ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ



Εξαγγέλθηκαν πρό μηνῶν νέα μέτρα γιά τήν παιδεία πού θά ἐφαρμοσθοῦν

–ἄν ἐφαρμοσθοῦν– 

κατά τήν τρέχουσα καί μή φθάνουσα τριετία. 

Ὅλα αὐτά ὅμως ἀφοροῦν στό πρόβλημα καί ὄχι στήν οὐσία τῆς παιδείας. 

Ἀποστολή τῆς παιδείας εἶναι νά φτιάχνει ἀνθρώπους 

καί ὄχι κιβὠτια μέ κάποιες γνώσεις. 

Τό τί ἄνθρωπο θέλουμε ἦταν τό πρόβλημα πού ἀπασχόλησε ὅλους τούς ἀρχαίους φιλοσόφους 

καί τούς νεώτερους παιδαγωγούς. 

Κι ὅλοι ἔρριχναν τό βάρος τους στό ἦθος, 

στήν εὐγένεια (ὄχι ἀπαραιτήτως στους κομψούς τρόπους), 

στήν εὐπρέπεια καί στή λεβεντιά. 

Σήμερα, ὡς πρός αὐτά, 

πηγαίνουμε ἀπό τό κακό στό χειρότερο. 

Καί τό πρότυπο τοῦ χειρότερου δίνουν ὄχι μόνον οἱ μαθητές 

ἀλλά κάποιοι «ἀπελευθερωμένοι» καθηγητές καί δάσκαλοι. 



Μοῦ στέλνουν γράμματα ἀπελπισίας πολλοὶ εὐαίσθητοι ἐκπαιδευτικοὶ γιὰ τὴ χαώδη κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ στὰ σχολεῖα. Τὸ πρόβλημα, ὅπως μοῦ γράφει μία καθηγήτρια, δὲν εἶναι οἱ γνώσεις ποὺ εἶναι πιὸ ἰσχνές καὶ ἀπὸ τὶς ἰσχνές ἀγελάδες τοῦ φαραώ. Εἶναι κυρίως ἡ συμπεριφορὰ. Ἡ ἀγένεια θεωρεῖται ἀπὸ πολλὰ παιδιὰ, ἰδίως ἀπὸ κορίτσια, χαριτωμένη! Καὶ μοῦ ἐξιστορεῖ ἡ καθηγήτρια, ποὺ ἔχει οἰκογενειακὴ πνευματική παράδοση δύο αἰώνων, τὰ ἐξῆς: Μία μαθήτρια συνομιλοῦσε ἀπαθῶς μὲ τὴν διπλανὴ της κατὰ τὴν ὥρα τοῦ μαθήματος. Τῆς εἶπε νὰ βάλει μία τελεία στὸ στόμα της καὶ τότε αὐτὴ ὀργισμένη ἀπάντησε: «Ἔτσι δὲν μοῦ ἔχει μιλήσει οὔτε ἡ μητέρα μου. Ἐγὼ φεύγω»! Καὶ διασχίζοντας τὴν αἴθουσα, ἔφυγε σὰν φρεγάτα μὲ φουσκωμένα πανιά. Προφανῶς ἡ καθηγήτρια ἔψαχνε τὰ χαρτομάντηλά της νὰ σκουπίσει τὰ δάκρυά της. Μιὰ ἄλλη μαθήτρια, ἀλβανικῆς καταγωγῆς, ἀπὸ τὴν εὐγενῆ φάρα τῶν Τσάμηδων, προφανῶς, σὲ ἀνάλογη παρατήρηση φώναξε σθεναρῶς: «Ἐγώ μιλάω; Ἄαα ὅλο ἐγὼ φταίω ἐδῶ. Ἐγὼ θὰ πληρώνω τὰ ψυχολογικά σας;». Κι ἔφυγε κι αὐτὴ ἀπὸ τὴν τάξη σὲ ἔνδειξη διαμαρτυρίας. Ὡστόσο, τὸ πρόβλημα τῆς ἀπρέπειας ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ σχολείου. Παράλληλα ξεχείλισε σὰν βόθρος καὶ ἡ ἀμάθεια. Μοῦ γράφει ἡ ταλαίπωρη καθηγήτρια ὅτι τὶς ἡμέρες τοῦ Ε.Σ.Ρ. βαρέθηκε νὰ ἀκούει τὸν νέο τρόπο κλίσης τῶν ὀνομάτων: τὸν Βύρων, τοῦ Βύρων! Πρόκειται γιὰ τὸν ἀτυχῆ Πολύδωρα. Τουλάχιστον δὲν κρατοῦσαν τὸ ἄκλιτο Byron; Ἡ ἴδια καθηγήτρια μπῆκε σ’ ἕνα γραφεῖο τελετῶν, δηλαδὴ κηδειῶν, κι ἔκανε μιὰ ὑπόδειξη στὸν «τελετάρχη» νὰ μὴ γράφουν στὰ νεκρόσημα - Σταυρούλα χήρα τοῦ... Σπυρίδων, ἀλλὰ τοῦ Σπυρίδωνος». Ὁ τελετάρχης ἀπόρησε καὶ ρώτησε γιατὶ; Καὶ ὑπομονετικὰ ἡ καθηγήτρια τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἡ γενικὴ κάνει Σπυρίδωνος, ἀλλὰ ὁ τελετάρχης τὴν ἀποστόμωσε: «Ἐπὶ Ζολώτα δὲν λέγαμε ὁ Ξενοφῶν, τοῦ Ξενοφῶν;». Τέζα ἡ ἐγγράματη φιλόλογος, ποὺ τὸ ἴδιο βράδυ δέχτηκε κι ἄλλο κτύπημα. Ἄκουσε ἀπὸ τοπικό ραδιοφωνικὸ σταθμὸ ὅτι τὸ τάδε σκάφος προσάραξε στὸ τάδε νησί γιὰ νὰ κάνει διακοπὲς ὁ ἰδιοκτήτης του! Σία κι ἀράξαμε, ποὺ λέγαμε παλιὰ. Ὅμως τὴν ἐχθρολεξία καλλιεργοῦν συχνὰ οἱ ἐκπαιδευτικοί. Ἡ ἐπιστο­λογράφος προσθέτει ὅτι ἄκουγε ἐπὶ ἔτη φιλόλογο νὰ λέει «μετὰ Χριστοῦ» (ποὺ σημαίνει μαζί μὲ τὸν Χριστὸ) καὶ νὰ γράφει ὅτι τὸ τάδε ἐξαιρετικὸ παιδί εἶναι ἀγυιόπαιδο, δηλαδή παιδί τοῦ δρόμου, ἀλητόπαιδο, ἐνῶ ἤθελε νὰ γράψει... ἁγιόπαιδο. Προφανῶς, ὁ φίλος τοῦ λόγου (φιλόλογος) ἦταν ἐχθρὸς τοῦ λόγου (ἐχθρολόγος). Καὶ τὸ τελευταῖο:Ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια ἔγιναν τῆς μόδας στὰ σχολεῖα οἱ ἐρευνητικὲς ἐργασίες, ἑλληνικιστὶ project. Ἡ ἐπιστολογράφος ἐπωμίστηκε καὶ αὐτὸ τὸ βάρος καὶ σκέφθηκε νὰ θέσει στὰ παιδιὰ σὰν ἀντικείμενο ἔρευνας τοὺς Κερκυραίους μουσουργοὺς. Ρωτάει τὰ παιδιὰ: «Ξέρετε κάποιον Κερκυραῖο μουσουργὸ;». Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ ἀπό κάτω. Ξαναρωτάει: «Τὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο, ποιὸς τὸν ἔγραψε;». Δειλὰ ἕνα παιδὶ ἀπαντᾶ: «Ὁ Σολωμὸς». Κι ἡ καθηγήτρια: «Τὴν μουσική ἐννοῶ. Ποιὸς τὴ ἔγραψε;». Τότε κάποια ἀκτίνα φωτὸς ἄνοιξε ρωγμὴ στὸ κρανίο κάποιου μαθητῆ, ποὺ φώναξε: «Ὁ Μάντζαρος». Τὸ παιδὶ ἔμενε στὴν ὁδὸ Μαντζάρου. 


Ἐνθουσιασμένη ἡ καθηγήτρια προχώρησε: 

«Τόν Ὀλυμπιακό Ὕμνο πού ἀκοῦμε κάθε τέσσερα χρόνια, 

ποιός τόν ἔγραψε;». 

Καί πάλι ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή. 

Ἡ καθηγήτρια ἔκανε συνεχεῖς παρακεντήσεις νά τούς ξυπνήσει τό μυαλό. 

Καί τό θαῦμα ἔγινε. 

Ἔνθους κάποιος μαθητής ἀναφώνησε: 

- Μήπως ἐννοεῖτε τόν ὕμνο τοῦ Ὀλυμπιακοῦ; 

- Ὄχι, τῆς ΑΕΚ!, ἀποκρίθηκε ἡ καθηγήτρια, 

πού κινδύνευσε νά πάθει κατατονική ἐμβροντησία. 

Καί μοῦ γράφει ἡ δύσμοιρη: 

«Ὁπότε, ὅπως καταλαβαίνετε, ξεκίνησα ἀπό τό μηδἐν». 

Σωστά. 

Διότι, ὅπως εἶπε πρώην πρωθυπουργός, 

«μηδέν εἰς τό πηλήκιον». 

Αὐτή εἶναι ἡ στάθμη τῆς παιδείας μας. 

Ἄς ἀρχίσουμε, λοιπόν, ἀπό τό μηδέν 

καί ἄς ἀφήσουμε τά μεγαλόπνοα προγράμματα.
 

Εκ του Ιστολογίου ''Ακτίνες''. Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Σαράντος Καργάκος


ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ ΓΟΝΕΙΣ!



Ένα νεαρό ζευγάρι μπήκε στο μεγαλύτερο κατάστημα παιχνιδιών μιας πόλης. 

Ξαφνιάστηκε από το πλήθος και την ποιότητα των παιχνιδιών, 

που ήταν με πολλή τέχνη εκτεθειμένα στα ράφια του. 

Δυσκολεύτηκαν, όμως, πολύ να καταλήξουν σε απόφαση. 

Τους πλησίασε ευγενικά ο πωλητής και με διακριτικό χαμόγελο προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει.

-Ακούστε, του εξήγησε η νεαρή γυναίκα, 

λείπουμε από το σπίτι όλη την ημέρα λόγω 

επαγγελματικών υποχρεώσεων και, μερικές φορές, 

ακόμη μέχρι αργά τα βράδυ.

-Έχουμε μια μικρή κορούλα, συνέχισε ο άνδρας, 

που συνεχώς χαμογελά και θέλουμε να της αγοράσουμε κάτι 

που θα την κάνει ευτυχισμένη και θα της δώσει ακόμη μεγαλύτερη χαρά, 

όταν είναι μόνη της.

Ο υπάλληλος ελαφρώς μειδίασε. 

«Συγγνώμη, είπε, 

εδώ όμως δεν πουλάμε γονείς!»



Η φωτογραφία είναι σύνθεση του Evaldas Ivanaouskas.
Ανήκει στη σειρά “Conversations with Vincy Ferinausku” και είναι του 2011. 
Ο Ιβαναουσκας πήρε μια από τις γυάλινες πλάκες -αρνητικά- του φωτογράφου Vinco Ferinausko (1892–1975), 
και με ψηφιακή επεξεργασία αντικατέστησε το κεφάλι του πατέρα με κρεμάστρα, 
κι έβαλε το καπέλο στο παιδί, 
για να αποδώσει ένα έθιμο της εποχής των πολέμων, 
σύμφωνα με το οποίο τα ρούχα του χαμένου στον πόλεμο άνδρα τα διατηρούσαν σε καλή κατάσταση οι δικοί του με την ελπίδα ότι θα γυρίσει. 
Ο τίτλος της εικόνας : “Celebration” (Γιορτή).” 
Η φωτογραφία είναι παρμένη εκ του Ιστολογίου ''Diogenis Press gr.'' 
Eπιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ



Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀπομακρυνθῆ ἀπό κάθε κοσμική ὑπόθεσι 

δέν εἶναι δυνατόν νά λατρεύσει τόν Θεό. 

Διότι πραγματική λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι 

τό νά μήν ἔχουμε τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, 

στόν νοῦ μᾶς τίποτε ξένο πρός τήν προσευχή 

καί νά ἀπασχολούμεθα μόνον μ’ Αὐτόν. 

Δηλαδή νά μήν ἔχουμε στόν νοῦ μας 

οὔτε ἡδονή, 

οὔτε κακία, 

οὔτε μίσος, 

οὔτε φθόνο, 

οὔτε φανταστική εἰκόνα, 

οὔτε φροντίδα γιά πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου. 



Διότι αὐτὰ εἶναι σκοτεινὰ τείχη, πού φυλακίζουν τὴν ταλαίπωρη ψυχὴ καὶ τὴν ἐμποδίζουν στὸν ἀέρα καὶ δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ συναντήση τὸν Θεό, ὥστε μυστικῶς καὶ «ἐν τῷ κρυπτῷ» νὰ Τὸν εὐλογήση καὶ νὰ προσευχηθῆ πρὸς Αὐτὸν μὲ ἁγνότητα, μὲ θεῖο φωτισμό, μὲ γλυκύτητα καρδίας καὶ νὰ δοκιμάση τὴν ἡδονή του Θείου ἔρωτος. Διότι ὅσο ἡ ψυχὴ μεριμνᾶ γιὰ τὰ ἐξωτερικά, νεκρώνεται ὁ νοῦς καὶ ἑπομένως τὰ ἐσωτερικὰ πάθη ἐνεργοῦν χωρὶς ἔλεγχο. Ἂν ἐγκαταλείψη ἡ ψυχὴ τὴν μέριμνα τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, τότε χαίρεται ὁ νοῦς καὶ στέκει σταθερὸς (ἀνυψούμενος πρὸς τὸν Θεό)· καὶ ἡ ψυχὴ κατανόει τὰ ἐσωτερικά της πάθη μὲ τὸν νοῦ. Φροντίζει λοιπὸν ὁ νοῦς γιὰ τὴν ψυχή, μέχρις ὅτου τὰ ἀπόρριψη ἀπὸ μέσα της καὶ μὲ τὴν γονιμοποιό του δύναμι γεννήση καὶ ἐκθρέψη τὰ τέκνα της. Τότε γίνονται οἱ δύο μία καρδία καὶ ὑποτάσσεται ἡ ψυχὴ στὸν νοῦ, ὅπως ἡ γυναίκα στὸν ἄνδρα, καὶ γίνεται ὁ νοῦς κεφαλὴ τῆς ψυχῆς, ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος: «ὁ ἀνὴρ ἐστὶ κεφαλὴ τῆς γυναικὸς» (Ἐφεσ. ε’ 23), καὶ ἀφοῦ γίνουν ἕνα ἐν Κυρίῳ, δὲν ἔχουν πλέον διαίρεσι. Ὅσοι λοιπὸν ἀξιώθηκαν νὰ φθάσουν σ’ αὐτὸ τὸ μέτρο, αὐτοὶ εἶναι πού προσεύχονται στὸν Θεὸ μὲ ἁγνότητα, αὐτοὶ εἶναι πού φωτίσθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ πού ζητεῖ ὁ Θεός, καὶ τέλος ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους «ἐνοικεῖ καὶ ἐμπεριπατεῖ ὁ Ὕψιστος», ὅπως ἔχει γραφῆ: «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β’ Κορ. ς’ 16). Γι’ αὐτοὺς εἶπε ὁ Σωτήρ: «ὅτι ἐὰν συμφωνήσωσι δύο περὶ παντὸς οὗ ἐὰν αἰτήσωνται ἐν τῷ ὀνόματί μου, γενήσεται αὐτοῖς» (Ματθ. ιη’ 19). Διότι ὅταν ἡ ψυχὴ συμφωνήση μὲ τὸν νοῦ καὶ γίνουν ἕνα, τότε ὁ νοῦς μένει στὸν Κύριο καὶ ὁ Θεὸς σ’ αὐτὸν (τὸν νοῦ δηλ.), ὅπως εἶπε ὁ Κύριός μας στὰ Εὐαγγέλια : «μείνατε ἐν ἐμοὶ κἀγώ ἐν ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε’ 5). Σ’ αὐτὸν λοιπὸν πού παραμένει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ διὰ μέσου τῆς ἐνάρετου πράξεως, καὶ ὁ Θεὸς παραμένει μέσα του μὲ τὴν θεωρία. (Θεωρία ἐννοεῖται ἡ πνευματικὴ καὶ ἄυλη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού σχηματίζεται στὴν διάνοια τοῦ σκεπτομένου τὸν Θεό, ἢ ἡ ὅρασι τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διάνοιας). Διότι ἐὰν ἡ ψυχὴ ἀπελευθερωθῆ καὶ προσπεράση τὰ ἐμπόδια πού εἶναι στὸν ἀέρα, τότε μένει στὸν Θεὸ καὶ δέχεται τὶς ἀκτίνες τοῦ Πνεύματος. Καθὼς εἶπε ὁ Ἀπόστολος ὅτι «ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ , ἕν σῶμα ἐστι, καὶ ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ, ἕν πνεῦμα ἐστι……» (Α’ Κορ. ς’ 16-17)· ὅ,τι δὲ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, πόρνη ὀνομάζεται. Ἡ ψυχὴ λοιπὸν πού πορσκολλήθηκε στὸν Κύριο διὰ τοῦ Πνεύματος μένει σ’ Αὐτὸν καὶ διδάσκεται ἀπ’ Αὐτὸν πῶς πρέπει νὰ προσεύχεται καὶ Τὸν προσκυνεῖ ἀδιαλείπτως, μένοντας ἀδιάσπαστα ἑνωμένη μαζί Του· 


ἀντιστοίχως ὁ Κύριος παραμένει στήν ψυχή,

τήν ἀναπαύει καί τῆς χορηγεῖ καί ἀποκαλύπτει τίς τιμές 

καί τά ἀνεκλάλητα χαρίσματά Του. 

Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμαρτάνει πλέον, 

ἀλλ’ οὔτε καί τόν ἀγγίζει καθόλου ὁ πονηρός, 

διότι ἔχει ἀναγεννηθῆ ἀπό τόν Θεό, 

ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφή: 

«πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, 

ὅτι σπέρμα Αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει καί οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, 

ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται» (Α’ Ἰωάν. γ’ 9).

Άγιος Ησαίας ο Αναχωρητής


ΕΙΣ ΤΗΝ Ε' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ



 Ὑπάρχουν μερικά θαλάσσια μέρη πού τρέφουν μεγάλα κητώδη θηρία.
 

Ὅσοι λοιπόν πλέουν σʼ αὐτά τά μέρη 

κρεμοῦν κώδωνες στά πλευρά τῶν πλοίων, 

ὥστε τά θηρία τρομαγμένα ἀπό τόν ἦχο τους νά φεύγουν. 

Καί τοῦ δικοῦ μας βίου ἡ θάλασσα τρέφει πολλά καί φοβερώτερα θηρία, 

τά πονηρά πάθη δηλαδή καί τούς ἐφόρους τῶν παθῶν δαίμονες 

πού εἶναι πονηρότεροι. 

Ἐπιπλέει σʼ αὐτή τή θάλασσα σάν πλοῖο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ 

κι ἀντί γιά κώδωνες ἔχει τούς πνευματικούς διδασκάλους, 

ὥστε μέ τόν ἱερό ἦχο τῆς διδασκαλίας τούτων 

νʼ ἀπομακρύνη τά νοητά θηρία.


 

Αὐτὸ προφανῶς προτυπώνοντας ἡ στολὴ τοῦ Ἀαρών, εἶχε εὔηχους κώδωνες ραμμένους στὰ ἄκρα της καὶ σύμφωνα μὲ τὰ θέσμια ἔπρεπε νʼ ἀκούεται ὁ ἦχος τους, ὅταν λειτουργοῦσε ὁ Ἀαρών. Ἐμεῖς δέ, μεταφέροντας καλῶς τὸ γράμμα στὸ πνεῦμα, ἂς ἠχήσουμε τώρα σὲ σᾶς πνευματικά, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν καιρὸ τῆς νηστείας, ὁπότε ἐπιτίθενται ἀγρίως φανερὰ καὶ ἀφανῆ θηρία· φανερὰ μὲν ἡ γαστριμαργία, ἡ μέθη καὶ τὰ παρόμοια, ἄλλα δὲ ἀφανῶς ἐνεδρεύοντα, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ὑπεροψία καὶ ἡ ὑπόκρισις. Ὁ ἴδιος δὲ ἦχος εἶναι καὶ φυγαδευτήριο τῶν τοιούτων θηρίων καὶ φυλακτήριο τῶν ἀσκούντων τὴ νηστεία. Εἶναι λοιπὸν ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀκρασία ἀντίθετα μεταξύ τους, ὅπως ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος. Ἡ νηστεία εἶναι ἐντολὴ ζωῆς, ποὺ εἶναι συνομήλικη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀφοῦ ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Ἀδὰμ κατὰ τὴν ἀρχὴ στὸν παράδεισο, γιὰ διαφύλαξι τῆς ζωῆς καὶ τῆς θείας χάριτος ποὺ εἶχε δοθῆ σʼ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ δὲ ἀκρασία εἶναι συμβουλὴ γιὰ τὸν θάνατο σώματος καὶ ψυχῆς, ποὺ ἐδόθηκε δολίως ἀπὸ τὸν Διάβολο στὸν Ἀδὰμ διὰ τῆς Εὔας γιὰ ἔκπτωσι τῆς ζωῆς καὶ ἀπαλλοτρίωσί της ἀπὸ τὸν Θεὸ θείας χάριτος· διότι ὁ Θεὸς θάνατο δὲν ἐδημιούργησε οὔτε εὐχαριστεῖται μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ζώντων. Ποιὸς ἄνθρωπος λοιπὸν θέλει νὰ εὕρη ζωὴ καὶ χάρι στὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν Θεό; Ἂς ἀποφύγη τὴν θανατηφόρο ἀκρασία κι ἂς προστρέξη στὴ θεοποιὸ νηστεία καὶ ἐγκράτεια, γιὰ νὰ ἐπανέλθη χαρούμενος στὸν παράδεισο. Ὁ Μωυσῆς, νηστεύοντας ἐπάνω στὸ ὅρος σαράντα ἡμέρες, ἐπέταξε σὲ ὕψος θεοπτίας κι ἐδέχθηκε πλάκες θεοσέβειας· ὁ δὲ λαὸς τῶν Ἑβραίων κάτω μεθώντας, ἐξέπεσαν σὲ ἀσέβεια καὶ ἐχώνευσαν εἴδωλο μόσχου σὲ ὁμοίωμα τοῦ αἰγυπτίου θεοῦ Ἀπιδος, καί ἂν δὲν ἐστεκόταν μεσίτης πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀνηλεῆ ἐξόντωσι τῶν ὁμογενῶν του ποὺ προηγήθηκε τὸν ἐξιλέωσε, δὲν θὰ τοὺς λυπόταν καθόλου ὁ Θεός. Ἂν λοιπὸν χρειαζώμαστε κιʼ ἐμεῖς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴ μεθοῦμε μὲ οἶνο, οὔτε νὰ βαρυνώμαστε ἀπὸ ὑπερκορεσμό, πράγματα στὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ ἀσωτία καὶ ἡ ἀσέβεια· θεόπτης ἦταν καὶ ὁ Ἠλίας, ἀλλὰ ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ἐκαθαρίσθηκε προηγουμένως μὲ νηστεία. Ἐπέτυχε καὶ ὁ Δανιὴλ θεοπτία καὶ ὀπτασία ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους, ὁ ὁποῖος τοῦ παρεῖχε γνῶσι τῶν μελλόντων, ἀλλὰ ἀφοῦ προηγουμένως ἔμεινε ἄσιτος ἐπὶ εἴκοσι ὁλόκληρες ἡμέρες. Ἄλλος προφήτης φονεύθηκε ἀπὸ λεοντάρι, ἀλλʼ ἀφοῦ ἔφαγε παρὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζετε ὅλοι τὸν Ἠσαῦ υἱὸν τοῦ Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος λόγω γαστριμαργίας ἐξέπεσε καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα πρωτοτόκια καὶ ἀπὸ τὴν πατρικὴ εὐλογία. Ἂς φοβηθοῦμε μήπως κι ἐμεῖς, προσέχοντας σʼ αὐτὴν τὴν γαστριμαργία, ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν ὑπεσχημένη ἐκείνη εὐλογία καὶ κληροδοσία τοῦ ἀνωτάτου Πατρός. Δὲν ἀγνοεῖτε ἐπίσης τοὺς τρεῖς παῖδες, οἱ ὁποῖοι, παραδεδομένοι στὴ νηστεία, κατεπάτησαν μὲ ἄφλεκτα πόδια καὶ σώματα τὴν κάμινο στὴ Βαβυλώνα ποὺ εἶχε ἐκκαυθῆ ἐναντίον τους ἑπταπλασίως. Ἐὰν ἐπιδοθοῦμε κιʼ ἐμεῖς σὲ ἀληθινὴ νηστεία, καὶ τὴν ἐδῶ πύρωσι τῆς σαρκὸς θὰ καταπατήσουμε καὶ θὰ σβήσουμε, καὶ τὴν μελλοντικὴ κάμινο θὰ περάσουμε ἄθικτοι, ὅταν τοῦ καθενὸς τὸ ἔργο θὰ δοκιμάση τὸ πῦρ. 


Τί χρειάζεται νά ἀναφέρουμε τόν Κύριο τῶν προφητῶν; 

Αὐτός, 

ἀφοῦ ἔλαβε σάρκα κι ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος, 

πού μᾶς ὑποδεικνύει τόν τρόπο τῆς νίκης κατά τοῦ Διαβόλου, 

νηστεύοντας σέ ὅλα, 

ἐνίκησε τόν πειρασμό πού ἐκίνησε τά πάντα ἐναντίον του, 

καί πρός τούς μαθητάς του ἔλεγε περί τοῦ ἄλαλου καί κωφοῦ δαιμονίου, 

«τοῦτο τό δαιμόνιο δέν ἐξέρχεται παρά μόνο μέ προσευχή καί νηστεία».



Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ



Υπήρχαν κάτι αερικές μεγαλοσύνες στην βουκολική διάσταση του χωριού, 

τον καιρό που η Μεγάλη κυρά Σαρακοστή θώπευε την Άνοιξη 

με το χαρμόλυπο βλέμμα της στην αναστάσιμη ρωγμή του χρόνου, 

που η ομοταξία των ανθών και των χρωμάτων 

έβρισκε την ακριβή εφαρμογή της στην όψη μιας πασχαλιάς 

που βολόδερνε αμέριμνη στον εγερμένο άνεμο. 

Το χωριό τότε ''μεθούσε'' νυχθημερόν 

από τα αναγεννημένα δέντρα της εγκυμονούσας Οίτης, 

που κυοφορούσε πάντα με εκπληκτικά χρονική ακρίβεια 

τα ροζόλευκα λουλούδια της -εκρηκτικά- ''επαναστατημένης'' γης. 

Ακόμα κρατώ στην επτασφράγιστη υπεριμνησία μου 

τους ακατάληκτους ήχους ζώων και ανθρώπων, 

που συνοικούσαν με θρησκευτική ευλάβεια 

κάτω από την ελάτινη στέγη των ρουμπάλων.



Η Σαρακοστή του Πάσχα στο χωριό μου ήταν τότε ένα ρουμελιώτικο, ευταξιακά εκφρασμένο πανηγύρι βιοπορισμού και πίστης, που τέλειωνε με την ανάλαφρη προσγείωση της μισοκαμμένης καντηλύθρας στο πάτο της άδειας, κρεμαστής κανδύλας. Όλοι κινούνταν εν γρηγόρσει, θορυβοδώς και επιμελώς στην αναμονή του Πάσχα, που έμοιαζε στα μάτια τους κάτι σαν αγώνας δρόμου να νικήσουνε τον θάνατο! Γιατι το διαχεόμενο πένθος της επίτοκης Σαρρακοστής ακροβατούσε ανάμεσα στις αυτοσυγκράτητες ορμές τους και τον ανείπωτο αχό της φύσης. Προσευχές δεν ήξεραν να πουν, μόνο που ζωγράφιζαν με την αυτοσχέδια, χειραγωγημένη γη και τον δρομολογημένο περίπατο των ζώων, βουκολικές ταπεινοφρονούσες παρουσίες, που συχνά - πυκνά αντανακλούσαν βυζαντινές τοιχογραφίες της υπαίθρου! Οι Παμμέγιστοι Ταξιάρχες, η απαστράπτουσα και λαμποκοπούσα εκκλησία του χωριού μου εν τω μέσω τριών κατοικημένων μαχαλάδων έβλεπε πάντα την ''επική'' θωριά της ''Γουλινάς'' ν' απλώνει τις χαραγμένες ράχες της στα διασταυρωμένα παραπόταμα του Ίναχου, που χυνόταν βουλιμικά στην αφρισμένη κοίτη του παραδομένου Σπερχειού. Κρατώ ακόμη στην απόκοσμη θύμησή μου τις μυρωδιές της Μεγάλης Εβδομάδας στα ορεινά της Οίτης, που ήταν ένα μεγαλόπρεπο μπουκέτο λευκών και μωβ αγριολούλουδων, ροζοκόκκινων ανθών από λυγερόκορμες, φορτωμένες κουτσουπιές, άγριους, ''υπερήφανους'' ζοχούς και στρογγυλεμένα αγριοράδικα της ''ιδρωμένης'' γης. Τα μυρωμένα άνθη του Επιταφίου ήταν πολυσυλλεκτικές χεριές ροζιασμένων και σκληροτράχηλων χεριών, ''ευαγγελικά'' κρίνα λουσμένα στην λευκότητα, αποπνικτικά διαχέουσες ''μεθυσμένες'' πασχαλιές και κάτι μικρά λευκά και κόκκινα γαρύφαλλα, που περίμεναν το Πάσχα για ν' ανοίξουν. Και τι προσεγμένη, αρχοντική ευταξία ήταν εκείνη! Οι άνθρωποι κατέβαζαν από τις ξύλινες, γαλανές και αυτοσχέδιες κρεμάστρες τα καλά τους ρούχα, που ήταν προστατευμένα από ολόλευκα σεντόνια και τα άπλωναν στις πέτρινες αυλές, για ν' αποβάλλουν την έντονη μυρωδιά της ναφθαλίνης. Ακόμα και τα κουτσουλιερά κοτέτσια, οι ασυμμάζευτοι και λασπωμένοι στάβλοι κι οι ερμητικά αμπαρωμένοι αχυρώνες καθαρίζονταν με υποδειγματική τάξη και εμπνευσμένη ευφροσύνη. Κι όταν κατέβαινε ο Επιτάφιος γλιστρώντας στο μονοπάτι που έκανε το γύρο του ''εορταστικού'' νεκροταφείου, πρόσωπα φωταγωγημένα από τα ευθυτενή μελισσοκέρια σιωπούσαν μυστηριακά μπροστά στο χρονικό ενός εκούσιου, προαναγγελθέντος και αιματηρού θανάτου. Πρόσωπα ''μυθικά'' και ''απομυθοποιημένα,'' άλλα που ''απέπλευσαν'' πρόωρα για πάντα και άλλα που μετατράπηκαν σε κιτρινισμένες, παλιές φωτογραφίες να αιωρούν τον νόστο των θυμήσεων, σαν τις τρίχινες, εκείνες, αυτοσχεδιασμένες κούνιες που υποβαστάζονταν πάνω από τα ξύλινα μπαλκόνια. Η Άντα, η Βούλα, ο Γιάννης, ο Στέλιος, η Σταυρούλα, ο Σπύρος, η Στέλλα, η Γωγούλα και η Άννα... Τί κόσμος ήταν εκείνος! Το συναπάντημα των απανταχού Μαρμαριωτών μπροστά στον βωμό της εκούσιας θυσίας... Μια ομοταξιακή, ομογενοποιημένη και ομόροπη ομήγυρις που εκχεόταν διαθλαστικά στους ομόκεντρους κύκλους του καπνού, που κάπνιζε από το ασημένιο θυμιατήρι. Έρχονταν στον νου, τα λυπόψυχα εκείνα λόγια που ηχούσαν σαν εκκωφαντικά μπουμπουνητά όψιμης βαρυχειμωνιάς, που τραγουδούσαν τα παιδιά, πρωί Μεγάλης Παρασκευής, βαστώντας ένα ψάθινο καλάθι. ''Σήμερα μαύρος ουρανός/σήμερα μαύρη μέρα/σήμερα όλοι θλίβονται/και τα βουνά λυπούνται...'' Το καλάθι, το κρατούσαν σαν ένα μικρό κουμπαρά αποταμίευσης και το γέμιζαν με φρέσκα αυγά και διχαλωτά κουλούρια! Όταν τελείωναν κι από το τελευταίο σπίτι του Κάτω Μαχαλά ανέβαιναν στα μαγαζιά για να εξαργυρώσουν τα αρωματικά καλούδια με δραχμές, πενηνταράκια και δεκάρες... Με αυτά τα χρήματα θα πήγαιναν εκδρομή στο τέλος της σχολικής χρονιάς, στο χωριό του αγαπημένου τους δασκάλου!



Έφτανε το Πάσχα,
που από μια απτή οικογενειακή και συγγενική εορτή
μετασχηματιζόταν στα όρια του κοινοτικού συνεορτασμού
και της ποιμνιακής συνάθροισης.
Αλλά, όπως λέει και ο ποιητής:
''Δεν είναι μόνο ο προορισμός του ''ταξιδιού,''
αλλά αυτό, το ίδιο το ''ταξίδι''!
Και σ' αυτή την προσευχητικά παρήγορη
συμπορευόμενη ''συσταύρωση'' και ''συνανάσταση''
όλων των κτισμάτων,
η Μεγάλη κυρά Σαρακοστή
στάθηκε μια εκπαιδευτικά ικανή και συναποτελεσματική δασκάλα,
που μας έμαθε εντέλει:
''Οι Ιθάκες τι σημαίνουν!''
Ίθε όλη η ζωή μας εφεξής να μεταβληθεί
σε μια Αγία και Μεγάλη βιωματική Σαρακοστή,
σαν την μακαρία ζωή αυτής της εικονιζόμενης μορφής,
που όλη σχεδόν η ζωή της από τα 16 της και εντεύθεν
διαδραματίστηκε τραγωδιακά
μεταξύ του Γολγοθά, του Σταυρού και της Ανάστασης!


Υ. Γ. Εις αιωνία μνήμη της πολυαγαπημένης θείας μου Σοφίας Τσιντζηλώνη, που θέριεψε  ανείπωτα τον πόνο μέσα από την ακατάληπτα, βασανιστική ζωή της.



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ ΔΑΙΜΟΝΑ;



Ἀνέβασαν κάποτε στή σκήτη τῶν Πατέρων ἕνα δαιμονισμένο νέο, 

γιά νά τόν θεραπεύσουν μέ τήν προσευχή τους. 

Ἐκεῖνοι ὅμως ἀπό ταπείνωση ἀπέφευγαν. 

Πολύ καιρό βασανιζόταν ἔτσι ὁ δυστυχισμένος ἄνθρωπος, 

ὥσπου κάποιος Γέροντας τόν λυπήθηκε, 

τόν σταύρωσε μέ τόν ξύλινο σταυρό πού εἶχε στή ζώνη του, 

καί ἔδιωξε τό πονηρό πνεῦμα.

– Ἀφοῦ μέ βγάζεις ἀπό τήν κατοικία μου, τοῦ εἶπε ἐκεῖνο, θά μπῶ μέσα σου.

– Ἔλα, τοῦ ἀποκρίθηκε θαρραλέα ὁ Γέροντας. 

Ἔτσι μπῆκε μέσα του τό δαιμόνιο καί τόν βασάνιζε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια! 

Ὑπέμεινε μέ καρτερία τόν πόλεμο, ἀλλ᾿ ἀντιπολεμοῦσε κι ἐκεῖνος μέ τόν ἐχθρό μέ ὑπεράνθρωπη νηστεία καί ἀκατάπαυστη προσευχή. 

Ὅλα αὐτά τά χρόνια δέν ἔβαλε οὔτε μιά φορά στό στόμα του μαγειρευμένη τροφή. 

Νικημένο τέλος τό δαιμόνιο ἀπό τόν ἀκατάπαυστο ἀγώνα, ἀπομακρύνθηκε. 

– Γιατί φεύγεις; τό ρώτησε ὁ Γέροντας. Ἐγώ πάντως δέν σέ διώχνω.

– Μέ ἀφάνισε ἡ νηστεία σου! κραύγασε ἐκεῖνο καί ἔγινε ἄφαντο.


Εκ του βιβλίου ''Χαρίσματα και Χαρισματούχοι,'' έκδοση της Ι. Μ. Παρακλήτου.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΓΕΝΟΜΕΝΑ ΥΠΟ ΔΑΙΜΟΝΩΝ



Με ποια δύναμη αυτοί που πιστεύουν και κάνουν τα αντίθετα, πολλές φορές προφητεύουν και θαυματουργούν; 

Τα διάφορα σημεία και θαύματα και οι προφητείες πολλές φορές γίνονται και από ανάξιους, 

σύμφωνα με κάποια ανάγκη ή οικονομία, 

όπως συνέβη με τον Βαρλαάμ12 και την εγγαστρίμυθο13. 

Και αλλού, οι απόστολοι, 

όταν βρήκαν κάποιον άπιστο, «ο οποίος έδιωχνε δαιμόνια με το όνομα του Χριστού»14, και τον εμπόδισαν και το ανάφεραν στον Χρι­στό, 

ο Χριστός τους είπε «Μη τον εμποδίζετε, γιατί όποιος δεν είναι ενα­ντίον σας, είναι με το μέρος σας»15. 

Επομένως, 

όταν δης να γίνεται ένα θαύμα και από αιρετικούς και από άπιστους, 

να μην απορήσεις ούτε να μετακινηθείς από την ορθόδοξη πίστη. 

Γιατί πολλές φορές εκείνη που κάνει το θαύμα είναι η πίστη αυτού που προσέρχεται, 

και όχι η αξία εκείνου που το κάνει. 

Άλλωστε ο Ιωάννης, 

ο μεγαλύτερος από όλους όσους γεννήθηκαν από γυναίκες16, 

δεν φαίνεται να έχει κάνει θαύμα, 

ενώ ο Ιούδας οπωσδήποτε έκανε, αφού ήταν και αυτός ανάμεσα σ’ εκείνους που στάλθηκαν να αναστήσουν νεκρούς και να θεραπεύσουν λε­προύς17. 

Γι’ αυτό να μη θεωρήσεις σπουδαίο, εάν δεις κάποιον ανάξιο ή αιρετικόν να κάνει θαύμα.


Ούτε φυσικά πρέπει να κρίνουμε τον ορθόδο­ξο άνθρωπο από τα θαύματα και τις προφητείες, αν είναι άγιος ή όχι, αλλά από τη διαγωγή του. Γιατί πολλές φορές πολλοί όχι μόνο ορθόδο­ξοι αμαρτωλοί, αλλά και αιρετικοί και άπιστοι, έκαναν θαύματα και προφήτευσαν σε ειδικές περιπτώσεις, όπως ειπώθηκε, ύστερα από παρα­χώρηση του Κυρίου, όπως στην περίπτωση του Βαλαάμ και του Σαούλ και του Ναβουχοδονόσορα και του Καϊάφα, στους οποίους μπορούμε να βρούμε, ότι το άγιο Πνεύμα ενήργησε, αν και ήταν ανάξιοι και βέβη­λοι, για δικαιολογημένες αιτίες. Αφού λοιπόν, όπως αποδείχτηκε, και από αμαρτωλούς και άπι­στους γίνονται πολλές φορές θαύματα και προφητείες, κατ’ οικονομία, δεν πρέπει από τα γεγονότα αυτά, όπως είπα, να δοκιμάζουμε κάποιον, αν είναι άγιος, αλλά από τους καρπούς του, όπως λέγει ο Κύριος «Θα τους αναγνωρίσετε από τους καρπούς τους»18. Τους καρπούς του αληθινού και πνευματικού ανθρώπου τις φανέρωσε ο Απόστολος, λέγο­ντας· «Ο καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστοήθεια, αγαθωσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια. Εναντίον αυτών δεν υπάρχει νόμος»19. Εάν λοιπόν ο άνθρωπος έχει τις αρετές αυτές, είτε κάνει θαύματα, είτε δεν κάνει, είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός είναι άγιος και φίλος του Θεού. Γιατί στους αληθινούς φίλους του Θεού δεν υπάρχει χάρη χωρίς πνευματικό χάρισμα. Γιατί δέχεται ή λόγο σοφίας, ή λόγο γνώσης, ή πίστη, ή χάρισμα να θεραπεύει, ή κάποιο άλλο από αυτά που αναφέρει ο Απόστολος στα όσα λέγει περί των δωρεών του αγίου Πνεύματος20. 

Ο ΠΑΝΑΓΑΘΟΣ ΘΕΟΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΜΑΣ ΕΧΑΡΙΣΕΝ



Ὁ πανάγαθος Θεός τόν Σταυρόν μᾶς ἐχάρισεν. 

Μέ τόν Σταυρόν νά εὐλογοῦμεν καί τά Ἄχραντα Μυστήρια, 

μέ τόν Σταυρόν νά ἀνοίγωμεν καί τόν Παράδεισον, 

μέ τόν Σταυρόν νά κατακαίωμεν καί τούς δαίμονας. 

Πρῶτα ὅμως καί ἐμεῖς νά ἔχωμεν τό χέρι μας καθαρόν ἀπό ἁμαρτίες καί ἀμόλυντο. 

Καί τότε, 

ὡσάν κάνωμεν τόν σταυρόν, 

κατακαίεται ὁ διάβολος καί φεύγει. 

Εἰδέ καί εἴμασθε μεμολυσμένοι μέ ἁμαρτίες, 

δέν πιάνεται ὁ σταυρός ὁπού κάνομεν. 



Ὅθεν ἀδελφοί μου, ἤ τρῶτε ἤ πίνετε κρασί ἤ νερόν ἤ περιπατεῖτε ἤ δουλεύετε νά μή σᾶς λείπει αὐτός ὁ λόγος ἀπό τό στόμα σας καί ὁ σταυρός ἀπό τό χέρι σας. Καί ἄν ἠμπορῆτε τό ἡμερόνυκτο νά κάμετε καί πενῆντα καί ἑκατό κομποσχοίνια, καλόν καί ἅγιον εἶναι ἔργον. Καί νά προσεύχεσθε πάντοτε τήν αὐγήν καί τό βράδυ καί μάλιστα τό μεσονύκτιον ὅλον ὁπού εἶναι ἡσυχία. Ἀκούσατε, Χριστιανοί μου, πῶς πρέπει νά γίνεται ὁ σταυρός καί τί σημαίνει. Μᾶς λέγει τό ἅγιον Εὐαγγέλιον πώς ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, δοξάζεται εἰς τόν οὐρανόν περισσότερον ἀπό τούς Ἀγγέλους. Τί πρέπει νά κάμης καί ἐσύ; Σμίγεις τά τρία σου δάκτυλα μέ τό δεξιόν τό χέρι σου καί μήν ἠμπορώντας νά ἀνεβῆς εἰς τόν οὐρανόν νά προσκυνήσης, βάνεις τό χέρι σου εἰς τό κεφάλι σου, διατί τό κεφάλι σου εἶναι στρογγυλό καί φανερώνει τόν οὐρανόν καί λέγεις μέ τό στόμα: Καθώς ἐσεῖς οἱ Ἄγγελοι δοξάζετε τήν ἁγίαν Τριάδα εἰς τόν οὐρανόν ἔτσι καί ἐγώ ὡς δοῦλος ἀνάξιος δοξάζω καί προσκυνῶ τήν ἁγίαν Τριάδα. Καί καθώς αὐτά εἶναι τρία, εἶναι ξεχωριστά εἶναι καί μαζί, ἔτσι εἶναι καί ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, τρία πρόσωπα καί Ἕνας μόνος Θεός. Κατεβάζεις τό χέρι σου ἀπό τό κεφάλι σου καί τό βάνεις εἰς τήν κοιλίαν σου καί λέγεις: Σέ προσκυνῶ καί σέ λατρεύω, Κύριέ μου, ὅτι κατεδέχθης καί ἐσαρκώθης εἰς τήν κοιλίαν τῆς Θεοτόκου διά τάς ἁμαρτίας μας. Τό βάζεις πάλιν εἰς τόν δεξιόν σου ὦμον καί λέγεις: Σέ παρακαλῶ, νά μέ συγχωρήσης καί νά μέ βάλης εἰς τά δεξιά Σου μέ τούς δικαίους. Βάνοντάς το πάλιν εἰς τόν ἀριστερόν ὦμον λέγεις: Σέ παρακαλῶ, Κύριέ μου, μή μέ βάλης εἰς τά ἀριστερά μέ τούς ἁμαρτωλούς.



Ἔπειτα κύπτοντας κάτω εἰς τήν γῆν: 

Σέ δοξάζω, Θεέ μου, Σέ προσκυνῶ καί Σέ λατρεύω, 

ὅτι, καθώς ἐβάλθηκες εἰς τόν τάφον, ἔτσι θά βαλθῶ καί ἐγώ. 

Καί ὅταν σηκώνεσαι ὀρθός, φανερώνεις τήν Ἀνάστασιν καί λέγεις: 

Σέ δοξάζω, Κύριέ μου, 

Σέ προσκυνῶ καί Σέ λατρεύω, 

πώς ἀναστήθηκες, 

ἀπό τούς νε κρούς διά νά μᾶς χαρίσης τήν ζωήν τήν αἰώνιον. 

Αὐτό σημαίνει ὁ πανάγιος Σταυρός.



Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΤΕΡΟΖΥΓΟΥ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ



''...Θέλω να εκφράσω τις εγκάρδιες ευχαριστίες μου προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό μας Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο (...) 
 τον Πατριάρχη του Γένους και της Ρωμηοσύνης, 
τον Πατριάρχη της μεγάλης λαμπρής Πατριαρχίας, 
τον Πατριάρχη, ο οποίος αποτελεί τομή στην ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, 
έτσι ώστε πλέον θα ομιλούμε 
για την «προ Βαρθολομαίου εποχή» και την «μετά Βαρθολομαίον εποχή»...''


''...Συνεπώς, το να βρισκόμαστε στο μικρό ποίμνιο, 
το μόνο, το οποίο δεν πρέπει να επικαλούμεθα είναι το μέγεθος του ποιμνίου, 
διότι η χάρις του Θεού ηθέλησε 
ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στη συνέχεια να βρεθεί σε αυτή την Πόλη με ένα ελάχιστο Ορθόδοξο ποίμνιο, 
μικρότερο και από αυτό της επισκοπής Σασίμων, 
όμως το ποίμνιο αυτό των Ορθοδόξων Χριστιανών τη στιγμή που η Πόλη είχε κατακλυστεί από τους Αρειανούς 
έγινε η κυρίαρχη εν Αγίω Πνεύματι δύναμις, 
όχι μόνο της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και της Αυτοκρατορίας...''


Τάδε έφη ο Μητροπολίτης Αρκολοχωρίου κ. Ανδρέας της καινοτόμου Εκκλησίας της Κρήτης εκφωνώντας πανηγυρικό λόγο στον ναό της Αγίας Τριάδος, που βρίσκεται στην κοινότητα  Σταυροδρομίου της Κων/πολης. Και καλά οι επίδοξοι μακαρισμοί, οι πομπώδεις ζητοκραυγές και οι επεύφημοι λόγοι προς το πρόσωπο του ''ομοφρονούντος'' συνοικουμενιστή πατριάρχη είναι κατανοητοί κατά την άτυπη, δεοντολογική σύμπνοια της κοινής άφρονης και αιρετικής ετεροζυγίας. Όμως το -κραυγαλέα- ατυχές παράδειγμα του να παραλληλίσει, να αντιστοιχίσει και τελικώς να συνταυτίσει το ελάχιστα μικρό ποίμνιο των Ορθοδόξων στην Αρειανοκρατούμενη Κωνσταντινούπολη, με το σημερινό ποίμνιο της ολικά Οικουμενιστικοκρατούμενης και αιρετικά ''μακελεμένης'' Πόλης αποτελεί ''πανηγυρικά'' διαπομπευόμενη και διεγνωσμένη βλασφημία κατά την περάφραση της παροιμίας ''Αιρετικός, αιρετικού μάτι δεν βγάζει''! Οι πάλαι ποτέ Αρειανιστές, εκκλησιαστικοί άρχοντες αποτελούν εις εκ των προγόνων των σημερινών Συγκρητιστών της Πόλης και κατ' αντιστροφήν, οι σημερινοί Πανθρησκειακοί Οικουμενιστές θα ήταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι ''παλαίμαχοι'' διώκτες και φονταμελιστικά διεστραμμένοι κήρυκες της Ανομίας! Αν ο Άγιος Γρηγόριος είχε ν' αντιμετωπίσει με αρκούντως, περίσσιο θάρρος και ομολογιακή δεινότητα την δογματική διαστροφή του Αρείου σχετικά με την φύση του Χριστού μας, σήμερα θα έπρεπε να υπερθεματίσει δογματικά κατά της αμετατανόητης, Παγχριστιανικής Αιρετικοφροσύνης του ''ίνα πάνες εν ώσιν!'' Δόγμα, που όλοι οι αιρετικοί Πατριάρχες μετά τον Μελέτιο Μεταξάκη και προεξάρχοντος του -ασυζητητί- ασυναγώνιστου στην συγκρητιστική παλαίστρα πατριάρχη Αθηναγόρα υπηρέτησαν με αυθεντική, ταγματική υποταγή και ''εγνωσμένης αξίας'' τεκτονική πιστότητα! Ποτέ μέχρι σήμερα και ουδείς εκ των πνευματικά εκφυλισμένων Οικουμενιστών του διαβεβλημένου Φαναρίου δεν επιχείρησε να αναιρέσει τον δογματικό αυτισμό της Παγχριστιανικής Ενότητας, χωρίς την αυτονόητη Μετάνοια των τραγικά νοούμενων αμετανοήτων! Αυτό τους καθιστά έτι περισσότερο επικίνδυνους, ανερυθρίαστους και σε διατεταγμένη υπηρεσία ''εκκλησιαστικούς'' λαθρεπιβάτες! Τα πέτρινα και άγονα χρόνια που λειτουργούσε ο Άγιος Γρηγόριος στην ''Αναστασία,'' ένα απλό σπίτι που μετέτρεψε σε λειτουργική εκκλησία, οι Αρειανιστές που επικρατούσαν στην πλειονότητά τους στην Κων/πολη -κληρικοί και λαικοί- πήγαιναν και πετούσαν πέτρες την ώρα της Θείας Λειτουργίας και προσπαθούσαν να γκρεμίσουν ακόμη και την σκεπή της εκκλησίας. Αν σήμερα, σε κάποιο απόμερο σοκάκι της Πόλης λειτουργούσε αντιοικουμενιστής, Ορθόδοξος ιερέας, κανονικά αποτειχιζόμενος και εκκλησιαστικά αντικοινωνικός προς τους Θρησκευτικούς Συγκρητιστές του Φαναρίου, δεν είναι σίγουρο, αν μια μεσαιωνική και έκρυθμη ''πυρά'' θανάτου θα αρκούσε για να κατευνάσει τις αντορθόδοξες και φονταμελιστικές διαβολές τους. Γιατι, η συχνά - πυκνά αναδυομένη σπέκουλα του φονταμελισμού που εκτοξεύεται από τους καινοτόμους νεωτεριστές της θρησκευτικής παγκοσμιοποίησης, κατά του μικρού ποιμνίου των αληθινά Ορθοδόξων δεν είναι τίποτα άλλο από το alter ego της εγνωσμένης διγλωσσίας τους, το άλλο πρόσωπο της δογματικής ετεροζυγίας τους! Άλλωστε αυτοαναιρούνται κι αυτοί οι ίδιοι, αν γνώριζαν, τι ήταν σαν κίνημα ο φονταμελισμός και από ποιο προτεσταντικό παραμάγαζο ξεκίνησε... Παραδοσιακά, ο κάθε -ισμός της Αίρεσης διέστρεφε αντίστροφα την Εκκλησιαστικη Ιστορία, εξέτρεφε ευπαθή και ''δυσκοίλια'' πάθη κατά των Πατερικής Διδασκαλίας και στρεφόταν με μένος λατίνου σταυροφόρου κατά των Ορθοδόξων ζηλωτών της Πίστης. Το αυτό επιχειρούν και σήμερα: την επαναφορά της Εκκλησιαστικής Τάξης στα τεκταινόμενα του 1ου αιώνα, εξαλείφοντας, αναιρώντας και διαγράφοντας την Εκκλησιαστική Παράδοση της πατερικής διδασκαλίας, που ήρθε να ολοκληρώσει, να τεκμηριώσει και να ομογενοποιήσει την ίδια την διδασκαλία του Χριστού μας. Γι' αυτόν τον λόγο, αμφότεροι ''εκκλησιαστικοί'' ετεροδιδάσκαλοι μετατρέπονται εκούσια σε συσταυρωτές, αφηνιασμένους Χριστομάχους και αναγάγουν μέσα από έναν ενοποιημένο, αιρετικό Πολυσυλλεκτισμό πολλών ''Χριστών,'' έναν ''Χριστό'' της Παγκοσμιοποίησης, της Συλλογικότητας και εντέλει της Τεκτονικής Στοάς! Έναν ''μαγειρεμένο'' και ''διαχριστιανικά'' πασπαλισμένο, κοσμοκράτορα ''Χριστό,'' σαν κι αυτόν, που ''διαπαιδαγωγούν'' τα μέλη τους οι δύστηχοι θαμώνες της Στοάς στο Ηράκλειο της Κρήτης, του ''Μίνωα,'' εκ του οποίου πλείστοι, ετεροζυγούντες, θρησκευτικοί συγκρητιστές κόλλησαν τα τελευταία ένσημα της άρδην συνταξιοδότησής τους με το αύριο. Εύχεσθε!


Μή γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις·
τίς γάρ μετοχή δικαιοσύνῃ καί ἀνομίᾳ; 
τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; 
τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαλ; 
ἢ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου; 
τίς δέ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετά εἰδώλων; 
ὑμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθώς εἶπεν ὁ Θεός ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω, 
καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός. 
διό ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, 
καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε, κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, 
καί ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καί ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱούς καί θυγατέρας, 
λέγει Κύριος παντοκράτωρ.



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

ΗΤΑΝ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ



Ήταν ημέρες Μεγάλης Σαρακοστής, 

όταν ο Γέροντας είδε από μακρυά έναν κλέφτη,που παραβίαζε την πόρτα του κελιού του...
Ήταν ο ίδιος που τον είχε κλέψει και πέρυσι...
Μέριασε ο Γέροντας, και κρύφτηκε στην μάντρα,

ώσπου ο κλέφτης να τελειώσει το έργο του...
Οταν τα διηγήθηκε στον υποτακτικό του, εκείνος οργισμένος τον ρώτησε:
-Γιατί γέροντα δεν με φώναζες να τον πιάσουμε ;
Ο ίδιος μας έκλεψε και πέρσι και μένει αμετανόητος!
"Πού ξέρεις παιδί μου; του απάντησε ο Γέροντας..''
''Ίσως φέτος μετανοήσει..."
-"Κι αν το ξανακάνει;.." Ξέσπασε ο υποταχτικός.
"Ε, τότε πρέπει παιδί μου να τρέξω... για να του ανοίξω και να του τα δώσω εγώ, για να μην ξανακλέψει...

και κολάσει για τρίτη φορά την ψυχή του..."
Έσκυψε ο υποταχτικός του φίλησε το χέρι, κι έφυγε πνιγμένος στα δάκρυα...


Η φωτογραφία της ανάρτησης ανήκει στην Σελίδα του f.b. ''Ιερά Μονή Εσφιγμένου.'' 
Εκ του Ιστολογίου ''Αγιορείτικο Βήμα.'' Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ



- Γέροντα, προηγουμένως, μου μιλήσατε για τον Γέροντα Μισαήλ. 

Πείτε κάτι περισσότερο, αν δεν είσθε κουρασμένος. 

 - Ναι, κόρη. 

Εγώ πολλά ωφελήθηκα από εκείνον. 

Πάντα με ευγνωμοσύνη τον ενθυμούμαι. 

Ιδίως από την αγάπη του διά την ησυχία και διά την προσευχή. 

Είχε μεγάλο πόθο μέσα του δια την προσευχή. 

Όλος φλόγα. 

Αλλού δεν το είδα αυτό. 

Η προσευχή του τον αναβίβαζε εις τον ουρανό. 

Αγαπούσε πολύ και επιμελείτο την κατανυκτική προσευχή. 

Τον βλέπαμε, τακτικά απεμακρύνετο, 

έφευγε σε μακρινά εξωκκλήσια ή μοναστήρια 

και γύριζε το βράδυ ή την άλλη μέρα ή και αργότερα.



Ήταν έγγαμος, αλλά δεν ήταν με την γυναίκα του. Αδέλφια ήταν ("Σ": δηλ. δεν είχαν ερωτικές σχέσεις). Πήγαινε, δούλευε στα χωράφια, τους βοηθούσε, άλλα έφευγε. Μόνος του έμενε ή στα εξωκκλήσια. Συνάφειες με κόσμο δεν είχε. Δεν μιλούσε εύκολα. Μόνος του δούλευε και μετά έφευγε. Εγώ τον είχα καταλάβει, αν και μικρός ήμουν, και συχνά τον πλησίαζα ή πήγαινα μαζί του. Πολλές φορές, στην εκκλησία που εκκλησιαζόμασταν, εκείνος έμενε έξω, δηλαδή μπροστά στον κυρίως ναό, κοντά στους ψαλτάδες, σε μια κολώνα, όχι μέσα στο ιερό. Και όταν έφθανε ο παπάς στο «εξαιρέτως» κλπ., σιγά-σιγά έβγαινε έξω, τον χάναμε. Και μετά ή τον βλέπαμε πάλιν στο τέλος ή και καθόλου. Μια φορά ενθυμούμαι, κάποιες γυναίκες το είχαν προσέξει και συμφώνησαν, όταν φύγει, με τρόπο και αυτές να βγουν, να τον παρακολουθήσουν πού υπάγει και να δουν, τι έκανε. Πράγματι μια Κυριακή, μόλις τον είδαν, που με σκυφτό το κεφάλι σιγά-σιγά βγήκε έξω, με προσοχή τον ακολούθησαν από μακριά. Τον είδαν ότι πήγε σ ένα ερημοκκλήσι μέσα εις ένα βράχο. Σε λίγο πήγαν και εκείνες και έβαλαν τ' αυτί τους στη πόρτα ν' ακούσουν. Εκείνος δεν έβλεπε πίσω τι γινόταν, ούτε, ότι τον ακολούθησαν. Έλεγε λοιπόν μέσα δυνατά, διάφορα λόγια δικά του, προσευχές με φωνή δυνατή, με κλάματα. Κλαυθμούς, οδυρμούς, λόγια πού τα έπνιγε ο λυγμός του. Αυτό κράτησε αρκετή ώρα. Μετά από λίγο εκείνος, μόλις τελείωσε, ξαφνικά άνοιξε την πόρτα για να επιστρέψει και όταν τις είδε, θύμωσε και έφυγε. Τότε οι γυναίκες ζήλεψαν. Είχαν μεγάλη ευλάβεια και είπαν την άλλη μέρα: «Μόνο αυτόν ακούει ό Θεός. Να δοκιμάσουμε και εμείς μία ήμερα να προσευχηθούμε, όπως εκείνος». Αλλά να δεις, κόρη, το θαύμα. Μία ημέρα φανερώθηκε ένας καλόγηρος εις τον Μισαήλ και του λέγει: «Μισαήλ, αυτές τις γυναίκες που έρχονται εις την εκκλησία και σε ακολούθησαν, να τες καλέσεις εις ένα μεγάλο σπίτι, εις το τάδε (ένα που ήταν κατάλληλο, μεγάλο και κάπως υπόγειο). Κάλεσε και όποιον θέλεις εσύ. Μόνον αντίθετα πρόσωπα να μη είναι και θα έλθω και εγώ να σας διδάξω την κατανυκτική προσευχή». Ο ίδιος, λοιπόν ο Μισαήλ, που τόσον καιρό δεν τούς έδειχνε και δεν μιλούσε, τες κάλεσε και αυτές και έμενα και άλλους. Αντίθετοι δεν ήσαν, δηλαδή που δεν είχαν ευσέβεια και αγάπη διά την προσευχή. Εκάθησαν όλοι και σε λίγο ήλθε και ο καλόγηρος και έκαμε κατανυκτική προσευχή. Τα λόγια που έλεγε και τα δάκρυα πού έχυνε, έκαμαν και εμάς όλους να κλαίγομεν. Απλά λόγια, τα 'βγάλε απ' την καρδιά του, και φανέρωναν πόθο, αγάπη προς τον Θεό. Μετά την κατανυκτική προσευχή, που κράτησε σχεδόν ύλη την νύκτα έστρωσαν, και όλοι σαν τα πρόβατα εδώ και εκεί στα δωμάτια εκείνα κοιμηθήκαμε. Στην Ανατολή ήταν μεγάλα τα δωμάτια, αλλά και οι άνθρωποι τότε με σέβας και καθαρότητα, πράγματι σαν τα πρόβατα. Τρεις νύχτες έγιναν αυτό, δηλαδή ο καλόγηρος δίδαξε την προσευχή, την κατανυκτική. Την τρίτη νύκτα, μπροστά μας, μόλις τελείωσε, έγιναν άφαντος ο καλόγηρος! Από τότε ο Μισαήλ έδέχετο να πηγαίνουν εις τες εκκλησίες ή τα σπίτια όπου προσηύχετο και οι άλλοι, διά να κάμνουν την κατανυκτική προσευχή. Συχνά πήγαιναν και νεόνυμφες, των οποίων οι άνδρες έλειπαν, έμπορεύοντο κλπ., ντυμένες με παλαιά και με μαύρα, διά να μη γνωρισθούν. 



Αν τούς άκουγε κανείς κόρη, 

που δεν γνωρίζει από πνευματικά, 

που δεν έχει νοιώσει πολλή αγάπη για τον Χριστόν μας, 

θα νόμιζε, 

ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι τρελοί. 

Κι όμως, 

αυτά που λέγανε με τέτοιον τρόπο, 

ήτο διότι με πολλή αγάπη τα έλεγον και εθεώρουν, 

όπως δίδαξε ο καλόγηρος εκείνος που ήτο άγγελος ή άγιος, 

ήτο, ως να έβλεπαν τον πατέρα τους τον Θεό εκείνη την ώραν 

και ήθελαν να Του τα πουν όλα, 

όπως το παιδί λέγει τα παράπονά του, 

τις επιθυμίες του και τα θελήματα του εις την μητέρα του.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Εκ του βιβλίου της  Σωτηρίας Νούση ''Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ 1883 - 1966'', Ζ' έκδοσις, Φεβρουάριος 2010.

Όσιος Ιερώνυμος της Αίγινας


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...