ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

ΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΣΧΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΙΝΑ ΕΝ ΩΣΙΝ



...Στην Οικουμενιστική συνεύρεση της Κρήτης, αντί να καταδικασθεί ο Οικουμενισμός ως η Παναίρεση των Εσχάτων, αντί να εξετασθεί το -ενός αιώνα- ζήτημα της καινοτομίας του νέου εορτολογίου που διαίρεσε το πλήρωμα της Εκκλησίας και αντί να συμφωνηθεί η άρδην Έξοδος από το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών,... οι προκαθήμενοι συζήτησαν, ως φαίνεται σοβαρότερα ζητήματα, όπως το οικολογικό, την νηστεία, τον εθνοφυλετισμό, την παιδεία, τον γάμο... Μα θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά; Έχουμε να κάνουμε με μια σεκταριστική ''mafia'' παγκοσμίως κοινωνούντων αιρετικών, που ακριβώς, επειδή βρίσκονται σε διαρκή και αδιάλλειπτο κοινωνία μεταξύ τους καταστώνται πασίδηλα επικίνδυνοι, περισότερο και από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου, αφού ούτοι ''διαχειρίζονται'' τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων, που θωρούν πλέον τους ποιμένες τους ως ''λέοντες ωρυόμενους περιπατούντες και ζητούντες τινες καταπίουν''... Γ.Δ.



Εν πρώτοις να καταστεί σαφές, ότι οι Χριστοκτόνοι Οικουμενιστές ''λειτουργούν'' ανερυθρίαστα ως προβατόμορφοι ''λύκοι βαρείς, μη φειδόμενοι του ποιμνίου''1, ακριβώς, γιατι δεν προσπαθούν αναφανδόν, άμεσα και απροκάλυπτα να πλήξουν την ακεραιότητα και αποκλειστικότητα του Ορθοδόξου δόγματος, αλλά έρποντας αποδεχόμενοι ασύστολα και ιταμά τις ''χριστιανικές'' Αιρέσεις ως Εκκλησίες με χάρι και μυστήρια, να συνθλίψουν την Σωτηριολογική Μοναδικότητα της Ορθοδοξίας, να απενεργοποιήσουν ανέξοδα και υποβολιμαία την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και να διυλίσουν μέσω των νοσηρών Αιρέσεων την Εκκλησία, καθιστώντας την ως ένα ακόμη ευαγές και εντευκτήριο ίδρυμα παροχής μιας γενικόλογης και απροσδιόριστης Αγάπης!



Κατά δεύτερον, η Διγλωσσία είναι το εμβληματικά ακραιφνές σημείο κατατεθέν τους, γιατι, ενώ από την μια ''προασπίζονται'' δήθεν την Ορθοδοξία, από την άλλη ήδη την αρνούνται, μειοδοτούν και δωσιλογούν συναγελαζόμενοι εις κοινωνίαν με όλα τα νοσηρά και αιρετικά, ''εκκλησιαστικά'' κατασκευάσματα, σε έναν αδόκιμο και προκάτ διάλογο μιας ατέρμονης, υποκριτικής και ανεφάρμοστης κατά Θεόν αγάπης, κατά τον οποίο, σκοπός δεν είναι η μετάνοια των κακοδόξων, αλλά η Ένωσις μαζί τους. Η ίδια, η Διγλωσσία είναι εξάλλου χαρακτηριστό συνώνυμο και εξώφθαλμο έμβλημα των διαβαθμισμένων και ανίερων Τεκτόνων, που, ενώ από την μια τελετουργούν εν κρυπτώ με τον Βελίαρ, από την άλλη αρνούνται την ένταξή τους στον συρφερτό αυτό των δαιμονοποιημένων φραμασόνων2!



Η τιτλοφορούμενη από τους Χριστοκτόνους Οικουμενιστές ''Αγία και Μεγάλη Πανορθόδοξος Σύνοδος'', που έλαβε και επίσημα τέλος αποτελεί τον πλήρη ορισμό της - ιστορικά - αποκαλούμενης ''Ληστρικής Συνόδου'', αφού στην πλειονότητά της απαρτίστηκε από εκπροσώπους τοπικών εκκλησιών, που άγονται και φέρονται χειραγωγημένα, δεσμωτικά και εντεταλμένα υπό του άρματος της Πανθρησκείας του Οικουμενισμού. Γιατι ληστρικής; Γιατι τέτοια καθιερώθηκε στην ιστορία της Εκκλησίας, η δεύτερη σύνοδος της Εφέσου το 449 μ.Χ., από τους αντιτιθεμένους σε αυτήν, όταν ο Διόσκουρος3 φορέας και αιμοδότης του Μονοφυσιτισμού εξανάγκασε τους εναντίους και ασύμφωνους να αναγνωρίσουν την αιρετική διδασκαλία του Ευτυχούς, ως κυρίαρχη εκκλησιολογία της αρχαίας Εκκλησίας. Ο Ευτυχής ήταν ένας πλανεμένος ιερέας, που δήλωνε, πως ο Χριστός μας έχει μόνο μια φύση, την θεία. Το 451 μ.Χ. όμως συγκροτήθηκε η Δ' Οικουμενική Σύνοδος, που αναθεμάτισε τόσο τον Ευτυχή, όσο και τον ακόλουθό του τον Διόσκουρο και καταδίκασε τον Μονοφυσιτισμό. Στην οικουμενιστική αυτή συνεύρεση λοιπόν, αντί να καταδικασθεί ο Οικουμενισμός ως η Παναίρεση των Εσχάτων, αντί να εξετασθεί το χρόνιο ζήτημα της καινοτομίας του νέου εορτολογίου που διαίρεσε το πλήρωμα της Εκκλησίας σε παλαιοημερολογίτες και νεοημερολογίτες και αντί να συμφωνηθεί η άρδην Έξοδος από το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών,... οι προκαθήμενοι συζήτησαν, ως φαίνεται σοβαρότερα ζητήματα, όπως το οικολογικό, την νηστεία, τον εθνοφυλετισμό, την παιδεία, τον γάμο... Μα θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά; Έχουμε να κάνουμε με μια σεκταριστική ''mafia'' παγκοσμίως κοινωνούντων αιρετικών, που ακριβώς, επειδή βρίσκονται σε διαρκή και αδιάλλειπτο κοινωνία μεταξύ τους καταστώνται πασίδηλα επικίνδυνοι, περισότερο και από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου, αφού ούτοι ''διαχειρίζονται'' τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων, που θωρούν πλέον τους ποιμένες τους ως ''λέοντες ωρυόμενους περιπατούντες και ζητούντες τινες καταπίουν''. Έχουν καταστρατηγήσει το μισό ιερό Πηδάλιο της Αγίας Εκκλησίας μας, ποιούν... ''ομολογία πίστεως'' με προδοτικές συμφωνίες τύπου Πόρτο Αλέγκρε7 και Μπάλαμαντ8, κοινωνούν ακόμη και με αλλοδόξους ετοιμάζοντας την προετοιμαζόμενη και προκαταδικασμένη εις αιώνιον θάνατον Πανθρησκεία  του Αντιχρίστου.


ΕΙΣ ΑΓΑΜΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ



α. Στο ζήτημα του γάμου μεταξύ των ετεροδόξων - τεχνιέντως - το παρέπεμψαν στις τοπικές εκκλησίες, προκειμένου αυτές αργότερα ν' αποφανθούν συνοδικά, ενώ είναι γνωστό, πως και σήμερα τελούνται μικτοί γάμοι4. Τι το διαφορετικό; Το διαφορετικό είναι, ότι το θέμα αυτό υπήρχε στην ατζέντα των συζητήσεων πριν την τελική συμφωνία και αφορούσε στο να επιτραπούν οι μικτοί γάμοι (Ορθοδόξων - ετεροδόξων) σε Ορθόδοξο ή καθολικό ναό, εν προκειμένω για καθολικούς, με ιερέα ορθόδοξο ή καθολικό!... Έτσι τώρα, οι τοπικές εκκλησίες δύνανται να αποφασίσουν και να επιτρέψουν τους μικτούς γάμους σύμφωνα με το παραπάνω σκεπτικό! Η τέλεση αυτών των γάμων όμως οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο ''κοινό ποτήριο'', αφού μετά τους γάμους θα επιτρέπονται και οι βαπτίσεις και οι κηδείες.... πάντα βεβαίως κατά... ''θείαν οικονομίαν''... όπως - έναν αιώνα τώρα - διατείνονται οι ''άχριν καιρού'' εφευρίσκοντες ταγοί και - αθεολόγητοι κατά θεόν - επαγγελματίες θεολόγοι! β. Ουδεμία αναφορά γίνεται στο θέμα της συμβίωσης, στηλιτεύοντας την Πορνεία εκτός της του Γάμου κοινωνίας, την Ομοφυλοφιλία που αποτελεί επαίσχυντο γνώρισμα της νοσούσας έως και σηψαιμικής καθ' όλα εποχής μας ή τον διαφημιζόμενο υπό των οργάνων της Νέας Τάξης, Κιναιδισμό. Αλλά, πως; Θα διαμαρτύρονταν - πλην των ημετέρων - και οι αγγλικανοί ''ιερείς'' και ''ιέρειες'', αφού στην Αγγλικανική ''εκκλησία'' άνδρες παντρεύονται άνδρες5 και τρανσέξουαλ ''χειροτονήθηκαν ως ''επισκοπίνες''!...

 

Ο ΦΟΝΤΑΜΕΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΑΠΟΚΑΙΣΑΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΦΗΚΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ



γ. Η εγκύκλιος καθιστά ως φονταμελιστές, θρησκομανείς και υπερορθοδόξους, όσους ελέγχουν επί χρόνια το εσβησμένο Φανάρι μαζί με όλο το δυσώδες, εκκλησιολογικό συνοθύλευμα των ανιέρων αυλικών του υπηκόων. Δεν θέλουν ''ελευθέραν και ζώσαν εκκλησίαν'' ως διατείνονται, αλλά ένα φυλακισμένο ποίμνιο αμέτοχων, αδιάφορων και ανεχόμενων πιστών - δούλων, που με την ανοχή, την συγκατάβαση και προπαντώς την πνευματική αλλοίωση θα δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στις δύσοσμες και ελώδεις τάφρους των κακοδοξιών της Πόλης. Μιλούν για ''νοσηρή θρησκευτικότητα'', όταν οι ίδιοι - οι Οικουμενιστές -μνημονεύουν στα δίπτυχα της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης - επί χρόνια ολόκληρα - τον εωσφορικό και αφορισμένο υπό Οικουμενικών Συνόδων Πάπα στις κυριακάτικες θείες λειτουργίες τους. Είναι αδιάντροποι, ακοινώνητοι μα κυρίως αθεόφοβοι, οι Συγκρητιστές του Τεκτονοποιημένου Φαναρίου, όταν κηρύσσουν - γυμνή τη κεφαλή - τις βαπτισματικές κακοδοξίες του κ. Ζησιούλα6, τις εμετικές, εκκλησιολογικές ραδιουργίες του κ. Αθηναγόρα Κοκκινάκη7, τους έπτωτους επιθετικούς προσδιορισμούς του κ. Στυλιανού με την εγκύκλιο του 1986 και τις μειοδοτικές συμφωνίες στο Πόρτο Αλέγκρε8 και το Μπάλαμαντ9. Αν κάποιοι δεν ''δικαιούνται δια να ομιλούν'' είναι πάνω απ'όλους αυτοί οι Σχίστες της Εκκλησίας του Χριστού, όλοι αυτοί οι εκκοσμικευμένοι, γραικολατίνοι κληρικοί του Οικουμενικού θρόνου, που έχουν ιδιαίτερο και... κατ' επίγνωσιν ζήλον στις δημόσιες σχέσεις και την ελιτίστικη, δι-αιρετική διπλωματία, έχουν απωλέσει οριστικώς την έξωθεν καλή μαρτυρία της ορθής και υγιούς Ομολογίας Πίστεως και κυρίως έχουν εκβαλθεί και εξοριστεί - στην συνείδηση της πλειονότητος του Εκκλησιαστικού ποιμνίου - εκ του Σώματος της Εκκλησίας, ως υπόδικοι και εν κρίσει υποκείμενοι υπό αληθούς, Ορθοδόξου και Οικουμενικής Συνόδου. 


ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΟΥΧΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ



δ. Στην - απύθμενου βάθους - νοσούσα και πνευματικά ημιθανούσα εποχή μας, όπου την πρωτοκαθεδρία των γεγονότων έχουν τα ''άλαλα, τα μπάλαλα'', Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι9 εμφανίζονται ως ορθόδοξοι και οι πραγματικά Ορθόδοξοι φέρουν ανερυθρίαστα και ανέξοδα τους δοτούς και σπεκουλαδόρους τίτλους του θρησκόληπτου, του θρησκειομανούς, του θρησκοπλάστη. Το Διάγγελμα του 1920 έχοντας ως πρότυπο την ''Κοινωνία των Εθνών'', πρότεινε τη σύμπηξη μιας ''συνάφειας και κοινωνίας μεταξύ των αιρετικών εκκλησιών'', με κυριότερους στόχους: α. την επανεξέταση των δογματικών διαφορών με συμβιβαστική διάθεση, β. την παραδοχή ενιαίου ημερολογίου (ή φτιασιδωμένη εφαρμογή του οποίου επέφερε σχίσμα και διχασμό στο πλήρωμα της Εκκλησίας), και γ. την συγκρότηση ''παγχριστιανικών'' συνεδρίων. Έναν αιώνα ατέρμονων, ανέξοδων και προπαντώς - υποκριτικά - νοούμενων, ''εκκλησιαστικών'' διαλόγων, ουδείς αιρετικός μετενόησε, καν παπικός, καν λουθηριανός, καν προτεστάντης. Οι Οικουμενιστές, ως αιμοδιψείς λύκοι με τομάρι αθώου και απονήρευτου αρνίου, έναν αιώνα υπέκρυπταν, το απλούν, το αισθητόν και το λοιμώδες: ότι δηλαδή, οι διάλογοι δεν είχαν ποτέ σκοπό την μετάνοια και την επιστροφή των κακοδόξων, αλλά την αμοιβαία ένωση πάντων, διατηρώντας ο καθείς τις δικές του δογματικές θέσεις και εκκλησιαστικές παραδόσεις. Τοιουτοτρόπως κατεπάτησαν οφθαλμοφανώς το ''Σύμβολον της Πίστεως'', ακύρωσαν την 7η, την 8η και την 9η Οικουμενική Σύνοδο και αναγνωρίζοντας κακονικότητα και αποστολική διαδοχή σε όλα τα αιρετικά, εκκλησιαστικά - προκάτ - κατασκευάσματα, ομολόγησαν με έναν απεχθή και αμετροπρεπή, αμοραλιστικό ψυχαναγκασμό, πως δεν υπάρχει Μία, αλλά πολλές Εκκλησίες''! Αυτήν την Προδοσία Πίστεως εποίησαν, αντί της ''ομολογίας'', ως διατείνονται. Και είναι αυτοί, οι βλάσφημοι, συσταυρωτές Χριστού, που σχίζουν νυχθημερόν και αναφανδόν τον άραφο χιτώνα του Κυρίου μας, οι περιπαίζοντες, εμπτύοντες και βασανίζοντες Αυτόν, οι ακοινώνητοι και συνειδησιακά στην κρίση του λαού εκβεβλημένοι εκ της Εκκλησίας Του, αφού σχίζουν, διαμελίζουν και καινοτομούν άφοβα, εγνωσμένα και ξετσίπωτα πάνω στην Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία!


ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΘΕΝΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ



Ο γράφων επουδενί εκπροσωπεί τους αδελφούς του, του Πατρίου Ημερολογίου, παρά μόνον τον τυχάρπαστο και δικτατορίσκο εαυτό του. Ως εκ τούτου θα θέλαμε να εκφράσουμε την ειλικρινή Χριστολογική αγάπη μας προς τους αντιοικουμενιστές αδελφούς μας της επισήμου Εκκλησίας, δηλώνοντας στο ακέραιο πως: α. ουδείς επιχαίρει με την οικουμενιστική εγκύκλιο της ληστρικής ψευδοσυνόδου. β. ουδείς υγιής σκεπτόμενος Ορθόδοξος των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών θριαμβεύει χαιρέκακα με ρεβανσισμό και δεικτικότητα θυμόσοφου υπερόπτη για την υπάρχουσα κατάσταση στην κρατούσα Εκκλησία. γ. Φρονούμε όμως, πως ήταν και ιστορικά προδιαγεγραμμένος, ο σημερινός αυτός εσμός όλων των παράφρονων ιδεοληψιών του Οικουμενιστικού Θηρίου, που πλέον βρυχάται με ''Συνοδική'' νομιμοποίηση και βαλμένη Υπογραφή! δ. Είναι ώρα πνευματικής ευθύνης και οι αντιοικουμενιστές αδελφοί μας να κατανοήσουν στο ακέραιο, ποσο έβλαψε την Εκκλησία η απροσδιόριστη Επιφανειακή εκκλησιολογία του ''μένειν και αναμένην άχρι καιρού'' και ποσο δύσκολη θα δύναται - εφεξής - να γίνεται η ευλογημένη αποτείχιση, όταν η οικουμενιστική επέλαση - έναν αιώνα τώρα - έχει υπνωτήσει, αδρανήσει και αποσταθεροποιήσει το ορθόδοξο φρόνημα και την εκκλησιαστική παράδοση. Για την εορτολογική καινοτομία, που ήταν η πρώτη αιρετική εισβολή του Οικουμενισμού στην πατρίδα μας αποτειχίστηκαν οι πατέρες κι παπούδες μας, για το αυτό κι εμείς κάναμε χρήση των ιερών κανόνων αργότερα.



 Συμπερασματικά: Δια της Εγκυκλίου καθιερώθηκε και ''Συνοδικά'' ο Οικουμενισμός, ως διακεκηρυγμένη παναίρεση στους κόλπους της επισήμου Εκκλησίας, αναγνωρίστηκε επίσημα η οντολογική ύπαρξη και άλλων Εκκλησιών που έχουν σωστικά μυστήρια και νομοθετήθηκε ''πανορθόδοξα'' η απρόσκοπτη πορεία υπέρ της των πάντων ενώσεως! Κατοχυρώθηκε ''Συνοδικά'' η φίμωση, η λογοκρισία και η απαγόρευση εις παντί, μη συμμορφούμενο προς τας οικουμενιστικάς υποδείξεις, νομιμοποιήθηκε το Π.Σ.Ε. αποκτώντας και κατοχυρωμένα οικουμενικό χαρακτήρα και ''ταυτοποιήθηκε'' επισήμως η Ορθοδοξία με τον Οικουμενισμό!  Οι αποφάσεις της Ληστρικής αυτής Ψευδοσυνόδου έχουν οικουμενικό χαραχτήρα, αποτελούν πλέον εσωτερικό νόμο των τοπικών εκκλησιών και εγγίζουν όχι μόνο τον κλήρο, μα και παντί το ποίμνιο, που κοινωνεί δια των ιερέων και επισκόπων του με τους ακοινωνήτους του Οικουμενικού θρόνου. Τέλος, η ''Ευχή της των πάντων ενώσεως'' της Μεγάλης Συναπτής, που τόσο υπερφίαλα, βλάσφημα και ανέξοδα ερμηνεύθηκε πρόσφατα από τον Ποντίφηκα του Φαναρίου, ως ένωση όλων των εκκλησιών, διαφορετικών δογμάτων, σημαίνει αυτό και μόνον αυτό: την ένωση δηλαδή πάντων των ανθρώπων εν αληθεία Ορθοδόξου πίστεως και την επιστροφή τους στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ως πασίδηλα μετανοημένοι και αναγεννημένοι εκ του Ορθοδόξου βαπτίσματος ευλογημένοι Χριστιανοί. Εύχεσθε και προσεύχεσθε!


Παραπομπές:


1. Αποχαιρετιστήρια Ομιλία Παύλου στους Εφεσίους: λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· 30 καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. 

2. Έτσι αποκαλέσθηκαν από τον λαό μας οι Τέκτονες. Από την λέξη φαρμάκι και μασόνος. 

3. Ο Διόσκουρος ανέβηκε στον θρόνο της Αλεξάνδρειας και στην Ληστρική Ψευδοσύνοδο της Εφέσου καταδικάστηκε ο Θεοδώρητος Κύρου και όσοι (κατά τον Διόσκουρο) παρέκκλιναν από την διδασκαλία του Ευτυχούς. 

4. Ἐπὶ θρησκευτικοῦ γάμου ὀρθοδόξου μετὰ ἑτεροδόξου (μεικτὸς γάμος), τελουμένου πάντοτε κατ' οἰκονομίαν, ἡ ἱεροτελεστία γίνεται κατὰ τοὺς τύπους τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὑποχρεωτικῶς, καὶ τὶς διατυπώσεις περὶ μεικτῶν γάμων, ἀνεξαρτήτως ἐὰν τελεσθῆ καὶ κατὰ τὸν τύπο τοῦ δόγματος τοῦ ἑτεροδόξου μέλους. 

5. Ο αγγλικανός ''ιερέας'' Τζέρεμι Πέρμπερτον, αν και παντρεμένος με γυναίκα και όντας ήδη ''χειροτονημένος, έκανε πέντε παιδιά για να εγκαταλείψει το σπίτι του προκειμένου να παντρευθεί με ''ιερατικά ενδύματα τον σύντροφό του!... 

6. Είναι μια καινοφανής εκκλησιολογική θεωρία, που λέει, πως όπου τελείται το βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδος, εκεί υπάρχει και η πραγματική Εκκλησία, φυσικά εννοούντων και των αιρετικών. Με αυτήν έτσι διευρύ­νονται τα όρια της καθολικής Εκκλησίας, κάτω από την ομπρέλα της οποίας μπορούν να βρουν στέγη χριστιανοί, άσχε­τα με το πιστεύω και την ιδιαίτερη εκκλησιολογική παράδοσή τους. 

7. Ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων Αθηναγόρας Κοκκινάκης σε δηλώσεις του είχε υποστηρίξει: ''Ύστερα, λοιπόν, από τόσων αιώνων διαμάχη η Δυτική Εκκλησίαηύρε την αλήθεια, οι υπερφρονούντες όμως παρ’ ημίν και μετ’ αυτών θρησκέμποροι τινές, ήρχισαν πόλεμον εναντίον χιλιάδων καλών Ορθοδόξων Χριστιανών εν Ελλάδι και απανταχού, επειδή ανήκουν εις την Οργάνωσιν των Μασόνων. Τι κακό έκαμαν εις την Ελλάδα οι Μασόνοι;…''! 

8. Αποδοχή της ''Θεωρίας των Κλάδων'' στο Πόρτο Αλέγκρε το 2006. Ότι δηλαδή η Ορθοδοξία μαζί με όλες τις ''χριστιανικές'' αιρέσεις συναποτελούν την ''Μία Εκκλησία''! 9. Θεωρούνται από τους Οικουμενιστές (και όχι μόνο) ως ορθόδοξοι, οι αποθανόντες Μελέτιος Μεταξάκης και Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, οι πρωτεργάτες της Οικουμενιστικής επέλασης με την καθιέρωση της ημερολογιακής καινοτομίας που διέσπασε το πλήρωμα της Εκκλησίας. Αργότερα ο πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α', αποδεδειγμένα Μασώνος 33ου βαθμού έγραφε με επιστολή του προς έναν αποκρυφιστή τέκτονα: ''Μετά της περί ημάς Ιεραρχίας και του Ι. Κλήρου και του Χριστεπωνύμου Πληρώματος…πολλήν εδοκιμάσαμεν ψυχικήν χαράν κομισάμενοι το υπό τον τίτλο «Τα βήματα της Φιλοσοφίας» σύγγραμμα της ημετέρας λίαν ημίν αγαπητής Εντιμότητας. Και ηρχισαμεν να μελετωμεν αυτό εν μυστική μεθ’ υμών ψυχική επικοινωνια και αγαλλιάσει, ότι πλουτιζομεθα εκ των υψηλών σκέψεων της ημετέρας Εντιμότητας, των ευγενικών αισθημάτων και του πόθου της εξυπηρετήσεως της κοινωνίας και μερικώτερον του ανθρώπου. Ταύτα δε πάντα συγκροτούσι και την προσωπικήν Βιβλιοθήκην την οποίαν καταρτίζομεν εν τη ψυχή ημών και διατηρούμεν ανεξάντλητον''. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, φ. 2088/9.10.2015, σ. 1, 6.

9. Στο Μπάλαμαντ του Λιβάνου, συνετάχθη η διαβόητη σήμερα «Συμφωνία του Μπάλαμαντ». Μεταξύ των διακηρύξεών της ξεχώρισε η δήλωση του «κοινού βαπτίσματος». Στο κείμενο διαβάζουμε: 13) «…από της ενάρξεως των Πανορθοδόξων Διασκέψεων και της Β΄Συνόδου του Βατικανού, η εκ νέου ανακάλυψη και οικειοποίηση, τόσο από τους Ορθοδόξους όσο και από τους Καθολικούς, της Εκκλησίας ως κοινωνίας, άλλαξαν ριζικώς οι προυποθέσεις και, άρα, και οι θεμελιώδεις στάσεις. Από τις δύο πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του -ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των Επισκόπων-δεν δύναται να θεωρήται ως η ιδιοκτησία της μιας μόνον από τις Εκκλησίες μας. Στα πλαίσια αυτά είναι προφανές ότι κάθε είδους αναβαπτισμός αποκλείεται». 

 

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος


ΛΑΤΙΝΟΦΡΟΝΕΣ ΕΠΙ ΑΙΩΝΑΣ ΤΥΜΠΑΝΙΑΙΟΙ



Εἰς τεῦχος τοῦ ἐγκρίτου περιοδικοῦ τοῦ Βόλου «ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» δηµοσιεύεται ἐµπεριστατωµένον ἄρθρον τοῦ Ἁγιορείτου Μοναχοῦ Λαζάρου Διονυσιάτου περί τῶν συµβάντων εἰς τό Ἅγιον Ὄρος ἐπί Μιχαήλ Παλαιολόγου (1280), ὅταν ὁ δυσσεβής αὐτός βασιλεύς µαζί µέ τόν ἀνάξιον πατριάρχην Βέκκον ἀπεπειράθησαν νά ἐπιβάλουν διά πυρός καί σιδήρου εἰς τάς Ἱεράς Μονάς τοῦ Ἄθω τήν ὑπ’ αὐτῶν συµφωνηθεῖσαν ὑποταγήν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τόν Πάπαν.


τοῦ µοναχοῦ Λαζάρου Διονυσιάτου


«Τήν τοιαύτην ἕνωσιν - γράφει ὁ εὐλαβής Μοναχός - πρώτη ἀπεδοκίµασεν ἡ Προστάτις ἡµῶν καί Ἔφορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ ὑπερένδοξος Κυρία Θεοτόκος ἥτις συνεβούλευσε τούς ἁγιορείτας Πατέρας, νά µή παραδεχθῶσι τήν τοιαύτην ἕνωσιν, ἀλλά νά τήν ἐλέγξωσι· καί οἱ δυνάµενοι, νά ὑποµείνουν µετά γενναιότητος τόν µαρτυρικόν θάνατον· ὅπερ καί ἐγένετο εἰς τήν ἱεράν Μονήν Ζωγράφου. Ἐκεῖ ἅγιός τις Γέρων ἤκουσε φωνήν ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, καθ’ ὅν χρόνον ἔλεγε τούς Χαιρετισµούς ἔξω τῆς Μονῆς καί τοῦ εἶπε προστακτικῶς νά ὑπάγη ταχέως εἰς τήν Μονήν, νά εἰδοποιήση τούς Πατέρας τῆς Μονῆς, ὅτι ἔρχονται οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ της, καί νά µή τούς δεχθῶσιν εἰς τήν Μονήν (τόν Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγον καί Πατριάρχην Βέκκον), ἀλλά νά τούς ἐλέγξωσι, καί οἱ δυνάµενοι, νά παραµείνωσι καί λάβουν µαρτυρικόν θάνατον, ὑπέρ τῶν ὀρθοδό- ξων δογµάτων τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας µας. Διό ὁ ἅγιος Ἡγούµενος µετά εἰκοσιέξ (26) ἀδελφῶν, περικλεισθέντες εἰς τόν Πύργον τῆς Μονῆς καί τούς Λατινόφρονας ἐξελέγχοντες, ὑπέστησαν τόν διά πυρός µαρτυρικόν θάνατον. Τοιαῦται µαρτυρικαί ἀθλήσεις καί ἔλεγχοι καί ὁµολογίαι συνέβησαν καί εἰς ἄλλας Μονάς. ΕΙς τήν ἱεράν Μονήν Βατοπαιδίου, ἐπειδή τούς ἐξήλεγξαν ὡς αἱρετικούς, τόν µέν Ἡγούµενον Εὐθύµιον δέσαντες µέ ἁλύσεις κατεπόντισαν εἰς τήν θάλασσαν, ἑτέρους δέ δώδεκα Μοναχούς ἀπηγχόνισαν εἰς τόπον λεγόµεν Φουρκοβούνιον. Τά αὐτά περίπου ἔλαβον χώραν καί εἰς τήν ἱεράν Μονήν τῶν Ἰβήρων, ἐπειδή δέν τούς ἐδέχθησαν, ἀλλά τούς ἤλεγξαν ὡς αἱρετικούς, οἱ µέν κατεποντίσθησαν µετά τοῦ πλοίου, οἱ δέ ἀπήχθησαν ὡς αἰχµάλωτοι. Ἐπίσης καί εἰς τήν Σκήτην τῶν Καρυῶν, ἐπειδή δέν τούς ἐδέχθησαν ἀλλά τούς ἤλεγξαν, ὡς παραβάτας τῶν πατρίων δογµάτων καί ὡς αἱρετικούς, τόν µέν πρῶτον ἀπηγχόνισαν, τούς δέ λοιπούς διά ξίφους ἐφόνευσαν, ὡς τά ἅγια λείψανα αὐτῶν, οἱ τοῦ καιροῦ Πατέρας ἐναπέθεντο εἰς τήν εἴσοδον τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Πρωτάτου, πρός αἰωνίαν ὑπόµνησιν ἡµῶν καί διδασκαλίαν. Καί τοιαῦτα µέν συνέβησαν εἰς τούς µή ἀποδεξαµένους, ἀλλ’ ἐλέγξαντας αὐτούς τούς Λατινίζοντας ἑνωτικούς. Ἴδωµεν δέ τί ἐπηκολούθησεν εἰς τούς φιλικῶς αὐτούς ὑποδεξαµένους καί συλλειτουργήσαντας. Εἰς µέν τήν Μονήν Ξηροποτάµου ἐν ὥρᾳ τῆς Λειτουργίας, ἔγινε πυρκαγιά καί σεισµός µέγας µετ’ ἤχου καί βοῆς. Καί τόν µέν Ναόν κατέβαλε, τούς δέ ἐν αὐτῷ ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης κατέχωσε, καί τά τείχη τῆς Μονῆς ἀνέτρεψε, ἕνα µόνον καταλιπών κεκλιµένον εἰς σηµεῖον. Ὁ δέ Βασιλεύς καί οἱ σύν αὐτῷ ταῦτα ἰδόντες, ἐν πολλῇ καταισχύνῃ ἀνεχώρη- σαν, ὁ δέ µύκης (µανιτάρι), ὁ ὁποῖος ἐφύτρωνε µέ 40 κλώνους ὑπό τήν ἁγίαν Τράπεζαν ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα οὐκέτι πλέον ἐφύτρωσεν, ὡς βεβηλωθέντος τοῦ Θυσιαστηρίου. Ἄς ἴδωµεν καί εἰς τήν Μεγ. Λαύραν, ὅπου τοὺς ὑπεδέχθησαν µετά κωδωνοκρου- σιῶν· καί ἐκεῖ βλέποµεν ὅτι ἐπηκολούθησαν ἔτι φοβερώτερα, φρίκης καί τρόµου γέµοντα. Καθώς ἡ ἀψευδής παράδοσις διέσωσε καί ἕως τάς ἡµέρας ἡµῶν παρέδωσεν, ἀκούσατε. Ὁ µέν Ἱεροδιάκονος Λαυριώτης ὁ συλλειτουργήσας ἐν αὐτῇ τῇ λειτουργίᾳ, ὑπό θεηλάτου ὀργῆς καταληφθείς, τό ζῆν ἐξεµέτρησε ἀναλύσας ὡς κηρός ὑπό πυρός φλεγόµενος· οἱ δέ συλλειτουργήσαντες Ἱεροµόναχοι ἑπτά (7) κατ’ ἄλλους ἕνδεκα (11), µετά θάνατον εὑρέθησαν ἄλυτοι, τυµπανιαῖοι, ἀφωρισµένοι, τούς ὁποίους µέχρι τέλους τοῦ 19ου αἰῶνος τά λείψανά των εἶχον εἰς τόν νάρθηκα τοῦ κοιµητηρίου «οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι» εἰς κοινήν θέαν τό µέν πρός διδασκαλίαν καί σωφρονισµόν τῶν ἐπιγενοµένων γενεῶν, τό δέ ὅπως οἱ βλέποντες αὐτούς, σπλαγχνιζόµενοι, εὔχονται ὑπέρ αὐτῶν, ἵνα ὁ Κύριος τούς συγχωρήση καί διαλύση τά τυµπανιαῖα αὐτῶν σώµατα, εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθησαν. Παρέλειψα νά εἴπω ὅτι καί ἡ ζωγραφία τῆς Ἐκκλησίας ἐµαύρισεν, ἀνεκαινίσθη δέ ὕστερον κατά τό ἔτος 1544 ὑπό τοῦ διασήµου ζωγράφου Θεοφάνους. ∆ιά τά περί ὧν ὁ λόγος τυµπανιαῖα ἄλυτα (ἀφωρισµένα) σώµατα, διε- σώθη καί ἄχρι σήµερον ἱστορεῖται µικρόν τι ἐπεισόδιον. Τῶν Βαρδουναρέων (ἡµιονηγῶν) ποτέ ἐν εὐθυµίᾳ ἐκ µέθης τελούντων, ἔκαµον στοίχηµα µέ γενναῖόν τι χρηµατικόν ἐπίδοµα· ἐκεῖνος πού θά εἶχε τό θάρρος καί τήν ψυχραιµίαν, νά λάβη ἕν πτῶµα ἀφωρισµένον νά τό µεταφέρη ἐκεῖ ὅπου διεσκέδαζον, νά κερδίζη τά χρήµατα· καί πράγµατι εὑρέθη εἷς τολµηρός, ὅστις µέ τό πιστόλιον εἰς τάς χεῖρας µετέφερε τό τοιοῦτον ἀπαίσιον λείψανον καί ἐκέρδισε τό καταβληθέν χρηµατικόν ἐπίδοµα ὡς στοίχηµα. Ἐπίσης ἡ παράδοσις διασώζει ὅτι προσκυνητής τις, εὐαίσθητος ὑπάρχων, ὡς ἐπλησίασε καί εἶδε τά κατάµαυρα τυµπανιαῖα σώµατα, µέ τά µαλλιά, µέ τούς µεγάλους γαµψούς ὄνυχας, µέ τά στόµατα ἀνοικτά, ὅπου ἐλευθέρως οἱ ποντικοί εἰσήρχοντο καί ἐξήρχοντο, τόσον ἐφοβήθη, ὥστε αὐθωρεί ἀπέθανεν ἐκ συγκοπῆς τῆς καρδίας. Τό τοιοῦτον ἔγινεν αἰτία νά τούς ἀποµακρύνουν ἐκ τῆς Μονῆς καί τούς ὑπῆγον εἰς τά παράλια τῆς Ρουµανικῆς Σκήτης, καί τούς περιέκλεισαν εἰς ἕνα σπήλαιον δυσανάβατον καί ἀπόκρηµνον, ἀλλ’ ἐπειδή καί ἐκεῖ οἱ περίεργοι δέν ἔπαυον νά τούς ἐπισκέπτωνται νά τούς βλέπουν καί νά τούς φωτογραφίζουν, διά τοῦτο τώρα ἐσχάτως ἐνέφραξαν διά λίθων κτιστῶν τελείως τήν θύραν τοῦ σπηλαίου, καί ἔγινε τελείως ἀγνώριστον τό τοιοῦτον σπήλαιον, τό περικλεῖ ον τούς τοιούτους ἀφωρισµένους ἑνωτικούς Λατινόφρονας Λαυριώτας. Ὅταν κατά τό ἔτος 1925 διά λέµβου διέπλεον τό ἄνωθι µέρος ταξιδεύων διά τό Ὀρφάνιον Παγγαίου, οἱ λεµβοῦχοι ἀδελφοί Παχώµιος καί Ἀνδρόνικος, µοί ἔδειξαν τό τοιοῦτον σπήλαιον. Ὁ ἡµέτερος ἀδελφός Χριστόδουλος µοί εἶπεν ὅτι κατά τό ἔτος 1935 εἰς τάς Καρυάς εὑρισκόµενος, εἶδεν ἕνα λαϊκόν Ρουµάνον καί εἶχε φωτογραφίαν τριῶν τοιούτων σωµάτων ἀφωρισµένων, καί ἐτρόµαξεν ἀπό τήν θεωρίαν αὐτῶν· ταῦτα σηµειοῦµεν χάριν τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας· ὁ νοῶν νοείτω καί ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω. 



∆έν ἀποκλείεται καί τώρα ἤ µετ’ ὀλίγα ἔτη, νά ἐπαναληφθοῦν τοιαῦτα τραγικά κρούσµατα καί ἐπεισόδια, διό χρεία ἐγρηγόρσεως καί προετοιµασίας, πρός φύλαξιν τῆς Ὀρθοδόξου ἡµῶν πίστεως, ἀπό τάς πλεκτάνας καί πλάνας τῶν λατινιζόντων Παπιστῶν, Μασόνων κ.λπ.». 



Εκ του ''Ορθόδοξου Τύπου'' της 17ης Ιουνίου 2016, αριθ. φύλλου 2121, έτος νστ'. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ



Φορούσε πιζάμες και ένα ταξί τον περίμενε στην Βορεινή πύλη της Εκκλησίας. Όταν τελείωσε τη μυστική του συνομιλία με τον Όσιο, ξεκίνησε με αργά βήματα, σέρνοντας τις παντόφλες στο δάπεδο και προχωρούσε προς την έξοδο. Τον σταμάτησε ένας ιερέας της μονής και τον ρώτησε γιατί έκλαιγε τόση ώρα, γιατί δεν ήταν ντυμένος κανονικά και ήρθε στην εκκλησία με πιζάμες και αν... επιθυμούσε να του έδινε δωμάτιο στον ξενώνα να αναπαυθεί για λίγο αν το είχε ανάγκη.



- Όχι πάτερ, απάντησε και συνέχισε, με ξεκούρασε για πολλά χρόνια ο Άγιος, αυτός, ο μεγάλος και θαυματουργός γιατρός που υπηρετείτε. Σήμερα το πρωί στον «Ευαγγελισμό», στο Νοσοκομείο, ήρθε η γυναίκα μου να με δει. Έχει περάσει δεκαετία και πλέον να σταθώ όρθιος όπως με βλέπετε τώρα. Μία χρόνια πάθηση του νευρικού συστήματος και μία αρρώστια που είχα περάσει μου έφεραν αναπηρία τόση που έχασα τη θέση μου, πήρα πρόωρα σύνταξη και οδηγήθηκα στα Νοσοκομεία γιατί μετά το δεύτερο χρόνο είχα πάνω από 80% παράλυση των κάτω άκρων. Ή παράλυση, η κακή ψυχολογική κατάσταση, η πρόωρη έξοδος μου από τη δραστηριότητα της ζωής με οδηγούσαν σε μαρασμό, σχεδόν στο θάνατο. Σήμερα, λοιπόν, το πρωί η γυναίκα μου ήρθε στο Νοσοκομείο, με βρήκε να κοιμάμαι, δεν με ξύπνησε, παρά κάθισε δίπλα στο κρεβάτι μου σε μια καρέκλα. Για λίγα δευτερόλεπτα την πήρε ο ύπνος. Βλέπει στο όνειρο της ότι, στο διπλανό θάλαμο γινόταν επισκεπτήριο γιατρών. Ανάμεσα τους ήταν ένας άγνωστος ξένος γιατρός. Τον πλησιάζει η γυναίκα μου και του λέει: Γιατρέ μου, είστε ξένος; Σας βλέπω για πρώτη φορά στο Νοσοκομείο. Σας παρακαλώ στο διπλανό θάλαμο έχω τον άνδρα μου πάνω από δέκα χρόνια παράλυτο. Οι γιατροί μου έχουν πει την αλήθεια, ότι χάνω το σύντροφο μου. Χάνω το στήριγμα μου. Θα πεθάνει ο σύζυγος μου. Ελάτε, γιατρέ μου, να τον δείτε, να του δώσετε κουράγιο, να μας πείτε κάτι και σεις. - Πήγαινε, κυρία μου, περίμενε και θα δω και το σύζυγο σου. Ναι, γιατρέ μου, πέστε μου το όνομα σας, να σας περιμένω... - Ιωάννης Ρώσος, της απαντά. Ξυπνάει, πετιέται από το κάθισμα της. Με βλέπει που προσπαθώ μόνος μου, στηριγμένος στους αγκώνες μου, να σηκωθώ. Βοήθησε με, γυναίκα, της λέγω, κάποιος με κρατάει άπ' τις μασχάλες και με σηκώνει, βοήθησε και συ... Σηκώθηκα, πάτησα στο έδαφος, όταν τα κλάματα της γυναίκας μου είχαν φέρει γύρω μας γιατρούς και βοηθητικό προσωπικό. Ό υπεύθυνος γιατρός του τμήματος, ένας πιστός χριστιανός, συγκλονίζεται από τη διήγηση της συζύγου μου και προτρέπει: Κύριε Πολυχρονίου όπως είσαι, μη ζητάς, να αλλάξεις τις πιζάμες σου, φύγετε, πάρτε ταξί στην είσοδο του Νοσοκομείου και πηγαίνετε στο Πνευματικό θεραπευτήριο, στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, που είναι στην καταπράσινη κοιλάδα του Προκοπίου της Ευβοίας, όπου και ολόκληρο το ιερό του Λείψανο. Πηγαίνετε, πέστε το μεγάλο σας ευχαριστώ και γυρίστε για το εξιτήριο που αυτή τη φορά -σπάνια βέβαια- το υπογράφει όχι γιατρός αλλά ένας "Άγιος! Και σαν χριστιανός και σαν επιστήμονας ό,τι είπα το πιστεύω. Πάνω από την επιστήμη μας είναι η παντοδυναμία του Θεού και των Αγίων του. Αυτά μας είπε, Πάτερ. Αυτά ... Δώστε μας και σεις την ευλογία σας. 



Αυτά είπε, αυτά είδαμε από τον ευλογημένο αυτό άνθρωπο που με τα κλάματα του (οι άνδρες για να κλάψουν πρέπει κάτι το πολύ σοβαρό να συμβαίνει) έλεγε στον Άγιο εκείνο το «ευχαριστώ» που είναι πρόθυμοι να το πουν όσοι άρρωστοι στα Νοσοκομεία, στα παντός είδους Νοσηλευτικά Ιδρύματα και Άσυλα ανιάτων περιμένουν κάποιον Άγγελο, κάποιον Άγιο, τον Ίδιο τον Κύριο να ταράξει τα νερά για να μπουν σ' αυτό το μυστήριο που λέγεται θαυματουργική θεραπεία, που όντως γίνεται κατά καιρούς σε ασθενείς που ο Θεός επιλέγει με τα δικά του κριτήρια, σχεδόν άγνωστα σε μάς!



π. Ιωάννου Βερνέζου, Βίος και Νέα θαύματα του Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου, Ιερό Προσκύνημα Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου, Προκόπι Εύβοιας 1998 (σελ. 83 - 85). Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΒΓΑΛΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΛΕΚΑΝΗ



Στὰ 1530, στὴ βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, ἕνας τίμιος νέος, ὁ Στέφανος, γύριζε κάποια μέρα ἀπὸ τὴν πόλη στὸ χωριό του.Στὸν δρόμο συνάντησε κι ἄλλους ὁδοιπόρους, κι ἔτσι βάδιζαν ὅλοι μαζὶ συντροφιά. Κάποια στιγμὴ διέκριναν μακριὰ μερικοὺς νεαρούς, ποὺ μετέφεραν ἀλεύρι ἀπὸ τὸν μύλο. Ἡ παρέα τοῦ Στέφανου μπῆκε σὲ πειρασμό. - Δὲν τοὺς κλέβουμε τὸ ἀλεύρι; εἶπαν μεταξύ τους. Κανεὶς δὲν μᾶς βλέπει. Θὰ τὸ μοιραστοῦμε καὶ θὰ τὸ μεταφέρουμε στὰ σπίτια μας. Ὅλοι συμφώνησαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Στέφανο.



- Εἶναι ἁμαρτία! διαμαρτυρήθηκε. Κι ὕστερα, δὲν θὰ ξεφύγουμε τὴ δικαιοσύνη. Θὰ τιμωρηθοῦμε σὰν ληστὲς καὶ κακοποιοί. Ἐκεῖνοι ὅμως ἦταν ἀποφασισμένοι. Κι ὅταν πλησίασε ἡ λεία τους, ἐπιτέθηκαν στὰ παιδιά, τὰ ἔδειραν καὶ ἅρπαξαν τὸ ἀλεύρι. Οἱ νεαροί, δαρμένοι καὶ κακοποιημένοι, πῆγαν στὰ σπίτια τους καὶ διηγήθηκαν τὸ ἐπεισόδιο. «Ὕστερα εἰδοποίησαν τὸν διοικητή, τὸν Σίμωνα Μπάιλο, κι ἐκεῖνος ἔστειλε στρατιῶτες γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺς κακοποιούς. οἱ στρατιῶτες συνέλαβαν σὰν ὕποπτο μόνο τὸν Στέφανο, γιατὶ οἱ ἄλλοι εἶχαν ἐξαφανιστεῖ. Ἐκεῖνος βάδιζε ἀμέριμνος, ἔχοντας πεποίθηση στὴν ἀθωότητά του. Ἀπολογήθηκε στοὺς στρατιῶτες μὲ εἰλικρίνεια, ἀλλὰ δὲν τὸν πίστεψαν. Τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Ὅταν τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή, ὁμολόγησε πάλι τὴν ἀλήθεια: - Βάδιζα μὲ τοὺς ληστές, ἀλλὰ μέρος στὴ ληστεία δὲν ἔλαβα. Ἄδικα μὲ κατηγορεῖτε. Ὁ δικαστὴς ὅμως δὲν τὸν πίστεψε καὶ τὸν καταδίκασε. - Ποιὰ τιμωρία προτιμᾶς, τὸν ρώτησε, νὰ σοῦ κόψουν τὰ χέρια ἢ νὰ σοῦ βγάλουν τὰ μάτια; Κι ἐκεῖνος, περίλυπος, προτίμησε τὴ δεύτερη, γιατὶ τοῦ φάνηκε λιγότερο ὀδυνηρή. Μὲ θρήνους καὶ ὀδυρμοὺς ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς καταδίκης, ὅπου ἐκτελέστηκε ἡ φοβερὴ ἀπόφαση. Ὁ Στέφανος τώρα, ἀνίκανος γιὰ μετακινήσεις, χειραγωγεῖται ἀπὸ τὴ μητέρα του. Δεκαοχτὼ μίλια ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τοῦ νησιοῦ ἦταν χτισμένη ἡ παραθαλάσσια πόλη Κασσιόπη. Ἦταν γνωστὴ γιὰ ἕνα ναὸ τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο περνοῦσε πλῆθος λαοῦ καὶ προσκυνοῦσαν τὴ θαυματουργή της εἰκόνα. Ὁ Στέφανος ἀποφασίζει καὶ πηγαίνει στὴν πόλη αὐτή. Θὰ μένει στὸν ναὸ τῆς Θεοτόκου καὶ θὰ ζητᾶ ἐλεημοσύνη ἀπὸ τοὺς φιλάνθρωπους. Προσκύνησε μὲ τὴ μητέρα του τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα καὶ παρακάλεσε τὸν διακονητὴ μοναχὸ νὰ τοῦ παραχωρήσει ἕνα κελλάκι γιὰ τὴ διαμονή του. Τὴν πρώτη βραδιὰ ἔμειναν μέσα στὴν ἐκκλησία. Ἡ μητέρα του, κατάκοπη, κοιμήθηκε ἀμέσως. Ὁ ἴδιος ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Κάποια στιγμὴ τὸν πῆρε ἕνας ὕπνος ἐλαφρός. Νοιώθει τότε δυὸ χέρια νὰ τὸν ἀκουμποῦν καὶ νὰ ψηλαφοῦν τὶς κόγχες τῶν ματιῶν του. Ἦταν τόσο αἰσθητό, ὥστε ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἀναρωτιόταν ποιὸς νὰ τὸν εἶχε ἀγγίξει. Καὶ τότε βλέπει μπροστὰ τοῦ μία γυναίκα λαμπροφορεμένη καὶ λουσμένη στὸ φῶς. Στάθηκε λίγο κι ὕστερα ἐξαφανίστηκε. Γυρίζει ὁ Στέφανος καὶ βλέπει τὰ καντήλια ἀναμμένα. Ξυπνάει τὴ μητέρα του καὶ τὴ ρωτάει: - Ποιὸς ἄναψε τὰ καντήλια; - Σώπα καὶ κοιμήσου, τοῦ λέει ἐκείνη, νομίζοντας πὼς τὸ παιδὶ τῆς ὀνειρεύεται. Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε: - Βλέπω τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Δὲν εἶναι φαντασίες αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω! Τότε ἡ μητέρα ἀνασηκώθηκε καὶ κοίταξε μὲ ἀνησυχία καὶ λαχτάρα τὸ πρόσωπό του. Ναί, δὲν τὴν ἀπατοῦσαν τὰ μάτια της. Ζοῦσε τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἕνα ὁλοζώντανο θαῦμα: οἱ κόγχες τοῦ παιδιοῦ τῆς στολίζονταν ἀπὸ δυὸ γαλανὰ μάτια! Ἐνῶ, πρὶν τὴν τύφλωση, τὰ μάτια τοῦ Στέφανου ἦταν μαῦρα! Ἀμέσως, μητέρα καὶ γιὸς εὐχαρίστησαν μὲ δάκρυα χαρᾶς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο γιὰ τὴ γρήγορη ἐπέμβασή της. Ἀπὸ τὸν θόρυβο πῆρε εἴδηση ὁ νεωκόρος μοναχὸς κι ἔτρεξε στὸν ναὸ γιὰ νὰ δεῖ τί συμβαίνει. Τὸ ὁλοφάνερο θαῦμα τὸν συγκλόνισε κι ἔφυγε γρήγορα γιὰ τὴ χώρα, γιὰ ν᾿ ἀναγγείλει τὸ γεγονὸς στὸν διοικητή. Ἐκεῖνος, παραξενεμένος, πῆρε μαζί του τοὺς προκρίτους τῆς Κέρκυρας κι ἐπισκέφθηκε τὸν Στέφανο. Εἶδε τὰ νέα μάτια στὶς κόγχες τους καὶ θαύμασε. Εἶδε ἀκόμη, σὰν ἀπόδειξη, καὶ τὸ σημάδι στὰ βλέφαρά του ἀπὸ τὸ πυρακτωμένο σίδερο. Μέσα του ὅμως ὁ διοικητὴς εἶχε καὶ κάποια ἀμφιβολία. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἐπέστρεψε στὴ χώρα, καλεῖ τὸν δήμιο καὶ τὸν ρωτάει: - Ἔβγαλες, πραγματικά, τὰ μάτια τοῦ Στέφανου, ὅπως εἶχα διατάξει; - Βεβαίως τὰ ἔβγαλα. Βρίσκονται ἀκόμη μέσα σὲ μία λεκάνη. Ὁρίστε! Ὁ Μπάιλος κοίταξε ἀνήσυχος τὴ λεκάνη.


 

Πράγματι μέσα σ᾿ αὐτὴν ὑπῆρχαν δυὸ μάτια, καὶ μάλιστα μαῦρα μάτια, ὄχι γαλανά, σὰν κι αὐτὰ ποὺ εἶχε τώρα ὁ Στέφανος. Ἡ ἀλήθεια ἀποδείχθηκε μὲ τὸν πιὸ εὔγλωττο καὶ πειστικὸ τρόπο. Κι ὁ ἡγεμόνας, ἀφοῦ εἰδοποίησε νὰ φέρουν τὸν Στέφανο, τοῦ ζήτησε συγνώμη καὶ τὸν ἀποζημίωσε μὲ πλούσια δῶρα. Τέλος, ἀνακαίνισε μ᾿ ἐπιμέλεια τὸν περίβολο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου!


Εκ του βιβλίου της Ι. Μ. Παρακλήτου, Μήλεσι Αττικής: ''Εμφανίσεις και Θαύματα της Παναγίας'', έκδοση 2007. Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

ΟΙ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΙΕΡΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ



Επί τη Εορτή του Αγίου Γλυκερίου του Ομολογητή εκ Ρουμανίας



Τρίτη 15 {28} Ιουνίου 2016, πάτριο εκκλησιαστικό ημερολόγιο



Μετά τὴν Κοίμησι ἐν Κυρίῳ τοῦ Μητροπολίτου Γαλακτίωνος καὶ σύμφωνα μὲ τὴν θέλησι καὶ ἐντολή του, διάδοχός του ὡρίσθηκε ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης Γλυκέριος, ὁ ὁποῖος συνεδύαζε Μοναχικὴ ἁπλότητα καὶ τελειότητα μὲ διοικητικὰ καὶ πνευματικὰ χαρίσματα. Ἐφ’ ὅσον σχεδὸν ἅπαντες οἱ Κληρικοί, τοὺς ὁποίους εἶχε χειροτονήσει ὁ μακαριστὸς Ἱεράρχης Γαλακτίων γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου εἶχαν συλληφθῆ καὶ φυλακισθῆ - ἐκτοπισθῆ, ὑπῆρχε μεγάλη ἔλλειψις Κληρικῶν καὶ ἔπρεπε ἐξ ἀνάγκης νὰ ἀποστέλλωνται Ἱερομόναχοι γιὰ τὴν κάλυψι τῶν ποιμαντικῶν ἀναγκῶν στὶς Ἐνορίες. Ἡ κατάστασις ἐξομαλύνθηκε μόλις τὸ 1963-1964, ὁπότε οἱ Κληρικοί, λόγῳ τῆς ἀμνηστίας ποὺ ἐδόθη τότε, ἐπέστρεψαν στὶς Ἐνορίες τους καὶ ἀνέλαβαν καὶ πάλι τὰ καθήκοντά τους. Ἔκτοτε, αὐτὴ ἡ εὐλογημένη τάξις διετηρήθη στὴν Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, ὅπου ὅλοι οἱ ἐφημεριακοὶ Ἱερεῖς εἶναι ἐκ τοῦ ἐγγάμου Κλήρου, οἱ δὲ Ἱερομόναχοι διαμένουν ὁπωσδήποτε σὲ Μονή, ἀποστελλόμενοι στὴν ἐξυπηρέτησι τῶν Γυναικείων Ἱερῶν Μονῶν, ἡ δὲ παρουσία τους σὲ Ἐνορίες γίνεται μόνον σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις ἀνάγκης, προσωρινῶς, χωρὶς νὰ διαμένουν εἰς αὐτὲς καὶ γενικὰ στὸν κόσμο. 



Ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ἦταν ἰδιαίτερα ἀπαιτητικὸς ὡς πρὸς τὴν χειροτονία Κληρικῶν· γιὰ νὰ χειροτονήση κάποιον ἔπρεπε νὰ τὸν γνωρίζη πολὺ καλά, μὲ μεγάλη δὲ ἐπιμέλεια ἐφρόντιζε νὰ προωθοῦνται ἄνθρωποι χωρὶς οὐσιαστικὰ κωλύματα. Κώλυμα, ἰδίως μάλιστα γιὰ τοὺς ἀγάμους Κληρικούς, ἐθεωρεῖτο ἡ ἔνδειξις τάσεων γιὰ δημουργία ταραχῶν, σκανδάλων ἤ χωρισμῶν καὶ σχισμάτων, ἄν καὶ ὁ Ἅγιος δὲν χειροτονοῦσε γενικῶς ἀγάμους. Γι’ αὐτό, καὶ σὲ μία τόσο δύσκολη ἐποχή, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου Ρουμανίας παρέμεινε ἀρραγῶς ἑνωμένη, ἄνευ χωριστικῶν τάσεων καὶ σχισμάτων. Ὁ Ἅγιος Γλυκέριος μὲ Κληρικοὺς σὲ ἐκκλησιαστικὴ Πανήγυρι. Μία δὲ μικρὴ μερίδα κάποιων ἀκραίων «ἀναβαπτιστῶν», οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀποστασιοποιηθῆ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γλυκέριο πρὸ ὑπάρξεως Ἐπισκόπων, θεωρεῖται ἀνάξια λόγου ἀρρωστημένη περιθωριακὴ κατάστασις, στερούμενη κάθε σοβαρότητος καὶ ἐγκυρότητος, ὡς καὶ προσβάσεως καὶ ἀποδοχῆς μεταξὺ τοῦ εὐλαβοῦς Ποιμνίου τῶν Ἀκαινοτομήτων τῆς Ρουμανίας. Ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης Γλυκέριος, παρὰ τὸ φιλήσυχον καὶ πρᾶον τοῦ χαρακτῆρος του, ἐγνώριζε νὰ εἶναι «μαχητὴς» ὅταν τὸ ἀπαιτοῦσε ἡ περίστασις, ἰδίως μάλιστα ἔναντι τῶν ἀναισχύντων ἀθεϊστῶν. Τὸ μένος τους ἐναντίον τοῦ Ἁγίου καὶ γενικὰ ἐναντίον τῶν ἀκολούθων τὸ Πάτριον, Γνησίων Ὀρθοδόξων ἦταν πολὺ μεγάλο, διότι συναντοῦσαν πάντοτε ἀπόλυτη ἄρνησι ὁποιουδήποτε συμβιβασμοῦ μαζί τους. Ἦταν πλήρως ἀσυμφιλίωτοι, ὡς ἀνήκοντες σὲ διαφορετικοὺς χώρους καὶ ὑπηρετοῦντες διαφορετικοὺς «κυρίους». Ὅταν τὸ 1958 οἱ ἀθεϊσταὶ διέταξαν ὅλοι οἱ Μοναχοὶ κάτω τῶν 60 ἐτῶν καὶ ὅλες οἱ Μοναχὲς κάτω τῶν 55 ἐτῶν νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς Μονές τους καὶ νὰ ζήσουν στὸν κόσμο ἀποβάλλοντες τὸ Σχῆμα τους, καὶ ἡ ἀνόσια διαταγὴ θὰ ἔπρεπε νὰ φαίνεται ὅτι προέρχεται δῆθεν ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς Ἀρχιερεῖς (!), ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ἀντιτάχθηκε στερρῶς καὶ δήλωσε ὅτι εὐχαρίστως θὰ πήγαινε στὴν φυλακὴ ἄλλη μία φορά, παρὰ νὰ ἐπρόδιδε τὶς ψυχὲς ὅσων ὑπήγοντο στὴν πνευματική του εὐθύνη καὶ προστασία. Οἱ ἀθεϊσταὶ δὲν ἐπέμειναν, ἀλλὰ συνέχισαν μὲ κάθε τρόπο νὰ πιέζουν τὶς Μονὲς τοῦ Πατρίου καὶ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς νὰ τὶς κλείνουν διὰ τῆς βίας (Γκαγκέστι-1960, Βουκουρέστι-1984). Μία τέτοια ἀπαίσια ἀπόπειρα συνέβη τὸ 1960 στὴν ἴδια τὴν Μονὴ τῆς Σλατιοάρας. Ἕνας ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργείου Θρησκευμάτων ἐμφανίσθηκε μὲ τρεῖς ἄνδρες τῆς μυστικῆς ἀστυνομίας καὶ διέταξαν ἰταμῶς τὸν Ἅγιο Γλυκέριο νὰ διώξη ὅλους τοὺς Μοναχοὺς τῆς Μονῆς! Ὁ Ἅγιος ἀπήντησε θαρραλέως, ὅτι ὅπως δὲν τοὺς ἔφερε διὰ τῆς βίας στὴν Μονή, δὲν εἶχε οὔτε τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὴν ἐπιθυμία, νὰ τοὺς διώξη ἀπὸ Αὐτήν! Τότε οἱ ἄνομοι, συγκέντρωσαν ὅλους τοὺς Μοναχοὺς σὲ μία Αἴθουσα καὶ τοὺς διέταξαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Μονὴ ἀμέσως. Ὅλοι ἀρνήθηκαν ἀποφασιστικῶς. Τότε οἱ ἀθεϊσταὶ ἔφυγαν κατησχυμμένοι, ἀλλὰ ἄν ἔβλεπαν Μοναχὸ τοῦ Πατρίου ἐκτὸς Μονῆς νὰ φέρη Μοναχικὰ ἐνδύματα, τὸν συνελάμβαναν ἀμέσως, ὡς δῆθεν «προσποιούμενο τὸν Μοναχό»!... Στὶς 23.5.1961 ἐκ.ἡμ., ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ Ἱερομόναχος π. Δαυῒδ (Μποτέσκου), ὁ ἀγαπητὸς Συνασκητὴς ἀπὸ 40ετίας τοῦ Ἁγίου Γλυκερίου τὸν ὁποῖον εἶχε ὁρίσει Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σλατιοάρας ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της. Ὁ π. Δαυῒδ ἦταν ἰδιαίτερα συμπαθὴς γιὰ τὴν συνεπῆ Μοναχικὴ ζωή του, γιὰ τὴν καλωσύνη του καὶ γιὰ τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη του, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, ὄχι μόνον τῆς Ἀνδρώας Μονῆς, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν Μονῶν τοῦ Πατρίου. Συνεδύαζε προσευχητικότητα, ἐργατικότητα καὶ ὑπευθυνότητα καὶ ἦταν ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στὸν Ἅγιο, ὡς ὁ πλέον ἱκανὸς καὶ ἀναγκαῖος συνεργάτης καὶ βοηθός του. Μαζὶ εἶχαν ζήσει ἁρμονικὰ καὶ ἀδιατάρακτα σὲ Μονή, σὲ Σκήτη, στὴν Ἔρημο, στὸ Ἅγιον Ὄρος, στοὺς Ἁγίους Τόπους, σὲ ταξίδια, στὴν φυλακή, στὰ βάσανα, στὶς κακουχίες, στὶς ἐξορίες, στοὺς ἀγῶνες, στὶς ἐλάχιστες χαρὲς καὶ στὶς πάμπολλες λῦπες. Ἦταν πραγματικὰ σὰν μία ψυχὴ σὲ δύο σώματα, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος λυπήθηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Κοίμησι τοῦ προσφιλοῦς Ἀδελφοῦ του ἐν Κυρίῳ. Ἔκτοτε, δὲν ὥρισε Ἡγούμενο στὴν Μονὴ τῆς Σλατιοάρας, ἀλλὰ ὁ ἴδιος διατηροῦσε τὴν πνευματική εὐθύνη καὶ καθοδήγησι τῆς Ἀδελφότητος καὶ ἐξέλεγε κάποιον ἱκανὸ Ἀδελφὸ ὡς Ἐπιστάτη - Διοικητή, γιὰ τὴν διεκπεραίωσι τῶν ποικίλων ἀναγκῶν της. Τὸ 1968 ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ἐχειροτόνησε τὸν Ἀρχιμανδρίτη Σίλβεστρο (Ὀνοφρέϊ) ὡς Βοηθὸ Ἐπίσκοπό του. Ἔκτοτε, ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὸν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ Μητροπολίτου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου Ρουμανίας. Τὸ 1977 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ Ἐπίσκοπος Μεθόδιος καὶ τὸ 1978 ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος ὁ Κοσμᾶς (Λόστουν). Τὸ 1979 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ Ἐπίσκοπος Εὐλόγιος στὸ Βουκουρέστι καὶ τὸ 1981 ὁ Ἅγιος ἐχειροτόνησε Ἐπίσκοπο τὸν Ἀρχιμ. Δημοσθένη (Ἰονίτσα), πρὸς χαρὰν καὶ ἱκανοποίησίν του ἀπὸ τὴν παρατηρουμένη πρόοδο τῆς Ἐκκλησίας, τὴν σταθερότητα καὶ τὴν καλὴ κατάστασι Κλήρου καὶ Λαοῦ, Ἐνοριῶν καὶ Μονῶν. Ο Άγιος Γλυκέριος, προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ δῶρα καὶ χαρίσματα, ἦταν ἕνας «εὐγνώμων δοῦλος» καὶ «καλὸς Οἰκονόμος» αὐτῶν, ὥστε νὰ τὰ διατηρῆ καὶ νὰ τὰ αὐξάνη πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν πιστῶν. Διατελοῦσε ἐν ἐγρηγόρσει, χωρὶς νὰ ὑπνώττη καὶ χωρὶς νὰ ραθυμῆ, μέχρι δὲ τὰ βαθειὰ γεράματά του ἐφύλασσε τὸ ἴδιο νεανικὸ σφρῖγος καὶ μία ὑποδειγματικὴ ζέσι στὴν Λατρεία τοῦ Θεοῦ, τὴν καλλιέργεια τοῦ ἔσω ἀνθρώπου διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἀρετῶν, ὡς καὶ τὴν διακονία τῶν ἀδελφῶν καὶ τοῦ πλησίον. Ἦταν φανερό, ὅτι ἡ προσοχή του ἦταν τεταμένη στὴν διαφύλαξι τῶν λογισμῶν καὶ τῆς καρδίας του ἐν καθαρότητι καὶ ὁσιότητι. Ἡ ἐγκράτειά του, ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερική, ἐδείκνυε βαθειὰ συναίσθησι τῆς ἰδιότητος καὶ ἀποστολῆς του. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἀποτελοῦσε ἠχηρὴ ἐξαίρεσι σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ συμπατριῶτες του θεωροῦν ἐντελῶς φυσικὸ καὶ «ἀδιάβλητο», ἀποφεύγων συστηματικὰ τὴν κατανάλωσι οἴνου καὶ γενικῶς κάθε ποτοῦ. Ἡ ὀλιγότητα τῶν ἅλατι ἡρτυμένων λόγων του ἀπεδείκνυε τὴν ἀδιάλειπτη ἐσωτερικὴ συνομιλία του μὲ τὸν Κύριον τῆς Δόξης, καὶ τὴν πνευματικὴ καὶ ψυχολογικὴ ἰσορροπία τῆς εὐλογημένης προσωπικότητός του. Ἡ φυλακὴ τῶν αἰσθήσεών του φανέρωνε ἐσωτερικὸ ἀγῶνα καὶ ὕπαρξι Χάριτος ἐντός του· ἡ Χάρις αὐτὴ ἐξεδηλώνετο καὶ ἐξωτερικά, ἐφ’ ὅσον τὸ πρόσωπό του ἐφαίνετο σὰν νὰ ἐφωτίζετο ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς. Τὸ φῶς αὐτὸ κάποτε, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἐπιτέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐδυνάμωνε καὶ ἐλαμπρύνετο, ὥστε νὰ γίνεται αἰσθητὴ ἡ καλὴ ἀλλοίωσίς του ὑπὸ τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου!... Ἡ γνησιότης τοῦ Ἁγιοπνευματικοῦ φρονήματός του ἐμφαίνετο ἀπὸ τὴν βαθειὰ ταπείνωσί του, τὸ ἁπλοῦν, ἀνυπόκριτον καὶ ἀπροσποίητόν του, τὴν ὑπομονὴ καὶ καρτερία του στὶς στερήσεις καὶ τὶς ἐλλείψεις· ὅλα του ἦσαν ἁπλᾶ καὶ ταπεινά: τὸ κελλάκι, ἡ στρωμνή, ἡ ἐνδυμασία, τὰ ἄμφια, ἡ δίαιτα, ἡ ὁμιλία, οἱ ἀσχολίες, οἱ σχέσεις, οἱ ἐπιδιώξεις, τὰ πάντα. Ἐργαζόταν σιωπηλά, ὅπως εἶχε συνηθίσει ἀπὸ τὴν νεότητά του, ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν Δόκιμος Μοναχός, ἀλλὰ καὶ νωρίτερα· ἡ ἀγαπημένη του ἐνασχόλησις, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγκατέλειψε ἕως τὰ βαθειά του γεράματα, ἦταν ἡ ἐργασία στοὺς κήπους. Τοῦ ἄρεσε τὸ Κοινοβιακὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖο ἐπίσης μέχρι τέλους τοῦ βίου του τηροῦσε ἀπαρέγκλιτα: τὸ βράδυ ἦταν πάντοτε παρὼν στὴν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου· ἐνωρὶς τὸ πρωῒ στοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, στὶς Ὧρες καὶ στὴν Θ. Λειτουργία· ἐφ’ ὅσον μάλιστα εἰσερχόταν συνήθως πρῶτος στὸν Ναό, ἄρχιζε νὰ ἀνάπτη τὶς κανδῆλες καὶ τὰ κεριά... Μετὰ τὴν Θ. Λειτουργία ἐργαζόταν στοὺς κήπους, ὅταν ὁ καιρὸς τὸ ἐπέτρεπε. Τηροῦσε τὸν Μοναχικὸ Κανόνα προσευχῆς στὸ κελλάκι του, μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ, ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ πάντοτε ἐντὸς αὐτοῦ ἦταν εἴτε μὲ τὸ κομβοσχοίνι του στὸ χέρι, εἴτε μὲ τὸ ὑπεραγαπημένο του Ψαλτήριο. Ἀπήγγειλε ἐπανειλημμένα τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας καθημερινῶς. Μετέβαινε στὸν Ναὸ γιὰ τὸν Ἑσπερινό, συμμετεῖχε πάντοτε στὴν κοινὴ Τράπεζα τῆς Ἀδελφότητος, παρακολουθοῦσε τὸ Ἀπόδειπνο καὶ προετοιμαζόταν γιὰ τὴν βραδυνὴ Ἀκολουθία. Ἔτσι γενικὰ κυλοῦσαν οἱ ἡμέρες του, ἐνσωματωμένες στὸν προσευχητικὸ ρυθμὸ τοῦ Ἠγαπημένου Νυμφίου τῶν ψυχῶν, σὰν πορεία πρὸς τὴν ἀτελεύτητη Βασιλεία Του... Ὁ Ἅγιος ἀπέφευγε τὴν ἀργολογία καὶ δὲν τὴν ἐπέτρεπε ἐνώπιόν του· ἐπίσης, ἀπέφευγε τὶς κρίσεις καὶ κατακρίσεις. Δὲν ἐδέχετο μεμονωμένως Μοναχές, ἀλλὰ τὶς παρέπεμπε στὴν Γερόντισσά τους, διότι μόνο μὲ τὶς Γερόντισσες τῶν Μονῶν συζητοῦσε τὰ ἀπαραίτητα. Ὁ Ἅγιος ἐπεδείκνυε ἐνδιαφέρον, κατανόησι καὶ ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἀλλὰ ἦταν ἀπαιτητικὸς στὴν ἐκπλήρωσι τῶν καθηκόντων ἑκάστου καὶ μάλιστα στὴν ὑπακοή· ὅποιος τοῦ ἔκανε ὑπακοὴ εἶχε μεγάλη ὠφέλεια καὶ τὸν ἀνέπαυε, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ παραδείγματα πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν παραδειγματικὰ ὅταν παρέβαιναν τὶς ἐντολές του. Γενικά, ὁ Ἅγιος παρεῖχε ἔξοχο παράδειγμα ἀκριβείας καὶ ἀξιοσύνης σὲ ὅλους, γινόμενος «τύπος» τῶν πιστῶν «ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ» (Α’ Τιμ. δ’ 12). Ἐξήρχετο ἀπὸ τὴν Μονὴ σπανίως, ἰδίως γιὰ τὴν τέλεσι ἱ. Ἐγκαινίων σὲ Ἐνοριακοὺς Ναούς, ἀναπληρούμενος συνήθως ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἐπισκόπους στὸ ποιμαντικὸ ἔργο μεταξὺ τοῦ Ποιμνίου. Διασώζεται ἕνα χαριτωμένο περιστατικὸ ἀπὸ μία τέτοια ἔξοδό του, τὸ ὁποῖο παραθέτουμε: Κάποια Κυριακή, εἶχε κανονίσει νὰ μεταβῆ στὸ χωριὸ Μπρούστουρι, γιὰ τὴν ἐπιτέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ, θὰ ἔρχονταν ἀπὸ ἄλλη Ἐνορία δύο καλοὶ Ἱεροψάλτες, ὥστε νὰ λαμπρύνουν μὲ τοὺς ὕμνους τους τὴν ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία. Ὅμως, ἐπικρατοῦσε δριμὺ ψῦχος καὶ οἱ δύο Ἱεροψάλτες πρὶν νὰ φθάσουν στὸν Ναό, αἰσθάνθηκαν ὅτι εἶχαν κρυώσει καὶ ὅτι οἱ φωνές τους ἄρχισαν νὰ «κλείνουν». Σημειωτέον, ὅτι ὡς καλλίφωνοι εἶχαν λίγη ὑπερηφάνεια γιὰ τὶς φωνές τους. Ἔτσι, πρὶν νὰ εἰσέλθουν στὸν Ναὸ γιὰ νὰ ψάλουν, ἀπεφάσισαν νὰ σπεύσουν νὰ πιοῦν ἀπὸ ἕνα ποτήρι χλιαρὸ οἶνο (τὸ «φάρμακο» γιὰ ὅλες τὶς «παθήσεις» γιὰ τοὺς Ρουμάνους Ἀδελφούς!), γιὰ νὰ «ἀνοίξη» ἡ φωνή τους καὶ νὰ ψάλουν ἀνεμπόδιστα καὶ ὡραῖα. Αὐτὸ πράγματι συνέβη, χωρὶς ἐννοεῖται νὰ τὸ ἀντιληφθῆ κάποιος ἄλλος... Ὅμως, δὲν διέφυγαν τὸν διορατικὸ ὀφθαλμὸ τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ἐφωτίζετο ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα! Διότι, μόλις εἰσῆλθαν στὸν Ναὸ καὶ πρὶν νὰ προλάβουν νὰ πάρουν θέσι στὸ Ἀναλόγιο καὶ νὰ ἀνοίξουν τὰ ψαλτικὰ βιβλία τους, ὁ Ἅγιος ἐξῆλθε ἀπότομα ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ τοὺς εἶπε μὲ αὐστηρότητα: «Σήμερα δὲν θὰ ψάλετε! Ξέρετε γιατί!»... Καὶ ἀμέσως εἰσῆλθε πάλι ἐντὸς Αὐτοῦ. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ θείου Κηρύγματος, ὁ Ἅγιος χωρὶς νὰ τοὺς κατονομάση, γιὰ νὰ μὴ τοὺς προσβάλη, ἀναφέρθηκε στὴν τιμὴ τῆς Κυριακῆς ἡμέρας, στὸ μεγαλεῖο τῆς Θ. Λειτουργίας καὶ εἰδικὰ στὸ γεγονός, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βρέφη, ἅπαντες οἱ λοιποὶ πρέπει νήστεις νὰ προσέρχωνται στὸν Ναὸ καὶ νὰ συμμετέχουν στὴν Λατρεία, ὥστε νὰ λαμβάνουν ἐπαξίως τὶς θεῖες δωρεὲς καὶ εὐλογίες καὶ τὰ θεῖα ἁγιάσματα. Οἱ δύο Ἱεροψάλτες κατενόησαν τὸ λάθος τους καὶ ἀπεκάλυψαν ἀργότερα τὶ εἶχε ἀκριβῶς συμβῆ... Ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ὅταν ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήση, προετοιμαζόταν μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια, χωρὶς σχεδὸν νὰ κοιμᾶται καθόλου. Μετέβαινε πρῶτος στὸν Ναό, ἐλάμβανε Καιρό, εἰσήρχετο στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ κατόπιν ἄρχιζαν νὰ ἐμφανίζωνται οἱ λοιποὶ Κληρικοί! Ἦταν πολὺ ἤρεμος καὶ δὲν στενοχωροῦσε κανέναν. Ὅταν μνημόνευε ὀνόματα στὴν Ἁγία Πρόθεσι καὶ «ἔβγαζε» μερίδες, καλοῦσε ὅλους τοὺς συλλειτουργούς, Ἱερεῖς καὶ Διακόνους, νὰ ἵστανται γύρω του, προτρέπων αὐτοὺς νὰ μνημονεύουν τοὺς ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους τους, καὶ αὐτὸς συνέχιζε νὰ «βγάζη» μερίδες. Ποτὲ δὲν ἀπευθυνόταν σὲ κάποιον μὲ τρόπο προστακτικὸ ἤ ἀγενῆ, ἀλλὰ πάντοτε προσφωνοῦσε μὲ τιμὴ καὶ εὐγένεια, ἀκόμη καὶ τοὺς Δοκίμους Μοναχούς. Νουθετοῦσε ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πεῖρα του λέγων: «Νὰ ζῆτε μὲ ἀγάπη, νὰ ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας, νὰ ἔχετε εὐχαριστία, νὰ δοξάζετε τὸν Θεὸ πάντοτε»!... Στὴν Ἐξομολόγησι ἦταν ἰδιαίτερα καταδεκτικὸς καὶ ἐπεδείκνυε μεγάλη συγκατάβασι στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Δὲν ἔβαζε μεγάλους Κανόνες (Ἐπιτίμια), οὔτε ἀποθάρρυνε τοὺς πιστοὺς μὲ ἀπειλές. Ἔλεγε: «Νά κάνης ὅ,τι μπορεῖς, ἀλλὰ νὰ τὸ κάνης μὲ τὴν καρδιά σου. Ἄν μπορῆς νὰ χύσης ἕνα δάκρυ, εἶναι σὰν νὰ ἔχης νηστεύση μία ὁλόκληρη ἡμέρα»... Ὅμως, σὲ περίπτωσι προκλήσεως σκανδαλισμοῦ, ἦταν αὐστηρὸς καὶ θεωροῦσε κάτι τέτοιο «φωτιά». Ἐπίσης, ἦταν αὐστηρὸς σὲ θέματα διαζυγίου καὶ ἰδίως σὲ περίπτωσι ἐκτρώσεων. Σὲ περίπτωσι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ὑπόσχεσι νὰ γίνουν Μοναχοὶ καὶ διατελοῦσαν ἐπὶ μακρὸν Δόκιμοι σὲ Μονή, δὲν ἐπέτρεπε τὴν τέλεσι Γάμου σὲ αὐτοὺς ἄν ἐπέστρεφαν στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀκόμη οὔτε καὶ νὰ ψάλλουν στὴν Ἐκκλησία, σὲ περίπτωσι ποὺ ἐγνώριζαν ψαλτικὴ καὶ ἐπιθυμοῦσαν νὰ καταλάβουν Ἀναλόγιο. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου του, ἐξωμολογοῦσε σπάνια μόνον μερικοὺς Ἱερεῖς. Ἔλεγε: «Ἀρκετὰ ἔχω ἐξομολογήσει. Ἔχω τὸ δικό μου βάρος στὴν πλάτη, ἄς μὴ φορτωθῶ πλέον καὶ τὰ τῶν ἄλλων»!... Ἐπέτρεπε τὴν τέλεσι δευτέρου Γάμου μόνον σὲ περίπτωσι χηρείας. Ἔλεγε: «Ἐδῶ οἱ Λατῖνοι δὲν τελοῦν δεύτερο Γάμο σὲ περίπτωσι χωρισμοῦ, νὰ τὸ κάνουμε ἐμεῖς;»... Προέτρεπε στὴν ἐκμάθησι τῶν προσευχῶν, καὶ μάλιστα τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας, ὥστε νὰ δύνανται οἱ πιστοὶ νὰ τοὺς ἀπαγγέλλουν συχνά. Προέτρεπε: «Κτυπᾶτε τὴν θύρα τοῦ Οὐρανοῦ! Θὰ σᾶς ἀνοίξη ἡ Παναγία μας στὸ τέλος! Ἐκείνη εἶναι πίσω ἀπὸ τὴν θύρα καὶ σᾶς ἀκούει»!... Στοὺς Κληρικοὺς ἐπέβαλε ἰδιαίτερο πρόγραμμα προσευχῆς καὶ μάλιστα ἤθελε νὰ διαβάζουν καὶ τὸ Θεοτοκάριο μαζὶ μὲ τὸ Ἀπόδειπνο. Ἐπίσης, ἐπέμενε σὲ αὐτοὺς νὰ τελοῦν τὶς Ἀκολουθίες καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια μὲ προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια, σύμφωνα μὲ τὴν Τάξι τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς αὐθαιρεσίες καὶ λάθη. Ἐπέμενε στὴν προσευχὴ καὶ στὴν Λατρεία τοῦ Θεοῦ. Στὶς Ἀκολουθίες συμμετεῖχε κάνοντας σταυροὺς καὶ ἱστάμενος ὀρθός, ὅταν δὲ λόγῳ ἡλικίας δὲν ἄκουγε καλά, γονάτιζε ἐνώπιον τῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας καὶ διάβαζε μὲ ἕνα κεράκι τὰ γράμματα μόνος του. Ὅταν ὑπέφερε ἀπὸ πόνους στὸ τραυματισμένο πόδι του, πήγαινε ἀναγκαστικὰ στὸ κελλί, ἅπλωνε τὸ πόδι ψηλὰ γιὰ νὰ ἀνακουφισθῆ καὶ διάβαζε τὸ Ψαλτήριο ἤ τὸ Ὡρολόγιο. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἔλεγε χαριτολογῶν, ὅτι εἶναι πολὺ καλά, μόνο ποὺ τὸ πόδι του «δὲν τοῦ κάνει ὑπακοή»!... Τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν ἔτρωγε τίποτε μέχρι τὸ Σάββατο. Τὶς ὑπόλοιπες ἑβδομάδες Αὐτῆς ἔτρωγε κάθε δεύτερη ἡμέρα. Τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα δὲν ἔτρωγε τίποτε, τὸ Πάσχα κοινωνοῦσε καὶ κατόπιν, πήγαινε στὴν Τράπεζα καὶ ζητοῦσε μόνον λίγο ψωμὶ μὲ γάλα, στὸ ὁποῖο ἔρριχνε λίγο κακάο, ἔπινε μία κούπα, καὶ αὐτὸ ἦταν τὸ Πασχαλινό του φαγητὸ μετὰ τὴν ἀναστάσιμη Θεία Λειτουργία! Στὶς Νηστεῖες γενικά, ἐλάμβανε Ἀντίδωρο στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ κατόπιν πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς λοιποὺς στὴν τράπεζα γιὰ τὸ λιτὸ φαγητό του. 



Ὅταν συνέπιπτε Ἑορτὴ σὲ νηστήσιμη ἡμέρα καὶ οἱ Ἱερεῖς τὸν ἐρωτοῦσαν ἄν ὑπάρχη εὐλογία γιὰ κατάλυσι, αὐτὸς ἀπαντοῦσε: «Σεῖς τιμᾶτε τὶς ἡμέρες, δὲν τιμᾶτε τοὺς Ἁγίους! Οἱ πιστοὶ τὴν προηγούμενη καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα καταλύουν· ὁπότε εἶναι καλὸ νὰ μὴ χαλοῦμε τὴν νηστεία! Ἄλλωστε, διὰ νηστείας οἱ Ἅγιοι ἡγίασαν»! Ὅποιος κατέλυε τὴν νηστεία χωρὶς εὐλογία καὶ χωρὶς σοβαρὸ λόγο, αὐτὸς - σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γλυκέριο - δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κοινωνήση ὁλόκληρο τὸν χρόνο, μέχρις ὅτου τηρήση ὅλες τὶς λοιπὲς Νηστεῖες ἐπιμελῶς. Ἔλεγε: «Αὐτὸ ποὺ λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δὲν δύναμαι νὰ τὸ λύσω, παρὰ μόνον σὲ περίπτωσι ἑτοιμοθανάτου». Ἄν κάποιος ἔπρεπε γιὰ λόγους ὑγείας νὰ καταλύη κάποια ἀρτύσιμη τροφή, θὰ ἔπρεπε ἔστω καὶ λίγες ἡμέρες νὰ ἐγκρατευθῆ, προκειμένου νὰ προσέλθη στὴν Θεία Κοινωνία. Σὲ κάποιον ποὺ τοῦ ἀντέταξε ὅτι θὰ κινδυνεύση νὰ πεθάνη, ὁ Ἅγιος ἀπήντησε: «Ἄν θὰ πεθάνης, θὰ πεθάνης μάρτυρας»! Στὰ παιδιὰ ἐπέβαλε - προκειμένου νὰ κοινωνήσουν - νὰ τηροῦν μία ἐλαφρὰ Νηστεία ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν τριῶν ἐτῶν!



Ο σύγχρονος Άγος Γλυκέριος ο Ομολογητής της Ρουμανίας ανήκει στον χορό των Αγίων, που αντιστάθηκαν στην Ημερολογιακή Καινοτομία, φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια από τα πολιτικά καθεστώτα της χώρας, συνεργούσης και αυτής της επισήμου Ρουμανικής εκκλησίας. Επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου ''Οι κατά Θεόν αγώνες και τα θαυμαστά παλαίσματα του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Γλυκερίου εν Ρουμανία (1891-1985) από τον θεοφιλέστατο Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, προβαίνουμε σε συνεχείς, αποσπασματικές αναρτήσεις από το εν λόγω βιβλίο. Μέσα από αυτό αναδύεται η εικόνα ενός επίκαιρου Ομολογητή της Πατερικής Παράδοσης, που εκδιωγμένος επί χρόνια στις οπές της γης και στις φυλακές ενός ''Καίσαρα, '' κατέστησε σ' εμάς εμφανές, πως οι καρποί των πνευματικών αθλήσεων ''κόποις και βασάνοις κτώνται.'' Και, όπως γράφει και ο συγγραφέας του βιβλίου: ''Ουσιαστικά προβαίνουμε σε μια διακριτική ''ξενάγηση'' στον ανθώνα μιας εκπληκτικής μαρτυρίας, η οποία περιέχει πληθύν οδυνηρών, αλλά και ενδόξων θαυμαστών στοιχείων και περιστατικών.'' Η ευχή και ευλογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γλυκερίου του εκ Ρουμανίας του Ομολογητή είη μετά πάντων ημών! Γ. Δ. Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Σελ. 96 - 105.


Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΟΥΔΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΥΙΟΣ ΘΕΟΥ ΧΩΡΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ



Περί μετανοίας


Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου


Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Α’ Ὁμιλία


Ἦταν δυό ἀδέλφια· τά ὁποῖα, ἀφοῦ μοιράστηκαν ἀναμεταξύ τους τήν πατρική περιουσία, ὁ ἕνας ἔμεινε στό σπίτι, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἔφυγε σέ μακρινή χώρα. ‘Εκεῖ, ἀφοῦ κατέφαγε ὅλα ὅσα τοῦ δόθηκαν, δυστύχησε καί ὑπέφερε μή ὑπομένοντας τή ντροπή ἀπό τή φτώχεια. (Λουκᾶ 15: 11 κ.ἑ.) Αὐτή τήν παραβολή θέλησα νά σᾶς τήν πῶ, γιά νά μάθετε, ὅτι ὑπάρχει ἄφεση ἁμαρτημάτων καί μετά τό Βάπτισμα, ἐάν εἴμαστε προσεκτικοί. Καί τό λέγω αὐτό ὄχι γιά νά σᾶς κάνω ἀδιάφορους, ἀλλά γιά νά σᾶς ἀπομακρύνω ἀπό τήν ἀπόγνωση.



Γιατί ἡ ἀπόγνωση μᾶς προξενεῖ χειρότερα κακά καί ἀπό τή ραθυμία. Αὐτός λοιπόν ὁ υἱός ἀποτελεῖ τήν εἰκόνα ἐκείνων πού ἁμάρτησαν μετά τό Βάπτισμα. Καί ὅτι φανερώνει ἐκείνους πού ἁμάρτησαν μετά τό Βάπτισμα, ἀποδεικνύεται ἀπό τό ὅτι ὀνομάζεται υἱός. Γιατί κανένας δέν μπορεῖ νά ὀνομασθεῖ υἱός χωρίς τό Βάπτισμα. Ἐπίσης διέμενε στήν πατρική οἰκία καί μοιράστηκε ὅλα τά πατρικά ἀγαθά, ἐνῶ πρίν ἀπό τό Βάπτισμα δέν μπορεῖ κανείς νά λάβει τήν πατρική περιουσία, οὔτε νά δεχθεῖ κληρονομία. Ὥστε μ᾽ ὅλα αὐτά μᾶς ὑπαινίσσεται τό σύνολο τῶν πιστῶν. Ἐπίσης ἦταν ἀδελφός ἐκείνου πού εἶχε προκόψει. Ἀδελφός ὅμως δέν θά μποροῦσε νά γίνει χωρίς τήν πνευματική ἀναγέννηση. Αὐτός λοιπόν, ἀφοῦ ἔπεσε στή χειρότερη μορφή κακίας, τί λέγει: «Θά ἐπιστρέψω στόν πατέρα μου» (Λουκᾶ 15:18). Γι᾽ αὐτό ὁ πατέρας του τόν ἄφησε καί δέν τόν ἐμπόδισε νά φύγει στήν ξένη χώρα, γιά νά μάθει καλά μέ τήν πείρα, πόση εὐεργεσία ἀπολάμβανε ὅταν βρισκόταν στό σπίτι. Γιατί πολλές φορές ὁ Θεός, ὅταν δέν πείθει μέ τό λόγο του, ἀφήνει νά διδαχθοῦμε ἀπό τήν πείρα τῶν πραγμάτων, πράγμα βέβαια πού ἔλεγε καί στούς Ἰουδαίους. Ἐπειδή δηλαδή δέν τούς ἔπεισε οὔτε τούς προσέλκυσε, ἀπευθύνοντάς τους ἀμέτρητους λόγους μέ τούς προφῆτες, τούς ἄφησε νά διδαχθοῦν μέ τήν τιμωρία, λέγοντάς τους: «Θά σέ διδάξει ἡ ἀποστασία σου καί θά σέ ἐλέγξει ἡ κακία σου» (Ἱερ. 2, 19). Γιατί ἔπρεπε νά Τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη ἀπό πρίν. Ἐπειδή ὅμως ἦταν τόσο πολύ ἀναίσθητοι, ὥστε νά μή πιστεύουν στίς παραινέσεις καί τίς συμβουλές Του, θέλωντας νά προλάβει τήν ὑποδούλωσή τους στήν κακία, ἐπιτρέπει νά διδαχθοῦν ἀπό τά ἴδια τά πράγματα, ὥστε ἔτσι νά τούς κερδίσει καί πάλι. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἄσωτος ἔφυγε στήν ξένη χώρα καί ἀπό τά ἴδια τά πράγματα ἔμαθε πόσο μεγάλο κακό εἶναι νά χάσει κανείς τό πατρικό του σπίτι, ἐπέστρεψε, καί ὁ πατέρας του τότε δέν τοῦ κράτησε κακία, ἀλλά τόν δέχτηκε μέ ἀνοιχτή ἀγκαλιά. Γιατί ἄραγε; Ἐπειδή ἦταν πατέρας καί ὄχι δικαστής. Καί στήθηκαν τότε χοροί καί συμπόσια καί πανηγύρια καί ὅλο τό σπίτι ἦταν φαιδρό καί χαρούμενο. Τί μοῦ λές τώρα ἄνθρωπέ μου; Αὐτές εἶναι οἱ ἀμοιβές τῆς κακίας; Ὄχι τῆς κακίας, ἄνθρωπε, ἀλλά τῆς ἐπιστροφῆς. Ὄχι τῆς πονηρίας, ἀλλά τῆς μεταβολῆς πρός τό καλύτερο. Καί ἀκοῦστε καί τό σπουδαιότερο: Ἀγανάκτησε γι᾽ αὐτά ὁ μεγαλύτερος υἱός. Ὁ πατέρας ὅμως τόν ἔπεισε κι αὐτόν μιλώντάς του μέ πραότητα καί λέγοντας, «σύ πάντοτε ζοῦσες μαζί μου, ἐνῶ αὐτός ἦταν χαμένος καί βρέθηκε, ἦταν νεκρός καί ξαναβρῆκε τή ζωή του» (Λουκᾶ 15:31-32). Ὅταν πρέπει νά διασώσει τόν χαμένο, λέγει: «Δέν εἶναι ὥρα τώρα γιά δικαστήρια, οὔτε γιά λεπτομερή ἐξέταση, ἀλλά εἶναι ὥρα μόνο φιλανθρωπίας καί συγγνώμης.» Κανένας ἰατρός, πού ἔχει ἀμελήσει ὁ ἴδιος νά δώσει φάρμακο στόν ἀσθενή, δέν ζητεῖ εὐθύνες ἀπ᾽ αὐτόν γιά τήν ἀταξία του καί οὔτε τόν τιμωρεῖ. Καί ἄν ἀκόμα χρειαζόταν νά τιμωρηθεῖ ὁ ἄσωτος, τιμωρήθηκε ἀρκετά ζώντας στήν ξένη χώρα. Τόσο λοιπόν χρόνο στερήθηκε τή συντροφιά μας καί ἔζησε παλεύοντας μέ τήν πείνα, τήν ἀτίμωση καί τά χειρότερα κακά. Γι᾽ αὐτό λέγει ὁ πατέρας: «ἦταν χαμένος καί βρέθηκε, ἦταν νεκρός καί ξαναβρῆκε τή ζωή του». Μή βλέπεις, λέγει, τά παρόντα, ἀλλά σκέψου τό μέγεθος τῆς προηγούμενης συμφορᾶς. Ἀδελφό βλέπεις, ὄχι ξένο. Στόν πατέρα του ἐπέστρεψε, πού ξεχνάει τά περασμένα ἤ καλύτερα πού θυμᾶται ἐκεῖνα μόνο τά ὁποῖα μποροῦν νά τόν ὁδηγήσουν σέ συμπάθεια καί ἔλεος, σέ στοργή καί εὐσπλαγχνία τέτοια πού ταιριάζει στούς γονεῖς. Γι᾽ αὐτό δέν εἶπε, ἐκεῖνα πού ἔπραξε ὁ ἄσωτος, ἀλλά ἐκεῖνα πού ἔπεθε. Δέν λυπήθηκε ὅτι κατέφαγε τήν περιουσία του, ἀλλ᾽ ὅτι περιέπεσε σ᾽ ἀμέτρητα κακά. Ἔτσι ἔψαχνε μέ τόση προθυμία καί μέ ἀκόμα μεγαλύτερη νά βρεῖ τό χαμένο πρόβατο. Καί ἐδῶ βέβαια γύρισε πίσω ὁ ἴδιος ὁ υἱός, ἐνῶ στήν παραβολή τοῦ καλοῦ Ποιμένος ἔφυγε ὁ ἴδιος ὁ ποιμένας. Καί ἀφοῦ βρῆκε τό χαμένο πρόβατο τό ἔφερε πίσω, καί χαιρόταν πολύ περισσότερο γι᾽ αὐτό, παρά γιά ὅλα τά ἄλλα τά σωσμένα. Καί πρόσεχε πῶς ἔφερε πίσω τό χαμένο πρόβατο: Δέν τό μαστίγωσε, ἀλλά μεταφέροντάς το καί βαστάζοντάς το στούς ὤμους του, τό παρέδωσε πάλι στό κοπάδι. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτά, ὅτι ὄχι μόνο δέν μᾶς ἀποστρέφεται ὅταν ἐπιστρέφομε κοντά Του, ἀλλά μᾶς δέχεται τό ἴδιο ἀγαπητικά μέ τούς ἄλλους πού ἔχουν προκόψει στήν ἀρετή. Καί ὅτι ὄχι μόνο δέν μᾶς τιμωρεῖ, ἀλλά καί ἔρχεται ν᾽ ἀναζητήσει τούς πλανημένους. Καί ὅταν τούς βρεῖ, χαίρεται περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο χαίρεται γιά ἐκείνους πού ἔχουν σωθεῖ. Οὔτε πρέπει ν᾽ ἀπελπιζόμαστε ὅταν εἴμαστε στήν κατηγορία τῶν κακῶν, ἀλλά οὔτε ὅταν εἴμαστε καλοί νά ἔχουμε θάρρος. Ἀσκώντας τήν ἀρετή νά φοβόμαστε μήπως πέσομε, στηριζόμενοι στό θάρρος μας. Καί ὅταν ἁμαρτάνουμε νά μετανοοῦμε. Καί ἐκεῖνο πού εἶπα ἀρχίζοντας τήν ὁμιλία, αὐτό λέγω καί τώρα: Εἶναι προδοσία τῆς σωτηρίας μας αὐτά τά δύο, δηλαδή καί τό νά ἔχουμε θάρρος ὅταν εἴμαστε ἐνάρετοι, καί τό ν᾽ ἀπελπιζόμαστε ὅταν εἴμαστε πεσμένοι στήν κακία. Γι᾽ αὐτό ὁ Παῦλος, γιά ν᾽ ἀσφαλίσει ἐκείνους πού ἀσκοῦν τήν ἀρετή, ἔλεγε: «Ἐκεῖνος πού νομίζει ὅτι στέκεται, ἄς προσέχει μήπως πέσει» (Α’ Κορ. 10, 12). Καί πάλι: «Φοβᾶμαι μήπως, ἐνῶ κήρυξα σέ ἄλλους, ἐγώ ὁ ἴδιος βρεθῶ ἀνάξιος» (Β’ Κορ. 11, 3). Ἀνορθώνοντας πάλι τούς πεσμένους καί διεγείροντάς τους σέ μεγαλύτερη προθυμία διακήρυττε ἔντονα στούς Κορινθίους γράφοντας τά ἑξῆς: «Μήπως πενθήσω πολλούς πού ἁμάρτησαν προηγουμένως καί δέν μετανόησαν» (Β’ Κορ. 12, 21). Γιά νά δείξει ὅτι εἶναι ἄξιοι θρήνων ὄχι τόσο ἐκεῖνοι πού ἁμαρτάνουν, ὅσο ἐκεῖνοι πού δέν μετανοοῦν γιά τά ἁμαρτήματά τους. Καί ὁ προφήτης πάλι λέγει: «Μήπως ἐκεῖνος πού πέφτει δέν σηκώνεται, ἤ ἐκεῖνος πού παίρνει στραβό δρόμο δέν ἐπιστρέφει;» (Ἱερ. 8, 4). Γι᾽ αὐτό καί ὁ Δαυίδ παρακαλεῖ αὐτούς ἀκριβῶς, λέγοντας: «Σήμερα, ἐάν ἀκούσετε τή φωνή Αὐτοῦ, μή σκληρύνετε τίς καρδιές σας ὅπως τότε πού Τόν παραπίκραναν οἱ πατέρες σας» (Ψαλμ. 94, 8). Ὅσο λοιπόν θά ὑπάρχει τό σήμερα, ἄς μή ἀπελπιζόμαστε, ἀλλ᾽ ἔχοντας ἐλπίδα πρός τόν Κύριο καί ἔχοντας κατά νοῦν τό πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας Του, ἀφοῦ ἀποτινάξουμε κάθε τι τό πονηρό ἀπό τή σκέψη μας, ἄς ἀσκοῦμε μέ πολλή προθυμία καί ἐλπίδα τήν ἀρετή, καί ἄς ἐπιδείξουμε μετάνοια μέ ὅλη τή δύναμή μας. 



Ἔτσι ἀφοῦ ἀπαλλαχθοῦμε ἀπ᾽ ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματά μας ἐδῶ στή γῆ, νά μπορέσουμε μέ θάρρος νά σταθοῦμε μπροστά στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ, καί νά ἐπιτύχουμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, τήν ὁποία εὔχομαι νά ἐπιτύχουμε ὅλοι μας μέ τή χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τόν Ὁποῖο στόν Πατέρα καί συγχρόνως στό Ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη καί ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

  
Εκ του βιβλίου ''Η Πρώτη Ανάσταση, Η Μετάνοια κατά τους Πατέρες'', Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα, Εκδόσεις ''Προετοιμασία''. Αναδημοσίευση εκ του Ιστολογίου '' Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα''. Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΝΟΥ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΙΗΣΟΥΣ



Το βιβλίο αυτο που ο συγγραφεύς του είναι άγνωστος, εγράφηκε πρωτότυπα εις την ρωσική γλώσσα γύρω εις το έτος 1853. Το πρωτότυπο του έργου τούτου ευρέθηκεν εις τό Άγιον Όρος το έτος 1884, οπότε κι ετυπώθηκε εις την πόλη Καζάν που ευρίσκεται εις τα Ουράλια Όρη. Από την έκδοσιν αύτη μόνο τρία η τέσσερα αντίτυπα σώζονται εις την Ευρώπη, έξω από την Ρωσία. Το Αριστούργημα τούτο,  όπως το εχαρακτήρισαν εις την Ευρώπη, Θεολόγοι που εντρύφησαν πνευματικά σε αυτό, ομιλεί για έναν ορθόδοξο χριστιανό προσκυνητή, που ταξιδεύει με την δίψα να εμβαθύνη εις την γνώση και την εφαρμογή του ρητού του Αποστόλου Παύλου που λέγει « Αδιαλείπτως προσεύχεστε». Ο προσκυνητής τέλος, από έναν μοναχό και με την βοήθεια τον βιβλίου «Φιλοκαλία των νηπτικών Πατέρων» κατορθώνει να μάθει να εμβαθύνει και να εφαρμόσει την Αδιάλειπτη προσευχή που λέγεται και νοερά προσευχή ή προσευχή της καρδίας και συνοψίζεται εις τας λέξεις: ''Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με''.



...Αισθανόμουν μια δίψα να προσευχηθώ, μιαν επιτακτικήν ανάγκη να αφήσω την ψυχή μου να αναλυθεί σε προσευχή, επειδή δεν είχα μείνει μόνος για 48 ολόκληρες ώρες. Αισθάνθηκα σαν να υπήρχε μέσ' στην καρδιά μου ένα κύμα αίματος που προσπαθούσε να ξεσπάσει και να ξεχυθεί σε όλα μου τα μέλη. Προσπαθώντας να το κρατήσω, μου προξενούσε έναν ισχυρό πόνο εις την καρδιά, ένα πόνο που για να γλυκαθεί εχρειαζόταν ησυχία, σιωπή καί προσευχή. Τότε, λοιπόν, κατάλαβα γιατι αυτοί που εφαρμόζουν την εσωτερική αυτοενεργούσα προσευχή αποφεύγουν την επικοινωνία με τους ανθρώπους και πηγαίνουν σε μοναχικά μέρη. Κατενόησα ακόμη γιατι εις την κατάσταση της ιεράς ησυχίας και η πιο επωφελής πνευματική συζήτησις ονομάζεται ανώφελη, εάν είναι μεγάλη, ακριβώς, όπως ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος λέγει: "Η καλή συνομιλία είναι ασήμι, αλλ' η σιωπή είναι χρυσάφι". 'Οπως τα εσκεπτόμουν όλα αυτά, προχώρησα προς τον ξενώνα. 'Ολοι μετά το γεύμα αναπαύονταν. Ανέβηκα κι εγώ επάνω στην σοφίτα, οπού εξεκουράστηκα και προσευχήθηκα. 'Οταν εξύπνησαν αυτοί εις τον ξενώνα, ευρήκα τον τυφλό, τον επήρα κι επήγαμε εις τον κήπο της κουζίνας, όπου εκαθήσαμε κι αρχίσαμε την κουβέντα. Πες μου, σε παρακαλώ, του είπα, χρησιμοποιείς την Προσευχή του Ιησού Χριστού, για την ψυχή σου; Είναι τώρα πολύς καιρός που την λέγω, χωρίς ούτε στιγμή να σταματήσω". Μπορείς να μου πεις, ποιο είναι άραγε το κυριό- τερο αίσθημα, που σου αφήνει"; Το αίσθημα, ότι δεν ημπορω να ζω χωρίς να την λέγω μέρα και νύκτα. Πως το εφανέρωσε αυτό σε σένα ο Θεός; Πες μου, πες μου, το κάθε τι, αγαπητέ μου αδελφέ. Λοιπόν, συνέβη ως εξής: Εις αυτήν εδώ την περιοχή που ανήκω, είχα το επάγγελμα του ράπτου κι εζούσα απ' αυτό. Επήγαινα σε διάφορα χωριά και έραβα ρούχα για τους χωρικούς. Κάποτε συνέβη να μείνω κάπου για αρκετό διάστημα, για να ράψω σε μιαν οικογένεια σ' ένα χωριό. Κάποια μέρα, μιαν αγία ημέρα, είδα πως εις το εικονοστάσι του σπιτιού μαζί με τις εικόνες υπήρχαν και τρία βιβλία. Ερώτησα, φυσικά, ποιος εις το σπίτι εγνώριζεν ανάγνωση. Κανένας, μου απήντησαν, αυτά τα βιβλία, μας τα άφησε ένας θείος μας, που ήξευρε να γράφει και να διαβάζει. Επήρα ένα απ' αυτά τα βιβλία, το άνοιξα αμέσως, θυμάμαι δε σαν να είναι τώρα, εδιάβασα πάνω - κάτω τα ακόλουθα: Αδιάλειπτη προσευχή είναι η επίκλησις του ονόματος του Θεού πάντοτε κι όταν κανείς κάθεται κι όταν συνομιλεί κι όταν περπατεί κι όταν τρώγει, όταν, οτιδήποτε κι αν κάνει, παντού και πάντοτε, προφέρει με τα χείλη του νοερά, του θεού το όνομα. 'Οπως εδιάβασα το κομμάτι αυτό, άρχισα να σκέπτομαι ποσο απλό και εύκολο θα ήταν για μένα να το εφαρμόσω και άρχισα το είδος αυτό της προσευχής σαν ένα ψίθυρο την ώρα που έραβα. Μου άρεσε αληθινά! Διάφοροι συνάδελφοί μου που το αντελήφθησαν, άρχισαν να με κοροιδεύουν. Είσαι μάγος και ψιθυρίζεις συνεχώς, κι όλο μουρμουρίζεις, μου έλεγαν. 'Ετσι για να αποφεύγω τα σχόλια, εσταμάτησα να προφέρω του θεού το όνομα με τα χείλη και το έλεγα με την γλώσσα ασίγαστα ημέρα και νύκτα, επειδή με επλημμύριζε με αγαλλίασι. 'Επειτα είχα το ατύχημα να χάσω το φως μου από γλαύκωμα, αρρώστια κληρονομική της οικογενείας μου κι επειδή ήμουν πολύ πτωχός με έβαλαν σε ένα άσυλο εις τό Τομπόλσκ, την πρωτεύουσα της περιοχής αυτής. Εκεί πηγαίνω τώρα. Από εδώ είμαι περαστικός, περιμένοντας να μου δώσει ο φιλόξενος οικοδεσπότης που εγνωρίσατε, ένα αμάξι για να ταξειδεύσω άνετα. Ποιο ήταν το όνομα του βιβλίου; Μήπως το θυμάσαι; Μήπως ήταν η «Φιλοκαλία»"; Για να είμαι ειλικρινής, δεν ηξεύρω. Δυστυχώς δεν εκοίταξα καθόλου να ιδώ τον τίτλο του. 'Εφερα την "Φιλοκαλία", άνοιξα εις το κεφάλαιο, "Περί Προσευχής" κι εδιάβασα απ' αυτό ένα κομμάτι, γραμμένο απ' τον αγιώτατο Κάλλιστο, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Αυτά είναι! Τα ίδια λόγια! φώναξε ο τυφλός. Διάβασε, εξακολούθησε το διάβασμα, αδελφέ μου". 'Οταν έφθασα σ' ένα σημείο που έγραφε: "ο καθένας οφείλει να προεσύχεται με την καρδιά του", ο τυφλός άρχισε τις ερωτήσεις: Τι σημαίνει αυτό; Πως κατορθώνεται εκείνο"; Και άλλα. Του εξήγησα ότι όλη η διδασκαλία για την Προσευχή της καρδιάς παρέχεται από το βιβλίο της "Φιλοκαλίας", αυτός δε με παρεκάλεσε θερμά να του διαβάσω απ' αυτό, όλα εκείνα που πραγματεύονται για το εξαίρετο είδος αυτής της Προσευχής. Θα σου διαβάσω κάθε τι που έχει σχέση μ' αυτή, του υποσχέθηκα. Ποτε, όμως, φεύγεις για το Τομπόλσκ"; Ακριβώς αύριο", απήντησε. Πολύ ωραία, λοιπόν, αύριο αναχωρώ και εγώ. Θα φύγουμε μαζί και εις τον δρόμο θα σου διαβάσω για την προσευχή της καρδιάς, θα σου δείξω δε και τον τρόπο για να την αποκτήσεις. Ναι, αλλά το αμάξι; ερώτησε. Τι πειράζει; Το Τομπόλσκ από εδώ είναι 160 χιλιόμετρα, θα βαδίσουμε σιγά - σιγά οι δυο μας μόνοι και θα διαβάζουμε ή θα συζητούμε γι' αυτό που επιθυμείς να μάθεις. Συμφωνήσαμε, λοιπόν, εντελώς. Το βράδυ ήλθε ο ίδιος, ο κύριος του ξενώνος και μας εκάλεσε να προσέλθουμε για το δείπνο, μετά δε ταύτα, εγώ του ανεκοίνωσα την απόφασή μας να αναχωρήσουμε μαζί με τον τυφλό, για να εντρυφήσουμε εις την Προσευχή και την "Φιλοκαλία". 'Ακούγοντας αυτά ο οικοδεσπότης είπε: Και εμένα μου αρέσει πάρα πολύ η "Φιλοκαλία". 'Εγραψα ήδη κι έδωσα και τα χρήματα να μου στείλουν ένα αντίτυπο απ' την Πετρούπολη. Ελπίζω, πως αύριο θα το λάβω εις το γραφείο μου. Εξεκινήσαμε, λοιπόν, το πρωί, όπως είχαμε σχεδιάσει, αφού ευχαριστήσαμε για την τόσο στοργική περίθαλψη, αύτούς, που μας εφιλοξένησαν. Μας συνόδευσαν και οι δυο, ένα χιλιόμετρο απόστασι περίπου και μας κατευόδωσαν από εκεί κι ο δικαστής και η κυρία του. Προχωρούσαμε δέκα έως δώδεκα χιλιόμετρα την ήμερα. Τον υπόλοιπο χρόνο εκαθόμαστε κάπου κι εδιαβάζαμε. Του εδιάβασα απ' την "Φιλοκαλία", όλα όσα είναι γραμμένα για την Προσευχή της καρδιάς, με την σειρά την οποία μου έδειξε κάποτε ο μακαρίτης, ο πνευματικός μου οδηγός, αρχίζοντας από τον Νικηφόρο τον μονάζοντα και τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναίτη. Με ποση προσοχή και προθυμία άκουγε, ενώ η χαρά είχε ξεχυθεί εις το πρόσωπό του! 'Επειτα άρχισε να μου υποβάλλει τέτοιες ερωτήσεις, που δύσκολα μπορούσα να βρίσκω να του δίνω τις κατάλληλες απαντήσεις. 'Οταν εδιαβάσαμε τα απαραίτητα απ' την "Φιλοκαλία", με παρεκάλεσε με επιμονή να του δείξω τον τρόπο με τον οποίο ο νους συναντάται με την καρδιά και σταλάζει μέσα της το θείο όνομα του Ιησού Χριστού, που φέρνει την ανείπωτη χαρά της επιτυχίας, της εσωτερικής Προσευχής! Του τα εξήγησα, λοιπόν, ως εξής: Τώρα εσύ, επειδή είσαι τυφλός δεν ημπορείς να ιδείς τίποτα. 'Ομως ασφαλώς μπορείς με την μνήμη και με την φαντασία σου να σχηματίσεις εις το μυαλό σου μιαν εικόνα, μια παράσταση ενός ανθρώπου, ενός ζώου, ενός δένδρου, ενός σπιτιού, όπως τα είχες ιδεί εις το παρελθόν, όταν είχες την όρασή σου. Δεν ημπορείς, λοιπόν, να σχηματίσης πλήρη εικόνα των χεριών σου, των ποδιών σου, όπως, όταν θα είχες υγιά την όρασή σου; Βεβαιότατα, μπορώ, απήντησε. Φαντάσου, λοιπόν, την εικόνα της καρδίας σου, κατά τον ίδιον τρόπο, γύρισε τα άφωτα, έστω, μάτια σου προς αυτήν και κράτησε την εικόνα της αυτή, όσο δυνατότερα και καθαρότερα- μπορείς. Τα αυτιά σου θα ακροώνται όσο περισσότερο μπορούν ένα - ένα τους κτύπους της. 'Οταν το επιτύχεις αυτό, άρχισε πάλι την προσπάθεια να συνηθίσεις να προσκομίζεις τα λόγια της Προσευχής με τον κάθε ένα κτύπο. 



'Ετσι εις τον πρώτο κτύπο πες με το μυαλό σου: Κύριε, εις τον δεύτερο, Ιησού, εις τον τρίτο, Χριστέ, εις τον τέταρτο, ελέησόν, εις τον πέμπτο, με. Αυτό δεν θα σταματάς να το επαναλαμβάνεις συνεχώς και θα το οικειοποιηθείς εύκολα, επειδή έχεις ήδη κατορθώσει να βάλεις τα θεμέλια και να κτίσης τον πρώτον όροφο του παλατιού της εγκάρδιας προσευχής. Τό δεύτερο στάδιό της είναι, όπως σου είπα ήδη, η προσαρμογή της εις την αναπνοή σου, όπως οι άγιοι Πατέρες μας εδίδαξαν. Σύμφωνα με την δεύτερη και υψηλήν αυτή περίοδο, θα εισπνέεις λέγοντας εις το μυαλό σου: ''Κύριε Ιησού Χριστέ" και με την εκπνοή θα συμπληρώνεις λέγοντας νοερά "ελέησόν με". Ενέργησε αυτό, όσο πιο συχνά μπορείς και θα αίσθανθείς ύστερα από κάμποσο χρόνο ένα ευχάριστο πόνο εις την καρδιά σου και μια θερμότητα να σε καταλαμβάνει. Τότε με την χάρι του Θεού θα μπεις μεσ' στην χαρά της "αυτοενεργού- σης προσευχής της καρδιάς"! Συνεχίζεται...



Εισαγωγή, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Σειρά συνακόλουθων αναρτήσεων από το βιβλίο - αριστούργημα, αγνώστου συγγραφέως, ''Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή''. Ενότητα 3η.


Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή


ΕΝΑ ΜΟΥΛΑΡΙ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟ ΚΟΥΡΑΜΑΝΕΣ



Ὁ Ν. Ντραμουντιανὸς διηγεῖται μία θαυμαστὴ ἐμπειρία του ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ 1940: «Ὁ λόχος μας πῆρε διαταγὴ νὰ καταλάβει ἕνα προχωρημένο ὕψωμα νιὰ προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμποῦρι μέσα στὰ βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, ἄρχισε νὰ πέφτει πυκνὸ χιόνι. Ἔπεφτε ἀδιάκοπα δυὸ μερόνυχτα κι ἔφτασε σὲ πολλὰ μέρη τὰ δυὸ μέτρα. Ἀποκλειστήκαμε ἀπὸ τὴν ἐπιμελητεία. Καθένας εἶχε τροφὲς στὸ σακίδιό του γιὰ μία ἡμέρα. 


Ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὸ κρύο δὲν λάβαμε πρόνοια «διὰ τὴν αὔριον» καὶ τὶς καταβροχθίσαμε. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄρχισε τὸ μαρτύριο. Τὴ δίψα μας τὴ σβήναμε μὲ τὸ χιόνι, ἀλλὰ ἡ πεῖνα μας θέριζε. Περάσαμε ἔτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε. Τὸ ἠθικό μας τὸ διατηρούσαμε ἀκμαῖο, ἀλλὰ ἡ φύση ἔχει καὶ τὰ ὅριά της. Μερικοὶ ὑπέκυψαν. Τὸ ἴδιο τέλος περιμέναμε ὅλοι «ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος». Τότε μία ἔμπνευση τοῦ λοχαγοῦ μας ἔκανε τὸ θαῦμα! Ἔβγαλε ἀπ᾿ τὸν κόρφο του μία χάρτινη εἰκόνα τῆς Παναγίας, τὴν ἔστησε στὸ ψήλωμα καὶ μᾶς κάλεσε γύρω του: - Παλικάρια μου! εἶπε. Στὴν κρίσιμη αὐτὴ περίσταση ἕνα θαῦμα μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Γονατίστε, παρακαλέστε τὴν Παναγία, τὴ μητέρα τοῦ Θεανθρώπου, νὰ μᾶς βοηθήσει! Πέσαμε στὰ γόνατα, ὑψώσαμε τὰ χέρια, παρακαλέσαμε θερμά. Δὲν προλάβαμε νὰ σηκωθοῦμε κι ἀκούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε καὶ πιάσαμε τὰ ὅπλα. Πήραμε θέση «ἐπὶ σκοπόν». Δὲν πέρασε ἕνα λεπτὸ καὶ βλέπουμε ἕνα πελώριο μουλάρι νὰ πλησιάζει κατάφορτο. Ἀνασκιρτήσαμε! Ζῷο χωρὶς ὁδηγὸ νὰ περνᾷ τὸ βουνό, μ᾿ ἕνα μέτρο χιόνι - τὸ λιγότερο - ἦταν ἐντελῶς ἀφύσικο. Καταλάβαμε: Τὸ ὁδηγοῦσε ἡ Κυρία Θεοτόκος. Τὴν εὐχαριστήσαμε ὅλοι μαζὶ ψάλλοντας σιγανά, μὰ ὁλόκαρδα, τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ» καὶ ἄλλους ὕμνους της. Τὸ ζῷο εἶχε πάνω του μία ὁλόκληρη ἐπιμελητεία ἀπὸ τρόφιμα: κουραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιὰκ καὶ ἄλλα. Πολλὲς κι ἀπίστευτες κακουχίες πέρασα στὸν πόλεμο. Ἀλλ᾿ αὐτὴ μοῦ μένει ἀξέχαστη, γιατὶ δὲν εἶχε διέξοδο. Τὴν ἔδωσε ὅμως ἡ Παναγία».

Εκ του βιβλίου της Ι. Μ. Παρακλήτου, Μήλεσι Αττικής: ''Εμφανίσεις και Θαύματα της Παναγίας'', έκδοση 2007. Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Ο ΔΕ ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΠΕΝ ΤΟΤΕ ΑΥΤΩ: ΕΤΑΙΡΕ ΕΦ Ω ΠΑΡΕΙ



Η Ιστορία, για τους καλώς προαιρούντες και επ' αγαθώ κατεργάζοντες, διδάσκει με ακραιφνή ακρίβεια τα ''ομηρικά'' λάθη του Παρελθόντος και η λήθη του Χρόνου παραμένει γι' αυτούς παντελώς απουσιάζουσα. Η ''Ληστρική'' ψευδοσύνοδος της Κρήτης παρουσία καρδιναλίων, κοπτών, λουθηριανών, προτεσταντών, ως και αγγλικανών ''κοπελίων'' προσφέρεται για ολική, υπομνητική αναγωγή στην έτερη, εφάμαρτη ψευδοσύνοδο της Φεράρας - Φλωρεντίας του 1438. Τότε, που οι ενωτικοί χαρακτήριζαν τους ανθενωτικούς (αυτούς που είχαν διακόψει προ πολλού το μνημόσυνο του κακοδοξούντος και όλων των λατινόφρονων, φραγκοβαλεντίνων Επισκόπων), ως ανθενωτικούς ή... σχισματικούς! Ό,τι ακριβώς συμβαίνει από το 1924 και εντεύθεν με τους Ορθοδόξους Χριστιανούς του Πατρίου Ημερολογίου, ως και αποτειχισθέντες μεμονωμένα αδελφούς.  Χάριτι Θεού αποδείχθηκε,  πως αυτοί, που είχαν διακόψει άμεσα και έγκαιρα την κοινωνία με τους λατινόφρονες προ Συνοδικής διαγνώμης ήταν οι Εντός Εκκλησίας Ορθόδοξοι πιστοί και αυτοί, οι παποκαισαρικοί εραστές της διοικητικοποίησης της Εκκλησίας ήταν οι Εκτός αποβεβλημένοι - λάθρα - εκποιητές της. Από την Ιστορία του Παπαρηγόπουλου ''αλιεύσαμε'' περί τούτου την μαρτυρία του Δούκα (ενωτικού και παπόφρονος), που περιγράφει γλαφυρά την πρώτη κοινή ''Θ. Λειτουργία'' ''ορθοδόξων'' - παπικών στον ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452: ''Όλοι εκείνοι, που εξεδηλούντο υπέρ της ενώσεως, ο βασιλιάς με την σύγκλητο και από τον κλήρο ιερείς και διάκονοι, ήλθαν στη Μεγάλη Εκκλησία, όπου θα γινόταν λειτουργία κοινή ομονοία και προσευχή αδόλω γνώμη. Κατά την ώρα όμως αυτής της θείας λειτουργίας, οι αντιφρονούντες (ανθενωτικοί ή σχισματικοί), όπως τους αποκαλούσαν, συγκεντρώθηκαν σε άλλους ναούς (ήταν εκείνην την ημέραν και εορτή του αγίου Σπυρίδωνος), όπου λειτουργούσαν ανθενωτικοί ιερείς, ενώ πολλοί επήγαν στην μονή του Παντοκράτορος. (...) Ήσαν δε και πολλοί, οι ουκ έλαβον προσφοράν αντιδώρου (που δεν δέχθηκαν δηλαδή να πάρουν αντίδωρο) ως βδελυκτήν θυσίαν τελεσθείσαν εν τη ενωτική λειτουργία. Και τον ναόν ως βωμόν και την θυσίαν ως Απόλλωνι τετελουμένην ενόμιζον''. Δηλαδή θεωρούσαν πλέον τον ναό ως βωμό θυσίας στα είδωλα και την ''Θ. Λειτουργία'' ως εξαγνιστική τελετή στον Απόλλωνα. Τα γράφουμε δίκην της συγκρητιστικά νοούμενης, αμοραλιστικής και κωμικής ψευδοσυνόδου της Κρήτης, που περισσότερο θυμίζει συνεδριάσεις Τεκτονικής Στοάς ή Εβραικής Παρασυναγωγής, παρά πανορθόδοξο σύνοδο, από την οποία εκλίπει παντελώς η Ορθοδοξία! Εκπρόσωποι Τύπου ως μεταλλαγμένοι διπλωμάτες της Ευρωπαικής Ένωσης, Οικουμενιστές ''ιερείς'' και ''επίσκοποι'' με όψη ακαδημαικών καθηγητών από το Harvard και διάχυτοι, ερωτικοί εναγκαλισμοί απύθμενης κοσμικής αγάπης από εντεταλμένους εκποιητές του Εωσφόρου. Αλήθεια, πόσο αλγεινή, ειδεχθή και απωθητική εντύπωση προκαλεί ακόμη και αυτή, η εξωτερική εμφάνιση Φαναριωτών και Ευρωπαίων μεταπατερικών νεωτεριστών, όπου η απουσία της γενειάδος συναγωνίζεται ισάξια την κοντοκουρεμένη κόμη και το μεταξένιο ράσο την περιποιημένη και ευδιάκριτη χωρίστρα! Το κάτωθι κείμενο αφιερούται στους Οικουμενιστές Σταυρωτές Κυρίου. Περιγράφει την άρτι άφιξη της Βυζαντινής αποστολής στην Βασιλεύουσα, μετά την δωσίλογη και προδοτική συμφωνία με τους Φραγκοβαλεντίνους στην σύνοδο Φεράρας - Φλωρεντίας. Εύχεσθε! Γ. Δ.



Ο στολίσκος με τον αυτοκράτορα και τα άλλα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας εισήλθον εις το Χρυσούν Κέρας την 1ην Φεβρουαρίου του 1440, μετά από περιπετειώδες χειμερινόν ταξίδι τρισήμισι περίπου μηνών. Αλλ'η φήμη δια τους αγώνας του Οσίου Μάρκου και την σθεναράν του στάσιν προέτρεξεν εις την Βασιλεύουσαν. Λαός πολύς επερίμενε δια να τον επευφημήσει. Μόλις οι αρχιερείς απεβιβάσθηκαν από τα πλοία, ο λαός τους ερωτούσε επιμόνως: - Πως τα υμέτερα; Πως τα της συνόδου; ει άρα ετύχομεν την νικώσαν; Οι αρχιερείς, οι οποίοι έβλεπαν τώρα την απροκάλυπτον αντίθεσιν του λαού εις την υπογραφήν της ''ενώσεως'', αντελαμβάνοντο ότι ''ήταν ευκολότερο να υπογράψουν, παρά να πραγματοποιήσουν την ''ένωση''. Δι΄αυτό απαντούσαν με πόνον και καταφανή μετάνοιαν: - Πεπράκαμεν (επωλήσαμεν) την πίστιν ημών, αντηλλάξαμεν τη ασεβεία την ευσέβειαν (αντηλλάξαμεν με τον Παπισμόν  την Ορθοδοξίαν), προδόντες την καθαράν θυσίαν αζυμίται γεγόναμεν.



Αυτά δεν τα έλεγεν ο Ηρακλείας Αντώνιος, ο οποίος είχεν υπογράψει την τελευταίαν στιγμήν, αλλά και όλοι οι άλλοι. Όταν δε κανείς τους ερωτούσε: - Η δεξιά αύτη υπέγραψε, κοπήτω. η γλώττα ομολόγησεν, εκριζούσθω. Είχαν δίκιο να εκφράζονται έτσι. Είχαν συναισθανθεί τώρα την φοβεράν ευθύνην των δια τον σκανδαλισμόν του ευσεβούς πληρώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το οποίο εδίχασαν. Και μάλιστα το εδίχασαν τότε που έπρεπε περισσότερον από κάθε άλλην φοράν να είναι ενωμένον εις την μίαν πίστιν, η οποία με το προφορικόν κήρυγμα παρεδόθη ''μια φορά για πάντα'' εις τους Χριστιανούς (Ιούδα 3). Ακόμη εξεφράζοντο έτσι, διότι έβλεπον ότι αι αδικαιολόγητοι υποχωρήσεις των έναντι του Πάπα απέβησαν εξ' ολοκλήρου μάταιαι. Το αποτέλεσμα της αρνήσεως της Ορθοδόξου πίστεως ήτο η εκ μέρους του Πάπα προσφορά... δυο πλοίων και... τρακοσίων ανδρών! Και αυτά, ύστερα από απουσίαν και συνεχή εξευτελισμόν δυο ετών. Επρόδωσαν την Ορθοδοξίαν αντί πινακίου φακής! Πώς να μην ελέγχονται από την συνείδησήν των; Εντελώς διαφορετική ήτο η στάσις του λαού έναντι του Μάρκου. Ενώ ο λαός απεδοκίμαζε όσους είχαν υπογράψει τον ''Όρον'', αυτόν τον υπεδέχετο ως άγιον. Γράφει ο λατινόφρων Ιωσήφ Μεθώνης: Ο Εφέσου είδε το πλήθος να τον δοξάζει, διότι δεν υπέγραψε. Ο λαός, τον επροσκυνούσε, όπως επροσκυνούσαν άλλοτε οι Ισραηλίται τον Μωυσήν και τον Ααρών. Όλοι τον επευφημούσαν και τον ονόμαζαν άγιον. Δικαίως. Διότι έβλεπον εις το προσωπόν του τον ιερόν αθλητήν, τον άκαμπτον υπερασπιστήν των πατρίων δογμάτων της Ορθοδοξίας και της ακεραιότητάς της. Έβλεπαν τον Ιεράρχην, ο οποίος έμεινεν πιστός εις τους φρικτούς όρκους, που έδωκε κατά την χειροτονίαν του εμπρός εις το ιερόν θυσιαστήριον. Ο Εφέσου έμεινε μόνος, αλλ' επεβλήθη και εθριάμβευσεν. Ο Ιωσήφ Μεθώνης, παρ' όλον ότι υπήρξεν ενωτικός και αντίθετος του Μάρκου, ομολογεί: Όσοι υπέγραψαν τον ''Όρον'' ηνώθησαν με τους Παπικούς, αφού έλαβαν δώρα, αυτός δε (ο Μάρκος) ''ούτε δώρα έλαβεν, ούτε χρυσώ τας χείρας εμίανεν''. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης, αφού απεσύρθη ολίγον καιρόν και αφιερώθη εις το πένθος του, επροσπάθησε να τηρήσει τας υποσχέσεις, που έδωκε με την υπογραφήν του. Και πρώτον μεν εφρόντισε δια την πλήρωσιν του κενού Πατριαρχικού θρόνου. Ενώ ακόμη ήσαν εις την Φλωρεντίαν, ο Πάπας ευθύς μετά τον εορτασμόν της ψευδοενώσεως, είχε ζητήσει να εκλεγεί νέος Ορθόδοξος Πατριάρχης εις Φλωρεντίαν. (...) Μετά την επίμονον παρακίνησιν του μεγάλου χαρτοφύλακος Βαλσαμώνος, να ανακοινώσει τας σκέψεις του δημοσίως και όχι ''κελλικώς'' επήγεν εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου είχαν μαζευθεί και οι άλλοι επίσκοποι δια να εκλέξουν Πατριάρχην και είπεν, ενώπιον όλων: Εγώ δεν ήλθα εδώ δια να ψηφίσω, αλλά δια να σας ειπώ αυτό, που θέλω. Σας λέγω λοιπόν, ότι εγώ δεν είχα συμφωνήσει μαζί σας εις ό,τι συνέβη εις την Φλωρεντίαν, ούτε εδέχθησα, όπως γνωρίζετε, με την ελευθέραν θέλησίν μου την ένωσιν ως ''υγιές γεγονός''. Διότι, αν και χωρίς να θέλω, χωρίς να γνωρίζω το πως, υπέγραψα τον ''όρον'', τώρα θεωρώ, τα όσα γράφονται εις αυτόν αντίθετα προς την διδασκαλίαν, που μας παρέδωσεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και ξένα προς την παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Από τότε που υπέγραψα, η συνείδησίς μου με ελέγχει συνεχώς και πιεζόμενος από ένα πολύ μεγάλο βάρος εδυσφορούσα και εζητούσα, πως να αποτινάξω εμπρός σας το βάρος που με επίεζεν. Έτσι λέγω, ότι απορρίπτω και αποδοκιμάζω μάλλον δε ότι δεν είχα αποδεχθεί ''την ένωσιν και τον όρον'' και όσα περιλαμβάνονται εις αυτόν ''ως ασύμφωνα και απάδοντα'', προς την αρχαίαν Παράδοσιν ''της αγίας καθολικής (=Ορθοδόξου Εκκλησίας)'' τα αποστρέφομαι. ''Παρέχω δε εμαυτόν τη Εκκλησία υπεύθυνον ως υπογράψαντα ου ουκ εξήν''. Και αφού είπε και άλλα τέτοια όμοια ''εσιώπησεν''. Την πρότασιν του αυτοκράτορος απέρριψε και ο Τραπεζούντος Δωρόθεος, ο οποίος εδήλωσεν εις τους απεσταλμένους του αυτοκράτορος: ''ούτε καλή μοι φαίνεται η ένωσις αύτη, ούτε καλώς γεγονέναι. δι' ο ου δύναμαι στέργειν αυτήν''. Και αν ακόμη ''έστεργον την ένωσιν'' (ως γνωστόν ο Τραπεζούντος υπέγραψε, τώρα όμως συνεργάζεται με τον Εφέσου, τον Ηρακλείας και τον Γεώργιον Σχολάριον) και πάλιν δεν θα εδεχόμην να γίνω Πατριάρχης, διότι η Εκκλησία ταράσσεται από το γεγονός της ψευδοενώσεως. Πόσω μάλλον τώρα, που η ένωσις, ούτε καλή μου φαίνεται, ''ουδέ ευσεβής, ουδέ κατά Θεόν γεγενημένη (...) ουδέ στέργεται πάρα πάντων, ούτε παρ' εμού''. Τελικώς ο βασιλεύς εστράφη προς τον κεκηρυγμένον λατινόφρονα και ενωτικόν επίσκοπον Κυζίκου Μητροφάνην, ο οποίος και απεδέχθη την προσφοράν. Έτσι την 4ην Μαίου του 1440, ημέρα της εορτής της Αναλήψεως, ο Μητροφάνης κατελάμβανε τον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. Οι επίσκοποι, οι οποίοι δεν υπέγραψαν τον ''όρον'' και ο λαός που έμενε πιστός εις το Ορθόδοξον δόγμα, τον ονόμασαν ''Μητροφόνον'', δηλαδή ''φονιά'' της Μητρός Εκκλησίας! Ο Εφέσου δεν προσήλθεν εις την Θείαν Λειτουργίαν, η οποία έγινε την ημέραν της εθρονίσεως του νέου Πατριάρχου (15 Μαίου 1440). Δεν ήθελε να συλλειτουργήσει με τον λατινόφρονα Μητροφάνην, δια τον οποίον έγραφεν: ''Ούτε βούλομαι, ούτε δέχομαι την αυτού ή των μετ' αυτών κοινωνίαν, το παράπαν ουδανώς''. Άλλωστε έγραφεν αργότερα προς τον Μοναχόν Θεοφάνην: Οι ενωτικοί εξέλεξαν ως προστάτην των (τον Μητροφάνην) μάλλον δε όχι προστάτην, αλλά ''μισθωτόν'' και όχι ''ποιμένα'' ''λύκον και όχι ''νομέα(=βοσκόν), τον οποίον μάλιστα ημπορούν να άγουν και να φέρουν όπου θέλουν και δια του οποίου νομίζουν, ότι θα ''εγκαταστήσουν το πονηρόν δόγμα του λατινισμού'' εις τας ψυχάς όλων. Τέτοιο άβουλον όργανον ευρήκαν οι ενωτικοί δια να προωθήσουν τους σκοπούς των. Τέτοιον λύκον έβαλαν δια να ποιμάνει τα λογικά πρόβατα του Χριστού!... Δέν έλιπεν όμως από εκείνην την Θ. Λειτουργίαν μόνον ο Εφέσου. Έλιπαν και ο Ηρακλείας και ο Τραπεζούντος, όπως επίσης και άλλοι Ιεράρχαι, καθώς και δυο αξιωματούχοι του ναού της αγίας Σοφίας, οι οποίοι ήσαν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται: Ο Σίλβεστρος Συρόπουλος και ο Μιχαήλ ο Βαλσαμών. Απουσίαζεν επίσης και πλήθος λαού. Ο ναός ήτο σχεδόν άδειος! Αλλά και οι ολίγοι, που παρίσταντο εις την τελετήν του μηνύματος (που προηγήθη της Θ. Λειτουργίας) εδέχοντο ''την ευλογίαν του Πατριάρχου λίαν αηδώς, τινές δε και υπεχώρουν, ίνα μη θεωρώσι (δια να μη βλέπουν) την ευλογίαν αυτού''! Την ''αποστροφήν'' δε και την ''μέμψιν'' του λαού εναντίον του Μητροφάνους επολλαπλασίαζε και η παρουσία του λατινεπισκόπου Χριστοφόρου Γκαρατόνι, ο οποίος εστέκετο συνεχώς εις τα δεξιά του Πατριάρχου. Επειδή ο Εφέσου διησθάνετο, ότι τα πράγματα επρόκειτο να εκτραχυνθούν, δεδομένου ότι ο νέος Πατριάρχης ήτο αποφασισμένος να επιβάλλει τον ''Όρον'', έφυγε την 14ην Μαίου 1440 (ημέραν της αγίας Πεντηκοστής) εις την Προύσαν και από κει εις την έδραν της επισκοπής του, την Έφεσσον. Η φυγή του δεν ήτο μόνον πράξις συνενέσεως. Η πάροδος του χρόνου απέδειξε, ότι ήτο και σωτήριος τόσον δι' αυτόν, όσον και δια το έθνος. Η απόδρασίς του επροκάλεσε βαθείαν εντύπωσιν εις τον αυτοκράτορα, ο οποίος εφοβείτο, ότι το παράδειγμα του οσίου θα το ακολουθήσουν και άλλοι. Την ιδίαν ημέραν της φυγής του Μάρκου και ο Ηρακλείας Αντώνιος, παρ' όλον ότι ήτο γέρων, ανεχώρησε πεζός από την Κωνσταντινούπολιν και έφθασεν εις Τζουρολόην. Ο Πατριάρχης Μητροφάνης και οι λατινόφρονες υπεχρέωσαν εις φυγήν από την Κωνσταντινούπολιν και τον αδελφόν του Μάρκου, τον Νομοφύλακα Ιωάννην τον Ευγενικόν. Ήθελαν ''να αποσυμφορήσουν κάπως την Κωνσταντινούπολη από τους ανθενωτικούς ηγέτες''. Επομένως δεν ήτο δυνατόν να ανεχθούν εις την Κωνσταντινούπολιν εκείνον που είχεν αναφωνήσει: ''Φεράρα, χαίρε της αράς φερώνυμε''. Ο Εφέσου Μάρκος εις μίαν επιστολήν του ''προς Θεοφάνην'' Ιερομόναχον, εις Εύριπον εκθέτει τα περί της φυγής του εις Έφεσσον, τα περί των διωγμών, οι οποίοι ελάμβανον χώραν εις Κωνσταντινούπολιν και τα του εντοπισμού του εις την Λήμνον. ''Μάθε (του έγραφεν), ότι, αφού επεστρέψαμεν εις την Κωνσταντινούπολιν, ανέβη εις τον Πατριαρχικόν θρόνον ένας από τους λατινόφρονας επισκόπους, ο οποίος μας ενωχλούσε τόσον, ώστε ''εξ' ανάγκης απήλθον εις την εκκλησίαν μου'' (δηλαδή εις την Έφεσον). Αλλ' επειδή και εκεί συνήντησα αντιδράσεις και πειρασμούς πολλούς παρά των ασεβών λατινοφρόνων, έφυγα με σκοπόν να φθάσω εις το Άγιον Όρος. Ενώ, όμως επερνούσα από την Λήμνον, όργανα της εξουσίας με εκράτησαν εις την νήσον αυτήν και με περιόρισαν''. Εις την ιδίαν επιστολήν, ο Μάρκος δίδει και τας ακολούθους οδηγίας προς τον Θεοφάνην:



''Πληροφορούμαι, ότι εχειροτονήθη από τους λατινόφρονας ως Μητροπολίτης Αθηνών ''κοπελύδριον τι του Μονεμβασίας'' και ότι συλλειτουργεί με τους Λατίνους. Ζητώ λοιπόν από την αγιοσύνην σου να συμβουλεύσεις τους ιερείς να αποφεύγουν με κάθε τρόπον την κοινωνίαν με το πρόσωπον αυτό''. Και με την βεβαιότητα, που έδιδεν εις τον Μάρκον η πίστις και η εμμονή του εις το πατροπαράδοτον σέβας, επρόσθετε: ''Γνώριζε, ότι η ψευδοένωσις οσονούπω τη του Θεού χάριτι και δυνάμει διαλυθήσεται''. Ακόμη γνώριζε, ότι το δόγμα των Λατίνων, αντί να επιβληθεί, ανετράπη μάλλον και ''διηλέγχθη'' και παντού χακτηρίζεται και ''στηλιτεύεται ως βλάσφημον και δυσεβές''. Όσοι υπέγραψαν τον ''Όρον'', τώρα δεν τολμούν, ούτε το στόμα των να ανοίξουν δια να τον υπερασπίσουν''. Τέλος, ο Εφέσου εβεβαίωνε τον Θεοφάνην: ''Εγώ ο Μάρκος, ο αμαρτωλός σας λέγω, ότι εκείνος ο οποίος μνημονεύει τον Πάπαν, ως εάν είναι Ορθόδοξος αρχιερεύς είναι ένοχος και όποιος φρονεί τα δόγματα των Λατίνων, θα κατακριθεί με τους Λατίνους και θα θεωρηθεί ''ως παραβάτης της πίστεως''!



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Απόσπασμα κειμένου εκ του βιβλίου του Νικολάου Π. Βασιλειάδη ''Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ'', Αδελφότης Θεολόγων ''Ο Σωτήρ'',  Αθήνα Μάρτιος 1993, σελίδες 171 - 177. 


Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...