτελίζονται και ''μεταποιούνται'' 

σε μαζικές εμποροπανηγύρεις, αγοραίες, υπαίθριες λαοσυνάξεις 

και σε χρηματοπιστωτικές εφόδους οργανωμένων, ομαδικών εκδρομών! 

Κι ενώ η προσκύνηση σε αγιασμένους τόπους αυτής της αποστατικής, 

αυτοκαταστροφικής και παρηκμασμένης χώρας υποτίθεται, 

πως αποτελεί προσωπική υπόθεση αποκλειστικής ενδοεπικοινωνίας με το ''θείο'', 

διαβάλλεται, αποπνευματικοποιείται και μεταποιείται 

σε ''οικονομικό πακέτο'' συλλογικής περιήγησης με νυχθημερόν κατάκλιση, 

ημιδιατροφή με εκλεκτό και άφθονο μπουφέ και πλούσιο πρωινό! 

Και οι πιστοί μετατρέπονται σε εφήμερους, ευκαιριακούς και άχρωμους επισκέπτες, 

που θωρούν εντέλει τα προσκυνήματα σε -μουσειακού είδους- ανακαινισμένα εντευκτήρια, 

σε -αρχαιολογικής σημασίας- ιστορικά θέρετρα, 

κάτι τέλος πάντων από τις illustration σελίδες του National Geographic 

που αξίζει κανείς να επισκεφθεί.


 

Δεν μιλάμε φυσικά για πολιτιστικούς συλλόγους, ενορίες εκκλησιών ή συνδικάτα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αλλά για εταιρικές, οικονομικές συμπράξεις -δυστηχώς- ακόμη και με την αγαστή συνεργασία της επίσημης Εκκλησίας. Μια επίσκεψη στον ιστότοπο της ''Αρχιεπισκοπής Αθηνών'' θα πείσει για του λόγου το αληθές: χρήσιμες πληροφορίες για ξενοδοχεία, εστιατόρια και άλλα καταλύματα, γαστρονομικές προτάσεις από την παραδοσιακή και γευσιγνωστική ύπαίθρο, διαβατήρια και visa, ταξιδιωτικά γραφεία, ενοικιάσεις αυτοκινήτων, ταβέρνες, μουσικές συναυλίες, οργανωμένες πλαζ και σύγχρονα μπακαλόουζ...! Όταν το ''επιχειρείν'' εκτοπίζει το ''πιστεύειν''! Ο Θρησκευτικός Τουρισμός, ως επιχειρηματικός αυτοπροσδιορισμός έχει δικτυωθεί για τα καλά μέσα στους κόλπους της επίσημης Εκκλησίας και δη σε Μητροπόλεις που συνδιάζουν το ''τερπνόν μετά του ωφελίμου,'' όπου βέβαια πίσω από την τέρψη ή την ωφέλεια υποβόσκει θελκτικά και ανερυθρίαστα ο μαξιμαλισμός του Μαμωνά! Οι υπέρμαχοι και συνοδοιπόροι αυτού του είδους Τουρισμού -δημόσιοι, χρηματοδοτικοί λειτουργοί, κεφαλαιοκρατικοί ''συνδαιτυμόνες'' ή ακόμη και ποιμενικοί, μεγαλοιδεατικοί εκσυγχρονιστές προτάσσουν μάλιστα και το επιχείρημα της διαφήμισης της Ορθοδοξίας στους αλλοδαπούς αλλοδόξους και αιρετικούς -ακόμη και την... ομολογία πίστεως... σε αυτούς! Ομολογία Πίστεως -όμως- με την συνδρομή, την χορηγία και την ευχή του ''Μαμμωνά', καθώς και με την απολαβή ενός γερού και μεγαλόπνοου οικονομικού ''μποναμά'', μοιάζει περισσότερο με ανθηρή άνοδο χρηματιστηριακών επενδύσεων και ''υποδόριες'' ενέσεις οικονομικής ανάπτυξης, παρά με αγνή και ανιδιοτελή... ομολογία πίστεως! Ένα απτό παράδειγμα Θρησκευτικού Τουρισμού με την σύμπραξη Κράτους και επίσημης Εκκλησίας ήταν και το πρωτόκολλο συνεργασίας που υπογράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2013, μεταξύ της τότε υπουργού Τουρισμού Όλγας Κεφαλογιάννη με τον γνωστό Οικουμενιστή Μητροπολίτη Ρόδου κ. Κύριλλο. Σύμφωνα με αυτό: ''Σκοπός της συνεργασίας είναι η προβολή των κορυφαίων θρησκευτικών μνημείων της περιοχής και η καθιέρωση της Δωδεκανήσου ως έναν σημαντικό θρησκευτικό προορισμό της χώρας. Μέσα από την ανάπτυξη του θρησκευτικού τουρισμού επιδιώκεται η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, που αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προσκλήσεις για τον ελληνικό τουρισμό. Σχετική αναφορά υπάρχει και στο πρωτόκολλο συνεργασίας''. Θα το επαναλάβουμε και όσοι έχουν ευήκοα ώτα ακουέτωσαν: πλην του τεκτονικού εξαμβλώματος του Οικουμενισμού επιχειρείται και διά του θρησκευτικού Τουρισμού η κατάλυση, η αλλοτρίωση, ο τεμαχισμός, η ''πλαστική συσκευασία'' της Ορθοδοξίας και η μεταποίησή της σε ένα θρησκευτικό, πολυσυλλεκτικό θέρετρο οικουμενιστικής ομογενοποίησης. Για τους ιλαρούς, τους διαχρονικούς ωχαδερφιστές και τους γλυκοκοιμωμένους τον ύπνο του αδρανούς και ''υπερήφανου'' δικαίου αποτελεί έναν έμμετρα πρακτικό τρόπο εμπορικής διαφήμισης και αβανταδόρικης ''ρεκλάμας,'' που στον βωμό του χρήματος ''ο σκοπός αγιάζει τα μέσα''! Έτσι απλά. Η Αθωνική Πολιτεία -χάριν αυτής της ''ανιδιοτελούς'' και ''ανεπιτήδευτης'' ευρωπαικής ''μεγαλοφροσύνης'' - τουλάχιστον εδώ και είκοσι χρόνια απέκτησε δρόμους, ιδιωτικά ταξί, ξενοδοχεία, μαγαζιά κι εστιατόρια. Δεκαοκτώ από τις είκοσι Μονές υπέγραψαν με την Ε.Ε. εταιρικές, χρηματοδοτικές συμβάσεις αναστύλωσης και ανάδειξης των αθωνικών κτισμάτων, ως θρησκευτικά μνημεία και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος αξιοπρόσεκτους, περιηγούμενους τόπους. ''Συνωστισμένα'' μπουλούκια αιρετικών και αλλοδόξων περιδιαβαίνουν με αξιοσημείωτο, ''οικολογικό ενδιαφέρον'' -και συχνά με σκωπτική θυμηδία- τα μονοπάτια και τους αυλόγυρους των Μοναστηριών. Ταυτόχρονα και για πολλοστή φορά, ο βάρβαρος και απολίτιστος αυτός, συναγελασμός και συνονθύλευμα αντίθετων και αντίρροπων ευρωπαικών πολιτισμών προσπαθεί να επιβάλλει και την είσοδο των γυναικών στο Περιβόλι της Παναγίας, χάριν βεβαίως του... Θρησκευτικού Τουρισμού... 


Είναι απείρως τραγικό, ποταπό και φρικαλέο, 

Οικουμενιστές Μητροπολίτες και άλλοι ''περί άλλων τυρβάζοντες'' 

να μιλούν για ''Τουρισμό'' στον χώρο της Εκκλησίας 

και για περιηγούμενους Τουρίστες, 

που επί πληρωμή θα μυηθούν στο πνεύμα και στον λόγο της Ορθοδοξίας, 

φυσικά με το αζημίωτο... 

Και είναι εξίσου εκπληκτικά οδυνηρό 

να αποκαλούνται μονές, ναοί και προσκυνήματα 

ως ''αρχαιολογικά μνημεία πολιτιστικού ενδιαφέροντος,''  

όταν στην Εκκλησία δεν υπάρχουν απλώς και ως έτυχε μνημεία, 

αλλά μαρτυρικοί και ευχαριστιακοί τόποι 

που έχουν καθαγιασθεί με την κοινωνία αγάπης 

του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Εύχεσθε!



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

ΕΙΡΗΝΗ ΟΣΙΑ ΜΗΤΕΡ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ Η ΔΟΞΑ ΗΜΩΝ



Η οσία Ειρήνη έζησε κατά τον 9ο και 10ο αιώνα 

και η νεότητά της συνδέεται με τη βασιλική αυλή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, 

την περίοδο πού είχε λήξει η εικονομαχία και αναστηλωθεί οι ιερές εικόνες μετά το θρίαμβο της Ορθοδοξίας (843). 

Ο Φιλάρετος, που ήταν ευνοούμενος 

και αφοσιωμένος στρατηγός στο Θεόφιλο και τη Θεοδώρα 

(η οποία ανέλαβε το βασιλικό θρόνο μέχρι την ενηλικίωση του γιου της), 

είχε στην Καππαδοκία δύο κόρες, την Καλλίνικη και την Ειρήνη. 

Μετά τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του Ζωής, 

την επιμέλεια της ανατροφής τους είχε αναλάβει η αδελφή του και θεία τους Σοφία, 

πού αφοσιώθηκε στο έργο αυτό με όλη την ψυχή της. 

Καθώς πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη για να είναι μία από τις υποψήφιες νύφες του αυτοκράτορα, 

επισκέφτηκε έναν άγιο άνθρωπο τον Ιωαννίκιο, 

ο οποίος την αποκάλεσε με το όνομα της και την προέτρεψε 

να μην πάει στην Κωνσταντινούπολη, 

αλλά να πάει στη Μονή Χρυσοβαλάντου που την χρειάζεται. 



Ακολουθώντας την πρόρρηση του Γέροντος Ιωαννικίου δεν άργησε να πορευθεί προς τη Μονή. Η ηγουμένη τη δέχθηκε με καλοσύνη και αγάπη και την έθεσε κάτω από τη δική της πνευματική επίβλεψη. Η Ειρήνη, παρά την ευγενική καταγωγή της, έχοντας τη χάρη του Θεού, με προθυμία επιδόθηκε και στα πιο ταπεινά και δύσκολα διακονήματα και σύντομα ο αγώνας της καρποφόρησε. Αναδεικνύεται ηγουμένη με τρόπο θαυμαστό. Ύστερα από μερικά χρόνια αρρώστησε η ηγουμένη. Επιθυμία της Γερόντισσας ήταν να γίνει ηγουμένη η Ειρήνη. Όταν είπε στις μοναχές την επιθυμία της, η Ειρήνη δεν ήταν παρούσα. Εκείνες μάλιστα δεν της ανέφεραν τίποτε σχετικό, επειδή φοβήθηκαν μήπως από τη μεγάλη ταπεινοφροσύνη της φύγει από το μοναστήρι, για να μη γίνει ηγουμένη. Οι ηλικιωμένες μοναχές πρότειναν να πάνε όλες μαζί στον Πατριάρχη, στην Κωνσταντινούπολη, για να επιλέξει αυτός οποία τον φωτίσει ο Θεός. Φτάνοντας στον Πατριάρχη τους είπε: «Εγώ γνωρίζω ότι όλες σας θέλετε την τιμία και σεμνοτάτη Ειρήνη και η απόφασή σας είναι καλή και θεάρεστη. Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος πού μου φανέρωσε την αρετή αυτής της δούλης του». Έτσι όρισε την Ειρήνη ηγουμένη της Μονής. Καθοδηγεί τις μοναχές με σύνεση και σοφία. Ως ηγουμένη η Ειρήνη συνέχισε και επέτεινε τους πνευματικούς της αγώνες, συναισθανόμενη την ευθύνη του διακονήματος που έθεσε στους ώμους της ο Ιησούς Χριστός. Προσευχόταν και νήστευε ακόμα περισσότερο. Ήταν τόση η επιθυμία της να σωθούν όλες οι μοναχές, που τόλμησε από αγάπη υπέρμετρη και όχι εγωισμό να ζητήσει από τον Κύριο να της χορηγήσει το προορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει «τα απόκρυφα πταίσματα πασών των αδελφών… διά να τάς διορθώνη, να μη κολάζωνται». Και ο δωρεοδότης Ιησούς Χριστός, βλέποντας ότι ο σκοπός της ήταν καλός, της έστειλε άγγελο που της αποκάλυψε ότι προστάχθηκε από τον Κύριο να στέκεται πάντοτε πλησίον της και να της φανερώνει κάθε μέρα τα απόκρυφα παραπτώματα όχι μόνο των μοναχών αλλά και των προσκυνητών της Μονής. Η φήμη του προορατικού της χαρίσματος δεν άργησε να διαδοθεί και να φτάσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να σπεύδουν στο μοναστήρι για να δουν το σεβάσμιο πρόσωπο της και να ακούσουν «λόγον ἀγαθόν». Παρά ταύτα εκείνη δεν μείωσε καθόλου τον πνευματικό της αγώνα για την προσωπική τελείωσή της, γεγονός που ενοχλούσε τον μισόκαλο δαίμονα, που δοκίμασε άλλη μια φορά να την εμποδίσει από την ολονύχτια προσευχή της. Έτσι λοιπόν ένα βράδυ, καθώς εκείνη προσευχόταν με κατάνυξη, ένας δαίμονας άναψε κερί από το καντήλι και έβαλε φωτιά στο κουκούλι της Ειρήνης. Η φλόγα άρχισε να καίει κατόπιν τα μαλλιά, το φόρεμα και τις σάρκες της αγίας Ειρήνης, η οποία ακίνητη, ενώ καιγόταν, συνέχιζε την προσευχή της. Και θα είχε καεί ζωντανή, αν μία αδελφή από διπλανό κελί δεν οσμιζόταν καμένη σάρκα και δεν έτρεχε να σβήσει με νερό τη φωτιά! Η ηγουμένη την επέπληξε λέγοντάς της, όπως αναφέρει ο Συναξαριστής: «Γιατί μού προξένησες, παιδί μου, τόσο κακό και μού στέρησες τέτοια αγαθά; Δεν πρέπει να φρονούμε τα των ανθρώπων, αλλά τα του Θεού. Λίγο πριν μπροστά μου έβλεπα έναν άγγελο πού έπλεκε για μένα στεφάνι κι όταν άπλωνε το χέρι του για να με στεφανώσει, ήρθες εσύ και από ευγνωμοσύνη προκάλεσες χειρότερα της αγνωμοσύνης. Βλέποντάς σε ο άγγελος έφυγε και μου έδωσες λύπη και απερίγραπτη ζημία». Από το μισοκαμμένο σώμα της έβγαινε ευωδία που νικούσε όλα τα μύρα και τα πολύτιμα αρώματα, ενώ ο Ιησούς, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, γιάτρεψε τα μέλη της που είχαν εγκαύματα, αυξάνοντας της και το προορατικό χάρισμα. Πολλές φορές προσευχόταν ολόκληρο ημερονύκτιο. Άλλοτε επί δύο ή τρεις ημέρες και καμιά φορά ολόκληρη εβδομάδα, πάντοτε με υψωμένα τα χέρια της. Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή έως το Πάσχα δεν έτρωγε ψωμί, παρά μόνο λίγα φρούτα και λαχανικά και έπινε ελάχιστο νερό. Από την αυστηρή αυτή νηστεία είχε γίνει λιπόσαρκη. Όταν ο καιρός το επέτρεπε έβγαινε τα μεσάνυχτα στον προαύλειο χώρο της Μονής και προσευχόταν με κατάνυξη, υψώνοντας το βλέμμα της στο κάλλος του ουρανού. Γράφει ο Συναξαριστής της: «Κατά θεία οικονομία, για να μη μείνει άγνωστη μια μεγάλη θαυματουργία, πού έγινε αρκετές φορές στο προαύλιο, έτυχε και βγήκε ήσυχα ένα βράδυ κάποια αδελφή από το κελί της. Και βλέπει την αγία πού προσευχόταν, χωρίς να εγγίζουν τη γη τα πόδια της. Αλλά στεκόταν στον αέρα, δύο πήχεις επάνω. Και κοντά της ήταν δύο κυπαρίσσια πολύ υψηλά. Τα οποία έγερναν τις κορυφές τους μέχρι το χώμα και παρέμεναν έτσι (ω του εξαισίου θαύματος!) όση ώρα η αγία προσευχόταν. 



Και όταν τελείωσε, 

πήγε και στα δύο και αγγίζοντας τις κορυφές τους, 

τα ευλόγησε στο σχήμα του σταυρού και τότε υψώθηκαν κι αυτά 

και επανήλθαν στην κανονική τους θέση». 

Η αδελφή νομίζοντας ότι όσα έβλεπε ήταν καρπός της φαντασίας της 

δεν είπε σε καμία μοναχή τίποτε. 

Μετά όμως από κάποιες ημέρες είδαν όλες τους στις κορυφές εκείνων των κυπαρισσιών δύο μαντήλια, 

που είχε κρεμάσει η αγία Ειρήνη «εις δόξαν Θεού». 

Στην απορία των αδελφών, πώς βρέθηκαν εκεί, 

η μοναχή που είχε προσωπική γνώση του πράγματος διηγήθηκε σε όλες τι συνέβαινε 

κι εκείνες της παραπονέθηκαν γιατί δεν τις ξύπνησε να ιδούν «τοιούτον εξαίσιον θέαμα». 

Όταν η αγία Ειρήνη πληροφορήθηκε την πράξη της μοναχής αυτής, 

την επέπληξε με αγάπη λέγοντάς της: 

Αν με έβλεπες να αμαρτάνω ως άνθρωπος, 

θα φανέρωνες και την αμαρτία μου; 

Ζήτησε δε από όλες τις αδελφές να μη φανερώνουν σε κανέναν, 

ενόσω εκείνη ζει, τα τυχόν θαυμάσια που βλέπουν.
 


Οσία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου


ΟΜΙΛΙΑ π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΗΜΑΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ




Ομιλία του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Νικολάου Δημαρά την Κυριακή 24 Ιουλίου 2017 (πάτριο, εκκλησιαστικό ημερολόγιο). 

Κυριακή Θ΄ Ματθαίου, Χριστίνης Μεγαλομάρτυρος. Ιερός Ναός Αγίων Πάντων, Αίγιο Αχαίας.


Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ



«Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο…», 

οὕτω πως ἤρχιζε τό μοιρολόγι τῆς μικρᾶς Κατερίνας, 

τῆς νεωτέρας κόρης τοῦ Χρήστου τοῦ Σαρρῆ, 

ὅταν ἐξῆλθεν ἀπό τόν σεμνόν ναΐσκον ἡ μικρά πληθύς τῶν ἀνελθόντων 

διά τήν ἐξοχικήν κηδείαν ἀπό τήν παραθαλάσσιον μεσημβρινήν πολίχνην. 

Ὁ μικρός τάφος εἶχε σκαφῆ πρός ἀνατολάς τῆς ἐκκλησίας, 

σύρριζα στήν χηβάδα τοῦ ἱεροῦ, 

κι ὁ παπ᾿ Ἀποστόλης μέ τό θυμιατόν ἔλεγε τήν τελευταίαν εὐχήν τοῦ Τρισαγίου, 

καί τό Κουκλί καί τό Μπονακί, τά δύο ἀγαπημένα ψαλτουδάκια τῆς Παναγίας ἀπό τήν Ἐπάνω Ἐνορίαν, 

ἔμελπον σιγά καί βαθιά τό «Ὁρῶντές με ἄφωνον», 

κι ὁ παπα - Στάμος κύψας εἶχεν ἀναλάβει ἓν σύντριμμα κεράμου ἀπό τήν παμμήτορα γῆν, 

κ᾿ ἐπροσπάθει μέ τό μαχαιράκι του νά χαράξῃ ἐπάνω ἕνα σταυρόν μέ τό ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ χιαστί ὁλόγυρα. 

Κ᾿ ἡ γρια-Φλωρού ἐξέχυνε μέ λόγια καί μέ δάκρυα τόν πόνον της, 

ὅτι, 

ἀφοῦ εἶχε θάψει πρό πέντε ἐτῶν τόν μοναχογυιόν της, 

εἶχεν ἐπιζήσει ἀκόμη διά νά νεκρασπασθῇ καί τόν ἔγγονόν της τόν πρωτογέννητον.



Κ᾿ ἡ μικρὰ Κατερίνα ἤρχιζε καὶ δὲν ἐτελείωνε τὸ μοιρολόγι της: Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα, πές μου, ποῦ πῆγε τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε στὰ ξένα. Εἶχε μισέψει ὁ νέος πρὸ τετραετίας, μόλις ἦτο 17 ἐτῶν τότε, διὰ τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ὅλοι. Τὸν εἶχε κολλήσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἡ μανία τῆς μεταναστεύσεως, ἂν καὶ θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὁ πατήρ του διετήρει καλὸν μαγαζεῖον. Ὁ μικρὸς Νῖκος εἶχε φύγει σχεδὸν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ πατρός του. Ἔζησεν ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη ἐργαζόμενος ἐκεῖ. Τέλος, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἔτος, μίαν Κυριακὴν μετὰ τὸ μεσοσαράκοστον, ἔφθασεν ἀπροσδοκήτως εἰς τὴν μικρὰν νῆσον. Ἦτο ἄρρωστος, ἰσχνὸς καὶ σκελετώδης. Ἔζησε πέντε ἑβδομάδας. Ἐνοσηλεύετο μὲ ἀπείρους τρυφερὰς περιποιήσεις κατ᾿ οἶκον. Εἶτα, περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου, τὸν εἶχε πιάσει στενοχωρία ἀφόρητος καὶ ἀκράτητος ἀνάγκη ἐκτοπισμοῦ. ― Πατέρα, στὸν Ἁι - Λιᾶ νὰ μὲ πᾷς. Ἐκεῖ θὰ γένω καλά. ― Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμα, παιδί μου. Εἶναι ψύχρες κ᾿ ὑγρασία πολλὴ ἔξω. ― Καὶ πότε θὰ μὲ πᾷς; ―Ἂς περάσουν ἀκόμα δυὸ μέρες. Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ ἀσθενὴς πάλιν: ― Πατέρα, πότε θὰ μὲ πᾷς στὸν Ἁι-Λιᾶ; Κοντὰ στὴ βρύση, ἀποκάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ πλατάνια, ἐκεῖ θὰ ἰδῶ τὴν ὑγειά μου. ― Νὰ σιάσῃ ὁ καιρός, Νῖκό μου. Βλέπεις, τώρα βρέχει ὁ οὐρανός. ― Πότε θὰ σιάσῃ; ― Σὰ μπῇ ὁ Μάης. ― Πότε μπαίνει; ― Μεθαύριο, τὸ Σάββατο. ― Καλύτερα νὰ πᾶμ᾿ ἐπάνω, στὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου, νὰ κάμουμε τὴν Πρωτομαγιά. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ πᾶμε αὔριο ἀποβραδύς, μάννα; Ἐπεκαλέσθη εἰς βοήθειαν τὸν μητρικὸν πόνον. Ἡ πονεμένη γυνὴ ἐπένευσεν. Εἶχε σταματήσει μίαν ἡμέραν ἡ βροχή, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς Πρωτομαγιᾶς ἀνεβίβασαν ἐπὶ ὄνου τὸν ἀσθενῆ, μετὰ τῆς ἀποσκευῆς, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου. Τὸ ἀσκηταρεῖον τοῦτο, ἰδιορρύθμως κτισμένον, εἶχε στεγάσει δύο ἐρημίτας πνευματικούς, πρὸ χρόνων ἀποθαμένους, καὶ τελευταῖος διάδοχός των ἐπέζη ὁ γερο-Πέτρος, ἰδιώτης μοναχός, καὶ κηπουρὸς τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Ἦτο μέγα κτίριον ἡμιτελές, ἀκαλλώπιστον, μὲ ὁλόγυμνα δωμάτια, καὶ διαρρέουσαν στέγην. Ἐδιάλεξαν ἓν δωμάτιον, προχείρως εὐτρεπισθέν, ἔστρωσαν σινδόνια, καὶ ἤναψαν μὲ πελώρια ξύλα τὸ πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν. Ἀλλ᾿ ἡ καπνοδόχη, κακοκτισμένη καὶ ἀνεπιμέλητος, ἐξηρεύγετο τὸν καπνὸν κάτω, καὶ τὸ δωμάτιον εἶχε σφλομώσει* ἀποβραδύς, ὅταν ἐκάθισαν εἰς τὸ δεῖπνον. Ὁ γερο-Πέτρος συμμετέσχε τοῦ δείπνου, κ᾿ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὰς τρεῖς γυναῖκας, τὴν μητέρα, κόρην καὶ μάμμην, κ᾿ εἰς τὸν πατέρα τοῦ ἀσθενοῦς, διάφορα συναξάρια. Πῶς τὰ ἄκακα βρέφη, ὅσα ἔκοψεν ἄωρα ὁ ἄγγελος τοῦ θανάτου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸν Χριστόν: «Μᾶς ἐστέρησες τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, Βασιλεῦ Ἅγιε Κύριε, δός μας τὰ οὐράνια». Πῶς ὁ ἅγιος Κλήμης διετήρησε ζωντανὸν ἐπὶ ἓν ἔτος, κάτω εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, τὸ παιδίον τὸ ὁποῖον εἶχον χάσει οἱ γονεῖς του. Πῶς μία οἰκοδέσποινα εἶχε φιλοξενήσει τὸ πάλαι ἕνα ὅσιον ἀββᾶν, ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ἐνῷ αὐτὴ τὸν ὑπηρέτει εἰς τὴν τράπεζαν, τὸ παιδίον της εἶχε πέσει εἰς τὸ φρέαρ τῆς αὐλῆς. Αὐτὴ τὸ ἐστοχάσθη, τὸ ἐπίστευσεν ὡς πνιγμένον, ἔσφιγξε τὰ χείλη, κατέπιε τὸν πόνον της, καὶ δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν ξένον διὰ νὰ μὴ τὸν λυπήσῃ. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἠρώτησε: ― Ποῦ εἶναι τὸ παιδί; Αὐτὴ ἐπροφασίσθη ὅτι εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ὅπως κοιμῶνται ἐνωρὶς τὰ παιδιά. Ὅταν ἀπῆλθεν ὁ ἀββᾶς, ἡ πτωχὴ μάννα, ἀφήσασα νὰ ρεύσουν ραγδαίως τὰ ἐπὶ πολὺ κρατηθέντα δάκρυά της, ἔκυψεν εἰς τὸ φρέαρ προσπαθοῦσα ν᾿ ἀνεύρῃ τὸ πτῶμα τοῦ τέκνου της. Ὤ, θεῖον θαῦμα! Τὸ παιδίον ἦτο ζωντανόν. Ἐπέπλεεν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ, ἐμειδία κ᾿ ἔκραζε τὴν μητέρα του: Μαμά! μαμά! Ὅταν τέλος τὸ ἀνέσυρε, τὸ παιδίον διηγήθη ὅτι ἐκεῖνος ὁ γέρος μὲ τὰ μαῦρα ράσα καὶ μὲ τὰ ἄσπρα γένεια, ποὺ εἶχεν ἔλθει καὶ ἄλλοτε στὸ σπίτι τους, τὸ ἐκρατοῦσεν ὅλην τὴν νύκτα εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ διὰ νὰ μὴ βυθισθῇ, καὶ τοῦ ἔδειχνεν ὡραίους κήπους καὶ λιβάδια, καὶ τὸ ἀπεκοίμιζε μὲ ἤρεμα τροπάρια, καὶ τὸ παρηγόρει, καὶ τὸ ἀνέψυχε. Τέλος, περὶ τὰ μεσάνυχτα, ὁ οὐρανὸς ἐξανάρχισε νὰ βρέχῃ. Ἔσταξεν ἀφθόνως ἡ καπνοδόχη, ἔσβησεν ἡ φωτιά, κ᾿ ἐξέλιπεν ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ δωμάτιον. Τὸ πρωὶ ὁ ἀσθενής, ὅστις δὲν ἐκοιμᾶτο, κ᾿ οἱ οἰκεῖοί του, ὁποὺ μόλις εἶχον λαγοκοιμηθῆ ὀλίγον, ὅλοι ἐσηκώθησαν παγωμένοι. Ἦτο Πρωτομαγιά. Παρῆλθεν ἡ ἡμέρα μὲ ὀλίγα ἄνθη ἄγρια καὶ κρύους στεφάνους ἀπὸ ἀγραμπελιές, κι ὁ ἄνεμος ἐφύσησε σφοδρῶς εἰς τὰ βαθύφυλλα πλατάνια, κ᾿ ἔπαυσεν ἡ βροχή. Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἦτο Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ὁ παπα - Στάμος εἶχεν ἔλθει νὰ λειτουργήσῃ τὸν Ἁι-Λιᾶν, κατὰ πρόσκλησιν τῆς πονούσης καὶ χειμαζομένης οἰκογενείας. Τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς ὁ μικρὸς Νῖκος ἀπῄτησεν ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ τοῦ πῇ ἕνα τραγούδι, κ᾿ ἐπέβαλεν εἰς τὴν μάμμην του νὰ τοῦ διηγηθῇ παραμύθι, ὡς παρηγορίαν τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς μονοτονίας. Ἐνῷ ἡ γραῖα Φλωροὺ εἶχε προχωρήσει εἰς τὴν διήγησιν, κ᾿ ἔλεγε: «Καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἡ ὄμορφη τοῦ κόσμου, σαστισμένη ἀπὸ τὴν βιὰ καὶ τὴν χαρά της, ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα στὸ βασιλόπουλο, τὸν Γιαννάκη, ὁποὺ εἶχεν ἀποκοιμίσει τοὺς Σαράντα Δράκους, διὰ νὰ τῆς φέρῃ τὸ χρυσὸ πουλὶ στὴν ἀγκαλιά της ― καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἐπέταξε τὸ πουλὶ ἀπὸ τὸν κόρφο της…» Αἴφνης ὁ μικρὸς Νῖκος ἤνοιξε μεγαλωστὶ τὸ στόμα, ἀνένευσεν ἀποτόμως ὀπίσω τὴν κεφαλήν, κ᾿ ἡ ψυχή του ἔφυγε. Ἡ γερόντισσα πάραυτα τὸ ἐννόησεν. Ἐσφράγισε μὲ τρεῖς σταυροὺς τὸ στόμα του, ἔπιασε τὰ βλέφαρά του ζεστά, καὶ τὰ κατεβίβασεν. Ἔκλεισε τὰ ὄμματα τὰ βασιλεμένα. Ὁ γερο-Πέτρος ἦλθε βοηθὸς καὶ παρήγορος. Τὸν ἄλλαξαν, καὶ τὸν ἀνέκλιναν καταμεσῆς ἐπὶ τοῦ δαπέδου, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, καὶ τὸν κήρινον σταυρὸν εἰς τὸ στόμα. Τὴν πρωίαν τῆς Δευτέρας, ὅλον τὸ χωρίον τὸ εἶχε μάθει κάτω. 



Χωρίς πρόσκλησιν καί ἀναγγελίαν, 

χωρίς κροῦσιν κωδώνων, μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, 

πολλοί ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἄνδρες καί γυναῖκες, φίλοι καί ἀλλότριοι, 

καί ξένοι, ἀκόμη καί ἐχθροί, ἀνέβησαν τόν «μεγάλον ἀνήφορον», 

ὅπως ἐκαλεῖτο συνήθως ὁ δρόμος εἰς τόν προφήτην Ἠλίαν, 

καί ἀνῆλθον εἰς τό βουνόν, 

διά νά παρευρεθοῦν εἰς τήν ἐκφοράν τοῦ ἀτυχοῦς νέου. 

Ἦτο ὡραία, σεμνή, καί περιπαθής, ἡ ἐξοχική κηδεία. 

Ἄνθη καί κηρία, στεναγμοί καί μοσχολίβανον, 

τροπάρια καί μοιρολόγια, 

τοῦ ἀνέμου τό φύσημα εἰς τούς πελωρίους κλῶνας τῶν πλατάνων, 

τῶν ἀναδενδράδων τό σείσιμον, 

καί τῆς μεγάλης κρήνης ὁ ρόχθος μέ τῶν ρυάκων τό κελάρυσμα, 

καί τό ἀμυδρόν, μεμακρυσμένον μινύρισμα τῶν ἀηδόνων, 

ὅλα συναπετέλεσαν ἕνα «θρῆνον, καί μέλος, καί οὐαί», 

διά νά κλαύσουν ἕνα ἄμοιρον νέον, 

ὅστις εἶχε διέλθει τόν κόσμον ὡς καπνοῦ σκιά, καί ὡς ἐνύπνιον ἐγειρομένου, 

κι ὡς πέταλον ρόδου ὁπού τό ἐπῆρε στ᾿ ἀόρατα πτερά της, 

καί τό ἐπῆγε μακράν, μία ἀελλώδης ριπή ἀνέμου. 

Καί τό «ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο» ἐσιώπα, 

καί δέν ἤθελε νά εἴπῃ ποῦ εὗρε φωλεάν τό πουλί, 

ὁπού εἶχε πετάξει κ᾿ εἶχε φύγει διά πάντοτε.


(1910)


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΓΕΡΓΕΣΗΝΩΝ



Στην εποχή μας οι άνθρωποι δαιμονοποιούνται ανέξοδα, δαιμονοκρατούνται εφήμερα και έρπουν κομπάζοντας, ως νεότευκτοι, επηρμένοι χαμαιλέοντες ανάμεσα σε εγγενείς σκορπιούς και σε συγγενεμένους όφεις. Η Μαγεία έχει καταλάβει αμαχητί όλη σχεδόν την επικράτεια και η ειδοποιός διαφορά της απ' το Χτες είναι, πως τώρα ο διάβολος λατρεύεται δημοσίως, ευθαρσώς και φυσικά αμετανοήτως. Όποιος πιστεύει ελαφρά τη καρδία, πως δεν υπάρχει διάβολος, ας επισκεφθεί μια Τετάρτη απόγευμα την Ιερά Μονή των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης στην Φυλή Αττικής, όπου και διαβάζεται η Ιερά Παράκλησή τους. Άνθρωποι - ναυάγια, που υπό το αχανές και υποβολιμιαίο κράτος των δαιμόνων μεταλλάσσουν τις φωνές τους από ανδρικές σε γυναικείες, μιμούνται εκπληκτικά ανέκφραστα τις ιαχές των ζώων και των ερπετών και αποκαλύπτουν κοινή θέα τα προσωπικά δεδομένα συνανθρώπων τους!... Άνθρωποι στρατευμένοι από την ''Λεγεώνα'' της γης των Γεργεσηνών, που συχνά υποβαστάζονται από τρεις και τέσσερεις άντρες, που δεν δύνανται κι οι ίδιοι καλά - καλά να τους κρατήσουν. Σείονται ως ακατάληπτος σεισμός, βλαστηνούν στην όψη του Σταυρού και φλέγονται απερίφραστα κάτω από ένα αγιασμένο πετραχείλι. Και κοντά σε αυτούς, οι αφανείς, κεκρυμμένοι θύτες, οι αυτόκλητοι μακελάρηδες κεκκλημένων τελετών, οι βουλιμικά, ακόρεστοι συνεργοί στα έργα του βελίαρ, που υπογράφουν με το αίμα τους κλειστά συμβόλαια θανάτου, με καταληκτική ημερομηνία λήξης. Γι' αυτό και αυτοί ομαδοποιούνται αγελαστί σε μια αναρίθμητη στρατιά έκπτωτων ανθρώπων, που έχουν επινοικιάσει reserve τις πρώτες θέσεις της εαυτών κολάσεως. Όποιος πάλι αντιστέκεται με περισπούδαστο, εγωπαθές σθένος στις πομπώδεις και φλύαρες γελειολογίες ημών των ανοήτων, ας επισκεφθεί έστω και μια φορά το Δαφνί, για να διακρίνει οφθαλμοφανώς τους δαιμονισμένους μύστες από τους απλά, ψυχικά πάσχοντες. Κανείς σοβαρός και αξιοπρεπής επιστήμονας δεν εξήγησε ποτέ, πώς ενοείται, πολλοί εκ των νοσούντων,να τους έχουν αποκαλύψει προσωπικά τους δαιδομένα και καταχωνιασμένα μυστικά τους!... Αλλά και, ποιός από εμάς τους ιχυρά διατυμπανιζομένους ως Ορθοδόξους κατά βίον, δύναται να ισχυρισθεί, πως δεν τελεί έστω υπό μερική δαιμονική κατάληψη;'' Κάθε πάθος είναι ένας προσωπικός δαίμονας και κάθε δαίμονας δημιουργεί το πάθος εφ ω ετάχθη στους οικτρά, ανυποψίαστους ανθρώπους. Κι η μεγαλύτερη νίκη του διαβόλου επί του ανθρώπου είναι να τον πείσει ακριβώς, πως δεν υπάρχει διάβολος! Εύχεσθε!




Μια όμορφη και διδακτική ομιλία του θεοφιλεστάτου Επισκόπου Γαρδικίου κ. Κλήμεντος στην Παράκληση των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, 
στην ομώνυμη Μονή της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών στην Φυλή Αττικής.



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΙΕΡΕΩΣ π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΕΤΣΑΛΙΔΗ



Στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Γκορυτσάς Ασπροπύργου, σήμερα, ημέρα μνήμης της Μεταστάσεως εις τους ουρανούς του Προφήτου Ηλία του Θεσβίτου, τελέστηκε υπό του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας, κ. Χρυσοστόμου, η εις Πρεσβύτερον Χειροτονία του επί διετία Διακόνου της Ιεράς Μητροπόλεως Αττικής και Βοιωτίας και εκ Πόντου ορμώμενου, π. Κωνσταντίνου Πετσαλίδη.Ο νεοχειροτονηθείς Ιερέας, βαθιά συγκινημένος και συγκλονισμένος -πλαισιωμένος από τους Ιερείς της Μητροπόλεως μας και ανάμεσα στο πολυπληθές εκκλησίασμα που κατέκλυσε το Ναό- ευχαρίστησε τον Ποιμενάρχη μας για την τιμή που του γίνεται. Ο π. Κωνσταντίνος αναφέρθηκε στην υπομονή, την πατρική στοργή και κατανόηση με την οποία περιέβαλε τον ίδιο ο Πνευματικός του πατέρας, αλλά και στο σημαντικό του έργο προς όλους, του οποίου ο ίδιος έγινε μάρτυρας κατά τη διάρκεια των δύο ετών της Διακονίας του, των σημαντικότερων ετών της ζωής του. Ο π. Κωνσταντίνος με έναν ευχαριστήριο λόγο ιδιαιτέρως σεμνό και ειλικρινή -όπως ακριβώς αρμόζει στην περίσταση- απέδωσε τα πραγματικά συναισθήματα από τα οποία πρέπει να διακατέχεται ένας χειροτονηθείς υπό γνησίου Διαδόχου των Αποστόλων της Ορθοδόξου Παραδόσεως και Πίστης. Ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε λόγους πατρικής αγάπης, εμπιστοσύνης και αξιώσεων για το πνευματικό του τέκνο. Αναφέρθηκε στη θυσιαστική διάθεση του μέχρι πρότινος Διακόνου και την έμπρακτη και υποδειγματική προσφορά του κάθε φορά η Εκκλησία μας το ζητούσε, αφήνοντας πίσω σύζυγο και παιδιά. Ευχήθηκε δε, να συνεχίσει τον αγώνα τον καλό, αξιοποιώντας τα χαρίσματα που του έδωσε ο Θεός και με υπομονή και σύνεση να υπηρετήσει το ποίμνιο που η Εκκλησία μας του εμπιστεύεται. Τόσο ο χρόνος, όσο και ο τόπος κατά τον οποίο ετελέσθη το χαρμόσυνο για τη Μητρόπολη μας γεγονός, επελέγη σκοπίμως από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας. Ο νεοχειροτονηθείς Ιερέας π. Κωνσταντίνος, πολύτεκνος, πατέρας πέντε παιδιών, εχειροτονήθη ημέρα της ονομαστικής εορτής του ενενηκοντούτη γέροντα, εφημέριου του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος, π. Ηλία Μαυρίδη. Ο πολιός Ιερέας, ο οποίος επί δεκαετίες διακόνησε με ζήλο το Ποντιακής καταγωγής Ορθόδοξο ποίμνιο της ενορίας της Γκορυτσάς, συμμετείχε σήμερα στην τελευταία του -ως εφημέριος της Αγ. Τριάδος- Θεία Λειτουργία, αφού ο νεοχειροτονηθείς θα τον διαδεχθεί στα εφημεριακά και ποιμαντικά του καθήκοντα. Το χαρμόσυνο γεγονός της χειροτονίας του Ποντιακής καταγωγής Ιερέως «κόσμησε» με τον καλύτερο τρόπο την εορτή του αγαπητού και επίσης Ποντιακής καταγωγής γηραιού Ιερέως, αναδεικνύοντας έτσι την χαρά της διαδοχής και της συνέχειας στους κόλπους της Εκκλησίας μας. Η συγκινησιακή φόρτιση όλων ήταν έκδηλη κατά την έκφραση ευχαριστιών από τον Σεβασμιώτατο, εκ μέρους των ενοριτών προς τον π. Ηλία για όλα όσα προσέφερε αυτά τα 36 χρόνια διακονίας στο Άγιο θυσιαστήριο και στους Ασπροπυργιώτες Ποντίους. Ο δε γέροντας αναπαυμένος από το χαρμόσυνο αυτό γεγονός, ευχαρίστησε τον Σεβασμιώτατο, αλλά και τον λαό του Θεού και αναφώνησε το "Νυν απολύεις...".


    

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΥΡΟ ΠΑΣΧΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑ ΣΠΗΛΑΙΟ



Μήτηρ Θεού  

Άνεμος φύσαγε γλυκός, από μακρά φτασμένος,/με τη γαλήνια ευωδιά των κάμπων φορτωμένος. 
Τα μύρα πλέαν ανάερα· αντίκριζε η ψυχή μου,/όθε κι αν γύριζε, γοργή, τη μυστική άθλησή μου. 
Και ιδές… Ανθοί ανεπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια/στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια·
στα χρυσοπράσινα έλατα αν ο ήλιος, σε μια στάλα,/φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πυρρή διχάλα,
Και μιαν ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει,/τ’ άγια φαράγγια που κρατούν ολοχρονίς το χιόνι·

α, πώς σπαρτάρισε η καρδιά σαν ένιωσε τα μάγια/τα γλυκανάπνοα, σε σφιχτά να την κρατούν αρπάγια!
Πώς το ρουμπίνι πύρινο ζώνει ψηλά το στέμμα,/όμοια στο νου μου ολόγυρα μαζώχτη ξάφνου το αίμα
Και πάλι πισωδρόμισε γοργό, σα για να πάρει/χλωμάδα μεγαλύτερην απ’ το μαργαριτάρι. Ψυχή! 
Και ξάφνου, σκίζοντας το φοβερό σκοτάδι/η αχτίδα της το δάκρυ μου το βρήκε ωσάν πετράδι!

                                                                                                                                     Άγγελος Σικελιανός


Σε δύο εβδομάδες -με το πάτριο, εκκλησιαστικό ημερολόγιο- ξεκινάει με την χαρμόλυπη διάθεση του θέρους η νηστεία του 15Αύγουστου, προς τιμήν της Κοίμησης της Προστάτιδος Μητέρας πάντων των ανθρώπων, της παντάνασσας, γλυκοφίλητης, προστρέχουσας και προσεπικαλουμένης, Παναγιάς Μητρός μας! Το μεγαλείο και η πεμπτουσία της Ορθόδοξης Πίστης υπερβαίνει τις κοσμικές δοξασίες και παραδοχές για την μητρότητα και πατρότητα ακόμη και αυτών των βιολογικών γονέων μας, καθιστώντας αξεπέραστα και ανυπέρβλητα τον Θεό - Πατέρα και την Θεοτόκο - Μητέρα, ως τους οντολογικά πραγματικούς γονείς των χοικών και κτιστών ανθρώπων. Αυτή και μόνο η αποδοχή της αέναης, διαρκούς και επιμελούς παντοκρατορίας της θεικής γενεσιουργίας θα εκμηδένιζε τις κοσμικογενείς αντιστάσεις εν τω παρόντι βίω, θα αναβίβαζε σημαντικά τους πνευματικούς κρουνούς της μετανοίας και θα αναβάθμιζε πολύτιμα στον ανεπαίσθητο ρου του χρόνου την σωτηρία της ψυχής εις βάρος του καλλωπισμού και της καλλιέργειας του σώματος. Στην Εκκλησία μας θάνατος δεν λογίζεται, ούτε αποβίωση, τελευτή, θανή ή το λεγόμενο μοιραίο. Έγινε πανηγύρι με την του Χριστού Ανάσταση και ονομάστηκε προσωρινά ''κοίμηση''. Κι η Παναγία μας αν και κτιστή, ''κοιμήθηκε'' και ανελήφθη για να καταστεί η Μήτηρ πάντων των ευγνωμόνων, αλλά και αχάριστων ανθρώπων. Πριν λίγες ημέρες -ευλογία Θεού- επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά την ιστορική Μονή των Καλαβρύτων, ''το Μέγα Σπήλαιο,'' όπου φυλάσσεται η πανάρχαιη, κηρόπλαστη εικόνα του Ευαγελιστή Λουκά, η ''Παναγία η Μεγαλοσπηλαιώτισσα (φωτογραφία).'' Πρόκειται για μια ανάγλυφη εικόνα πλασμένη από κερί, μαστίχα και από άλλες ύλες. Έχει στο σώμα της Παναγίας χρωματισμένη εσθήτα και χρυσά διαγράμματα. Δυστυχώς όμως από τις πολλές πυρκαγιές έχει αμαυρωθεί. Το σώμα της είναι στραμμένο δεξιά, με κεκλιμένη την κεφαλή προς τον Υιόν της, κρατώντας Τον στο δεξί χέρι, ο οποίος με το αριστερό του χέρι κρατεί ελαφρά την αριστερή παλάμη της Μητρός Του, ενώ με το δεξιό κρατεί το Ευαγγέλιο. Δεξιά και αριστερά της κηρόπλαστης εικόνας παρίστανται, μετά φόβου άγγελοι. Στις τέσσερεις γωνιές της εικόναςίστανται δεξιά εξαπτέρυγα Σεραφείμ και αριστερά πολυόμματα Χερουβείμ. Κατά την παράδοση, πρόκειται για την πρώτη εικόνα που επιμελήθηκε ο Άγιος Ευαγγελιστής Λουκάς, παραδόθηκε στην Θεοτόκο, εκείνη με την σειρά της την ευλόγησε και πιστεύεται πως ο Απόστολος την χάρισε στο πνευματικό του τέκνο Θεόφιλο, που υπήρξε ηγεμόνας της Αχαίας. Κατά την εποχή των διωγμών των Χριστιανών, οι τελευταίοι την έκρυψαν στο Σπήλαιο. Όταν φονεύθηκαν για τον Χριστό μας, η εικόνα παρέμεινε στο Σπήλαιο, μέχρι που αποκαλύφθηκε κατά θαυμαστό τρόπο από την Αγία Ευφροσύνη. Όλες αυτές οι πανάρχαιες και επιβλητικές εικόνες της Θεοτόκου με τον μικρό Υιό της δεν προκαλούν μόνο δέος, ζόφο ή ένα αλάφιασμα ψυχής μπροστά στην μεγαλοσύνη του ανυπερβλήτου και την θέαση του μη ανθρωπίνου λογικού, αλλά κυρίως ψυχική ενίσχυση, πνευματική ανάταση και έξαρση των αισθήσεων που συναινούν προς μετάνοια. Και πόσο ταιριαστά, συμβατά και ομοιόμορφα, η Αγία Εκκλησία μας τοποθέτησε την εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου στην καρδιά του θεριστή, στους πνεύμονες του τρυγητή, στον καύσωνα και την ζέση του Αυγούστου! Εκεί που έληξε η νηστεία των Αγίων Αποστόλων, το ''Πάσχα του Καλοκαιριού'' μοιάζει με πνευματική αναζωπύρωση στην αδράνεια, την ακηδία και την δαιμονόπληκτη αργία κι οι μικροί και μεγάλοι Παρακλητικοί Κανόνες προς τιμήν της Μάννας Παναγιάς, ως δοξαστικοί παιάνες, ευχαριστήρια άσματα και υπέρηχοι ψαλμοί που αναδύουν χαρμόλυπες, ευώδεις και μυροβόλες πασχαλιές! Κάτω από το Μέγα Σπήλαιο οι ελιές, τα έλατα, τα κέδρα και τ΄αμπέλια σ' ένα συγχρονισμένο, μουσικό παροξυσμό βουητών του ανέμου προετοιμάζονται γονυκλινώς γι΄αυτά που έρχονται, σαν αυτοσχέδια σήμαντρα της φύσης που καλούν με την σειρά τους για μετάνοια. Είμαστε απείρως ευλογημένοι ως Έλληνες, μα περισσότερο ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι που κρατούμε την γνησία Ορθοδοξία ως το διαχρονικό, πνευματικό δοξάρι σ΄αυτά που ο Θεός μας άφηκε. Εύχεσθε!




Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

ΕΥΧΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ



  Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε ἡ κατά σάρκα γεννήσασα τόν Θεόν Λόγον, 

γνωρίζω ὅτι δέν εἶναι εὐπρεπές, 

οὐδέ ἄξιον εἰς ἐμέ τόν πανάσωτον, 

τόν ἔχοντα μεμολυσμένους τούς ὀφθαλμούς καί τά χείλη ἀκάθαρτα, 

νά ἴδω τήν εἰκόνα Σου τῆς Ἁγνῆς, τῆς Ἀειπαρθένου, 

τῆς ἐχούσης τό σῶμα καί τήν ψυχήν καθαρά καί ἀμόλυντα, 

ἀλλ᾽ ἀπεναντίας πρέπει νά μισηθῶ ὁ ἄσωτος καί νά ἐπιτιμηθῶ ὑπό τῆς ὑμετέρας καθαρότητος. 

Πλήν ἐπειδή ὁ Θεός τόν Ὁποῖον ἐγέννησες, 

ἔγινεν ἄνθρωπος ὅπως καλέσῃ τούς ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν, 

λαμβάνω καί ἐγώ τό θάρρος καί προσέρχομαι πρός Σέ, 

παρακαλῶν μετά δακρύων. 

Πρόσδεξε τήν παράκλησίν μου διά τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν πολλῶν καί χαλεπῶν πταισμάτων μου 

καί παρακάλεσον τόν Μονογενῆ Σου Υἱόν καί Θεόν 

ὅπως ἐλεήσῃ τήν ἀθλίαν καί ταλαίπωρον ψυχήν μου. 



Διότι διά τό πλῆθος τῶν ἀνομιῶν μου ἐμποδίζομαι νά στρέψω τό βλέμμα μου πρός Αὐτόν καί νά ζητήσω συγχώρησιν καί διά αὐτό σέ προβάλλω μεσίτριαν. Ἀπολαύσας πολλῶν καί μεγάλων δωρεῶν παρά τοῦ δημιουργήσαντός με Θεοῦ, ἐφάνην ἄθλιος καί ἀχάριστος ὁμοιωθείς μέ τά ἀνόητα κτήνη· πτωχεύσας εἰς τάς ἀρετάς, πλουτήσας εἰς τά πάθη, βεβαρυμένος μέ ἐντροπήν, ἐστερημένος θείας παρρησίας, κατακεκριμένος ὑπό τοῦ Θεοῦ, θρηνούμενος ὑπό τῶν ἀγγέλων, χλευαζόμενος ὑπό τοῦ δαίμονος καί μισούμενος ὑπό τῶν ἀνθρώπων· ἐλεγχόμενος ὑπό τῆς συνειδήσεως, ἐντρεπόμενος διά τά πονηρά μου ἔργα, νεκρός ὑπάρχων πρό τοῦ θανάτου καί πρό τῆς κρίσεως αὐτοκατάκριτος καί πρό τῆς ἀτελευτήτου κολάσεως τυγχάνων αὐτοτιμώρητος ὑπό τῆς ἀπογνώσεως. Διά τοῦτο καταφεύγω εἰς τήν ἰδικήν Σου καί μόνην βοήθειαν, Δέσποινα Θεοτόκε, ὁ μυρίων ταλάντων ὀφειλέτης, ὁ ἀσώτως τήν πατρικήν οὐσίαν δαπανήσας, ὁ παρανομήσας ὑπέρ τόν Μανασσῆν, ὁ γενόμενος ἄσπλαχνος ὑπέρ τόν πλούσιον, ὁ λαίμαργος δοῦλος, τό δοχεῖον τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ὁ θησαυροφύλαξ τῶν αἰσχρῶν καί ρυπαρῶν λόγων καί ὁ ξένος πάσης ἀγαθῆς ἐργασίας. Ἐλεήσόν μου τήν ταπείνωσιν καί συμπάθησόν μου τήν ἀσθένειαν. Μεγάλην ἔχεις τήν παρρησίαν πρός τόν ἐκ Σοῦ τεχθέντα καί οὐδείς δύναται ὡς Σύ, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ. Δι᾽ ὅλα ἔχεις τήν ἰσχύν ὡς ὑπερέχουσα πάντων τῶν κτισμάτων καί δέν εἶναι ἀδύνατον εἰς Σέ οὐδέν, ἐάν θελήσῃς. Μή λοιπόν παραβλέψῃς τά δάκρυά μου, μή ἀηδιάσῃς τόν στεναγμόν μου, μή ἀποστραφῇς τόν πόνον τῆς καρδίας μου, μή ἐντροπιάσῃς τήν πρός Σέ προσδοκίαν μου, ἀλλά διά τῶν μητρικῶν Σου δεήσεων βίασον τήν εὐσπλαχνίαν τοῦ ἀγαθοῦ Υἱοῦ Σου καί Θεοῦ καί ἀξίωσόν με τόν ταλαίπωρον καί ἀνάξιον δοῦλόν Σου ν᾽ ἀπολαύσω τό πρῶτον καί ἀρχαῖον κάλλος καί τήν ἀπομάκρυνσιν τῶν παθῶν, διά νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τάς ἁμαρτίας καί νά γίνω ὑπηρέτης τῆς δικαιοσύνης, νά ἐκδυθῶ τόν μιασμόν τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς καί νά ἐνδυθῶ τόν ἁγιασμόν τῆς ψυχικῆς καθαρότητος, νά νεκρωθῶ διά τόν κόσμον καί νά ζήσω ἐν τῇ ἀρετῇ. Ὁδοιποροῦντά με συνόδευσον, πλέοντα ἐν θαλάσσῃ σύμπλευσον, ἀγρυπνοῦντα με ἐνίσχυσον, θλιβόμενον παρηγόρησον, ὁλιγοψυχοῦντα παρακάλεσον, ἀσθενοῦντα δώρησόν μου τήν ἴασιν, ἀδικούμενον ρῦσαί με, συκοφαντούμενον ἀθώωσον, εἰς θάνατον κινδυνεύοντα προφθάσασα λύτρωσόν με, εἰς τούς ἀοράτους ἐχθρούς δεῖξον με καθ᾽ ἑκάστην φοβερόν. Ναί ὑπεράγαθε Δέσποινα Θεοτόκε, ἡ μετά Θεόν ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ἐπάκουσον τῶν οἰκτρῶν δεήσεων καί μή μέ ἐντροπιάσῃς ἀπό τῆς προσδοκίας μου. Τόν βρασμόν τῆς σαρκός κατάπαυσον, τήν ἐν τῇ ψυχῇ μου ἀγριωτάτην ταραχήν κατεύνασον, τόν πικρόν θυμόν καταπράϋνον, τόν τύφον καί τήν ἀλαζονίαν τῆς ματαίας οἰήσεως ἐκ τοῦ νοός μου ἀφάνισον, τάς νυκτερινάς φαντασίας τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί τάς καθημερινάς ἀκαθάρτους προσβολάς ἀπομάκρυνον τῆς καρδίας μου. Παίδευσόν μου τήν γλῶσσαν ἵνα ὁμιλῇ τά συμφέροντα, δίδαξον τούς ὀφθαλμούς μου νά βλέπουν ὀρθῶς τήν ὁδόν τῆς ἀρετῆς, ἐνίσχυσον τούς πόδας μου ἵνα βαδίζουν τήν μακαρίαν ὁδόν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τάς χεῖράς μου ἁγίασον ἵνα ἀξίως αἴρω αὐτάς πρός τόν Ὕψιστον. Καθάρισόν μου τό στόμα ἵνα μετά παρρησίας ἐπικαλεῖται τόν Πανάγιον Πατέρα καί Θεόν. Ἄνοιξόν μου τά ὦτα, ἵνα ἀκούω αἰσθητῶς καί νοητῶς τά ὑπέρ μέλι καί κηρίον γλυκύτερα λόγια τῶν Ἁγίων Γραφῶν καί βιῶ ταῦτα ἐνισχυόμενος ὑπό Σοῦ. Δός μοι καιρόν μετανοίας, λογισμοῦ ἐπιστροφήν, ἐλευθέρωσόν με ἐξ αἰφνιδίου θανάτου καί ἀπάλλαξόν με κατακεκριμένον ὑπό τῆς συνειδήσεως. Καί τελευταῖον ἐλθέ κοντά μου κατά τόν χωρισμόν τῆς ψυχῆς μου ἀπό τοῦ ἀθλίου μου σώματος, ἵνα ἐλαφρύνης τήν ἀφόρητον αὐτήν βίαν, ἀνακουφίσῃς τόν ἀνέκφραστον πόνον, παρηγορήσῃς τήν ἀπαραμύθητον στενοχωρίαν. Ἵνα τῆς σκοτεινῆς μορφῆς τῶν δαιμόνων λυτρώσῃς, παραμερίζουσα τόν ἄρχοντα τοῦ σκότους καί σχίζουσα τά χειρόγραφα τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν. Καί ἵνα μέ οἰκειώσῃς μέ τόν Θεόν καί μέ καταξιώσῃς τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως ἐν τῷ φοβερῷ Κριτηρίῳ καί νά μέ κάμῃς κληρονόμον τῶν αἰωνίων καί ἀδιαφθόρων ἀγαθῶν. Ταύτην τήν ἐξομολόγησιν Σοῦ κάμνω Δεσποινά μου Θεοτόκε, τό φῶς τῶν ἐσκοτισμένων μου ὀφθαλμῶν καί παραμυθία τῆς ζωῆς μου, ἡ μετά Θεόν ἐλπίς καί προστασία μου, τήν ὁποίαν δέξου εὐμενῶς καί καθάρισόν με ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος καί ἀξίωσόν με εἰς τήν παροῦσαν ζωήν ἀκατακρίτως νά μετέχω τοῦ Παναγίου καί ἀχράντου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Υἱοῦ Σου καί Θεοῦ.



Εἰς δέ τήν μέλλουσαν, τῆς γλυκυτάτης οὐράνιας τροφῆς τοῦ Παραδείσου, 

ἔνθα εἶναι ἡ κατοικία πάντων τῶν εὐφραινομένων. 

Τούτων δέ τῶν ἀγαθῶν τυχών ὁ ἄθλιος, 

δοξάζω εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων τό πάντιμον 

καί μεγαλοπρεπές ὄνομα τοῦ Υἱοῦ Σου καί Θεοῦ 

τοῦ δεχομένου πάντας τούς μετανοοῦντας ἐξ ὅλης ψυχῆς 

διά Σέ τήν γενομένην μεσίτριαν καί ἐγγυήτριαν πάντων τῶν ἁμαρτωλῶν, 

διότι διά Σοῦ Πανύμνητε καί Ὑπεράγαθε Δέσποινα 

περισώζεται ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπίνη φύσις αἰνοῦσα 

καί εὐλογοῦσα Πατέρα καί Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, 

τήν Παναγίαν Τριάδα.



Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς