ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ




Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. 

Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. 

Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. 

Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. 

Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ᾿ όλα τα καλά. 

Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ᾿ άλλο έμπαινε. 

Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές. 

Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. 

Ο καφενές τ᾿ Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. 

Είχε μέσα δύο σόμπες και τα τζάμια ήτανε θαμπά, απ᾿ όξω έβλεπες σαν ήσκιους τους ανθρώπους. 

Οι μουστερήδες είχανε βγαλμένες τις γούνες από τη ζέστη, 

κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραίοι. 

Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. 

Άλλα μπαίνανε, άλλα βγαίνανε. 

Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, 

μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, 

όχι σαν και τώρα, 

που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, 

και κείνα παράφωνα.



Αντίκρυ στον μεγάλον καφενέ τ᾿ Ασημένιου ήτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα και τέτοια. Ίσια-ίσια αντίκρυ στη μεγάλη πόρτα του καφενέ ήτανε ένα μικρό καφενεδάκι, το πιο φτωχικό σ᾿ όλη την πολιτεία, μία ποντικότρυπα. Ενώ ο μεγάλος ο καφενές φεγγολογούσε και τα τζάμια ήτανε θολά από τη ζέστη, η ποντικότρυπα ήτανε σκοτεινή, γιατί η λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία άναβε, μία έσβηνε, όπως έμπαινε ο χιονιάς από τα σπασμένα τζάμια της πόρτας. Η φιτιλήθρα ήτανε στραβοβιδωμένη και τσαλαπατημένη σαν το μούτρο του καφετζή, του μπαρμπα-Γιαννακού του Χατζή, το φιτίλι στραβοκομμένο, το γυαλί σπασμένο από το ’να μάγουλο και στην τρύπα είχανε κολλημένο ένα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε με το νου σου τι φως έδινε μια τέτοια λάμπα! Κάτω τα σανίδια ήτανε σάπια και τρίζανε. Στον τοίχο ήτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σαν αρχαία εικονίσματα: το ’να παρίστανε τον Μέγα Πέτρο μέσα σε μία βάρκα που την έδερνε η φουρτούνα, τ᾿ άλλο τον μάντη Τειρεσία, που μιλούσε με τον Αγαμέμνονα, τ᾿ άλλο τον Παναγή τον Κουταλιανό που πάλευε με την τίγρη. Η πελατεία ήτανε συνέχεια με το καφενείο. Όλοι-όλοι ήτανε πέντ᾿ - έξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, με κάτι τρύπιες γούνες που δεν τις έπιανε αγκίστρι. Δύο-τρεις ήτανε γιαλικάρηδες, δηλαδή είχανε καμιά σάπια βάρκα και βγάζανε θαλασσινά για μεζέδες, που τα λέγανε γιαλικά, γιατί βρίσκουνται στο γιαλό, δηλαδή στα ρηχά νερά. Οι άλλοι ήτανε φρουκαλάδες, δηλαδή κάνανε φρουκαλιές. Ήτανε και κανένας νεροκουβαλητής και κανένας καρβουνιάρης. Να, αυτή ήτανε η πελατεία. Ο βοριάς έμπαινε μέσα με την τρούμπα και στριφογύριζε τη λάμπα που κρεμότανε από το μαυρισμένο ταβάνι κι αναβόσβηνε. Από το κρύο τρέμανε οι γέροι και χουχουλίζανε τα χέρια τους, τα βάζανε κι από πάνω από το τσιγάρο, τάχα για να ζεσταθούνε. Ο φουκαράς ο καφετζής, για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε από το τεζάκι ίσαμε την πόρτα, με την παλιογούνα ριχμένη από πάνω του, και, για να δώσει κουράγιο στην πελατεία, εκεί που σουλατσάριζε, τον επίανε το σύγκρυο και χτυπούσανε τα κατωσάγονά του, κι έσφιγγε απάνω του την παλιοπατατούκα του κι έλεγε: — Εεεέχ! Μωρέ, ζεστό που είναι το καφενεδάκι μας!… Ύστερα γύριζε κι έδειχνε τον μεγάλον καφενέ, που καπνίζανε κάργα οι σόμπες, κι έλεγε: — Αντίκρυ, σκυλί ψοφά από το κρύο…, σκυλί ψοφά! Ο καημένος ο μπαρμπα-Χατζής! Απ᾿ όξω περνούσε κόσμος βιαστικός, με γέλια και με χαρές. Από ’δω κι από ’κει ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά. Η ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά-σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα-ένα. Μοναχά μέσα στα μπαρμπεριά ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι. Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικοκυράδες και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες: Καλήν εσπέραν, Άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ᾿ αρχοντικό σας. Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει, οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη… Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες, τους Μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και τη Ραχήλ που έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια: Ιδού οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν, του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν. Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε, κοιμηθείτε, ολίγον ύπνον πάρετε και πάλιν σηκωθείτε. Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε, στην εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε. Ν᾿ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε, δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται. Δότε κι εμάς τον κόπον μας, ό,τ᾿ είναι ορισμός σας και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας. Και εις έτη πολλά. Μπαίνανε στο σπίτι με χαρά, βγαίνανε με πιο μεγάλη χαρά. Παίρνανε αρχοντικά φιλοδωρήματα από τον κουβαρντά τον νοικοκύρη κι από τη νοικοκυρά λογιών-λογιών γλυκά, που δεν τα τρώγανε, γιατί ακόμα δεν είχε γίνει η Λειτουργία, αλλά τα μαζεύανε μέσα σε μία καλαθιέρα. Αβραμιαία πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον πολιτισμό! Πάνε τα καλά χρόνια! Όλα γινόντανε όπως τα ’λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στα ζεστά τους και παίρνανε έναν ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσανε οι καμπάνες από τις δώδεκα εκκλησιές της χώρας. Τι γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές, που θαρρείς πως είναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε όλοι, βάζανε τα καλά τους και πηγαίνανε στην εκκλησιά. Σαν τελείωνε η Λειτουργία, γυρίζανε στα σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε από χαρούμενες φωνές. Οι πόρτες των σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολούσανε. Τα τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ άσπρα τραπεζομάντηλα κι είχανε πάνω ό,τι βάλει ο νους σου. Φτωχοί και πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οι αρχόντοι στέλνανε απ᾿ όλα στους φτωχούς. Κι αντίς να τραγουδήσουνε στα τραπέζια, ψέλνανε το Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Αφού ευφραινόντανε απ’ όλα, πλαγιάζανε ξέγνοιαστοι, σαν τ᾿ αρνιά που κοιμόντανε κοντά στο παχνί, τότες που γεννήθηκε ο Χριστός, εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Τώρα ας πάμε την ίδια βραδιά στην αντικρινή στεριά, που τρεμοσβήνουνε ένα-δύο μικρά φωτάκια, πέρα από το πέλαγο, που βογγά από τον άγριο τον χιονιά. Είναι ένα μαντρί πίσω από μία ραχούλα, κοντά στη θάλασσα, φυτρωμένη από πουρνάρια. Αυτό το μαντρί είναι του Γιάννη του Βλογημένου. Τα πρόβατα είναι σταλιασμένα κάτω από τη σαγιά και ακούγουνται τα κουδούνια, τιν-τιν, όπως αναχαράζουνε. Επειδή γεννάνε, οι τσομπαναραίοι παρα-φυλάγουνε και, μόλις γεννηθεί κανένα αρνί, τ᾿ αρπάνε και το μπάζουνε στο καλύβι και το ζεσταίνουνε στη φωτιά να μην παγώσει. Απ᾿ όξω φωνάζουνε οι μαννάδες. Η φωτιά ξελοχίζει και το καλύβι είναι σαν χαμάμι. Εκεί μέσα βρίσκουνται εξ᾿-εφτά νοματέοι, καθισμένοι γύρω από τον σοφρά. Πρώτος είναι ο αρχιτσέλιγκας Γιάννης ο Βλογημένος, που, άμα τον δεις, θαρρείς πως βρίσκεσαι αληθινά στο μαντρί που γεννήθηκε ο Χριστός. Είναι αρχαίος άνθρωπος, αθώος, με γένια μαύρα, σαν άγιος. Τα ρούχα που φορά είναι βρακιά ανατολίτικα, στα ποδάρια του έχει τυλιγμένα πετσιά δεμένα με λαγάρες, στο σελάχι του έχει ήσκα και τσακμάκι. Κι οι άλλοι τσομπάνηδες είναι σαν τον Γιάννη, μονάχα που ο Γιάννης κάθεται με το πουκάμισο, ενώ οι άλλοι, επειδή βγαίνουνε όξω για να κοιτάζουνε τα νιογέννητα, φοράνε προβιές προβατίσιες, με το μαλλί γυρισμένο από μέσα. Αυτοί που κάθουνται στον σοφρά είναι μουσαφιραίοι. Ο ένας είναι ο Παναγής ο Στριγκάρος, κοντραμπατζής ξακουσμένος για την παλικαριά του. Είχε πάγει για κυνήγι και νυχτώθηκε στο μαντρί. Με τον Γιάννη γνωριζόντανε από χρόνια κι είχε κοιμηθεί πολλές φορές στη στάνη. Οι άλλοι τρεις ήτανε καρβουνιάρηδες, που κάνανε κάρβουνα εκεί κοντά. Οι άλλοι δύο ήτανε ψαράδες, ο γερο-Ψύλλος με το γιο του, τον Κωσταντή. Καθόντανε λοιπόν γύρω στο σοφρά και τρώγανε. Απάνω στο τραπέζι ήτανε κρέατα, μυτζήθρες ανάλατες, μανούρια, αγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι άλλα πουλιά του κυνηγιού. Ο ένας ο καρβουνιάρης ήτανε από τα μπουγάζια της Πόλης, από τη Μάδυτο, κι ήξερε κι έψελνε καλά, είχε και φωνή γλυκιά και βαριά, τζουράδικη. Έψαλε το Μεγάλυνον, ψυχή μου, με τέτοιο μεράκι, που κλάψανε οι άλλοι που τον ακούγανε, κι ο Γιάννης ο Βλογημένος. Το καλύβι γίνηκε σαν εκκλησιά, έλεγες πως εκεί μέσα γεννήθηκε ο Χριστός. Απ᾿ έξω ο χιονιάς μούγκριζε και τσάκιζε τα ρουπάκια.



Ο γερο-Στριγκάρος καθότανε στα σκοτεινά συλλογισμένος 

και μασούσε το μουστάκι του. 

Φορούσε μία κατσούλα από αστραχάν, μ᾿ όλο που έκανε ζέστη, 

κι είχε χωμένη την απαλάμη του κάθε χεριού του μέσα στ᾿ ανοιχτό μανίκι τ᾿ αλλουνού χεριού. 

Για μία στιγμή σωπάσανε να κουβεντιάζουνε. 

Ο Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε το χώμα. 

Κούνησε κάμποσο το κεφάλι του, κι άνοιξε το στόμα του κι είπε: 

Βρε παιδιά, καλά εσείς, γιορτάζετε τη χάρη Του, είσαστε καλοί άνθρωποι. 

Αμ εγώ, τι ψυχή θα παραδώσω, που σκότωσα καμιά κοσαριά ανθρώπους; 

Ακόμα και γυναίκες ξεκοίλιασα, και μωρά πράματα χάλασα! 

Κανένας δε μίλησε. 

Ύστερ᾿ από ώρα, σαν να ’τανε μοναχός, 

ξανακούνησε το κεφάλι του κι αναστέναξε κι είπε: 

Άραγες υπάρχει Κόλαση και Παράδεισο;… 

Και δάγκασε το μουστάκι του. 

Ξανακούνησε το κεφάλι του κι είπε μέσα στο στόμα του, 

σα να μιλούσε με τον εαυτό του: 

Δεν μπορεί! Κατιτίς θα υπάρχει… Και δεν ξαναμίλησε.



Φώτης Κόντογλου


Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

ΓΙΑΤΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ ΑΥΤΟ;




Ομιλία του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης -της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών- κ. Γρηγορίου.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ

 


...Εὒχομαι ἐκ βάθους καρδίας 

ΚΑΛΑ καί ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 

(και όχι ἀπλῶς… «γιορτές») , 

μέ τήν επάξιον συμμετοχήν ΟΛΩΝ στα Ἃγια Μυστήρια τῆς Εξομολογήσεωςκαί τῆς Θείας Κοινωνίας, 

μακριά ἀπό τήν λατρείαν τῆς ὓλης καί τοῦ φανταχτεροῦ, 

ἀλλά καταστροφικά φθοροποιοῦ συγχρόνου τρόπου ζωῆς, 

πού ὁδηγεῖ μέ... μαθηματικήν ἀκρίβειαν στό αιώνιον σκότος 

καί τήν ἀπώλειαν τοῦ πλέον πολυτίμου μας ἀγαθοῦ, 

της ψηχής μας…



Εἶναι, ὁ, ἀπό αἰώνων, δεινάστης τοῦ ΠΛΕΟΝΕΚΤΟΥ θνητοῦ, ὁ ὁποῖος, άγωνίζεται καί σέ όλη του τήν ζωή πασχίζει νά ἀποκτήση ὃλο καί περισσότερα ὑλικά «ἀγαθά», παραμελῶντας κάθε τί πού ἒχει σχέση μέ τόν ἐσωτερικό του κόσμο, μέ τήν ψυχή του καί μέ τήν ἐπικοινωνία του μέ Τόν Κύριο καί ΘΕΟ μας…! Ὁ διαρκῆς αὐτὀς ἀγῶνας γιά αὒξηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀποσπᾶ όλη τήν δραστηριότητα τοῦ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗ θνητοῦ καί τοῦ προκαλεῖ, πέραν ἀπό τήν προσκόλλησή του στήν ΥΛΗ, ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΑΓΧΗ καί μία διαρκῆ ἀνησυχία γιά τήν «ἀξιοποίηση», αὒξηση ἀλλά καί διαφύλαξη αὐτῶν τῶν άνευ ουσιαστικής αξίας φθαρτῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἒναντι φθορᾶς, κλοπῶν, καταστροφῆς καί ἐν γένει απωλείας των…! Μέγα μέρος τῶν «θησαυρῶν» αὐτῶν, δαπανᾶται διά τήν διαφύλαξίν των, ἒναντι κλοπῶν, πυρκαϊῶν καί παντός εἲδους ἀκραίων φυσικῶν φαινομένων (εἲδαμε προσφάτως κατά τρόπον δυστυχῶς τραγικόν τό τι μπορεῖ νά συμβῆ μέσα σέ λίγα λεπτά) , ἀνταγωνισμῶν, πολέμων, συμφερόντων ἂλλων ΠΛΕΟΝΕΚΤΩΝ δούλων τῆς ὓλης κ.λπ….! Σκεφθῆτε τώρα, πόσος χρόνος, πόση προσπάθεια, πόση «σκέψη» καί «φροντίδα» ἀπαιτοῦν ὃλες αὐτές οἱ ἀγωνιώδεις προσπάθειες πού άποσκοποῦν στήν διάσωση, πολλαπλασιασμό, ἀξιοποίηση καί ἐν γένει περιφρούρηση τῆς ΥΛΗΣ τήν ὁποίαν μέ τόσην προσπάθειαν, κόπους καί ἂγχη «μάζεψε» ὁ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΣ ἂνθρωπος, εἰς βάρος τῶν πνευματικῶν του ἀναζητήσεων καί τῆς ἐπικοινωνίας του μέ Τόν Κύριον καί Θεόν μας. Ἐδῶ, πρέπει απαραιτητως νά κάνωμε ἓναν διαχωρισμόν, νά δώσωμε μίαν εἰκόνα στό θέμα, πού τοποθετεῖ τά πράγματα στήν σωστή τους διάσταση καί παύει νά «δαιμονοποιῆ» τήν ἐργατικότητα, τήν σωστή διαχείρηση, τήν ἐντός τῶν ἀποδεκτῶν ὁρίων προσπάθειαν τοῦ ἀνθρώπου γιά πρόοδο, προστασία τῆς Οἰκογενείας του, Βοήθειαν τῶν Οἰκείων του καί ἀξιοποίησιν τῶν δεξιοτήτων μέ τίς ὁποῖες τόν «προίκισε» Ὁ Κύριος, ἒχοντες κατά νοῦν τήν Παραβολήν τῶν ταλάντων καί τοῦ «πονηροῦ δούλου», τοῦ ὀκνηροῦ, τοῦ ΜΗ ἐργατικοῦ καί νά ΜΗ λησμονοῦμε τήν Θείαν Ἐντολήν «Ο ΜΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ, ΜΗΔΕ ΕΣΘΙΕΤΩ..! Εἶναι υποχρέωσις τοῦ κάθε Οἰκογενειάρχου, νά μεριμνᾶ νυχθημερόν γιά τήν στήριξιν τῶν μελῶν τῆς Οἰκογενείας του. Πρέπει νά συνειδητοποιήσωμε, πώς ὁ Πλοῦτος γίνεται παγίδα τῶν ψυχῶν, ὃταν καταστῆ ΑΥΤΟΣΚΟΠΟΣ καί ὃταν ἡ ἀπόκτησίς του δεν σταματᾶ μπροστά στις ΑΔΙΚΙΕΣ, τήν ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ, τήν ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ, τό ΕΓΚΛΗΜΑ καί ἐν γένει ὃταν «κινῆ τά νήματα» τῆς ζωῆς τῶν δυστηχισμένων οἱ ὁποῖοι καθίστανται δούλοι του. Ἡ ἐργατικότης, ἡ λογική διαχείρησις τῶν ἐσόδων μιᾶς τιμίας και παραγωγικής ἐργασίας καί ἡ ἀποταμίευσις κάποιων ἀγαθῶν πρός ἀντιμετὠπισιν περιόδων ἀνεχείας, όχι μόνον δέν εἶναι ἐνέργειαι παραβαίνουσαι τούς Θείους Νόμους, άλλά, ἀντιθέτως, ὃταν συνοδεύωνται ἀπό καθαράν καρδίαν, επικοινωνιαν με Τον Κυριόν μας, παροχήν βοηθείας εἰς τούς εὑρισκομένους εἰς δυσχερεστέραν ἀπό ἡμᾶς θέσιν καί καθημερινή ἒκφρασιν ευγνωμοσύνης (Διά τῶν θερμών μας Προσευχῶν) πρός Τόν Κύριόν μας διά τήν παροχήν των, ἀποτελοῦν καθαράν ΕΥΛΟΓΙΑΝ. Στήν ἐποχήν τήν ὁποίαν ζοῦμεν, ἐποχή διαλύσεως των πάντων, ἐποχήν ΣΑΡΚΟΛΑΤΡΕΙΑΣ, ΑΚΟΛΑΣΙΑΣ, ΚΑΤΑΛΥΣΕΩΣ ΠΑΣΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ, ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΤΩΝ ΔΙΑΣΤΡΟΦΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΡΙΚΤΩΝ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ καί ΑΠΟΚΟΠΗΣ τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἐπικοινωνίαν του άπό τήν Ὀρθόδοξη Πίστη του πρός τόν ΕΝΑΝ, ΤΡΙΑΔΙΚΟΝ καί ΑΛΗΘΙΝΟΝ ΘΕΟΝ μας, Τόν διά Τοῦ Ὀρθοδόξου Συμβόλου τῆς Πίστεώς μας περιγραφόμενον, αἱ σκοτειναί δυνάμεις ἒχουν «ξεσπαθώσει» καί κτυποῦν ἀλύπητα τόν ΑΠΟΣΤΑΤΗΝ ἂνθρωπον, δημιουργῶντας του προβλήματα ἐπιβιώσεως καί τόν κάνουν νά σκέπτεται: «Ἐγώ δέν ἒχω τρόπον νά ἐπιβιώσω, θά σκεφθῶ τώρα Θρησκεία καί Πατρίδα;» Καί αὐτά, τοῦ τά βάζουν στό μυαλό, ἀφοῦ πρώτα, μέ τά ἂφθονα μέσα πειθαναγκασμοῦ πού διαθέτουν ὃπως Μέσα Μαζικῆς…Συγχήσεως καί ΟΧΙ ἐπικοινωνίας, (Τῦπος, Τηλεοράσεις κ.λπ.), χρυσόν, ὓλη, εὐδαιμονισμὀν, «ἁπελευθέρωση» ἀπό τις «δεσμεύσεις» καί τούς «περιορισμούς» μιᾶς ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΖΩΗΣ, τόν ἒχουν παρασύρει σέ ἓναν ξέφρενον κόσμον γεμᾶτον σατανισμό, σαρκολατρεία, τενεκεδένια εἲδωλα μέ τήν πρόσκαιρη καί ἐπιφανειακή τους «λάμψη» νά τυφλώνη καί τόν καθιστοῦν ΑΠΟΣΤΑΤΗΝ καί ΑΡΝΗΤΗΝ τῆς Ἀρετῆς, τῆς Πίστεως, τῶν Ἠθικῶν Ἀξιῶν ποείθοντάς τον πώς ἡ πρόσκαιρος (ἐλαχίστης διαρκείας) ἐπίγειος ζωή, εἶναι αὐτό πού πρέπει νά τόν ἐνδιαφέρη καί ΟΧΙ ἡ ΑΩΝΙΟΤΗΤΑ πού ἀκολουθεῖ καί τῆς ὁποίας τό ΣΚΟΤΟΣ εἶναι μία ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ προοπτική..! Καί ΟΛΑ αὐτά, τά ἐπιτυγχάνουν οἱ σκοτεινές δυνάμεις, ἐκμεταλλευόμενες τήν ἂκριτον καί ὁλοκληρωτικήν παράδοσιν τοῦ ἀνθρώπου στα νύχια τῆς ὓλης, τοῦ Πλούτου (ὃπως τόν ὠρίσαμε πιό πάνω) καί τῆς ΣΑΠΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ τήν ὁποίαν ἐδημιούργησαν. Βλέπομε σήμερα τά ἀποτελέσματα τῆς ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ τοῦ ἀνθρώπου…! Ἒρχονται τά ΑΓΙΑ καί ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ καί ἀκοῦμεπαντού νά εὒχωνται «καλές γιορτές», «καλές…διακοπές», κ.λπ., αποφεύγοντας νά ἀναφερθοῦν ἀκόμα καί στήν λέξη ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ…! Μόνον γιά… ἐμπορικούς λόγους, χωρίς ίχνος πνευματικότητος, ἀκοῦμε νά λένε κάποιοι τήν λέξιν «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ», προκειμένου νά πλησιάσουν τόν ἂνθρωπο νά κάνη… «δῶρα», δηλαδή καί πάλιν γιά λόγους ὐλικῶν κερδῶν…!! Πόσο εὐτυχής ὑπῆρξεν ὁ πτωχός Λάζαρος, σέ σύγκριση μέ τόν «πλούσιο» γείτονά του…! 



Γιά τόν Λάζαρο καί τήν εὐλογημένη του οἰκογένεια, 

τά ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ἦσαν πάντοτε ΧΑΡΑ, ΔΩΡΟΝ ΘΕΟΥ, 

ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ Κ.ἡ.Ι.Χ. ΠΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΝ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ μας, 

 καί επιβεβαιωσις τοῦ ὃ,τι «ἀρκεῖ νά ζητήσης κάτι μέ πραγματική πίστη 

ἀπό τόν ἐνανθρωπίσαντα πρός σωτηρίαν μας Κύριο» καί μέ τόν τίμιο ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου, 

θά μπορέσης νά τό κατακτήσης. 

Ἡ γη μας, τα βουνά μας, οἱ θάλασσές μας, περιμένουν αὐτούς 

πού θά σκύψουν ἐπάνω τους καί θά ἀξιοποιήσουν 

τίς άπειρες δυνατότητες πού μᾶς δίδουν…! 

Εὒχομαι ἐκ βάθους καρδίας 

ΚΑΛΑ καί ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 

(καί όχι ἀπλῶς… «γιορτές»), 

μέ τήν επάξιον συμμετοχήν όλων στα Ἃγια Μυστήρια τῆς Εξομολογήσεως καί τῆς Θείας Κοινωνίας, 

μακριά ἀπό τήν λατρείαν τῆς ὓλης καί τοῦ φανταχτεροῦ,

ἀλλά καταστροφικά φθοροποιοῦ συγχρόνου τρόπου ζωῆς, 

πού ὁδηγεῖ μέ... μαθηματικήν ἀκρίβειαν στό αιώνιον σκότος 

καί τήν ἀπώλειαν τοῦ πλέον πολυτίμου μας ἀγαθοῦ, 

της ψυχής μας.



Αρχιμανδρίτης π. Ευθύμιος Μπαρδάκας

Εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Προυσσιωτίσης, Τσακός Αγίας Παρασκευής Αττικής

ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ ΘΕΑΤΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟΥ ΘΗΡΙΟΥ



 Δυστηχώς για πολλούς,

η οικουμενιστική σέχτα που τρίζει επικίνδυνα τους αρμούς της Εκκλησίας

είναι θέμα που προσπερνάται γρήγορα εξ’ απαλών ονύχων,

λες και είναι διαδικαστική λειτουργία στην ημερήσια διάταξη της κατοχικής βουλής,

που οσονούπω θα παρέλθει.

Και για τους φιλενωτικούς,ουδείς λόγος…

Αυτοί έχουν κάνει τις επιλογές τους.

Για τους άλλους όμως,τους αποστασιοποιημένους,τους οικτρά φοβισμένους,

τους γενικώς,μη ενδιαφερομένους;

Άγιοι μας δίδαξαν και μας νουθέτησαν πάνω στην υπεράσπιση της Πίστης,

εν καιρώ κινδυνευούσης της Ορθοδοξίας.

Φτάσαμε στο σημείο,τα αυτονόητα,να προσπαθούμε,

να τα αποδείξουμε με λόγια.



Η Πίστη δεν είναι μόνο εμπειρική,βιωματική πρακτική στις κατά βίον ορθόδοξες καταθέσεις μας. Δεν είναι μόνο, η εκ του ασφαλούς εντρύφηση στα αγιοπνευματικά κείμενα της πατερικής διδασκαλίας. Όπως δεν είναι και τα ατέρμονα δοκίμια σε λευκές κόλλες Α4, ανέξοδος χαρτοπόλεμος αναπαράγωγων λόγων, πατερικών κειμένων. Πίστη είναι και η μετά επιτάσεως προστασία της από εξώφθαλμους, αιρετικούς, συναγελάζοντες εχθρούς, που βλέπουν την Εκκλησία, ως μία ατέλειωτη αρένα, για να ποδηγετήσουν θριαμβευτικά, ό,τι οι αποστολικοί πατέρες μας παρέδωσαν. Πίστη είναι και να προσπαθείς,να διώξεις ψεύτικους, πνευματικά ερμαφρόδιτους κυνοποιμένες, που έρχονται, να οικειοποιηθούν το ποιμνιοστάσιο που είχες από καταβολής κόσμου. Πίστη είναι να ονομάζουμε το άσπρο, άσπρο και το μαύρο, μαύρο.Δυστηχώς για πολλούς,η οικουμενιστική σέχτα που τρίζει επικίνδυνα τους αρμούς της καινοτόμου Εκκλησίας, είναι θέμα που προσπερνάται γρήγορα εξ’ απαλών ονύχων, λες και είναι διαδικαστική λειτουργία στην ημερήσια διάταξη της κατοχικής βουλής, που οσονούπω θα παρέλθει. Και για τους φιλενωτικούς,ουδείς λόγος… Αυτοί έχουν κάνει τις επιλογές τους. Για τους άλλους όμως,τους αποστασιοποιημένους, τους οικτρά φοβισμένους, τους γενικώς,μη ενδιαφερομένους; Άγιοι μας δίδαξαν και μας νουθέτησαν πάνω στην υπεράσπιση της Πίστης, εν καιρώ κινδυνευούσης της Ορθοδοξίας. Φτάσαμε στο σημείο, τα αυτονόητα,να προσπαθούμε, να τα αποδείξουμε με λόγια. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, μέχρι και την αποτείχιση από την Εκκλησία επέλεξε, λόγω αίρεσης, για να διαφυλάξει τον Ορθό Λόγο των αγιοπνευματικών προκατόχων του. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, τον καιρό της εκατονταετούς εικονομαχίας ήρθε σε ρήξη με την ίδια την Εκκλησία, δημιούργησε στην Ιταλία δική του σύνοδο, εξορίστηκε, λοιδωρήθηκε και μετά από χρόνια αγιοποιήθηκε. Ο πατρο Κοσμάς ο Αιτωλός θεωρούσε προδότες, όσους καν δεν ανησυχούν για τον διασυρμό της Πίστης. Είναι φοβερό! Υπάρχει μια τέτοια ιλαρότητα, μια πνευματική ανευθυνότητα κι ένας έκτροπος ενδοτισμός,που κάνει το Γιατί, να χάνει την αξία του. Κληρικοί, θεολόγοι, λαικοί να βλέπουν τους Φράγκους, ως επίδοξους λοικοποιμένες να δημιουργούν αγέλη με τους δικούς μας ενχώριους οικουμενιστικούς σχίστες, τους καθ’ υποκρισίαν και κατ’ ευφημισμόν ορθοδόξους και να γυρίζουν την πλάτη τους στο παρελθόν. Δεν μπορεί, να μην βλέπετε τις καθολικές κοκκινουσκουφίτσες να ερωτοτρωπούν σε καθολικές, αλειτούργητες λειτουργίες, με δικούς μας φιλενωτικούς ψευδοποιμένες, που ατίμασαν το ράσσο και πρόδωσαν την Πίστη!Το Πιστεύω έχει καταργηθεί στην πράξη με την εωσφορική παραδοχή της θεωρίας των κλάδων. Ο αείμνηστος καθηγητής Θεολογίας κ. Ιωάννης Κορναράκης έλεγε σχετικά…''…Τι να πώ; Οι σημερινοί Οικουμενιστές είναι εντολοδόχοι προδότες της Ορθοδοξίας. Είναι και κάποιοι που πετούν χαρτοπόλεμο ανακοινώσεων κατά του Οικουμενισμού,κι ύστερα πάνε και συλλειτουργούν μαζί τους…!'' Αυτοί, Κύριοι, να με συγχωρείτε για την φράση μου,ονομάζονται πνευματικοί κωλοτούμπες!


Είναι φοβερό!
Υπάρχει μια τέτοια ιλαρότητα, μια πνευματική ανευθυνότητα
κι ένας έκτροπος ενδοτισμός,
που κάνει το Γιατί,να χάνει την αξία του.
Κληρικοί, θεολόγοι, λαικοί να βλέπουν τους Φράγκους, 

ως επίδοξους λοικοποιμένες να δημιουργούν αγέλη με τους δικούς μας 

ενχώριους οικουμενιστικούς σχίστες,
τους καθ’ υποκρισίαν και κατ’ ευφημισμόν ορθοδόξους
και να γυρίζουν την πλάτη τους στο παρελθόν.
Δεν μπορεί,
να μην βλέπετε τις καθολικές κοκκινουσκουφίτσες να ερωτοτρωπούν
σε καθολικές, αλειτούργητες λειτουργίες,
με δικούς μας φιλενωτικούς ψευδοποιμένες,
που ατίμασαν το ράσσο και πρόδωσαν την Πίστη! 


Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΗΤΙΣΜΟΣ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ: ΔΥΟ ΣΕ ΕΝΑ




ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ"


Θεσσαλονίκη, Πάσχα 1972



Κύριε Διευθυντά, Χριστός Ανέστη!



Εις την απάντησίν σας προς τον Μοναχόν Θεόκλητον Διονυσιάτην 

διαπράττετε κι εσείς το υπό πολλών διαπραττόμενων σφάλμα να διαχωρίσητε, 

ως δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, 

την αίρεσιν του Οικουμενισμού και την καινοτομίαν του νέου εορτολογίου.

Διά τον μελετητήν της προσφάτου Ιστορίας ο διαχωρισμός αυτός είναι εντελώς τεχνητός και απαράδεκτος, 

η δε εμμονή των οψίμων κατά του Οικουμενισμού Νεοημερολογιτών αγωνιστών εις τον διαχωρισμόν αυτών, 

περά τα όσα έχουν γραφεί επί του θέματος, 

δίδει την εντύπωσιν εσκεμμένης παραποιήσεως της αληθείας και ελλείψεως καλής πίστεως.

Διατί έγινε η αλλαγή του εορτολογίου το 1924; 

Ποίος εμελέτησε την πρόσφατον Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν και δεν γνωρίζει 

ότι η αλλαγή αυτή ήτο το πρώτον συγκεκριμένον βήμα του Οικουμενισμού εις τον Ελληνικόν χώρον; 

Οι Νεοημερολογίται, διά να παραπλανήσουν τον λαόν, είχον ισχυρισθή 

ότι προέβησαν εις μίαν διόρθωσιν διά λόγους αστρονομικής ακριβείας. 

Εάν τούτο ήτο αληθές θα είχεν εφαρμοσθεί εις την Ελλάδα ημερολόγιον αστρονομικώς τελειότερον του πεπαλαιωμένου ήδη ημερολογίου του Πάπα Γρηγορίου. 

Διατί εφαρμόσθη το επίσης εσφαλμένον ημερολόγιον του Πάπα; 

Μα απλούστατα, σκοπός δεν ήτο η επίτευξις αστρονομικής ακριβείας. 

Αυτό που επεδιώκετο ήτο η επίτευξις εορτολογικής ενότητος μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας 

και των αιρετικών "Εκκλησιών" της Δύσεως. 



Επεδιώκετο η Ένωσις των Εκκλησιών τουλάχιστον εις τον εορτολογικόν τομέα, και τούτο ως πρώτον βήμα. Η τακτική των Οικουμενιστών είναι πρόοδος διά βαθμίδων. Η πρώτη βαθμίς ήτο η εορτολογική ένωσις των Εκκλησιών. Στο πρόγραμμα ήτο να επακολουθήσουν συν τω χρόνω όσα επηκολούθησαν και όσα θα επακολουθήσουν. Φθάνει να αναγνώση κανείς την Εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1920 διά να πεισθή πλήρως. Η εγκύκλιος αυτή προτείνει ως πρώτον λίθον του οικουμενιστικού οικοδομήματος την φιλικήν προσαρμογήν της Ορθοδοξίας προς τας "Εκκλησίας" της Δύσεως "διά της παραδοχής ενιαίου ημερολογίου". Γράφεται επί λέξη: "Δύναται δε η φιλία αύτη και αγαθόφρων προς αλλήλους διάθεσις εκφαίνεσθαι και τεκμηριούται ειδικώτερον ως εξής: α΄. διά της παραδοχής ενιαίου ηµερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασµόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών...". Εις την εγκύκλιον αυτήν παραπέμπει και ο Θυατείρων Αθηναγόρας γράφων προσφάτως ότι: "η Ορθόδοξος Εκκλησία εξήλθε των τοιχωμάτων αυτής και εδημιούργησε σχέσεις και επεδίωξε συνεργασίαν ήδη από του 1920 διά της περιφήμου Εγκυκλίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, συνετέλεσεν εις την έναρξιν της Οικουμενικής Κινήσεως και την ίδρυσιν του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών...". Εξ άλλου εις τα πρακτικά του περιβόητου δήθεν πανορθοδόξου συνεδρίου του Μαΐου - Ιουνίου 1923 βλέπομεν ότι η μεταρρύθμισις του ημερολογίου είχεν ως σκοπόν την "εξυπηρέτησιν εν τε τούτω τω μέρει της παγχριστιανικής ενότητος. Έπρεπε να γίνη "προς αποκατάστασιν της ενότητος των χριστιανών τουλάχιστον εν τω σημείω τούτω". Το συνέδριον εκείνο διεκήρυξε σαφέστατα ότι "η διαρρύθμισις του ημερολογίου είναι ο πρώτος λίθος διά το οικοδόμημα της ενώσεως πασών των εκκλησιών". Όπως βλέπετε ο Οικουμενισμός δεν ενεφανίσθη μόλις σήμερον με τον Αθηναγόραν. Εγεννήθη εις την Ελλάδα το 1924 και ανδρούται έκτοτε εντός των κόλπων της κρατικής Εκκλησίας. Δεν επιτρέπεται λοιπόν, καλής πίστεως αγωνισταί, ως υμείς, να αγνοήτε την αλήθειαν αυτήν ότι το πρώτον προγεφύρωμα του Οικουμενισμού εις την Ελλάδα υπήρξε η καινοτομία του ημερολογίου. Αυτός ήτο ο λόγος διά τον οποίον οι Παλαιοημερολογίται αντιμετώπισαν εξ αρχής το θέμα ως δογματικόν, ασχέτως εάν δεν εχρησιμοποιείτο τότε ευρύτερα ο όρος "Οικουμενισμός". Η συνείδησις του ορθοδόξου λαού είχε ταυτίσει από της πρώτης στιγμής την εορτολογικήν μεταρρύθμισιν με τον εκφραγκισμόν. Ημερολογιακόν και Οικουμενισμός δεν είναι λοιπόν δύο διαφορετικά και ανεξάρτητα θέματα αλλά ένα και το αυτό, και ο αγών κατά του Οικουμενισμού, εάν είναι συνεπής, δεν είναι δυνατόν να περιορισθή εις τα σύγχρονα κατορθώματα της παναιρέσεως αυτής, είναι υποχρεωμένος να ανασκάψη τας ρίζας της και να συνθλίψη επί της πέτρας τα νεογνά της. Νομίζω ότι παρεξηγήσατε τον π. Θεόκλητο όσον αφορά εις το ποίους εννοεί διά της φράσεως "ακραίοι τύποι". Σίγουρα δεν εννοεί τους τρεις Μητροπολίτας τους διακόψαντας το μνημόσυνον του Αθηναγόρα. Δεν έχει, όπως λέει και ο ίδιος, πράγματι κανένα λόγον να τα βάλη μαζί των εφ' όσον ούτοι έχουν, ως και πρότερον, πλήρη Εκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετά πάντων των Αρχιερέων "αφού πέραν της διακοπής του μνημοσύνου ουδέν μετεβλήθη εις τας σχέσεις των μεθ' όλης της Εκκλησίας", εννοεί της οικουμενιστικής Εκκλησίας Αθηνών, Κωνσταντινουπόλεως, Μόσχας κλπ. Η παρατήρησις του π. Θεοκλήτου είναι οξυδερκεστάτη και είναι πνευματικόν συμφέρον σας να την προσέξετε. Πράγματι ποίαν σημασίαν έχει η διακοπή του μνημοσύνου όταν παραμένει η εκκλησιαστική κοινωνία; Όταν η διακοπή του μνημοσύνου δεν σημαίνει διακοπήν κοινωνίας είναι πράξις χωρίς νόημα, είναι μία καθ' αυτό στρουθοκαμηλική ενέργεια αποσκοπούσα εις την καθησύχασιν της ιδίας συνειδήσεως και της συνειδήσεως των οπαδών. Δεν αποχωρούν οι τρεις Μητροπολίται από της φλεγομένης υπό της αιρέσεως του Οικουμενισμού οικίας, κλείνουν μόνον τους οφθαλμούς διά να μη βλέπουν τας φλόγας και διδάσκουν τους οπαδούς των να κάμουν το ίδιον. Διατί λοιπόν να καταφερθή ο π. Θεόκλητος εναντίον των; Δεν διακηρύττουν και αυτοί, όπως και εκείνος, ότι "ουκ επέστη ο καιρός" δια την εγκατάλειψι του καταποντιζομένου πλοίου; Η διαφορά μεταξύ του π. Θεοκλήτου και των τριών Μητροπολιτών είναι μόνον εις ζητήματα τακτικής. Ουδεμία διαφορά μεταξύ των υπάρχει εις ζητήματα ουσίας. 



Κατά τη γνώμη μου η τακτική του π. Θεοκλήτου - κοινωνία και μνημόσυνον - είναι συνεπής. 

Δεν είναι δυνατόν όμως να λεχθή το ίδιον και διά την τακτικήν των τριών Μητροπολιτών - κοινωνία χωρίς μνημόσυνον. 

 Ο π. Θεόκλητος έχει κατανοήσει τελευταίως ότι κριτική του Οικουμενισμού και των οικουμενιστών 

με παράλληλον συνέχισιν εκκλησιαστικής κοινωνίας μετ' αυτών συνεπάγεται απαράδεκτον και αυτόχρημα γελοίαν ασυνέπειαν. 

Αυτός νομίζω ότι είναι και ο λόγος διά τον οποίον διέκοψε την κατά του Οικουμενισμού δημοσιογραφίαν 

εφ' όσον είχεν αποφασίσει - διά λόγους που ο Θεός γνωρίζη - 

να μη διακόψη την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετά των οικουμενιστών. 

 Η συνέπεια και η σοβαρότης απαιτεί ένα από τα δύο: 

ή σιωπήν και κοινωνίαν μετά των οικουμενιστών, 

ή αγώνα και διακοπή κοινωνίας. 

Δεν υπάρχει μέση κατάστασις εάν σεβόμεθα τους εαυτούς μας. 

Μη κατηγορείτε λοιπόν τον άνθρωπον αδίκως. 

Δεν κατεφέρθη κατά των τριών Μητροπολιτών. 

Άλλους είχεν εις τον νουν του. 

"Ακραίοι τύποι" είμεθα ημείς, 

 ο γράφων και οι όμοιοί μου, που δεν ηρκέσθημεν εις διακοπάς μνημοσύνων 

αλλά προχωρήσαμεν και εις διακοπήν κοινωνίας και εγίναμε Παλαιοημερολογίται.



Με εκτίμησιν


Αλέξανδρος Καλόμοιρος


Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ



ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 


(Ἡ «ρουτίνα» τῶν Κυριακῶν πού δέν θά ξεχάσουμεποτέ)



Τίς δεκαετίες τοῦ ’50 καί τοῦ ’60, ὅταν ἡ γκαζόλαμπα ἀντικαταστάθηκε ἀπό τό ἠλεκτρικό ρεῦμα καί ἡ κοινόχρηστη βρύση τῆς γειτονιᾶς ἐγκαταλείφθηκε γιατί ἀποκτήσαμε νερό στό σπίτι μας, ὁ ἐκκλησιασμός τῆς Κυριακῆς ἦταν μία εὐχάριστη γιορτή, μία εὐχάριστη ἔξοδος. Τό βράδυ τοῦ Σαββάτου γινόταν ἡ κατάλληλη προετοιμασία. Λουζόμουν σέ μία στρογγυλή σκάφη, ἐλλείψει μπανιέρας, ἐνόσω ἡ μητέρα μου μοῦ ἔριχνε τό νερό μέ ἕναν μαστραπά στό κεφάλι κι ἐγώ περιστρεφόμουν ἐπιτόπου, ὥστε τό νερό νά διαχυθεῖ σέ ὅλο τό σῶμα. Τόν χειμώνα ἡ διαδικασία γινόταν κοντά στή σόμπα, ὥστε τό περιστρεφόμενο σῶμα νά ἀποκτᾶ μία ὁμοιόμορφη θερμοκρασία. Τό πρωί τῆς Κυριακῆς ντυνόμουν καί πήγαινα στήν ἐκκλησία, ἄλλοτε μόνος μου καί ἄλλοτε μέ τούς γονεῖς μου. Στό ντύσιμο ὑπερεῖχα τῶν συμμαθητῶν μου, γιατί εἶχα πατέρα ράφτη καί ὅλο κάτι σκαρφιζόταν γιά νά πρωτοτυπήσει. Ἰδιαίτερα τά ἐσώρουχά μου ἦταν πολύ ἐντυπωσιακά: Ἡ μητέρα μου ἔπαιρνε ἀπό τόν μπακάλη ἄδεια τσουβάλια ἀπό ἀλεύρι καί ζάχαρη καί τά ἔπλενε στό καζάνι μέ ἀλισίβα (σταχτόνερο, φυσικό ἀπορρυπαντικό της ἐποχῆς), ἀλλά τά σταμπωτά γράμματα δέν ἔσβηναν ἐντελῶς. Ἔτσι, ὅταν ὁ πατέρας μου ἕραβε τά ἐσώρουχά μου, φαίνονταν στά ὀπίσθια ἤ στήν πλάτη μου Sugar Cave (ζαχαροκάλαμο) ἤ Farina (ἀλεύρι). Μέ αὐτό τό ἐνδυματολογικό «ὁπλοστάσιο» ἀνέβαινα τά σκαλοπάτια τοῦ Ἁγίου Θεράποντα Κάτω Τούμπας. Ἄναβα τά κεράκια πού εἶχα τάξει, καί κατευθυνόμουν στή δεξιά πλευρά, ὅπου ἦταν ὁ χῶρος γιά τούς μαθητές. Δέν καταλαβαίναμε τήν αὐστηρή βυζαντινή καθαρεύουσα, ἀλλά ξέραμε τό τελετουργικό καί σταυροκοπιόμασταν καί γονυπετούσαμε ὅταν ἔπρεπε. Ἀρκετές φορές ἀνυπομονούσαμε νά τελειώσει ἡ λειτουργία καί νά πάρουμε τό ἀντίδωρο. Ἔπαιρνα καί γιά τούς γονεῖς μου, ὅταν δέν ἦταν παρόντες, καί τό ἔβαζα στό καθαρό λευκό ὑφασμάτινο μαντίλι. Μέ τούς συμμαθητές μου κάναμε μία βόλτα στό πάρκο τοῦ Ἁγίου Θεράποντα καί, ἀνάλογα μέ τά οἰκονομικά μας, παραγγέλναμε «ὑποβρύχια» ἤ πάστες. Πολλές φορές παραγγέλναμε τόσα γλυκά ὅσα χρήματα συγκεντρώναμε ἀπό τόν ρεφενέ, ἀλλά μέ περισσότερα κουταλάκια, γιά νά γλυκαθοῦν ὅλοι στήν παρέα. Ξέρετε τί ἐξαίσια γεύση εἶχαν τά γλυκά ρεφενέ; Τό μεσημεριανό μᾶς περίμενε καί χωρίζαμε γιά τά σπίτια μας, μέ τήν προσδοκία νά βροῦμε λίγο κρέας στήν κατσαρόλα. Οἱ «ἔχοντες καί κατέχοντες» εἶχαν κρέας κάθε Κυριακή, ἐνῶ οἱ σκέτοι «ἔχοντες» μία φορά τόν μήνα. 

ΠΩΣ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΩ ΤΟ ΨΩΜΙ;



Τούτες τις μέρες που την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, 

η Χρυσούλα, 

μεγάλη ώριμη γυναίκα με δική της τώρα οικογένεια, 

φέρνει στο νου της τη συγχωρεμένη τη γιαγιά της. 

Χρυσούλα την έλεγαν κι εκείνη, 

με παππού ιερέα ευλαβικό τον ονομαστό παπα-Γιώργη τον Διακουμάτο 

στην περιοχή της Οιτύλου στη Λακωνία. 

Απ' το στόμα του παπα-Γιώργη έβγαινε πάντα χρυσάφι ο θείος λόγος του Ευαγγελίου. 

Αυτόν έσπερνε παντού και γλύκαινε τους πονεμένους. 

Στη μικρή του τη Χρυσούλα έκανε μαθήματα μέσα από την Αγία Γραφή, 

το Οκτωήχι και το Ψαλτήρι. 

Τι στιγμές ήταν εκείνες! 

Σμίλευε ο ακούραστος λευΐτης με τη σμίλη του Πνεύματος την άκακη και αθώα ψυχή της εγγονούλας του, 

την μάθαινε να αγαπά τον Θεό, να συγχωρεί τους ανθρώπους, 

να σκορπίζει καλοσύνες σε εχθρούς και φίλους. 

Ποτέ δεν ξεχνούσε -η μακαρίτισσα τώρα- γιαγιά τη μεγάλη μορφή του ιερέα παππού της, 

που για το χωριό δεν ήταν μόνο παπάς, 

αλλά και δάσκαλος και συμφιλιωτής και παρηγορητής, 

άγγελος ήταν για όλο το χωριό τους ο παπα-Γιώργης. 



Μεγάλωσε κάποτε η μικρή Χρυσούλα. Έκανε τη δική της οικογένεια, και έμενε στο Ελαιοχώρι. Τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι της είχε χαρίσει ο Πανάγαθος. Μικρά ήταν όλα τότε. Πού να τ' αφήσει; Τα χωράφια τους είχαν απαιτήσεις. Ήθελαν χέρια δυνατά και σκληρά να τα δουλεύουν. Και κείνα άμειβαν. Και δίναν πλούσιο τον καρπό τους για να τρέφουν τη φτωχή οικογένειά τους. Η Χρυσούλα ήταν πρώτη στο νοικοκυριό. Δεν υστερούσε όμως και στα αγροτικά. Ποτέ δεν ήθελε ν' αφήνει τον άνδρα της μόνο του. Έτρεχε και αυτή από κοντά του. Πρωί-πρωί, πριν ακόμη καλά-καλά φέξει ο ήλιος, ξεκινούσε με τη δροσιά. Από κοντά και τα παιδιά τους, μικρούλια τότε. Τ' άφηνε ξένοιαστα να παίζουν με τα χώματα ή να κυνηγάνε πεταλούδες ή άλλοτε να παίζουν κρυφτό στα χαλάσματα του φράχτη του κτήματος. Και κατά το μεσημεράκι όταν έφθανε η ώρα του φαγητού, μάζευε γύρω τα μικρά της. Έκαναν όλοι μαζί το σταυρό τους κι έλεγαν το «Πάτερ ημών». Σε κάποιο γεύμα έβγαλε από το ταγάρι της το καλοζυμωμένο καρβέλι και κοίταξε τα παιδιά της στα μάτια. Πάντα είχε ένα μικρό λόγο σοφό να τους πει την ώρα εκείνη. Αυτή τη φορά όμως τους είπε κάτι άλλο: «Αυτό το καρβέλι είναι δικό σας! Πώς θέλετε, παιδιά μου, να σας το μοιράσω το ψωμί, σαν Θεός ή σαν άνθρωπος;». Και κείνα μ' ένα στόμα είπαν: «Μαμά, σαν Θεός!». Γιατί ήξεραν, το 'χαν μάθει καλά το μάθημα, ότι ο Θεός είναι Πατέρας καλοκάγαθος που όλα τα μοιράζει δίκαια. Και ήθελαν να απολαύσουν τη δίκαιη μοιρασιά του Θεού.Πήρε λοιπόν το καρβέλι η μάννα, το σταύρωσε, το ασπάστηκε με ευλάβεια (έτσι έκανε πάντα) και άρχισε μετά να κόβει με το χέρι της και να δίνει στο καθένα το μερίδιό του. Τα μικρά πεινασμένα άρπαξαν με λαχτάρα το ψωμάκι και έβαλαν την πρώτη μπουκιά κιόλας στο στόμα. Όμως η μάννα φρόντισε ν' αφήσει εκείνη την ημέρα περίσσευμα το μισό καρβέλι. Τα μικρά τρώγοντας λοξοκοιτούσαν το ένα το άλλο αν κρατούσαν όλα την ίδια μερίδα. Είδαν μετά τη μητέρα τους που καλοδίπλωσε πίσω τους το υπόλοιπο μισό καρβέλι και το 'βαλε βιαστικά πάλι μέσα στο ταγάρι. Και εκείνα απορημένα ρώτησαν: «Μαμά, γιατί μας στέρησες τη δίκαιη μοιρασιά; Εμείς σου είπαμε να μας μοιράσεις το ψωμί σαν Θεός, όχι σαν άνθρωπος». Κι εκείνη με σοβαρότητα απάντησε: «Καλά μου παιδιά, σαν Θεός σας το μοίρασα. Ο Θεός φροντίζει για όλα τα παιδιά του κόσμου, και για κείνα που δεν έχουν να φάνε. Το υπόλοιπο καρβέλι ο Θεός θέλει να το πάμε στα φτωχά παιδάκια». Έκπληκτα άκουσαν τα μικρά το μεγάλο μάθημα για την αγάπη. Και έτρεξαν αμέσως με χαρά να βοηθήσουν στις φτωχογειτονιές του χωριού όσα παιδάκια δεν είχαν να φάνε. Κι αυτό δεν το 'καναν μόνο μία φορά... Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Δεν ζουν κείνες οι αγιασμένες μορφές που έζησαν στη φτώχεια αλλά ήταν τόσο πλούσιες. Έφυγαν! Έφυγαν και μας άφησαν κληρονομιά βαριά, ατίμητη σε αξία, παράδειγμα ψυχής αρχοντικής, που ξέρει να αγαπά και να σκορπίζει όπως ο Θεός δώρα και καλοσύνες με δικαιοσύνη σε όλο τον κόσμο. 



Τούτες τις μέρες πού την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, 

η Χρυσούλα, η ώριμη γυναίκα, τα θυμήθηκε όλα. 

Και τα λέει στις φίλες της όλα όσα ζούσαν και έκαναν τότε οι παλιοί, 

οι φτωχοί οι δικοί μας πρόγονοι και... η δική της γιαγιά. 

Σήμερα τα θυμήθηκε όλα ξανά, 

καθώς είδε κάτω από την πόρτα του σπιτιού της προσκλητήριο αγάπης, 

τυπωμένο χαρτί από τον εφημέριο της ενορίας της, που έλεγε: 

«Σήμερα κανένας να μη μείνει πεινασμένος στην ενορία μας. 

Βοήθησε και συ όσο μπορείς». 

Βούρκωσε!... 

Είναι και αυτή πνιγμένη στα χρέη, όμως το ψωμί στο φτωχό θα το δίνει και αυτή. 

Ζυμωμένο από τα δικά της τα χέρια. 

Κάθε μέρα θα το πηγαίνει στον καλό τους ιερέα πού γνωρίζει καλά τα ανήμπορα σπίτια!...


Εκ του περιοδικού ''ο Σωτήρ'', τεύχος 2059, Ιανουάριος 2013.
Επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

''Η ΧΤΥΠΗΜΕΝΗ'' ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ




Εις του Γιάννη της Παντελούς το στενό έβγαινε μία καντίνα, 

με τον λευκόν φερετζέν και το γιασμάκι της, 

και τούτο πολύ συχνά, 

σχεδόν κάθε μήνα. 

Την είδε δύο φορές με τα μάτια της η γριά Παντελού, και ο υιός της ο Γιάννης, 

και διάφοροι άλλοι γείτονες. 

Ήτον ένα κατάλυμα, 

παλαιά οικία καταρρεύσασα, χωριζόμενη δια του στενού από της οικίας 

εν η κατώκει η γραία μετά του υιού της και της νύμφης της, 

είτα ένας αυλόγυρος έρημος, μ’ ένα φούρνον, 

τον οποίον από πολλού έπαυσε να κολλά η γερόντισσα, 

και δύο ετοιμόρροποι οικίσκοι ακατοίκητοι, όλα έρημα και σκοτεινά. 

Της νύμφης της, της Γιάνναινας, «της είχεν έρθει άτυχα», εβεβαίου η γριά Παντελού. 

Μίαν εσπέραν, 

οπού είχε καταβή εις το κατάλυμα μοναχή της, 

βλέπει έξαφνα την καντίναν, λευκόπεπλον, με το μέτωπον, την ρίνα και τας σιαγόνας σκεπασμένα, 

με τα όμματα σπινθηροβολούντα, 

κι εκάθητο ως καλή νοικοκυρά εις την αγκωνήν του ερειπίου, 

επί τινος λίθου, καπνίζουσα το μικρό τσιμπουκάκι της· 

και πως της έπρεπε τω όντι! 

Ήτον άλλως η μόνη οικοκυρά του μέρους, 

διότι, αφού ο χώρος είχε μείνει από ετών έρημος ανθρώπων, 

επόμενον ήτο να ευρεθή μία καντίνα να λάβη κατοχήν.



Η παράδοσις έλεγεν ότι, το πάλαι, ότε είχον οικήσει Τούρκοι εν τη νήσω, ο χώρος ούτος και πολλά κύκλω οικόπεδα ανήκον εις έναν Αράπην, όστις έτρεφεν ουκ ολίγας γυναίκας, και το κατάλυμα τούτο ήτον ακριβώς το χαρέμι του. Είναι αληθές ότι των Τούρκων οι νεκροί γίνονται την νύκτα ζωντανοί σκύλοι, αλλ’ ίσως η μία των γυναικών του Αράπη να ήτο εις το κρυπτόν χριστιανή, και αν και εξεβαπτίσθη διά της μετά του απίστου κοινωνίας, δεν είχε κατορθώσει να γίνει εντελώς Τούρκισσα. Άμα είδε το απίστευτον θέαμα η πτωχή γυνή, έτρεξε με τρεμούσας κνήμας, με την γλώσσαν κρεμάμενην έξω, λευκή ως σινδών, έτρεξεν επάνω εις την οικίαν, κι έπεσεν αμέσως εις την στρωμνήν, πυρέσσουσα. «Της ήρθε άτυχα». Είχε χτυπηθή. Και δεν της επήρε μεν η καντίνα την μιλιά της, διότι με την γλώσσαν παραλυθείσαν δεν εδυνήθη ν’ αρθρώση κραυγήν, αλλ’ έμεινε τραυλή διά βίου. Επί τρεις μήνας και πλέον την εδιάβαζεν ο ιερεύς της Παναγίας της Κεχρεάς, και κατ’ αρχάς αι φωναί της ήσαν ακατάληπτοι. Ύστερον όμως ο τραυλισμός εμετριάσθη, και ηδύνατο μετά δυσκολίας να εκφράζη τι επεθύμει. Αλλά πέπλος βαθύς ηπλώθη επί της διανοίας της, όμοιος μ’ εκείνον, όστις έκρυπτε τους χαρακτήρας της μορφής της καντίνας. Η πενθερά της «την είχε ’μόσιμο», τόσο πολύ την ηγάπα. Και την ηγάπα δημόσια, εις το φανερόν, δεν το έκρυπτεν. Η γειτόνισσά της η γρηά Περμάχου, ηγανάκτει και διεμαρτύρετο κατά της τόσης αδυναμίας της ομήλικός της προς την ασθενήν νύμφην. Διότι η πτωχή Γιάνναινα, τριακοντούτις γυνή, ωχρά, αναιμική εξ αρχής, εφύλαττε την στρωμνήν επί μήνας, επί μήνας πολλούς, μετά την όψιν του φαντάσματος. Της έλεγεν· - Ε! σαν πεθάνη, και τι τάχα; Θα ξελευτερωθή…. Αλλ’ η γραία Παντελού ούτε αστεϊσμού χάριν ηδύνατο ν’ ακούση τοιαύτην ευχήν εκφερομένην. Ν’ αποθάνη η νύμφη της; Μη γένοιτο! Και είχεν άλλην νύμφην; Και όμως μ’ όλους τους απαίσιους κρωγμούς της γριάς Περμάχου, η Παντελού δεν έπαυε να την έχη έμπιστον, να της λέγη όλα τα μυστικά της. Μιαν πρωίαν, έλθουσα παρά την θύραν της καλύβης, όπου κατώκει η απαίσιος γραία, υπό την φυλλορροούσαν κληματαριάν, της είπεν ότι η νύμφη της είχε περάσει τη νύκτα πολύ άσχημα, ότι δις ήλθεν εις κίνδυνον, ότι «ακόμη λίγο και θελά σώσει», ότι εξύπνησαν τα μεσάνυκτα τον εφημέριον διά να την μεταλάβη, και ότι μόλις τώρα τα χαράγματα ησύχασεν ολίγον και απεκοιμήθη. Αλλ’ ότι ακόμη είναι φόβος, φόβος και κίνδυνος. Στρέψασα τότε η γριά Περμάχου πολυσήμαντον βλέμμα προς την συνηλικιώτιν και ομότριχά της, της λέγει· - Σα σ’ ακούω γειτόνισσα! Θα φάη κι άλλη ψωμί!.. Εν τούτοις η ταλαίπωρος γυνή υπέφερε και ήτον αξία οίκτου. Έπασχεν από συνεχή πνιγμονήν, είχε λήρους, λιποθυμίας, παραμιλήματα, έκλαιε κι εκόπτετο άνευ αιτίας, παννυχί, υπό τον σκληρόν εφιάλτην. Ετραύλιζεν, ετραύλιζε πάντοτε. Εφώναζε αίφνης: «Να την! την βλέπω!». Εφαντάζετο ότι βλέπει πάντοτε την καντίνα με τον φερετζέν και με το τσιμπουκάκι της. Έκραζεν, έξυπνος ή κοιμώμενη, την κόρην της, παιδίσκην επταετή: «Έλα, μικλό μου! Κατελνιώ μου! καλδιά μ’ πονεί…». Και η μικρά ήρχετο πλησίον της και την ενηγκαλίζετο. Η κορασίς αυτή ήτο απαράλλακτον αντίτυπον της μητρός της, μικρογραφία της αυτής εικόνος. Μακρά, ισχνή, λευκοτάτη, κηρόπλαστος. Εν τούτοις η μάμμη της δεν την ηγάπα. Επροτίμα τον αδελφόν της, τον μικρόν Πολυχρονάκην, τετραετές παιδίον «με τέσσερα μάγουλα», ακριβές αντίγραφον του πατρός του. Ο χρηστός ούτος νοικοκύρης, γεωργοκτηματίας εκ των πρώτων της νήσου, επαρχιακός σύμβουλος, βραχύσωμος, παχύς, προγάστωρ, επανήρχετο πάντοτε την εσπέραν από το χωράφι (συνήθως ήρχετο πολύ μετά την δύσιν του ήλιου, ενίοτε δύο ώρες νύχτα), κουρασμένος, πεινασμένος, ολιγόλογος, αλλ’ όχι και οργίλος ούτε παράξενος. Δεν ηρώτα ποτέ την πάσχουσαν πώς επέρασε την ημέραν, αλλά και δεν εγόγγυζε ποτέ ούτε παρεπονείτο διατί να είναι άρρωστη. Είχεν εργασίας, είχε σχέδια, ειργάζετο ο ίδιος, αλλά και δεν έπαυε να έχει παραγυιούς, να δανείζεται και να πληρώνει ημεροκάματα. Είχε δύο- τρείς ελαιώνας λαμπρούς, φθονετούς, κι εύρισκε τους δανειστάς προθύμους. Εφαντάζετο ότι η προθυμία αυτή ήτο εκ σεβασμού και αβροφροσύνης προς αυτόν, ως πρόκριτον εκ καλής οικογενείας του τόπου. Όλον τον χρόνον δεν του έλειπαν οι εργάται. Είχε δύο βουνά ολόκληρα να καλλιεργήση. Είχε να ξανοίξη, να ξεσκαλώση, να θαμνέψη, να βοτανίση, να φυτέψη, να θηλιάση, να οργώση. Έπειτα είχε να συγκομίση τους καρπούς, να εκθλίψη τα έλαια, να πατήση τας σταφυλάς. «Καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλαι». Εδανείζετο λοιπόν κι επλήρωνε. Έλεγε «παίρνοντας και δίνοντας». Συνήθειαν δεν είχε να λογαριάζεται ποτέ, αν και έδιδεν εις τους τόκους ό,τι του επερίσσευεν. Οι δανεισταί του, ως εκ της οφειλομένης αβροφροσύνης προς αυτόν, ως εκ προγόνων προεστώτα του τόπου, δεν τω έλεγαν ποτέ: «Έλα να λογαριασθής». Δεν εφαντάζετο ότι όλα και όλα τα χρέη του θα υπερέβαινον ποτέ τα χίλια τάλληρα. Εις την πρώτην ελαιοφορίαν είχε σκοπόν να τα εξοφλήση όλα. αλλά μίαν εσπέραν πολύ δυσαρέστως εξεπλάγη όταν, επανελθών από το χωράφι, εύρεν εις την θύραν του τοιχοκολλημένην αγωγήν «περί πληρωμής δραχ. 19.892 και 85% εντόκως, από της επιδόσεως μέχρι εξοφλήσεως». Ο αυθάδης κλητήρ, όστις μόνος αυτός ετόλμησε να λησμονήση την οφειλομένην προς τον απόγονον των προεστώτων αβρότητα, παρεπονέθη ότι δεν εύρισκε ποτέ τον εναγόμενον, ότι ήτον αιωνίως εις το χωράφι, ότι ποτέ ούτε κατά Κυριακήν δεν κατέβαινεν εις την αγοράν, και επειδή αι γυναίκες δεν ήξευραν να υπογράψουν ούτε ήθελαν να δεχθούν το έγγραφον, προεικάζουσαι ότι θα ήτο φοβερόν τι, εκόλλησε την αγωγήν επί της θύρας, κι επήγε να πίη το ορεκτικόν του. Και είναι παραδεδεγμένον ότι μία δυστυχία δεν έρχεται ποτέ μόνη της. 



Μόλις είχε παρέλθει μην από του ανεξηγήτου παθήματος της γυναικός του, και η αγωγή τού εκοινοποιήθη. Εννοείται ότι, αν και ήτο επαρχιακός σύμβουλος, δεν ενόει τίποτε από δικαστικά πράγματα, και οι δικολάβοι τον εξεμεταλλεύοντο όπως ήθελαν αυτοί. Έπαυσε τους εργάτας δια να πληρώνη τους δικηγόρους. Η γριά Παντελού ήλθεν εις την ακμήν να μετανοήση ότι έπαυσε να κολλά τον φούρνον, ας ήτο και μήτηρ συμβούλου επαρχιακού. Δεν της ήρκουν τα άλλα βάσανα, είχε και την γραίαν στρίγλαν την γειτόνισσάν της, ήτις δεν έπαυε να επαναλαμβάνει την σκληράν επωδόν: «Θα φάει κι άλλη ψωμί!» Και αυτή, την νύμφην της, «την είχε ’μόσιμο». Ηδύνατο ν’ ακούει τοιούτον κακόηχον κρωγμόν; Μίαν ημέραν έχασε την υπομονήν και της λέγει˙ - Για να σου πω γειτόνισσα, δε μ’ αρέσει να μ’ το λες αυτό. Τότε η γραία στραφείσα τής απεκρίθη˙ - Το ξέρω δα πως αμόνεις στ’ όνομά της, γειτόνισσα˙ μα ησύχασε, το όνομα της δε θα χαθή! Ήτον ημέρα Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως, και η γριά Παντελού, επιστρέψασα εκ της λειτουργίας, όπου είχεν ακούσει τις «γενεές δεκατέσσαρες» ανέβη εις την οικίαν. Η ασθενής ανέκειτο επί της στρώμνης παρά την εστίαν, και η μικρά Αικατερίνη καθημένη παρά το προσκέφαλόν της τής εκράτει την χείρα. Η γριά Περμάχου είχεν έλθει να κάμει την συνήθη πρωϊνήν επίσκεψιν, να δώση κανέν ψευτογιατρικόν εις την πασχούσαν και να πίη την φασκομηλιά της με το πετιμέζι. Οκλάζουσα εις μίαν γωνίαν αντίκρυ της εστίας, ομοία με την κουκουβάγια, προσήλου τους μεγάλους οφθαλμούς της επί την ασθενή, και κατεμέτρει τους προϊόντας βαθμούς της φθοράς επί του προσώπου της. Είτα ηγείρετο και κατέβαινεν εις την καλύβην της, και η γριά Παντελού, την προέπεμπε συνήθως μέχρι της κλίμακος. Τότε η Περμάχου επανελάμβανε ταπεινή τη φωνή την προφητείαν της, «ότι θα φάη κι άλλη ψωμί», η δε γραία διεμαρτύρετο ασθενώς κατά της επιμονής της. Και την ημέρα εκείνην το αυτό συνέβη, και το παράδοξον, ότι μόλις εσηκώθη η Περμάχου, ευχομένη «περαστικά» κατά το σύνηθες, και η ασθενής εστήλωσε τα ώτα, προσβλέπουσα δια της ημικλείστου μεινάσης θύρας προς τον εξώστην, καθ’ ην διεύθυνσιν εξήλθον αι δύο γραίαι. Ήκουσε τους ψιθυρισμούς των, και η όψις της έγινε πελιδνοτέρα ή όσον ήτο. Διέκρινεν άρα την δύσηχον φράσιν της γραίας κακομάντιδος; Στραφείσα τότε προς την κόρην της, μετά κόπου και δυσκολίας της είπε τραυλίζουσα˙ - Αχ ! παιδί μου, εγώ έχω ως τώλα πεθελά, και συ από δω κι εμπλός θα έχεις… Και εστάθη. -Τι θα έχω; ηρώτησε μετά παιδικής περιέργειας η παιδίσκη. Η ασθενής ανένευσεν, ως να ήθελε να είπη· «Άφησέ τα τώρα, δεν είναι καιρός». Αλλ’ η μικρά επέμεινε· - Τι θα έχω, μητέρα; - Τι να σου πω, παιδί μου, εψιθύρισεν η πάσχουσα, ο Θεός ξέλει... Ίσως ήθελε να είπη «μητρυιάν», αλλά δεν είχε το θάρρος ν’ αρθρώση την λέξιν. - Γιατί, μητέρα, επανέλαβεν η παιδίσκη, είπες πως έχεις πεθερά, σαν να μην είσ’ ευχαριστημένη. Και δε σ’ αγαπάει η μαμίτσα μου; Η ασθενής έσεισε την κεφαλήν , αλλά δεν είπε λέξιν. - Η μαμίτσα μου, μητέρα, την ακούω εγώ πολλές φορές, που λέει της θεια-Περμάχους πως σ’ έχει ’μόσιμο. Δεν μου λες, μητέρα, τι θα πει αυτό, να έχει κανείς έναν άνθρωπο ’μόσιμο; - Θα πη, παιδί μου, εμορμύρησεν η ημίπληκτος, πως αμόνει τάχα στ’ όνομά του. Η κορασίς δεν ενόησεν εντελώς. - Και τι θα πη ν’ αμόνει στ’ όνομά του; - Θα πη να παίλνη όλκο στ’ όνομά του, πώς λένε καμπόσοι μα το Θεό, μα την Παναγιά…. - Α! κι η μαμίτσα μου αμόνει στ’ όνομά σου; - Θεός ξέλει…. - Την άκουσα, μητέρα, να το λέει της θεια-Περμάχους, κι η θεια-Περμάχου της έλεγε… Η ασθενής έκαμε κίνημα όχι περιεργείας ή ανυπομονησίας δια ν’ ακούση, αλλά μάλλον αποτροπιασμού όπως μη ακούση τα λεγόμενα. Η μικρά εξηκολούθησε χωρίς να εννοήση· - …Της έλεγε: «Ε! γειτόνισσα, γειτόνισσα! θα φάη κι άλλη ψωμί….». Δε μου λες, μητέρα, τι θα πη να φάη κι άλλη ψωμί; Αλλ’ η δύστηνος γυνή είχε γίνει πελιδνοτάτη, και τα όμματά της είχον την αλαμπή εκείνην στιλπνότητα, την οποίαν ο λαός ονομάζει βασίλεμα των ματιών, και οι οδόντες της έμειναν συνεσφιγμένοι. - Τι έχεις, μητέρα, τι έχεις ; έκραξεν η Αικατερίνη. Την στιγμήν εκείνην επέστρεψεν η γραία Παντελού, αφού είχε προπέμψει μέχρι της κλίμακος την γηραιάν φίλην της. - Κουράγιο, νυφούλα μου, κουράγιο, είπεν ιδούσα την έκτακτον ωχρότητά της, και μη μαντεύουσα τι είχε λεχθή. Η ασθενής κατέβαλεν υπεράνθρωπον αγώνα, και συνήλθε. Δεν εξέφερε κανέν παράπονο. 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...