ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΤΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ Η' ΚΑΙ Θ' ΑΓΙΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ



Τά Γνωρίσματα τῆς Οἰκουμενικότητος τῶν Ὀγδόης (Η΄) καί Ἐνάτης (Θ΄) Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων 



Α΄. Ἡ Ὀγδόη (Η΄) Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος

 

Ἡ Ἁγία Σύνοδος αὐτὴ συγκεντρώνει ἅπαντα τὰ κανονικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα γιὰ τὴν σύγκλησι, τὸ ἔργο καὶ τὶς ἀποφάσεις μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤτοι: α. Συνεκλήθη ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, στὴν ὁποία ἐκπροσωπήθηκαν καὶ οἱ πέντε πρεσβυγενεῖς Πατριαρχικοὶ Θρόνοι. β. Συνεκλήθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Α´ τοῦ Μακεδόνος (867-886), ὁ ὁποῖος πρῶτος μάλιστα ὑπέγραψε μετὰ τῶν υἱῶν του τὸν Δογματικὸν ῞Ορον τῆς Συνόδου καὶ τὰ Πρακτικὰ Αὐτῆς. γ. Συνεκέντρωσε μεγάλο ἀριθμὸ Συνοδικῶν Μελῶν: 390 Ἐπί- σκοποι. δ. Ἐλειτούργησε συμφώνως πρὸς τὴν παραδεδομένη κανονικὴ λει- τουργία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἰς Πράξεις ἑπτὰ (Α΄- Ζ΄), « ἐν τῷ δεξιῷ μέρει τῶν Κατηχουμένων τῆς Μεγά- λης Ἐκκλησίας, ἤτοι τῆς Ἁγίας Σοφίας». ε. Προέβη σὲ κανονικὲς ρυθμίσεις: διετύπωσε-ἐξέδωκε τρεῖς ῾Iεροὺς Κανόνας, γνωστοὺς ὡς «Κανόνες τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σοφίᾳ Συνόδου». Ϛ. Ἐξέδωκε Ὅρον Πίστεως, διὰ τοῦ Ὁποίου ὁρίζεται ἐπὶ ποινῇ ἀναθέματος, τὸ ἀμετάβλητο καὶ ἀπαραχάρακτο τοῦ ῾Iεροῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. ζ. Εἶχε σαφῆ συνείδησιν τῆς αὐθεντίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πολλαχῶς ἐκφραζομένην στὰ Πρακτικὰ Αὐτῆς, ἰδίως ὅμως ἐξεφράσθη τοῦτο μὲ τὴν ἀπόφασιν συναριθμήσεως τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὲ τὶς προγενέστερες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἀποκλειστικὸ δικαίωμα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. η. Ἀπεφάσισε κατὰ πάντα συμφώνως πρὸς τὶς προηγούμενες Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ πρὸς τὴν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας. 2. Τὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο ἐπιτελέσθηκε ἀπὸ τὴν Μεγάλη Σύνοδο τοῦ 879-880 ἦταν τεράστιο, τόσο γιὰ τὴν ταραγμένη ἐκείνη περίοδο, ὅσο καὶ γιὰ τὸ μέλλον τῆς ᾿Εκκλησίας: α. ἐλειτούργησε ἑνωτικὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Δογματικῆς ᾿Αληθείας καὶ τῆς Κανονικῆς Παραδόσεως· β. κατεδίκασε τὴν ἀλλοίωσι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως διὰ τῆς προσθήκης τοῦ Filioque· γ. ἐπιβεβαίωσε τὸ ῾Iερὸ Σύμβολο, ὅπως Τοῦτο μᾶς παρεδόθη ὑπὸ τῶν δύο πρώτων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων· δ. ἀπέκρουσε τὴν διαστροφὴ τοῦ ἁπλοῦ Πρωτείου Τιμῆς τοῦ ᾿Επισκόπου Ρώμης, ὁ ὁποῖος μετέβαλε τοῦτο αὐθαιρέτως σὲ διοικητικὸ Πρωτεῖο ᾿Εξουσίας ἐφ᾿ ὅλης τῆς ᾿Εκκλησίας. 3. Ὁ Μέγας Φώτιος ἐλειτούργησε ἑνωτικά, ἀντέκρουσε μὲ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα τὸ Παπικὸ Πρωτεῖο ᾿Εξουσίας καὶ τὴν νόθευσι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἐξέθεσε μὲ παρρησία καὶ σαφήνεια τὶς ὀρθόδοξες θέσεις καὶ ἐκάλεσε τοὺς ᾿Αντιπροσώπους τοῦ Πάπα ᾿Iωάννου Η´ νὰ ἀποκηρύξουν τὶς πλάνες τους, οἱ ὁποῖες εἶχαν ὁδηγήσει στὸ Σχίσμα τοῦ 867. 4. Ὁ ῞Αγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως ὑπογραμμίζει μὲ ἔμφασι: «Ἡ Ὀγδόη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔχει τὴν ἑξῆς μεγάλην σπουδαιότητα ὅτι ἐκύρωσε τὸν Ὅρον τῆς Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ Ἐπὶ τῇ πρώτῃ Κοινῇ Μνήμῃ-Ἑορτῇ τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων Η΄ καὶ Θ΄ (14η Νοεμβρίου 2016 ἐκ. ἡμ.), κατόπιν Συνοδικῆς Ἀποφάσεως, 8-9ης Ὀκτωβρίου 2015 ἐκ. ἡμ. Περιεφρούρησε τὴν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, περιχαρακώσασα Αὐτὴν διὰ νέου ὀχυροῦ χαρακώματος ὅπως διατελῇ ἀπρόσβλητος, ἀφώρισε δὲ καὶ ἀνεθεμάτισε τοὺς ἄλλο τι παρὰ τοῦτο φρονοῦντας, καὶ μὴ τοῦτο κοινὸν Σύμβολον ὁμολογοῦντας καὶ ἀπεκατέστησε μεταξὺ ἀνατολῆς καὶ δύσεως τὴν ἐκκλησι- αστικὴν εἰρήνην καὶ ἑνότητα. Ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἰσότης τῶν ἀρχιερατικῶν ἀξιωμάτων τῶν ἐπισκόπων Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὸ ἀπόλυτον κῦρος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, εἰς ὃ ὑπέκυψε καὶ ὁ Πάπας, ἀναγνωρίσας τὰς ἀποφάσεις Αὐτῆς. Ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ ὁ Φώτιος κατήγαγε θρίαμβον, διότι ἐν Αὐτῇ ἐστέφθησαν οἱ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς ἀγῶνες αὐτοῦ διὰ πλήρους ἐπιτυχίας καὶ ἐβασίλευσεν ἡ Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπὲρ ἧς τοσοῦτον ἐμόχθησεν». (Ἁγίου Νεκταρίου, Μελέτη Ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος, Τόμος Α΄, ἐκδ. Νεκτ. Παναγόπουλου, σελ. 288-289) 5. Τρεῖς ἐπισημάνσεις εἶναι ἀπαραίτητες, πρὸς κατανόησιν τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς ἐπικαιρότητος τῆς Ἁγίας Η΄ Συνόδου. α. Ἡ συνειδητοποίησις, ὅτι ἡ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ 879-880 ἦταν ἔργο τοῦ μεγαλόπνοου καὶ διορατικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου τοῦ ῾Ομολογητοῦ καὶ ᾿Iσαποστόλου καὶ μεγάλου Πατρὸς καὶ Οἰκουμενικοῦ Διδασκάλου τῆς ᾿Εκκλησίας, μᾶς ὠθεῖ νὰ πιστεύουμε, ὅτι « ἡ πλέον ἁρμόζουσα τιμὴ πρὸς τὸν ῞Αγιο» «εἶναι ἡ συναρίθμησις τῆς Συνόδου αὐτῆς ὡς ὀγδόης μετὰτῶν ὑπολοίπων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων». β. Ἡ κατανόησις τῆς Μεγάλης Συνόδου Αὐτῆς ὡς ἑνωτικῆς, ἀναδεικνύει Αὐτὴν ὡς πρότυπον σὲ ὁποιαδήποτε εἰλικρινῆ προσπάθεια γιὰ τὴν ἐπανένωσι τῶν διηρημένων Χριστιανῶν ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως, ἐφ᾿ ὅσον Αὐτὴ μαρτυρεῖ γιὰ τὸ Θεῖο Μυστήριο τῆς Παραδόσεως διὰ τῶν ῾Αγίων Πατέρων, γιὰ τὴν γνήσια Πατερικὴ Συνοδικότητα: 1. «ἡ ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας ἀναζητήθηκε κυρίως καὶ πρωτίστως στὴν ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ στὴν διατήρηση ὄχι μόνο τοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ καὶ τῆς διατυπώσεως Αὐτῆς ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀναθεματίσθηκε δὲ ὁποιαδήποτε λεκτικὴ προσθήκη, ἀφαίρεση ἢ ἀλλοίωση τοῦ περιεχομένου»· 2. «ἡ ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας δομεῖται ἐπίσης ἐπὶ τῶν Κανονικῶν ρυθμίσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων»· 3. «ἡ ἐκκλησιολογία πρέπει νὰ ἐκφράζεται διὰ τοῦ συνοδικοῦ συστήματος». γ. Οἱ δύο προηγούμενες ἐπισημάνσεις μᾶς ὁδηγοῦν στὸ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ αἴτιο/τὸ διατὶ ἡ λεγομένη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τοῦ 2016 ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶχε ἀποκλείσει ἀπὸ τὶς προοπτικὲς αὐτῆς τὴν ἀναφορὰ στὴν Ἁγία Σύνοδο τοῦ Μεγάλου Φωτίου, ἀλλὰ καὶ διατὶ εἶχε ἀποφύγει ἐπιμελῶς νὰ συγκληθῆ αὐτὴ ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. 6. Ὡς Ὀγδόην (Η΄) Οἰκουμενικὴν ἐθεώρουν αὐτὴν οἱ Θεόδωρος Βαλσαμών, Νεῖλος Θεσσαλονίκης, Νεῖλος Ρόδου, Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου, Γεννάδιος Σχολάριος, Δοσίθεος Ἱεροσολύμων, Ἀθανάσιος Πάριος, Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος, Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως καὶ πολλοὶ ἄλλοι μέχρι τῶν συγχρόνων μας ἱκανῶν Θεολόγων. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ἑξῆς ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου στὴν ἰδίαν αὐτοῦ «Ὁμολογίαν τῆς Ὀρθῆς Πίστεως, ἐκτεθεῖσαν ἐν Φλωρεντίᾳ κατὰ τὴν πρὸς Λατίνους γενομένην σύνοδον»: «Τοῦτο τὸ ἱερὸν τῆς πίστεως μάθημά τε καὶ Σύμβολον, τὸ παρὰ μὲν τῆς πρώτης καὶ δευτέρας τῶν Συνόδων ἐκτεθέν, παρὰ δὲ τῶν λοιπῶν κυρωθὲν καὶ βεβαιωθέν, ὅλῃ ψυχῇ δεχόμενος καὶ φυλάττων, ἀποδέχομαι καὶ ἀσπάζομαι, πρὸς ταῖς εἰρημέναις ἑπτὰ Συνόδοις, καὶ τὴν μετ᾿ αὐτὰς ἀθροισθεῖσαν ἐπὶ τοῦ εὐσεβοῦς Βασιλείου, Βασιλέως Ρωμαίων, καὶ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Φωτίου, τὴν καὶ Οἰκουμε- νικὴν Ὀγδόην ὀνομασθεῖσαν, ἣ καὶ τῶν τοποτηρητῶν παρόντων Ἰωάννου τοῦ μακαρίου πάπα τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης Παύλου καὶ Εὐγενίου τῶν ἐπισκόπων καὶ Πέτρου πρεσβυτέρου καὶ καρδιναλίου, ἐκύρωσε μὲν καὶ ἀνεκήρυξε τὴν ἑβδόμην Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καὶ ταῖς πρὸ αὐτῆς συντάττεσθαι διωρίσατο, ἀποκατέστησε δὲ τῷ οἰκείῳ θρόνῳ τὸν ἁγιώτατον Φώτιον, κατέκρινε δὲ καὶ ἀνεθεμάτισε, καθάπερ καὶ αἱ πρὸ αὐτῆς Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, τοὺς τολμῶντας προσθήκην τινὰ καινοτομεῖν ἢ ὑφαίρεσιν ἢ ὅλως ἐναλλαγὴν ἐπὶ τῷ προρρηθέντι συμβόλῳ». (PG τ. 160, στλ. 85CD-88A) 7. Ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Ἁγίας Η΄ Συν- όδου (Πράξεις Α΄- Ζ΄): α. «... Πρέπον ἐστὶ μετὰ πάσης τῆς γενομένης ἀποδοχῆς καὶ ἑνώσεως τῆς τῶν Ρωμαίων Ἐκκλησίας, διὰ μεσιτείας τοῦ ἁγιωτάτου ἡμῶν πατριάρχου Φωτίου, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ συμφωνῆσαι ἡμῖν, ὡς ἂν μηδὲ ἐν τούτῳ εἴη ἐν ἡμῖν διαφωνία· καὶ ὁ μὴ οὕτω φρονῶν καὶ ὀνομάζων τὴν ἁγίαν καὶ οἰκουμενικὴν ἐν Νικαίᾳ τὸ β' ἑβδόμην σύνοδον, ὡς καὶ ὁ θεοσεβέστατος πρεσβύτερος καὶ καρδηνάλις προεῖπεν, ἔστω ἀνάθεμα». (Πρᾶξις Ε΄) β. «...οὓς μέντοι Φώτιος ὁ ἁγιώτατος ἡμῶν πατριάρχης κληρικούς, ἢ λαϊκούς, ἢ τοῦ ἀρχιερατικοῦ καὶ ἱερατικοῦ τάγματος, ἐν οἵᾳ δήποτε παροικίᾳ, ὑπὸ ἀφορισμὸν ἢ καθαίρεσιν ἢ ἀναθεματισμὸν ποιήσῃ, ἵνα ἔχῃ αὐτοὺς καὶ ὁ ἁγιώτατος πάπας Ἰωάννης καὶ ἡ κατ᾿αὐτὸν ἁγία τοῦ Θεοῦ τῶν Ρωμαίων ἐκκλησία ἐν τῷ αὐτῷ τῆς ἐπιτιμίας κρίματι, μηδὲν τῶν πρεσβείων τῶν προσόντων τῷ ἁγιωτάτῳ θρόνῳ τῆς Ρωμαίων ἐκκλησίας, μηδὲ τῷ ταύτης προέδρῳ τὸ σύνολον καινοτομουμένων, μήτε νῦν, μήτε εἰς τὸ μετέπειτα». (Πρᾶξις Ε΄, Κεφάλ. Α΄) γ. «Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὅτι οὕτως αἱ γνῶμαι καὶ θελήσεις πάντων τῶν ἁγιωτάτων πατριαρχῶν εἰς ἓν συν- ῆλθον, καὶ διὰ τῆς κοινῆς ὁμονοίας καὶ εἰρήνης εἰς ἀγαθὸν τέλος κατέληξε πάντα τὰ παρὰ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου ἐναρχθέντα τε καὶ πραχθέντα». (Πρᾶξις Ε΄, Κεφάλ. Α΄) δ. «Ὅτι μὲν ἀγαθὸν τέλος τὰ παρ᾿ ἡμῶν πραχθέντα ἐδέξατο, κἂν ἡμεῖς σιωπήσωμεν, οἱ λίθοι κεκράξονται· καὶ ὁ μὴ στοιχῶν τοῖς παρὰ τῆς ἁγίας ταύτης καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου πραχθεῖσι, κεχωρισμένος ἔσται τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος». (Πρᾶξις Ε΄, Κεφάλ. Α΄) ε. «Ἐξ ἅπαντος τρόπου ὀφείλει ὁ τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου ὅρος, ὃν καὶ αἱ λοιπαὶ ἅγιαι καὶ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι ἐπεκύρωσάν τε καὶ ἐπῳκοδόμησαν, τοῦτον καὶ ἐν ταύτῃ τῇ μεγάλῃ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ ἀναγνωσθῆναι». (Πρᾶξις Ϛ΄) Ϛ. «... διὸ τὸν ἐξ ἀρχῆς τῆς πίστεως ὅρον πόθῳ θείῳ καὶ διανοίας εὐθύτητι ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ αὕτη σύνοδος ἐνστερνιζομένη τε καὶ θειάζουσα, καὶ τὸ τῆς σωτηρίας στερέωμα ἐν αὐτῷ θεμελιοῦσά τε καὶ ἀνεγείρουσα, οὕτω φρονεῖν καὶ κηρύσσειν πᾶσιν ἐμβοᾷ· Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, καὶ ἐφεξῆς μέχρι τέλους». (Πρᾶξις Ϛ΄) ζ. «...Πάντες οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω πιστεύομεν, ἐν ταύτῃ τῇ ὁμολογίᾳ ἐβα- πτίσθημέν τε καὶ τοῦ ἱερατικοῦ βαθμοῦ ἠξιώμεθα. Τοὺς ἑτέρως παρὰ ταῦτα φρονοῦντας, ἢ ἕτερον ἀντὶ τούτου προβαλέσθαι τολμῶντας, τῷ ἀναθέματι καθυ- ποβάλλομεν», «ὡς ἐχθροὺς Θεοῦ καὶ τῆς ἀληθείας ἡγούμεθα· εἴ τις παρὰ τοῦτο τὸ ἱερὸν σύμβολον τολμήσει ἕτερον ἀναγράψαι, ἢ προσθεῖναι, ἢ ἀφελεῖν, καὶ ὅρον ὀνομάσαι ἀποθρασυνθείη, κατάκριτος καὶ πάσης χριστιανικῆς ὁμολογίας ἀπόβλητος· τὸ γὰρ ἀφελεῖν ἢ προστιθέναι, ἀτελῆ (τὴν εἰς) τὴν ἁγίαν καὶ ὁμοούσιον καὶ ἀδιαίρετον Τριάδα μέχρι τῆς σήμερον ἀνέκαθεν κατιοῦσαν ὁμολόγησιν ἡμῶν δείκνυσιν, καὶ τῆς τε ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ τῆς τῶν πατέρων διδασκαλίας καταγινώσκει. Εἴ τις τοίνυν εἰς τοῦτο ἀπονοίας ἐλάσας τολμήσειεν, ... ἕτερον ἐκθέσθαι σύμβολον καὶ ὅρον ὀνομάσαι, ἢ προσθήκην ἢ ὑφαίρεσιν ἐν τῷ παραδεδομένῳ ἡμῖν παρὰ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς ἐν Νικαίᾳ τὸ πρῶτον μεγάλης συνόδου ποιῆσαι, ἀνάθεμα ἔστω». (Πρᾶξις Ϛ΄ καὶ Πρᾶξις Ζ΄)


 

Β΄. Ἡ Ἐνάτη (Θ΄) Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος 


1. Ἡ Ἁγία Σύνοδος αὐτὴ συγκεντρώνει ἐπίσης ἅπαντα τὰ ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα, τὰ χαρακτηρίζοντα μίαν Σύνοδον ὡς Οἰκουμενικήν, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: α. Συνεκλήθη ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό. β. Εἶχε ὡς ἀντικείμενο σπουδαῖο θέμα, στὸ ὁποῖο συγκεφαλαιώνεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ Πνευματικότητα, καὶ στὸ ὁποῖο συγκρούονται ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ ἡ Φραγκολατινικὴ Δύσις. γ. Ἀσχολήθηκε μὲ σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, τὸ ὁποῖο εἶναι συνέχεια τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχόλησαν τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία. Τὸν Δ΄ αἰ. οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀντιμετώπισαν τὴν χριστολογικὴ αἵρεσι τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα. Καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1351 μ.Χ. ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεσι τοῦ Βαρ- λαάμ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή.  Ἐπίσης, ἀφοῦ ἡ Σύνοδος αὐτὴ ἀσχολήθηκε μὲ τὸ Δόγμα περὶ τῶν Θείων Ἐνεργειῶν, φέρεται ὡς συνέχεια τῆς Ϛ΄ (6ης) Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (680 μ.Χ.), ἡ Ὁποία ἀπεφάνθη ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει δύο Θελήσεις καὶ δύο Ἐνέργειες, θεία καὶ ἀνθρω- πίνη, γεγονὸς τὸ ὁποῖο μνημονεύει ὁ Τόμος τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1351. Μάλιστα, οἱ αἱρετικοί, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως λέει ὁ Τόμος Αὐτῆς, εἶναι χειρότεροι τῶν Μονοθελητῶν καὶ τῶν Μονενεργητῶν, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Ϛ΄ (6η) Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. δ. Ἀποδέχθηκε τὶς Ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. ε. Τεκμηρίωσε ὅλη τὴν θεολογία τῶν ἱερῶν Κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴν Διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ϛ. Ὁ Τόμος Αὐτῆς ὑπογράφτηκε ἀπὸ ὅλους: τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό, τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιο Κάλλιστο, τοὺς παρισταμένους Συνοδικούς, τοὺς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας Νήφωνα καὶ Ἱεροσολύμων Λάζαρον, ὑπὲρ τοὺς πενήντα Μητροπολῖτες καὶ Ἐπισκόπους, ὡς καὶ τοὺς Ἰωάννη Παλαιολόγο καὶ Ματθαῖο Καντακουζηνό. Μάλιστα, οἱ αἱρετικοί, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως λέει ὁ Τόμος Αὐτῆς, εἶναι χειρότεροι τῶν Μονοθελητῶν καὶ τῶν Μονενεργητῶν, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Ϛ΄ (6η) Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. δ. Ἀποδέχθηκε τὶς Ἀποφάσεις τῶν προ- ηγουμένων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. ε. Τεκμηρίωσε ὅλη τὴν θεολογία τῶν ἱερῶν Κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴν Διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ϛ. Ὁ Τόμος Αὐτῆς ὑπογράφτηκε ἀπὸ ὅλους: τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό, τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιο 1. Ἡ Ἁγία Σύνοδος αὐτὴ συγκεντρώνει ἐπίσης ἅπαντα τὰ ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα, τὰ χαρακτηρίζοντα μίαν Σύνοδον ὡς Οἰκουμενικήν, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: α. Συνεκλήθη ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό. β. Εἶχε ὡς ἀντικείμενο σπουδαῖο θέμα, στὸ ὁποῖο συγκεφαλαιώνεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ Πνευματικότητα, καὶ στὸ ὁποῖο συγκρούονται ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ ἡ Φραγκολατινικὴ Δύσις. γ. Ἀσχολήθηκε μὲ σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, τὸ ὁποῖο εἶναι συνέχεια τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχόλησαν τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία. Τὸν Δ΄ αἰ. οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀντιμετώπισαν τὴν χριστολογικὴ αἵρεσι τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα. Καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1351 μ.Χ. ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεσι τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή. Κάλλιστο, τοὺς παρισταμένους Συνοδικούς, τοὺς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας Νήφωνα καὶ Ἱεροσολύμων Λάζαρον, ὑπὲρ τοὺς πενήντα Μητροπολῖτες καὶ Ἐπισκόπους, ὡς καὶ τοὺς Ἰωάννη Παλαιολόγο καὶ Ματθαῖο Καντακουζηνό. ζ. Στὸ «Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας», τὸ ὁποῖο ἐκφράζει τὴν συνείδησι τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ τὴν νίκη καὶ τὸν θρίαμβο τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ Ἅγιοι Πατέρες πρόσθεσαν καὶ τὰ «Κατὰ Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου κεφάλαια» τῆς Συνόδου Αὐτῆς. η. Ἀνέπτυξε τὴν διδασκαλία Αὐτῆς ὁ θεούμενος Πατὴρ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Πα- λαμᾶς. ● Τὴν αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων Συνόδων, προσδίδουν κυρίως οἱ θεούμενοι καὶ θεοφόροι Ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν Αὐτές. θ. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ χαρακτηρίσθηκε ὡς Οἰκουμενικὴ ἀπὸ πολλοὺς Θεολόγους, παλαιοτέρους καὶ συγχρόνους. 2. Γιὰ τὶς ταραχές, τὶς ὁποῖες προεκάλεσε ὁ Βαρλαὰμ κατὰ τῶν Ἡσυχαστῶν, συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολι ἡ Σύνοδος τοῦ Ἰουνίου 1341, ἡ Ὁποία κατεδίκασε αὐτόν. ● Ἐπίσης, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1341 καὶ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1347 συνῆλθαν ἀκόμη δύο Σύνοδοι στὴν Κωνσταντινούπολι, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν τοὺς ὁμόφρονες διαδόχους τοῦ Βαρλαάμ, Γρηγόριο Ἀκίνδυνο καὶ Ἰωάννη Καλέκα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. ● Ἡ Θ΄ (9η) Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ 1351 ἐπεκύρωσε τὶς Ἀποφάσεις τῶν δύο προηγουμένων Συνόδων. 3. Ἡ Θ΄ (9η) Οἰκουμενικὴ Σύνοδος: ● Συνεκλήθη στὶς 28 Μαΐου 1351 ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνὸ καὶ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστο στὰ Ἀνάκτορα τῶν Βλαχερνῶν, στὸ Ἀλεξιανό τρίκλινο. Ἔλαβαν μέρος ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰωάννης Καντακουζηνός, ὡς Πρόεδρος, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Κάλλιστος, εἰκοσιπέντε Μητροπολῖτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν σύμφωνη γνώμη ἄλλων τριῶν, ἑπτὰ Ἐπίσκοποι, ὁ σεβαστοκράτωρ Μανουὴλ Ἀσάνης, ὁ Ἀνδρόνικος Ἀσάνης, τὰ μέλη τῆς Συγκλήτου, πολλοὶ Ἄρχοντες, Ἡγούμενοι, Ἀρχιμανδρῖτες, Ἱερεῖς, Μοναχοὶ καὶ πολλοὶ λαϊκοί. Κλήθηκε, ἐπίσης, νὰ λάβη μέρος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ τὰ βέλη ὅλων τῶν ἀντιπάλων ἐστρέφοντο κυρίως ἐναντίον του, γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀνέλαβε, μὲ προτροπὴ τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ τῆς Συνόδου, τὸ βάρος τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν Ἀκινδυνιστῶν. Ἡ Σύνοδος, σὲ πέντε Συνεδρίες, ὕστερα ἀπὸ σοβαρά, προσεκτική, ψύχραιμη καὶ σὲ βάθος μελέτη, κατεδίκασε καὶ ἀνεθεμάτισε τοὺς αἱρετικοὺς Βαρλαὰμ Καλαβρὸ καὶ Γρηγόριο Ἀκίνδυνο, ἀνεγνώρισε τὴν Διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐξέδωσε τὴν Ἀπόφασί Της, τεκμηριώνουσα Αὐτὴν μὲ πλῆθος Πατερικῶν μαρτυριῶν, σύμφωνα μὲ τὴν Ὁποία: α. ὑπάρχει διάκρισις Θείας Οὐσίας καὶ Θείας Ἐνεργείας· β. ἡ Θεία Ἐνέργεια εἶναι Ἄκτιστος· γ. δὲν προκύπτει καμμία σύνθεσις στὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν διάκρισι αὐτή· δ. ἡ Θεία καὶ Ἄκτιστος Ἐνέργεια προσαγορεύεται Θεότης ἀπὸ τοὺς Ἁγίους· ε. ὁ Θεὸς ὑπέρκειται κατ᾿ Οὐσίαν τῆς Θείας Ἐνεργείας καὶ Ϛ. κάθε δημιούργημα μετέχει στὴν Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὴν Οὐσία Αὐτοῦ. 4. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1368, συνῆλθε ἡ τελικὴ Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολι, ἡ Ὁποία ἀνεθεμάτισε καὶ καθήρεσε τοὺς αἱρετικοὺς Πρόχορο καὶ Δημήτριο Κυδώνη, Νικηφόρο Γρηγορᾶ καὶ Γεώργιο Λαπίθη, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν αὐτὴ νόσο μὲ τὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνο· ἐπεκύρωσε τὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς Θ΄ (9ης) Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 1351· καὶ κατέταξε τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης μεταξὺ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ὡρίσθη δὲ ἡ Μνήμη Αὐτοῦ τὴν Β΄ Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. 5. Ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ Τόμου τῆς Ἁγίας Θ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (§§ 52): α. «Ἔστι θεοπρεπὴς ἐπὶ Θεοῦ διάκρισις θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας... διενηνόχασι δὲ ἀλλήλων καὶ τῶν μὲν τὴν θείαν ἐνέργειαν μετέχεσθαι καὶ μερίζεσθαι ἀμερίστως, καὶ ὀνομάζεσθαι καὶ νοεῖσθαί πως, εἰ καὶ ἀμυδρῶς, ἐκ τῶν αὐτῆς ἀποτελεσμάτων· τήν γε μὴν οὐσίαν ἀμέθεκτον καὶ ἀμέριστον καὶ ἀνώνυμον εἶναι, ὡς ὑπερώνυμον δηλονότι καὶ ἀπερινόητον παντελῶς». (§ 29) β. «Ἔστιν ἄκτιστος ἡ ἀχώριστος μέν, διαφέρουσα δὲ τῆς θείας φύσεως αὕτη ἐνέργεια». (§ 30) γ. «Οὐκ ἔστι σύνθεσίν τινα παρὰ τοῦτο (παρὰ τὴν διαφορὰν οὐσίας καὶ ἐνεργείας) νομίζειν ἐπὶ Θεοῦ». (§ 32) δ. «Ἡ θεία καὶ ἄκτιστος ἐνέργεια θεότης παρὰ τῶν ἁγίων προσηγόρευται». (§ 34) ε. «Τῆς θείας ἐνεργείας καὶ τῶν οὐσιωδῶς περὶ αὐτὴν θεωρουμένων ὑπέρκειται κατ᾿ οὐσίαν ὁ Θεός». (§ 38) Ϛ. «Ἀχώριστον μὲν ἴσμεν τὴν θείαν οὐσίαν καὶ τὴν θείαν φυσικὴν ἐνέργειαν· οὐ γάρ ποτε ἐνέργεια εἴη ἄν, τῆς ἑαυτῆς οὐσίας χωρίς· περὶ μέντοι ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δεδημιουργημένων, τίς οὐκ οἶδεν, ὅτι πᾶν δημιούργημα τῆς ἐνεργείας τοῦ δημιουργήσαντος, ἀλλ᾿ οὐχὶ τῆς οὐσίας μεταλαμβάνει». (§ 40) ζ. «Ἄκτιστόν ἐστι τὸ φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως, καὶ ὅτι οὐκ ἔστι τοῦτο ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ». (§ 46) η. «...ἡμεῖς συνελθόντες κατὰ τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν καὶ συνδιημερεύσαντες οὐχ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ πολλάκις. Καὶ τὸν μὲν Θεσσαλονίκης ἱερώτατον μητροπολίτην... εὕρομεν καὶ συνήγορον Χριστοῦ χάριτι τῆς κατ᾿ εὐσέβειαν ἀληθείας, αὐτοὺς δέ... πολλαῖς καὶ μεγάλαις αἱρέσεσι περιπίπτοντας... καὶ τὴν θέωσιν τοῦ δεσποτικοῦ προσλήμματος κτιστὴν ἐτόλμησαν ἀνειπεῖν, καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ, διὰ τὸ παρὰ τῶν ἁγίων εἰρῆσθαι ταύτην ἀπροσπέλαστον καὶ ἀμέθεκτον, φθαρτικὴν εἶναι νομίζειν... Διὸ καί... ἡ καταδίκη τούτοις,... ἐπεκυρώθη, καὶ τὰ συνοδικῶς ἡμῖν ἀρτίως μετὰ τῆς ἐκ Θεοῦ βασιλείας ἐξετασθέντα καὶ διαγνωσθέντα τὸ ἀσφαλὲς ἐν πᾶσι καὶ βέβαιον ἕξει, σύμφωνα πάντως ὄντα τῇ τε ἀληθείᾳ καὶ τοῖς θείοις πατράσι πᾶσι καὶ ταῖς προγεγενημέναις τούτου χάριν ἱεραῖς καὶ θείαις συνόδοις καὶ τοῖς ἐπ᾿ αὐταῖς συνοδικοῖς τόμοις. Καὶ ἡ ἔνθεσμος διὰ πάντων καὶ κανονικὴ αὕτη ψῆφος, γραφεῖσα καὶ ὑπογραφεῖσα ἀρτίως, ἀκίνητος εἰς αἰῶνα τὸν σύμπαντα διατηρηθήσεται, τῇ πάντα δυναμένῃ ἐνεργείᾳ καὶ χάριτι τοῦ παντοδυνάμου καὶ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, ὑπὲρ ἧς καὶ δι᾿ ἧς ὁ παρὼν ἡμῶν ἀγὼν ἤνυσται». (§ 52)


Εκ του τριμηνιαίου περιοδικού της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών 
''Ορθόδοξος Παρέμβασις''. 
Αριθμός τεύχους 8, σελίδες 9-14, Σεπτέμβριος - Νοέμβριος 2016. 
Επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Η ΑΜΕΤΡΗ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


 

“Δέν θέλω, ἀδελφοί μου, 

νά ἀγνοεῖτε τά σχετικά μέ ἐκείνους πού ἔχουν κοιμηθεῖ, 

γιά νά μήν λυπᾶσθε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι πού δέν ἔχουν ἐλπίδα. 

“Γιατί ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, 

ἔτσι καί ὁ Θεός, 

ἐκείνους πού ἔχουν κοιμηθεῖ, 

ὄντας ἑνωμένοι μαζί του μέ τήν πίστη στόν Ἰησοῦ, 

θά τούς πάρει κοντά του”. 

Ἂς δοῦμε λοιπόν, πρῶτα ἀπ’ ὅλα αὐτό: 

Γιατί ὁ Ἀπόστολος, 

ὅταν μιλάει γιά τόν Χριστό λέει τό θάνατό Του, “θάνατο”, 

ἐνῶ ὅταν μιλάει γιά τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου, 

ὀνομάζει τό θάνατο “κοίμηση”, καί ὂχι “θάνατο”. 

Μιλάει γιά ὅσους ἔχουν “κοιμηθεῖ” καί ὄχι γιά ὅσους “πέθαναν”. 

Αὐτούς πού ἔχουν κοιμηθεῖ μέ πίστη στόν Ἰησοῦ νά φέρει μαζί Του. 

Καί στή συνέχεια λέει: 

“ἐμεῖς οἱ ζωντανοί πού θά μείνουμε πίσω 

καί θά εἲμαστε στή ζωή, 

ὅταν ἔρθει ὁ Κύριος, 

δέν θά προφθάσουμε ὅσους θά ἔχουν κοιμηθεῖ”.



Οὔτε ἐδῶ βέβαια, εἶπε “αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει”, ἀλλὰ μολονότι μιλάει τρίτη φορὰ γι’ αὐτό, πάλι τὸ ὀνόμασε “κοίμηση”. Ὅταν ὅμως μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει: “Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε”. Δὲν λέει “κοιμήθηκε, ἀλλὰ “πέθανε”. Γιατί λοιπόν, τὸ θὰνατό τοῦ Χριστοῦ τὸν ὀνόμασε θὰνατο, ἐνῶ τὸν θὰνατο τοῦ ἀνθρώπου τὸν ὀνόμασε κοίμηση; Δὲν χρησιμοποίησε ἀσφαλῶς, ὁ Ἀπόστολος ἄσκοπα καὶ ἐπιπόλαια αὐτὲς τὶς λέξεις, ἀλλὰ θέλησε μὲ αὐτὴ τὴ διάκριση, νὰ διδάξει κάτι πολὺ σπουδαῖο καὶ μεγάλο. Γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, χρησιμοποίησε τὴ λέξη “θάνατο”, γιὰ νὰ βεβαιώσει τό πάθος Του. Γιὰ τούς ἀνθρώπους ὅμως χρησιμοποίησε τὴ λέξη “κοίμηση” γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν πόνο μας. Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ μὲ ἄνεση τὴ λέξη “θάνατος”. Γιὰ τὴν περίπτωση ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στηρίζεται στὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς Του, χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος τὴ λέξη “κοίμηση”, προσπαθώντας ἔτσι, νὰ παρηγορήσει τούς δικοὺς γιὰ τὴν στέρηση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε καὶ ταυτόχρονα νά τοὺς ἐνισχύσει μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως. Γιατί, ὅποιος ἔχει κοιμηθεῖ, σίγουρα θά ἀναστηθεῖ, ἐφόσον ὁ θάνατος δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὕπνος μακρύς. Μπορεῖς βέβαια, νὰ πεῖς ὅτι αὐτὸς ποὺ πέθανε οὔτε αἰσθάνεται, οὔτε ἀκούει, οὔτε βλέπει τίποτα. Καὶ σ’ αὐτὸν ὅμως, ποὺ κοιμᾶται συμβαίνει τό ἲδιο. Θὰ μπορούσαμε μάλιστα, νὰ σημειώσουμε ἐδῶ κάτι ἀξιοθαύμαστο. Ἡ ψυχὴ δηλαδή, ἐκείνου ποὺ κοιμᾶται συμμετέχει κατὰ κάποιο τρόπον στὸν ὕπνο τοῦ σώματος. Ἡ ψυχὴ ὅμως ἐκείνου ποὺ ἔχει πεθάνει, παραμένει σὲ ἐγρήγορση. Θᾶ μποροῦσε ἴσως κάποιος νά πεῖ: Ναί, καλὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ πεθαίνει, σὲ λίγο σαπίζει, διαλύεται καὶ γίνεται σκόνη καὶ στάχτη. Τί σημασία ἔχει ὅμως αὐτό, ἀγαπητέ μου; Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς, ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὀποῖο πρέπει νᾶ χαίρεσαι. Γιατί αὐτὸ κάνει καὶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν θέλει νᾶ ξαναφτιάξει ἕνα σπίτι, ποὺ πάλιωσε. Βγάζει δηλαδή, πρῶτα ἔξω τοὺς ἐνοίκους του καὶ μετά, ἀφοῦ γκρεμίσει τό παλιὸ χτίζει καινούργιο καὶ ὀμορφότερο. Φυσικά, καθόλου δὲν λυποῦνται οἱ ἔνοικοι ποὺ βγῆκαν γιά λίγο ἀπὸ τὸ παλιὸ σπίτι, ἀλλὰ χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ ἡ κατεδάφηση, ἀλλὰ χαίρονται προκαταβολικά γιά τὴν νέα οἰκοδομὴ ποὺ θὰ ξαναχτιστεῖ. Τὸ ἲδιο ἀκριβῶς, κάνει καὶ ὁ Θεός. Ἐπειδὴ θέλει νά μᾶς ἀνακαινίσει, διαλύει τό σῶμα μας, ἀφοῦ πρῶτα βγάλει ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει το σῶμα καὶ μετὰ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα τὴν ψυχή, μὲ περισσότερη λαμπρότητα καὶ δόξα. Τὸ ἲδιο θά ’κανε καὶ ἂν κάποιος εἶχε ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο ποὺ ἔχει σκουριάσει ἀπὸ τὸ χρὸνο. Θὰ τὸ ἔσπαζε σὲ μικρὰ κομμάτια, θὰ τὸ ἔλιωνε στὸ καμίνι καὶ θὰ τὸ ξανάχυνε, φτιάχνοντας ἒτσι ἕνα καινούργιο πιὸ λαμπρὸ καὶ ὄμορφο. Ὅπως λοιπόν, ἡ διάλυση τοῦ μετάλλου στὸ καμίνι δὲν εἶναι ἀφανισμός, ἀλλὰ ἀνάπλαση τοῦ ἀντικειμένου, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπινου σώματος δὲν εἶναι καταστροφή, ἀλλὰ ἀνακαίνηση. Ὅταν λοιπόν, δεῖς νά διαλύεται τό σῶμα καὶ νὰ σαπίζει, ὅπως λυώνει τό μὲταλλο στὸ καμίνι, μὴ σταματήσεις σ’ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, ἀλλὰ νά προσδοκᾶς τὴν ἀνακαίνηση. Οὔτε πάλι, νὰ σταθεῖς στὴν ἀναλογία τοῦ παραδείγματος μὲ τὴν ἀνοικοδόμηση, ἀλλὰ γύρισε πάλι τὴ σκέψη σου στὸ παράδειγμα τοῦ μεταλλουργοῦ. Ὁ μεταλλουργὸς ὅταν χύνει τό παλιὸ μὲταλλο δὲν ξαναφτιάχνει γιὰ παράδειγμα, χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα, ἀλλὰ μεταλλικὸ καὶ ἄψυχο. Ὁ Θεὸς ὅμως, δὲν κάνει ἔτσι, ἀλλὰ ἐνῶ βάζει στὴ γῆ πήλινο καί θνητό σῶμα, ἀνασταίνει χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα. Δέχεται ἡ γῆ φθαρτό καί θνητό σῶμα καί σοῦ ἐπιστρέφει ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο. Μὴν στέκεσαι λοιπόν, σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πιά κλείσει τά μάτια του καὶ κείτεται βουβὸς καὶ ἄφωνος, ἀλλὰ σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀναστηθεῖ. Σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀπολαύση δόξα ἀνέκφραστη, θαυμαστὴ καὶ ἐξαίσια. Στρέψε τά μάτια σου ἀπὸ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, σὲ ἐκεῖνο ποὺ θὰ γίνει. Ὀδύρεσαι βέβαια καὶ θρηνεῖς, γιατί ἔχασες τὴν συντροφιὰ ἑνὸς δικοῦ σου ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι ὅμως λίγο παράλογο, ἀγαπητέ μου, νὰ παντρεύεις γιὰ παράδειγμα, τὴν κόρη σου σὲ ξένο τόπο, καὶ νὰ μὴν στεναχωριέσαι ποὺ εἶναι μακριά σου, ἀφοῦ περνάει καλὰ καὶ εἶναι ἐκεὶ εὐτυχισμένη κι ἐδῶ ποὺ ὄχι κανένας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος πῆρε κοντά Του τὸν ἂνθρωπό σου νὰ θρηνεῖς σπαρακτικὰ καὶ νὰ ὀδύρεσαι; Θά μοῦ πεῖς βέβαια, πῶς μπορῶ νὰ μὴν πονάω, ἄνθρωπός μου εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφυγε. Οὔτε ἐγὼ ὅμως, σοῦ λέω κάτι τέτοιο. Δὲν σοῦ μιλάω γιὰ τὴ λύπη ἀλλὰ γιὰ τὴν ὑπερβολή. Γιατί, τὸ νὰ λυπᾶται κανεὶς εἶναι φυσικό. Τὸ νὰ χτυπιέται ὅμως, πὰνω ἀπὸ τὸ μὲτρο, εἶναι δεῖγμα μανίας, παραφροσύνης καὶ ἀδυναμίας ποὺ συνήθως ἐκδηλώνει ἡ γυναικεία ψυχή. Πόνεσε, κλάψε, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητεύεσαι, μὴν θυμώνεις καὶ μὴν ἀγανακτεῖς. Εὐχαρίστησε τόν Θεὸ ποὺ παίρνει τὸν ἂνθρωπό σου. Ἔτσι θὰ τιμήσεις ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ἔτσι, θὰ τὸν ἐφοδιάσεις μὲ λαμπρά, ἐντάφια δῶρα. Ἂν ὅμως ἀπελπιστεῖς καὶ ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε δυσκολεύεις καὶ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν πῆρε βλασφημεῖς καὶ τὸν ἑαυτό σου βλάπτεις. Ἀντίθετα, ἂν εὐχαριστεῖς γι’ αὐτὸ τὸν Θεό, καὶ τὸν ἂνθρωπό σου ἐτίμησες καὶ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε δόξασες καὶ τὸν ἑαυτό σου ἔχεις ὠφελήσει.



Δάκρυσε, στό μέτρο πού δάκρυσε κι ὁ Κύριός σου γιά τό Λάζαρο 

καί ἒτσι μέ τό παράδειγμά Του, 

ἔχει θέσει μέτρα, ὅρους καί κανόνα τῆς λύπης 

καί σέ μᾶς. 

Αὐτά τά ὅρια, δέν πρέπει ποτέ νά τά ὑπερβαίνουμε. 

Τό ἲδιό μᾶς διδάσκει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: 

“Γιά ἐκείνους” λέει, “πού ἔχουν κοιμηθεῖ, 

θέλω νά ξέρετε, τί ἀκριβῶς συμβαίνει, 

γιά νά μήν λυπόσαστε, σάν τούς ἄλλους πού δέν ἔχουν ἐλπίδα”. 

Νά λυπᾶσαι, λέει ὁ Ἀπόστολος, 

ἀλλά ὄχι σάν τούς εἰδωλολάτρες, 

πού δέν ἔχουν ἰδέα γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, 

καί γι’ αὐτό δέν ἐλπίζουν γιά τήν μέλλουσα ζωή. 

Σᾶς λέω εἰλικρινά, 

πώς ντρέπομαι καί κοκκινίζω, 

ὅταν περπατάω ἔξω καί συναντῶ γυναῖκες νά κλαῖνε γοερά, 

νά χτυπιοῦνται, νά τραβοῦν τά μαλλιά τους, 

νά ξεσκίζουν τό πρόσωπό τους. 

Καί τό χειρότερο, 

αὐτά τά κάνουν μπροστά στά μάτια τῶν ἄλλων, 

πού εἶναι εἰδωλολάτρες. 

Πολύ δίκιο θά ἔχουν αὐτοί νά ποῦν: 

Αὐτοί εἶναι οἱ χριστιανοί, 

πού πιστεύουν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν; 


Εκ του βιβλίου ''Προσδοκώ Ανάσταση Νεκρῶν'' της Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα. 
Εκδόσεις Προετοιμασία. 
Αναδημοσίευση από τον ομώνυμο ιστότοπο. 
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΝ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



''Ενί δε εκάστω ημών εδόθη η Χάρις 
κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού, 
διό λέγει; 
Αναβάς εις ύψις αιχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν 
και έδωκε δόματα τοις ανθρώποις. 
Το δε ανέβη τι έστιν ει μη ότι και 
κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης; 
Ο καταβάς αυτός έστι και ο αναβάς υπεράνω πάντων ουρανών, 
ίνα πληρώσει τα πάντα. 
Και αυτός έδωκε τους μεν Αποστόλους, τους δε προφήτας, 
τους δε Ευαγγελιστάς, 
τους δε Ποιμένας και Διδασκάλους προς τον καταρτισμόν των Αγίων εις έργον διακονίας, 
εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, 
μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως 
και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, 
εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού...''. (Εφεσ. δ' 7-13).



του π. Ευθυμίου Μπαρδάκα


Ο Απόστολος Παύλος καλεί όλους τους Χριστιανούς να καταρτισθούν ''εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού''. Όταν λέγει ''εις άνδρα τέλειον και εις μέτρον ηλικίας, δεν εννοεί το φυσικό ανάστημα που έχει ένας τέλειος και σωστός άνδρας, ούτε την κανονική, ανδρική ηλικία. Εννοεί να γίνει κάθε Χριστιανός, ώριμος και τέλειος και σωστός στα φρονήματα και τα αισθήματα, σε πνευματική ηλικία και αρτιότητα, ώστε να μένει σταθερός και αμετακίνητος στην χριστιανική πίστη και την πνευματική ζωή, όπως σταθερός και άκαμπτος και αμετακίνητος είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται στην ακμή της ηλικίας και της ωριμότητάς του. Γι΄αυτό προσθέτει, ''εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού''. Δηλαδή να φθάσει στο σημείο να έχει πλήρη και τέλεια τα φρονήματα και τα αισθήματα, τα λόγια και τις πράξεις, τον βίο και την ζωή αγία και τέλεια, όπως την είχε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Το θέμα δεν είναι από τα μικρά και συνηθισμένα, είναι μεγάλο, είναι ιερό, είναι το κατ' εξοχήν έργο της επίγειας ζωής μας. Να γίνομε στην αρετή και στην αγιότητα κι εμείς, όπως ήταν ο Χριστός. Άλλωστε γι' αυτό τον σκοπό είμαστε Χριστιανοί. Να γίνομε με τον Φωτισμό, την Χάρι και την Δύναμη του Κυρίου Ιησού Χριστού, όμοιοί Του. Τέλειοι στην Αρετή και στην Αγιότητα. Και η αγιότητά μας να μην περιορίζεται στα καλά μας αισθήματα και τα ενάρετα και σεμνά λόγια μας, αλλά να προχωρεί στα άγια έργα μας. Όλη μας η ζωή, εσωτερική και εξωτερική, και όλη μας η συμπεριφορά να φέρει την μαρτυρία και την σφραγίδα της αρετής και ν' αποπνέει το άρωμα της αγιότητας. Να υπάρχει μέσα μας η πληροφορία της συνειδήσεως, αλλά να προστίθεται και η μαρτυρία των άλλων, πως αυτός είναι ένας πραγματικός, ένας τέλειος και σωστός Χριστιανός, που μέσα του ζει και βασιλεύει ο Χριστός. Πως η Εκκλησία είναι πράγματι του Χριστού, του Θεού Εκκλησία, αφού τέτοιους καλούς, ολοκληρωμένους και σωστούς Χριστιανούς βγάζει και παρουσιάζει στον κόσμο. Βέβαια, το να γίνει ένας Χριστιανός τέλειος άνδρας κατά Χριστόν, τέλειος εις όλα του, ώστε και η συνειδησία του να του το λέγει και οι συνάνθρωποί του να του το βεβαιώνουν, χρειάζεται πολύ θυσία, σκληρός αγώνα και πλούσια την Θεία Χάρι και βοήθεια, όπως γίνεται και στον φυσικό άνθρωπο. Το να γίνει κανείς από νήπιο παιδί και από παιδί νέος και από νέος άνδρας, θα περάσουν χρόνια πολλά, θα φάει πολλά, αλλά και θα προσπαθήσει, θα αγωνισθεί πολύ για να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί και να φθάσει στην ανδρική ηλικία και ωριμότητα. Αυτά στα φυσικά πράγματα. Εδώ στα πνευματικά, πιο πολύς χρόνος και πιο καλή τροφοδοσία και πιο καλή εργασία και πιο έντονος αγώνας. Χριστιανός, όπως πρέπει στα μέτρα και τα έργα του Χριστού, δεν γίνεται ο άνθρωπος ούτε σε δέκα χρόνια, ούτε σε είκοσι, ούτε σε τριάντα. Σε όλη του την ζωή θα γίνεται, συνεχώς θα προχωρεί και θα προάγεται και θα προσπαθεί, θα αγωνίζεται, θα παλεύει για να γίνεται. Και θα αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις. Θα παλεύει σκληρά για ν' αντιμετωπίζει τις δυσκολίες που έχει η πνευματική και αγία ζωή και τις αντιδράσεις που παρουσιάζει η διεφθαρμένη από την προγονική αμαρτία, ανθρώπινη φύση και θέληση. Χρόνος πολύς και αγώνας μεγάλος. Αλλά και πλούσια η Θεία Χάρις και βοήθεια. Δόξα τω Θεώ, πλούσια μας την έδωσε και αυτή η Θεία Ευσπλαχνία. Μας έδωσε Αποστόλους, Προφήτας, Ποιμένας, Λειτουργούς της Αγίας του Θεού Εκκλησίας. Γιατι και για ποιο σκοπό μας τους έδωσε; ''Προς τον καταρτισμόν των αγίων, εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες... εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού''.

 

Μέχρι να φθάσουμε όλοι σε τέλεια πνευματική ωριμότητα και αγιότητα. 

Μέχρι να γίνουμε τέλειοι και ολοκληρωμένοι Χριστιανοί, 

χωρίς να έχουμε ατέλιες και αμαρτίες και ηθικές αθλιότητες. 

Όλοι αυτοί οι άγιοι λειτουργοί της Εκκλησίας μας, 

γι' αυτόν τον σκοπό δόθηκαν από τον Χριστό. 

Έχομε πλούσια την Θεία Βοήθεια και Χάρι και Αρωγή. 

Ας αγωνιζόμαστε εκμεταλλευόμενοι τον χρόνο της ζωής μας 

και την Χάρι του Χριστού μας 

και θα έλθει η ευλογημένη ημέρα, 

που θα ολοκληρωθούμε κατά Χριστόν!



Αρχιμανδρίτης  π. Ευθύμιος Μπαρδάκας


ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ



Πραγματοποιήθηκε προχθές 

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου ν. ημ. στην Θεσσαλονίκη, 

συγκέντρωση διαμαρτυρίας Ορθοδόξων πιστών 

ενάντια στην ανεξήγητη και ανερμήνευτη ποινή 

του μικτού ορκωτού δικαστηρίου της πόλης, 

κατά μοναχών της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου 

και ιδίως κατά του ηγουμένου της Αρχιμανδρίτη π. Μεθοδίου 

και του Μοναχού Αντύπα. 

Ομίλησε ο Μητροπολίτης  Φιλίππων και Μαρωνείας 

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, 

Σεβασμιώτατος κ. Αμβρόσιος, 

ο οποίος υπερασπίστηκε το αυτοδίκαιο της προστασίας της Μονής 

από παναιρετικούς, αντικανονικούς ''ποιμένες'' 

και εκθείασε το ομολογιακό φρόνημα των Εσφιγμενιτών Πατέρων, 

που μάχονται στο αγιώνυμο Όρος, 

σχεδόν Μόνοι εναντίων Όλων!


ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΟΛΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ



«Την Κυριακή της Απόκρεω
«μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».
Η φράση «μνείαν ποιούμεθα» του Συναξαρίου βεβαιώνει,
ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, βιώνει στη λατρεία της τη Β’ Παρουσία του Χριστού μας,
ως «γεγονός» και όχι, ως κάτι το ιστορικά αναμενόμενο.
Και αυτό,
διότι με τη Θεία Ευχαριστία μεθιστάμεθα στην ουράνια βασιλεία,
στη μεταϊστορία.
Σ’ αυτή την προοπτική προσεγγίζεται ορθόδοξα και το θέμα «παράδεισος – κόλαση».
Στα Ευαγγέλια γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον».
Στην περικοπή αυτή,
που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω,
«βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου.
Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες),
όχι διότι το θέλησε ο Θεός,
αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν.
Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού.



«Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Σπεύδουμε όμως να πούμε ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας», τόνισε αρχικά ο π. Γεώργιος. Και συνέχισε: «Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως». Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον»). Έχοντας ως «όπλο» τον χειμαρρώδη λόγο του, ο π. Γεώργιος συνέχισε τονίζοντας τα εξής: «Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι. Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση». Αφού επικαλέστηκε Πατερικές μαρτυρίες, κατέληξε στο συμπέρασμα πως παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε ο καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Και εξήγησε: «Ο Θεός ουσιαστικά δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός - ακάθαρτος, μετανοημένος - αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση». Ακολούθως αναφέρθηκε εκτενώς στις διαφορές του Χριστιανισμού από τα διάφορα θρησκεύματα. «Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο ότι ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Δεν υπάρχει όμως απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Το πυρ της κολάσεως δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας». Φτάνοντας προς το τέλος τής ομιλίας του στάθηκε στη μετοχή στη Θεία Κοινωνία, η οποία, όπως είπε χαρακτηριστικά, συνδέεται με την όλη πνευματική πορεία τού πιστού. «Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως «παράδεισο». Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας», συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του». Και ο αξιόλογος ομιλητής κατέληξε: «Έργο της Εκκλησίας δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό - ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. 


Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες,

οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι. 

Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. 

Πού καλούμε; 

Στην Εκκλησία - Νοσοκομείο - Θεραπευτήριο 

ή σε μια ιδεολογία που ονομάζεται χριστιανική; 

Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». 

Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. 

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. 

Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας 

δεν μπορεί να μας αγιάσει. 

Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται 

ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο 

ή σε κάποια κόλαση, 

αλλά έχει τη δύναμη, 

όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία = θέωση), 

να προετοιμάσει τον άνθρωπο, 

ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού, 

ως παράδεισο και όχι ως κόλαση».



Πρωτοπρεσβύτερος  π. Γεώργιος Μεταλληνός


ΤΟ ΣΤΑΔΙΟΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ



«Ἐκάθισεν Ἀδάμ, ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, 

καί τήν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. 

Οἴμοι, τόν ἀπάτῃ πονηρᾷ πεισθέντα καί κλαπέντα 

καί δόξης μακρυθέντα! 

Οἴμοι, 

τόν ἁπλότητι γυμνόν, 

νῦν δέ ἠπορημένον! 

Ἀλλ᾽ ὦ Παράδεισε, 

οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολαύσω, 

οὐκέτι ὄψομαι τόν Κύριον καί Θεόν μου καί Πλάστην· 

εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι ἐξ ἧς καί προσελήφθην. 

Ἐλεῆμον, Οἰκτίρμον, βοῶ Σοι· 

Ἐλέησόν με τόν παραπεσόντα.»



Kάθισε ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι στόν Παράδεισο 

καί θρηνώντας τή γύμνωσή του 

ἔκλαιγε καί ὠδυρόταν. 

Ἀλίμονο σε μένα 

πού μ᾽ ἔπεισε μέ ἀπάτη καί ὑπόσχεση ὁ πονηρός 

καί μέ ᾽κλεψε στερῶντας μου τή πρωτόπλαστη δόξα. 

Ἀλίμονο σέ μένα, 

γιατί ἐνῶ ἀπό τήν ἁπλότητα καί ἀκακία μου μποροῦσα νά ᾽μαι γυμνός, 

τώρα ἀπ᾽ ὅλα εἶμαι στερημένος. 

Παράδεισε, Παράδεισε, 

δέν θ᾽ ἀπολαύσω τώρα πλέον τήν τρυφή σου, 

δέν θά ξαναδῶ πιά τόν Πλάστη, 

τόν Κύριο καί Θεό μου. 

Τώρα θά ξαναγυρίσω στή γῆ, 

στό χῶμα ἀπ᾽ ὅπου εἶμαι πλασμένος. 

Ἐλεήμονα καί Οἰκτήρμονα Κύριε, 

σέ Σένα κραυγάζω: 

Ἐλέησέ με, τόν ταλαίπωρο καί πεσμένο.”



Κυριακή της Τυρινής


Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΟΥΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΠΛΟΤΗΤΑ



Η ευτυχία των ιθαγενών στην Κένυα είναι τόσο απλή: 

είναι, 

όταν τις νύχτες δεν βρέχει και δεν μπαίνει νερό 

στις ψάθινες καλύβες τους, 

είναι, όταν εξασφαλίσουν το φαγητό της ημέρας 

ή τις Κυριακές, 

που περπατούν ξυπόλυτοι ώρες ολόκληρες από μονοπάτια, 

για να μπορούν να βρεθούν το πρωί στην Εκκλησία! 

Μια καραμέλα στα μικρά παιδιά είναι σαν να τους χαρίζεις τον κόσμο όλο, 

μια χάρτινη εικόνα του Χριστού μας, 

την φυλάνε σαν υπερπολύτιμο κειμήλιο. 

Και το πρωί, 

όταν βρίσκονται από την αρχή του Όρθρου μέσα στον Ναό, 

δεν έχουν ίχνος κούρασης στα πρόσωπά τους 

και στέκονται όρθιοι μέχρι να βάλουμε το ευλογημένο ''Δι' ευχών''. 

Έπειτα αγκαλιασμένοι μαζί με τον Χριστό μέσα τους 

περπατούν στο δάσος άλλες τόσες ώρες 

για να συνεχίσουν αυτή, 

την τόσο απλή ζωή τους λουσμένη στην απλότητα!

 


Επίσκοπος Μεθώνης κ. Αμβρόσιος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ ΚΑΙ Η ΠΡΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ



Ένα σοβαρό ζήτημα στήν πνευματική μας ζωή 

εἶναι ὄχι μόνον νά μετανοοῦμε γιά ὅσες ἁμαρτίες διαπράξαμε, 

ἀλλά καί νά προφυλαγόμαστε ἀπό μελλοντικές πτώσεις. 

Διαφορετικά, 

δέν θά ἔχουμε μόνιμη ἐγκατοίκησι καί διαμονή τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα μας. 

Γιά τόν λόγο αὐτό, 

ὁ μετανοημένος Προφήτης Δαυΐδ, 

τό ὑπόδειγμα τῆς Μετανοίας ἀνά τούς αἰῶνες, 

παρακαλεῖ τόν Κύριο στόν περίφημο Ψαλμό τῆς Μετανοίας του 

καί γιά τά ἑξῆς μεταξύ τῶν ἄλλων: 

«Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός, καί Πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. ν´ 12). ῞

Οπως μᾶς ἐβεβαίωσε ὁ Κύριός μας στό ἅγιο Εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. ιε´ 18-19), 

ἀπό τήν «καρδίαν» ἐξέρχονται ὅσα μολύνουν τόν ἄνθρωπο, 

καί ἄρα αὐτή πρωτίστως ἔχει ἀνάγκη ἐσωτερικῆς καθάρσεως. 

Γιά νά ὑπάρξη ἀλλαγή ζωῆς, 

πορείας καί κατευθύνσεως στόν ἄνθρωπο, 

εἶναι ἀνάγκη προηγουμένως νά πραγματοποιηθῆ ἐν Χάριτι 

μία βαθειά ἐσωτερική μεταστροφή. 



Χρειάζεται ἀπαραιτήτως νέα καρδία καὶ νέο πνεῦμα. ῾Οπότε, ἡ ᾿Εξομολόγησι δὲν νοεῖται σὰν μία παράθεσι τῶν πτώσεων καὶ ἀδυναμιῶν μας, ἀλλὰ σὰν μία εὐλογημένη ἀπόπειρα ἀλλαγῆς καρδίας, μεταβολῆς γνώμης καὶ στροφῆς σὲ νέα ἐνδιαφέροντα, μὲ ἀποτίναξι τῶν ἐφαμάρτων παλαιῶν. ῎Αν πίπτουμε συνεχῶς καὶ μὲ μεγάλη εὐκολία στὰ ἴδια πταίσματα καὶ ἁμαρτήματα, εἶναι διότι δὲν καταβάλλουμε αὐτὴ τὴν προσπάθεια ἐσωτερικῆς μεταστροφῆς, δὲν τὴν ἐπιζητοῦμε καὶ δὲν τὴν ἐπιδιώκουμε· δὲν πονοῦμε καρδιακὰ καὶ δὲν παρακαλοῦμε σὰν τὸν Προφήτη γιὰ καθαρὰ καρδία καὶ γιὰ Πνεῦμα εὐθές, ὥστε νὰ φυλαχθοῦμε ἀπὸ τὶς «συνηθισμένες» πτώσεις, μὲ τὶς ὁποῖες φαίνεται νὰ εἴμαστε τόσο ἐξοικειωμένοι. ῾Ο ῞Αγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος βεβαιώνει χαρακτηριστικά, ὅτι γιὰ νὰ δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος τὸ ῎Ελεος τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ εἶναι Εὐθύς. ῾Ο εὐθὺς εἶναι ἀληθής· ὁ ἀληθὴς εἶναι ταπεινός· καὶ ὁ ταπεινὸς μόνον εἶναι ἄξιος τοῦ ᾿Ελέους. Τὸν μὴ εὐθὺ ὁ Θεὸς δὲν δύναται νὰ τὸν ἐλεήση. Τὸ ῎Ελεος τοῦ Θεοῦ εἶναι μετοχὴ στὴν ῾Αγιότητά Του. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατη ἡ ἕνωσι τοῦ Θεοῦ μὲ σκολιὰ (στρεβλὴ) ψυχή. Προέχει, λοιπόν, ἡ ἱκεσία νὰ γίνουμε πρῶτα εὐθεῖς, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε θείου ᾿Ελέους (βλ. «᾿Αλφαβητικὰ Κεφάλαια», Ζ´). Μία προσπάθεια πρὸς τὴν ὀρθὴ αὐτὴ κατεύθυνσι, ἀποτελεῖ ἡ ἐπιμελὴς καὶ ἀποφασιστικὴ ἀπομάκρυνσί μας ἀπὸ τὰ αἴτια τῶν πτώσεών μας, ἡ ἀποφυγὴ τῶν κακῶν καὶ βλαπτικῶν συναναστροφῶν καὶ ἡ ἐπίδειξι σταυρικῆς ὑπομονῆς στὴν μὴ ἐκπλήρωσι τῆς πιέσεως τῶν παθῶν μας. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἑλκύουμε τὴν θεία ᾿Αντίληψι καὶ Βοήθεια, ἡ ὁποία ὄντως θαυματουργεῖ καὶ ἀπεργάζεται τὴν ἐσωτερική μας ἀλλαγὴ καὶ μεταστροφή. ῾Η Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ῾Οποία καθαίρει καὶ εὐθύνει, ἔρχεται μόνον κατόπιν συνεχοῦς ἐπικλήσεως. Παράλληλα, ἄς μᾶς φοβίζη πάντοτε ἡ ἀστάθειά μας καὶ ἄς φροντίζουμε νὰ μὴ στρεβλώνουμε τὴν καρδιά μας. Τὰ κύρια πάθη τῆς φιλαυτίας, φιλοκτημοσύνης καὶ φιληδονίας ἀπομακρύνουν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ μέσα μας μὲ μία φοβερὴ δύναμι καὶ στρεβλώνουν τὴν καρδιά μας, ἡ ὁποία ἴσως εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ εὐθύνεται μὲ τὴν μετάνοια ποὺ εἴχαμε ἐπιδείξει νωρίτερα. Οἱ μικρὲς ἀπροσεξίες ἐπιφέρουν με- γάλα καὶ καταστροφικὰ ἀποτελέσματα. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, στὴν ῾Αγία Γραφὴ ἔχουμε συχνὰ προτροπὲς γιὰ προσοχὴ σὲ πρακτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνήθως παραβλέπονται εὔκολα ἀπὸ τοὺς πολλούς: Μὴ καθίσης, γράφει κάπου γιὰ παράδειγμα, μὲ γυναῖκα ἄλλου, «μήποτε ἐκκλίνει (διαστρέψει) ἡ ψυχή σου ἐπ᾿ αὐτὴν» (Σοφ. Σειρ. θ´ 9). Τὰ τραγικὰ παραδείγματα ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀστόχησαν, εἶναι γνωστὰ καὶ ἐπώδυνα. «῾Ο δοκῶν ἐστάναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ» (Α´ Κορ. ι´ 12)! Γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο τὸ Πνεῦμα τὸ Εὐθές, ὥστε ἐσωτερικὰ ἡ καρδία νὰ καθαίρεται καὶ νὰ εὐθυδρομῆ. Νὰ ἐλέγχουμε συχνὰ καὶ μὲ ἐπιμέλεια ποῦ εὑρισκόμεθα, γιὰ νὰ μὴ καταντοῦμε ὑποκριτές. ῾Η ἀληθινὴ Μετάνοια μᾶς ἀσποσπᾶ ἀπὸ τὰ κτίσματα καὶ μᾶς στρέφει καὶ μᾶς κατευθύνει στὸν Κτίστη καὶ Δημιουργὸ τῶν ἁπάντων. Πρέπει νὰ φυλάξουμε πάσῃ θυσίᾳ αὐτὴ τὴν εὐθύτητα τῆς καρδίας! Αὐτὸ συμβαίνει μόνο μὲ τὴν τήρησι τῶν θείων ᾿Εντολῶν, μὲ τὴν Θεανθρώπινη μεθοδολογία τῆς ᾿Εκκλησίας μας, μὲ τὶς ἅγιες ᾿Αρετὲς καὶ τὰ ἅγια Μυστήρια. ᾿Επίσης, μὲ τὴν Νοερὰ Προσευχή, ἔστω καὶ σὲ μία ἁπλῆ καὶ «ἀρχαριακὴ» μορφή της. ῎Εχει ἐπίσης μεγάλη σημασία ἡ ἔλλογος ὑπακοὴ στὸν Πνευματικό μας πατέρα, ἡ ὑπομονὴ ἐν εὐχαριστίᾳ σὲ ὅλα τὰ δεινὰ τοῦ βίου καὶ ἡ φιλάνθρωπη διάθεσι, τὸ ῎Ελεος καὶ ἡ ᾿Αγάπη. ῎Αν ἐπιζητοῦμε ὅμως νὰ ἀρέσουμε, κοσμικῷ τῷ τρόπῳ, καὶ στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους, τότε ἐξαπατώμεθα καὶ ἡ εὐθύτης στρεβλώνεται. 



῎Αν ὀπισθοχωροῦμε ἐνώπιον τῶν πειρασμῶν 

καί πράττουμε, λέγουμε, σκεπτόμαστε 

καί ἐπιθυμοῦμε τά τοῦ κόσμου τῆς ἐμπαθείας καί ἁμαρτίας, 

τότε χαλοῦμε τήν πιθανή καλή μας κατάστασι καί μολυνόμαστε καί πάλι... 

῞Ομως, «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται!» (Ματθ. ε᾿ 8). 

Γι᾿ αὐτό οἱ ῞Αγιοι μᾶς προτρέπουν: 

«Καθάρισον τήν ἀγάπην σου, καθάρισον τήν καρδίαν σου!». 

Γι᾿ αὐτό συνεχῶς ψάλλουμε καί ὁμολογοῦμε: 

«Καθάρισον, Κύριε, τόν ῥύπον τῆς ψυχῆς μου καί σῶσόν με, ὡς Φιλάνθρωπος»!... 


᾿Απόσπασμα ῾Ομιλίας στό Πνευματικό Κέντρο «Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου» 
στόν Κολωνό (Πατρῶν 12) ᾿Αθηνῶν, 
τήν Κυριακή 8/21.3.2010, μέ μικρή ἐπεξεργασία. 
Αναδημοσίευση εκ του περιοδικού ''Άγιος Κυπριανός,'' 
αρθμός τεύχους 356, Μάιος - Ιούνιος 2010, σελίδες 57 - 58. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΦΥΛΑΧΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ''ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ''


Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Κυριακή τῶν Ἀ­πόκρεων. 

Σέ ὅλους τούς ναούς τῆς Ὀρθο­δοξίας διαβάζεται 

ἡ περικοπή τῆς μελλούσης Κρίσεως. 

Τό σημερινό εὐαγγέλιο εἶνε τρομερό. 

Ποιός ἁμαρτωλός δέν τρομάζει; 

Ὅσο κι ἂν προσπαθῇ κανείς νά διώξῃ τήν ἰδέα τοῦ θανά­του καί τῆς κρίσεως, 

ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἔρχεται, εἶνε βέβαιο. 

Θά ἔρθῃ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου νά κρίνῃ «τήν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ» (Ψαλμ. 9,9). 

Θά κρίνῃ εἰ­δωλολάτρες, Ἰουδαίους, Χριστιανούς. 

Τούς εἰδωλολάτρες μέ τή φωνή τῆς συνειδή­σεως, τούς Ἰουδαίους μέ τό Δεκάλογο. 

Ἡ δική μας ὅμως θέσι, τῶν Χριστι­ανῶν, 

τῶν βα­πτισμένων, 

πού κοινωνοῦμε τά ἄχραντα μυστήρια καί «μπροστά στά μάτια μας 

ζωγραφίστηκε ὁ Χριστός ἐσταυρω­μένος» (Γαλ. γ´ 1), θά εἶνε τραγική. 

Γιατί θά κριθοῦμε καί μέ τή φωνή τῆς συνειδήσεως, 

καί μέ τό Δεκάλογο, 

ἀλλά πρό παντός μέ τό Εὐαγγέλιο, 

πού εἶνε ζυγαριά ἀ­κριβείας· 

θά ζυγιστῇ καί τό τελευταῖο δράμι ἀρετῆς καί τό τελευταῖο δράμι κακίας. 

Δέν τρέμετε, δέ φοβᾶστε; 



Ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ τρέμω τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ποὺ θὰ στηθῇ τὸ δικαστήριο, θ᾽ ἀνοιχθοῦν βιβλία, καὶ ἄγγελοι θὰ τρέχουν γιὰ νὰ συλλέξουν «τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν καὶ τὰ σκάνδαλα» (Ματθ. ιγ´ 41). Ναὶ «τὰ σκάνδαλα»! Καὶ γιὰ σκάνδαλα λέει σήμερα καὶ ὅλο τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Ἀκοῦμε «σκάνδαλο». Τί εἶνε τὸ σκάνδαλο; Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀγαπητοί μου, σκάνδα­λο στὴν κυριολεξία εἶνε μία πέτρα ποὺ ῥίχνει κάποιος στὸ δημόσιο δρόμο, καὶ καθὼς περνάει ὁ ἀνύποπτος διαβάτης σκοντάφτει πάνω της, πέφτει καὶ τσακίζεται. Σκάνδαλο λοιπὸν εἶνε τὸ πρόσκομμα στὸ δημόσιο δρόμο. Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δρόμους αὐτοὺς ὑ­πάρ­χει καὶ μία ἄλλη ὁδός, πνευματική, ἡ ὁδὸς πρὸς τὸν οὐρανό. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ γῆ καὶ φθάνει ἐκεῖ! Εἶνε ὡραία ὁδός, ἀλλὰ ὁ δι­άβολος προσπαθεῖ νὰ τὴν κάνῃ ἀδιάβατη. Ὁ Κύριος μᾶς λέει ὅτι δὲν εἶνε ἀδιάβατη, εἶνε ἁ­πλῶς «στενὴ καὶ τεθλιμμέ­νη» (Ματθ. ζ´14). Ἡ ὁδὸς αὐ­τὴ ἦταν κλεισμένη· ἕνα τεράστιο ὁδόφραγμα ἀπέκλειε τὴν ὁδὸ πρὸς τοὺς οὐρανούς· ἦταν τὸ ἁμάρτημα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Κλειστὸς λοιπὸν ὁ δρόμος. Δὲ μπόρεσαν νὰ τὸν ἀ­νοίξουν οὔτε προφῆτες, οὔτε πατριάρχες, οὔ­τε ἄγγελοι. Τὸν ἄνοιξε – ποιός; τὸ αἷμα τοῦ Ἰ­ησοῦ Χριστοῦ, ἡ θυσία τοῦ Ἐσταυρωμένου (πρβλ. Ἑβρ. ι´ 20)· ἀπὸ τότε πλέον ὁ δρόμος αὐτὸς εἶνε βατός (πρβλ. «τρίβον βατὴν Πόλου τίθησιν ἡμῖν» εἱρμ. – καταβ. ἰαμβ. καν. Χριστουγ. α´ ᾠδ.), καὶ τὸν βάδισαν καὶ τὸν βαδίζουν ἀμέτρητοι ἅγιοι. Ἀλλ᾽ ὅπως στὸ δημόσιο δρόμο κακοποιοὶ ρί­χνουν πέτρες ἢ βάζουν νάρκες, ἔτσι καὶ στὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανό, ἔρχεται ὁ σατανᾶς καὶ τὰ ὄργανά του καὶ παρεμβάλλουν σκάνδαλα. Τί σκάνδαλα; Τὰ σκάνδαλα ἐδῶ εἶνε τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ποὺ σπρώχνουν ἰδίως τοὺς πιὸ ἀδύναμους στὸ βάραθρο τῆς ἀπωλείας. Σκάνδαλο γιὰ τὸ παιδὶ γίνονται οἱ κακοὶ γονεῖς, ὅταν δὲν προσέχουν καὶ μπροστὰ στὸ ἀ­θῷο ἐκεῖνο ἀγγελούδι αἰσχρολογοῦν, βωμολοχοῦν, ὅταν τὸ ἀντρόγυνο μαλώνῃ διαρκῶς. Σκάνδαλο γιὰ τὸ μαθητὴ εἶνε ὁ δάσκαλος, ὅ­ταν στὸ σχολεῖο εἰρωνεύεται ἱεροὺς θεσμούς, ἐμπαίζῃ τὰ θεῖα, διδάσκῃ ἀθεΐα. Ἀκόμη χειρό­τερο σκάνδαλο γίνεται ὁ κληρικός, ὅταν ὡς ἱ­ερεὺς δὲν ἐκτελῇ τὰ καθήκον­τά του, ὅταν ὡς ἀρχιερεὺς καταλαμβάνῃ θρόνο ὄχι γιὰ νὰ διδά­ξῃ καὶ φωτίσῃ ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ νὰ θησαυρίσῃ. Σκάνδαλο γίνεται ὁ ἄρχοντας, ποὺ κατέχει ἀ­ξίωμα, ἀλλὰ δὲν δείχνει ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ κοινά. Σκάνδαλο γίνεται γενικὰ ὁ καθένας γιὰ τὸν πλησίον του, ὅταν δὲν προσέχῃ τὴ ζωή του. Γεμᾶτος ὁ κόσμος ἀπὸ σκάνδαλα. Δὲν ὑ­πάρ­χει κάποιο μέρος, κάποιο λιμάνι ἤρεμο ἀπὸ σκάνδαλα; Ἂς πᾶμε λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία! Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐκκλησία μας δὲν βρίσκεται σήμερα στὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Κι ὅταν λέω ἐκκλησία δὲν ἐννοῶ τὸ θεῖο καθίδρυμα, ἐννοῶ τὴν ἀνθρώπινη πλευ­ρά του μὲ τὶς ἀτέλειες ποὺ παρουσιάζει. Μπαίνει κανεὶς στὸ ναὸ νὰ ἐκκλησιαστῇ, καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὸ παγκάρι καὶ οἱ ἐπίτροποι, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ ψαλτάδες μὲ τὶς φωνασκί­ες καὶ τὴν εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ ποὺ μετέτρεψε τὴν ἐκκλησία σὲ θέατρο, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ ἱερεῖς μὲ τὴν ἀνευλάβεια καὶ τὴ φιλοχρηματία τους, ὅλα αὐτὰ διώχνουν τοὺς Χριστιανοὺς ἀ­πὸ τὴν Ἐκκλησία, καὶ πηγαίνουν ἄλλοι στοὺς φράγκους, ἄλ­λοι στοὺς προτεστάντες, ἄλλοι στοὺς ἰεχωβῖτες· ἔτσι ἡ Ἐκκλησία συνεχῶς ἀραιώνει. Τὸ σκάνδαλο, εἴτε τὸ κάνει παπᾶς ἢ τὸ κάνει ἐπίσκοπος ἢ τὸ κάνει ἡ μάνα ἢ τὸ κάνει ὁ πατέρας ἢ τὸ κάνει ἀξιωματικὸς ἢ τὸ κάνει ὑ­πουργὸς ἢ τὸ κάνει ὁποιοσδήποτε ἄλλος, εἶ­νε ἁμαρτία μεγάλη. Καὶ εἶνε τόσο μεγαλύτερη ὅ­σο ὑψηλότερη εἶνε ἡ θέσις ποὺ κατέχει ὁ σκανδα­λοποιός. Δὲ μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς σ᾽ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο γιὰ νὰ γκρεμίζουμε καὶ νὰ κατα­στρέφουμε· δὲ μᾶς ἔφερε γιὰ νὰ βαπτίζουμε «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁ­γίου Πνεύματος» καὶ μετὰ νὰ τοὺς «ξεβαφτίζουμε» μὲ τὰ σκάνδαλά μας. Δὲ μᾶς ἔ­φερε γιὰ νὰ εἴμαστε σκότος, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἴ­μαστε φῶς· ὁ κάθε Χριστια­νὸς πρέπει νὰ εἶνε «φῶς» καὶ «ἅλας» μέσα στὴν κοινωνία (βλ. Ματθ. ε´ 13-14), νὰ προσπαθῇ μὲ τὴ ζωή του νὰ φέρῃ καὶ ἄλ­λους στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Νά ποιό εἶνε τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴν ἐξάπλωσι τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὰ σκάνδαλα τῶν «χριστιανῶν». Πῆγαν ἱεραπόστολοι στὴν Ἀφρικὴ νὰ διδάξουν τὸν Χριστιανισμό. Καὶ θὰ ἦταν σήμερα Χριστιανοὶ ὄχι μόνο ἡ Ἀφρικὴ ἀλλὰ καὶ ὅ­λος ὁ κόσμος. Βλέπουν ὅμως τὴν ἀσυνέπεια, τὰ σκάνδαλα τῶν λεγομένων «χριστιανῶν», καὶ λένε· Καλὸ τὸ Εὐαγγέλιο, θαυμάσιος ὁ Χριστός, ἀλλὰ φυλαχτῆτε ἀπὸ τοὺς «χριστιανούς»!… Συνεπῶς τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴν ἱεραποστολὴ εἶ­νε ἡ δική μας ὑποκριτικὴ ζωή. Καὶ ἐδῶ στὴν πατρίδα μας, ἐὰν ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ ποὺ φοροῦμε τὸ ῥάσο ἀλλὰ καὶ κάθε ὀρ­θόδοξος ἤμασταν ὑπόδειγμα βίου, ἡ Ἑλ­λὰς θὰ ἦταν παράδεισος, οὐράνιο βασίλειο. Μὲ τὰ σκάνδαλα ὁ λαός μας σπρώχνεται στὴν ἀ­θεΐα, στὴν ἀπιστία, στὴν ἄβυσσο.