ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

ΕΧΩΡΙΣΘΗΜΕΝ ΜΗ ΚΑΤΑΣΤΩΜΕΝ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΙ



...Ημείς διεκόψαμεν πάσαν Εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν μετά της Διοικούσης Ιεραρχίας, μη επιθυμούντες δια λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως να ακολουθήσωμεν αυτήν εις την καινοτομίαν και να καταστώμεν και ημείς συνυπεύθυνοι ενώπιον του Θεού και της Ιστορίας, ώστε αν ημείς, εχωρίσθημεν από την Διοικούσαν Ιεραρχίαν τούτο επράξαμεν ουχί εκ λόγων απειθαρχίας και ανταρσίας ως διισχυρίζονται οι καινοτόμαι Ιεράρχαι, αλλ' εκ λόγων ορθοδοξίας και εξ επιγνώσεως και βαθείας συναισθήσεως, ότι η Δ. Ιεραρχία δια της ημερολογιακής καινοτομίας έπαυσε να αντιπροσωπεύει την ορθόδοξον έννοιαν της Ελληνικής Εκκλησίας. 



Συνεπώς αύτη χωρισθείσα από τον κορμόν της Ορθοδόξου Εκκλησίας απετέλεσεν ιδιαιτέραν Εκκλησίαν, διάφορον της αρχαίας κατά το ακραιφνές και ακαινοτόνητον πνεύμα της Ορθοδοξίας καταστάσα ούτω υπόδικος ενώπιον της καθ' όλου Ορθοδόξου Εκκλησίας. 



Κατά ταύτα η Δ. Ιεραρχία εκκλίνασα εκ του θριγγού της ακριβούς ορθοδοξίας παρ' όλον τον εξωτερικόν τύπον και τον αριθμόν αυτής, έπαυσεν ως ανωτέρω ελέχθη, να εκπροσωπεί την ορθόδοξον έννοιαν της Ελληνικής Εκκλησίας. Ταύτης την Ορθόδοξον έννοιαν και σημασίαν εκπροσωπούσιν οι Ιεράρχαι, ο Κλήρος και ο λαός, οι ακολουθούντες την παλαιάν ημερολογιακήν παράδοσιν, την καθιερωθείσαν υπό Οικουμενικών Συνόδων και κυρωθείσαν υπό της αιωνοβίου πράξεως της όλης Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ώστε εν τω Κράτει δεν υπάρχουν δυο ορθόδοξοι Εκκλησίαι αλλά μία, ης τον μεν τύπον και τον ρυθμόν εκπροσωπεί η πλειοψηφία της Ιεραρχίας, το πνεύμα όμως και την έννοιαν της ορθοδοξίας εκπροσωπεί η μειοψηφία της παλαιοημερολογιτικής Ιεραρχίας και κοινωνίας. Αύτη είναι η θέσις των προσώπων και των πραγμάτων κατά την ακριβή και ορθόδοξον αντίληψιν και κρίσιν του σοβούντος ημερολογιακού ζητήματος όπερ τινες εκ των πολιτευτών και Δημοσιογράφων όλως άγευστοι και απότροφοι των Πατρώων εκκλησιαστικών θεσμών, θεωρούν ανάξιον προσοχής και συζητήσεως εν τη Βουλή, ως ανάρμοστον δήθεν προς την τιμήν και αξιοπρέπειαν του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Το άκρως θλιβερόν και εγκληματικόν είναι, ότι εις την ανορθόδοξον ταύτην καινοτομίαν παρέσυραν τον περισσότερον κόσμον και όπερ ολεθριότερον και την πολιτείαν, ήτις είχεν την υποχρέωσιν να σεβασθεί το σχετικόν Β. Διάταγμα του αειμνήστου Γεωργίου του Β' και να υποδείξει εις την Δ. Ιεραρχίαν τας ολεθρίους συνεπείας ταύτης και από Εθνικής απόψεως, καθ' όσον η διαίρεσις της Εκκλησίας συνεπάγεται και την διαίρεσιν του Έθνους δια τον αδιάσπαστον σύνδεσμον των Εκκλησιαστικών και Εθνικών ιδεωδών. Διο και η αδέκαστος Ιστορία τον πρώτον μεν λίθον του αναθέματος θα ρίψει κατά της Δ. Ιεραρχίας, ήτις ουδενός βιάζοντος, δωρεάν όλως και ελαφρά τη συνειδήσει διήρεσεν τον ορθόδοξον ελληνικόν λαόν, τον δεύτερον όμως λίθον θα ρίψει κατά των Κυβερνήσεων εκείνων οίτινες ου μόνον δεν αναχαίτισαν την Δ. Ιεραρχίαν από την κατωφέρειαν ταύτην, αλλά και εξώθησαν αυτήν δια λόγους δήθεν προοδευτικούς, αλλά κυρίως εκ πολιτικής σκοπιμότητος εις την κατωφέρειαν και επικίνδυνον ατραπόν της Εκκλησισαστικής ταύτης καινοτομίας. Ταύτα ως προς το πρώτον επιχείρημα της Δ. Ιεραρχίας, ερχόμεθα νυν εις το δεύτερον επιχείρημα. Ως τοιούτον προβάλλει η Ιεραρχία τον διισχυρισμόν, ότι το ημερολόγιον ως ζήτημα καθαρώς επιστημονικόν δεν έχει σχέσιν ούτε με το Δόγμα, ούτε με τους Κανόνας της Εκκλησίας, αλλ' ούτε και με την Τυπικήν Διάταξιν της Ορθοδόξου θείας λατρείας. Το επιχείρημα τούτο θα ανέμενε τις να προβληθεί υπό των λαικών των αδαών των Εκκλησιαστικών θεσμών, ουχί όμως και παρά των Κληρικών και δη των Ιεραρχών των αποτελούντων την πνοήν και την ζωήν της Εκκλησίας. Ημείς απαντώντες εις τον ψευδή τούτον διισχυρισμόν της Δ. Ιεραρχίας θα αποδείξωμεν ότι η μονομερής ημερολογιακή μεταρρύθμισις έθιξε τους Θείους και Ιερούς Κανόνας, την Τυπικήν διάταξιν της Θείας λατρείας και το Δόγμα της ενότητος της Εκκλησίας. Οι Κανόνες και δη ο 56ος της 6ης Οικουμενικής Συνόδου διακελεύει, όπως άπασαι αι επιμέρους ορθόδοξοι Εκκλησίαι τηρώσι την αυτήν τάξιν και συμφωνίαν εις τον εορτασμόν των εορτών και την τήρησιν των νηστειών και των λοιπών της ψυχής ηθικών καθαρμών. Επιβάλλει δε ο κανών ούτος καθαίρεσιν εις τους Κληρικούς εκείνους, οίτινες παραβαίνουσι την τάξιν των Εκκλησιαστικών εορτών και των νηστειών διακελεύων τα επόμενα... ''Έδοξε τοίνυν και τούτο, ώστε την κατά πάσαν την οικουμένην του Θεού Εκκλησίαν, μια κατακολουθούσαν τάξει, την νηστείαν επιτελείν... ειδέ μη τούτο παραφυλάττομεν, ει μεν Κληρικοί είεν καθαιρείσθωσαν, ει δε λαικοί αφοριζέσθωσαν'' (56ης της 6ης Οικουμενικής Συνόδου). Και ερωτώμεν την Δ. Ιεραρχίαν, κατέστρεψεν ή ου η μονομερής εφαρμογή του νέου ημερολογίου την τάξιν και την αρμονίαν των Εκκλησιών εις την τέλεσιν των εορτών και των νηστειών, αφού έκαμεν άλλας Εκκλησίας, να εορτάζουν και να ευφραίνονται, καθ' ον χρόνον αι άλλοι δεν εορτάζουν και εξακολουθούν να νηστεύωσι και να ετοιμάζονται δια της νηστείας και Μετανοίας εις τον εορτασμόν των αυτών εορτών μετά πάροδον δεκατριών ημερών; Προς τούτοις δια της ημερολογιακής καινοτομίας από την νηστείαν των Αγίων Αποστόλων, ήτις αποτελεί Αποστολικήν Διάταξιν δύνανται οι Αρχιερείς να αρνηθώσιν, ότι κατ' έτος αφαιρούνται 13 ημέραι και ενίοτε καταργείται όλος διόλου η νηστεία αύτη, όταν το Πάσχα συνπέσει με τον νέον ημερολόγιον κατά μήνα Μάιον; Επίσης δύνανται να αρνηθώσιν οι Αρχιερείς, ότι η καινοτομία αύτη επήνεγκε μίαν τόσην σύγχησιν και αναταραχήν εις το Τυπικόν της θείας λατρείας, ώστε να αγνοούν οι νεοημερολογίται ιερείς και ιεροψάλται, εν περιπτώσει καθ' ην συμπέσωσι δυο εορταί, οποίαν λειτουργίαν να τελέσωσι και οποίαν εκκλησιαστικήν τάξιν να ακολουθήσωσι, διότι το Τυπικόν της Εκκλησίας ουδεμίαν παρέχει οδηγίαν μη προβλέπον την σύμπτωσιν ταύτην των εορτών; Και ούτω δημιουργείται εν μωσαικόν εις την τάξιν και την ευρυθμίαν της Θείας λατρείας. Εις ταύτα ουδέν έχουσι να αντιτάξωσι οι καινοτόμοι Αρχιερείς σεβόμενοι εαυτούς και την αποστολήν των. Ως τρίτον επιχείρημα προβάλλει η Δ. Ιεραρχία, ότι η μονομερής διαρρύθμισις του ημερολογίου δεν έθιξε ποσώς το Δόγμα της ενότητος της Εκκλησίας διότι, ως λέγουν ούτοι, δεν μετέβαλε την πίστιν και την λατρείαν κατ' ουσίαν και θεωρίαν και διότι η διαφορόχρονος τέλεσις των εορτών και η ανομοιόμορφος τήρησις των νηστειών, ουδόλως επηρεάζουσι την ενότητα της Εκκλησίας. Εις ταύτα ημείς απαντώμεν τα εξής, εφ' ών επικαλούμεθα ιδιαζόντως την προσοχήν των κυρίων Βουλευτών, εκ της ευθυδικίας των οποίων εξαρτάται νυν η ειρήνευσις της Εκκλησίας και η ένωσις του Έθνους εν τω Εκκλησιαστικώ εδάφει. Η χριστιανική θρησκεία αποτελείται από την δογματικήν διδασκαλίαν της πίστεως και την εκδήλωσιν και βίωσιν αυτής, ήτις γίνεται δια των εορτών, της Θείας λατρείας και της χριστιανικής ηθικής. Και τα δυο ταύτα στοιχεία της χριστιανικής θρησκείας είναι αχώριστα και απαραίτητα δια την σωτηρίαν της ψυχής, τουθ' όπερ αποτελεί τον κύριον σκοπόν της θρησκείας. Και όπως δεν δύναται τις εν τη ζωή ταύτη να χωρίσει την ψυχήν από το σώμα, χωρίς να επενέγκει τον θάνατον, ούτω δεν δύναται τις να χωρίσει την πίστιν από την λατρείαν και την χριστιανικήν ηθικήν, χωρίς να καταστρέψει τον σκοπόν της θρησκείας, όστις είναι ως έφθην ειπών, η σωτηρία των ψυχών. Κατά ποίαν λοιπόν λογικήν και κατά ποίον συνειρμόν σκέψεως, δύναται τις να χωρίσει την Δογματικήν πίστιν από την θείαν λατρείαν και τον τρόπον της διοικήσεως και της χριστιανικής ηθικής, χωρίς να διακυβεύσει την σωτηρίαν της ψυχής δεδομένου, ότι αμφότερα είναι απαραίτητα δια τον σκοπόν, ον στοχάζεται η χριστιανική θρησκεία; 



Τούτου ένεκα, οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες την ενότητα της Εκκλησίας ανήγαγον εις την περιωπήν Δόγματος προσθέσαντες εις το Σύμβολον της Πίστεως, το εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Η ενότης δε της Εκκλησίας ως Δόγμα δεν έγκειται μόνον εις την ταυτότητα της πίστεως της θείας Λατρείας, αλλά και εις την ταυτόχρονον βίωσιν της πίστεως και την ομοιόμορφον εκδήλωσιν της Θείας λατρείας και των έργων της ηθικής αγνείας. Εφόσον όμως το εν και το αυτό Δόγμα της πίστεως κατά γνώσιν και θεωρίαν μερίζεται εις την βίωσίν του και την εκδήλωσίν του κατά χρόνον και κατά τρόπον, των μεν εορταζόντων και ευφραινομένων, καθ' ον χρόνον άλλοι του αυτού δόγματος δεν εορτάζουν αλλά διατρέχουν το στάδιον της νηστείας και της μετανοίας, δεν δύναται τις σοβαρώς να διισχυρισθεί, ότι αμφότεροι τηρούσι το Δόγμα της ενότητος της Εκκλησίας χωριζόμενοι εις την βίωσιν της πίστεως, ήτις γίνεται δια των εορτών και των διαφόρων Μυστηριακών ιεροτελεστιών.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Απόσπασμα εκ του βιβλίου ''ΑΠΑΝΤΑ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΟΣΤΟΜΟΥ'', έκδοση Ι. Μονής Αγίου Νικοδήμου Ελληνικού Γορτυνίας, έτος 1977, τόμος Β', σελίδες 129 - 133.


Άγιος Χρυσόστομος ο νέος Ομολογητής


ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΔΙΑ ΠΟΥ ΤΡΩΝΕ ΤΟΝ ΝΟΥ



Επισκεφθήκαμε κάποτε έναν από τους πατέρες και τον ρωτήσαμε: - Αν κάποιος, πού πειράζεται από έναν λογισμό και βλέπει ότι νικιέται, διαβάζει συχνά-πυκνά όσα είπαν οι πατέρες για το λογισμό αυτό και προσπαθεί να τα εφαρμόσει, χωρίς όμως να το κατορθώνει απόλυτα, τι είναι προτιμότερο, να φανερώσει σε κάποιον από τους πατέρες το λογισμό του ή να προσπαθήσει μόνος του να εφαρμόσει όσα διάβασε και να περιοριστεί στην πληροφορία της δικής του συνειδήσεως; 



- Έχει υποχρέωση, απάντησε ο γέροντας, να φανερώσει το λογισμό του σε άνθρωπο πού θα μπορέσει να τον ωφελήσει, και να μη βασιστεί μόνο στον εαυτό του. Γιατί δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει τον εαυτό του, όταν μάλιστα ταλαιπωρείται από τα πάθη. Να τι συνέβη σε μένα όταν ήμουνα νέος: Είχα ένα ψυχικό πάθος πού με νικούσε. Ακούγοντας λοιπόν ότι ο αββάς Ζήνων είχε θεραπεύσει πολλούς, πού ήταν σε παρόμοια κατάσταση, αποφάσισα να πάω και να του μιλήσω. Ο σατανάς όμως με εμπόδιζε, βάζοντάς μου τη σκέψη: «Αφού ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, εφάρμοσε όσα διαβάζεις, γιατί να πας και να ενοχλήσεις το γέροντα;» Κάθε φορά που αποφάσιζα, ωστόσο, να επισκεφθώ το γέροντα και να του μιλήσω, ο πόλεμος του πάθους υποχωρούσε, με τέχνασμα του πονηρού, για να μην πάω. Και όταν έπαιρνα την απόφαση να μην πάω, κυριευόμουνα πάλι από το πάθος. Σ΄ αυτή την παγίδα μ΄ έριχνε πολύ καιρό ο εχθρός, πού δεν ήθελε να φανερώσω το πάθος στο γέροντα. Αλλά και πολλές φορές, που πήγα αποφασισμένος να του πω το λογισμό μου, ο εχθρός δεν με άφηνε, γεννώντας μέσα στη καρδιά μου ντροπή και λέγοντάς μου μυστικά: «Αφού ξέρεις πως πρέπει να θεραπευθείς, τι χρειάζεται να μιλήσεις σε κάποιον σχετικά; Άλλωστε εσύ δεν αδιαφορείς για τον εαυτό σου. Ξέρεις τι είπαν οι Πατέρες». Αυτά μου έβαζε στο νου ο αντίπαλος, για να μη φανερώσω το πάθος στο γιατρό και θεραπευθώ. Ο γέροντας, από την άλλη μεριά, ενώ καταλάβαινε ότι είχα λογισμούς, δεν μου έκανε παρατήρηση, περιμένοντας να τους φανερώσω ο ίδιος. Με δίδασκε μόνο για τον σωστό τρόπο ζωής, και με άφηνε να φύγω. Κάποτε όμως, γεμάτος θλίψη, είπα μέσα μου: «Ως πότε, ταλαίπωρη ψυχή μου, δεν θα θέλεις να γιατρευτείς; Άλλοι έρχονται στο γέροντα από μακριά και θεραπεύονται, κι εσύ δεν ντρέπεσαι, να έχεις κοντά σου το γιατρό και να μη γίνεσαι καλά;» Ζεστάθηκε έτσι η καρδιά μου και είπα μέσα μου: «Ας πάω στο γέροντα, κι αν δεν βρω κανέναν (άλλον) εκεί, θα καταλάβω πως είναι θέλημα Θεού να του αποκαλύψω το λογισμό μου». Πράγματι, πήγα και δεν βρήκα κανέναν. Ο γέροντας, όπως συνήθιζε, με νουθέτησε γύρω από τη σωτηρία της ψυχής και για το πώς θα καθαρθεί κανείς από τους ρυπαρούς λογισμούς. Εγώ από ντροπή δεν του φανέρωσα πάλι τίποτα, κι ετοιμαζόμουνα να φύγω. Σηκώθηκε, έκανε ευχή και με ξεπροβόδιζε, βαδίζοντας μπροστά μου, ως την εξώπορτα. Τον ακολουθούσα από κοντά, ενώ με βασάνιζαν οι λογισμοί: Να μιλήσω ή να μη μιλήσω στο γέροντα; Εκείνος στράφηκε, είδε πόσο βασανιζόμουν από τους λογισμούς, με χτύπησε στο στήθος και μου είπε: «Τι έχεις; Άνθρωπος είμαι κι εγώ!». Μόλις είπε αυτά τα λόγια, νόμισα πώς η καρδιά μου ανοίχτηκε. Πέφτω με το πρόσωπο στα πόδια του, παρακαλώντας τον με δάκρυα: «Ελέησέ με!». «Τι έχεις;», μου λέει ο γέροντας. «Δεν ξέρεις τι έχω;», αποκρίθηκα. «Εσύ πρέπει να το πεις!», είπε εκείνος. Τότε λοιπόν, με πολλή ντροπή, του εξομολογήθηκα το πάθος μου. Και μου λέει: «Γιατί ντρεπόσουνα να μου το πεις τόσον καιρό; Δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος; Θέλεις λοιπόν να σου φανερώσω αυτό που ξέρω; Δεν έχεις ήδη τρία χρόνια, που έρχεσαι εδώ μ΄ αυτούς τους λογισμούς, και δεν τους αναφέρεις;» Το ομολόγησα, κι έπεσα πάλι μπροστά του, παρακαλώντας τον: «Ελέησέ με, για τον Κύριο!» «Πήγαινε», μου είπε, «μην παραμελείς την προσευχή σου και μην κατακρίνεις κανέναν». Πήγα πράγματι στο κελί μου και αφοσιώθηκα με επιμέλεια στην προσευχή μου. Με τη χάρη του Χριστού και τις ευχές του γέροντα, ποτέ πια δεν ενοχλήθηκα από το πάθος εκείνο. Είπε ο αββάς Αντώνιος: - Ξέρω μοναχούς, πού έπεσαν μετά από πολλούς ασκητικούς κόπους κι έφτασαν ως την παράκρουση, επειδή στήριξαν τις ελπίδες τους μόνο στον αγώνα τους και δεν έδωσαν σημασία στην εντολή Εκείνου, που είπε: «Επερώτησον τον πατέρα σου, και αναγγελεί σοι, τους πρεσβυτέρους σου, και ερουσί σοι» (Δευτ. 32:7). Είπε ο αββάς Μωϋσής: - Ο μοναχός που έχει πνευματικό πατέρα, δεν έχει όμως υπακοή και ταπείνωση, και αυτόβουλα νηστεύει ή κάνει οτιδήποτε άλλο που θεωρεί καλό, δεν θ΄ αποκτήσει ποτέ καμία αρετή ούτε ξέρει τι είναι μοναχός. Ένας γέροντας είπε: - Αν σ΄ ενοχλούν ακάθαρτοι λογισμοί, μην τους κρύψεις, αλλά πες τους αμέσως στον πνευματικό σου πατέρα και έλεγξέ τους. 



Γιατί όσο κρύβει ο άνθρωπος τους λογισμούς του, τόσο πληθαίνουν και δυναμώνουν. Όπως δηλαδή το φίδι, μόλις βγει από τη φωλιά του, αμέσως φεύγει, έτσι και ο πονηρός λογισμός, μόλις φανερωθεί, αμέσως χάνεται. Και όπως το σκουλήκι τρώει το ξύλο, έτσι και ο πονηρός λογισμός αφανίζει την καρδιά. Όποιος φανερώνει τους λογισμούς του, γρήγορα θεραπεύεται. Όποιος όμως τους κρύβει, πάσχει από υπερηφάνεια.


Ευεγερτινός


Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ



Ἐν ὄψει τῆς λεγομένης Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 2016 



Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου


   

Μὲ θλίψη γίναμε ὅλοι μάρτυρες τῶν διαδραματισθέντων πρὸ ὀλίγων μηνῶν στὴν Ἁγία Γῆ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος διατύπωσε στὸ πλαίσιο τῆς συναντήσεώς του μὲ τὸν Πάπα Φραγκῖσκο στὰ Ἱεροσόλυμα στὶς 25 Μαΐου τρ. ἔ. (2014) μία καινοφανῆ καὶ ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν Ὀρθοδόξη ἐκκλησιολογία. Ὡς ἡ χειρότερη ἔκφανση καὶ τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς παρεκκλίνουσας ἐκκλησιολογικῆς πορείας ποὺ ἔχει ἐκκινήσει ἤδη ἀπὸ πολλοῦ, ἡ νέα αὐτὴ ἐκκλησιολογία, ἀπορρίπτει τὸ ἀκατάλυτον καὶ ἄφθαρτον τῆς Ἐκκλησίας, ἂν καὶ Αὐτή, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, εἶναι «ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς παρατεινόμενος εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας καὶ εἰς ὅλην τὴν αἰωνιότητα. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δὲν Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις «Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης Πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιῶπα... Διὰ τοῦτο κἀγὼ ὁ τάλας, δεδοικὼς τὸ Κριτήριον, λαλῶ». Ἀντιθέτως, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχου, ἡ Ἐκκλησία, παρὰ τὸ θέλημα τοῦ Παντοδυνάμου Χριστοῦ, ἔχει διασπασθεῖ.  Διατυπώσεις τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς «διεσπασμένης ἐκκλησίας».



«Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”, τοῦ “ὄντος πρὸς τὸν Θεόν”, καὶ “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καὶ τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καὶ ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ “αὐθεντίαν” καὶ “ἀλήθειαν”. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία, ὁ Χριστός, καὶ ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία». «Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καὶ διὰ τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν “θεολογικῶν”, “πρακτικῶν” καὶ “κοινωνικῶν” αἱ κατὰ τόπους Ἐκ- κλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικὴν πολεμικήν». Ἡ θέση αὐτὴ δὲν εἶναι παντελῶς νέα· ἤδη πολὺ ἐνωρὶς ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶχε ἐκφράσει τὴν ἄποψή του ὑπὲρ τῆς ἰσότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ: «Μιὰ κοινὴ μυστηριακὴ κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναδυθεῖ, διατηρηθεῖ καὶ μεταδοθεῖ διαχρονικῶς ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ [...] ἡ Μεικτὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει δυνηθεῖ νὰ διακηρύξει, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας ἀναγνωρίζουν ἡ μία τὴν ἄλλη ὡς Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες, ἀπὸ κοινοῦ ὑπεύθυνες γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μὲ πιστότητα πρὸς τὸ θεῖο σχέδιο, καὶ μὲ ἕναν τελείως ἰδιαίτερο τρόπο ὅσον ἀφορᾷ στὴν ἑνότητα [...]. Μὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ παρακινοῦμε τοὺς πιστούς μας, Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους, νὰ ἐνισχύσουν τὸ πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ ἕνα Βάπτισμα καὶ ἀπὸ τὴν συμμετοχὴ στὴν μυστηριακὴ ζωή». «Διὰ τὴν συνειδητοποίησιν τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων τῆς παλαιᾶς ζύμης, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀληθοῦς καὶ σῳζούσης μετανοίας, ὠφελιμότατος εἶναι ὁ διάλογος [...]. Ἐφ᾿ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καὶ ἀρχηγὸς τῆς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τὴν παραδοχὴν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπὸ τῆς μιᾶς καὶ προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τὴν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπικὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ᾿ ἓν σῶμα μετ᾿ αὐτῶν καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν βίωσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς ἐν Χριστῷ, τὴν ἀποκατάστασιν δηλονότι αὐτῆς, διαταραχθείσης κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ὄχι τὴν ἀπορρόφησιν τῆς ἄλλης». Ἡ παράδοξη αὐτὴ διεύρυνση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἄφησε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου της τοὺς αἱρετικοὺς Προτεστάντες. Περὶ τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε τὸ ἔτος 2008: «Ἀπηλλαγμένοι λοιπὸν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος καὶ ἀποφασισμένοι νὰ παραμείνωμεν ἡνωμένοι καὶ νὰ ἐργασθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ, ἐθέσαμεν, πρὸ δύο ἐτῶν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Θ΄ Συνελεύσεως ἐν Porto. Πρὸς κοινὴ ἔκπληξη, τὸ τελικὸ κείμενο τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης διακηρύσσει περὶ τῶν «ἐκκλησιῶν» τοῦ Π.Σ.E.: «Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τὴν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὶς ἄλλες ἐκκλησίες [...]. Ὁ ἕνας χωρὶς τὸν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι». Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας), θεολογικὸς σύμβουλος τοῦ Πατριάρχου, ἐπίσης θεωρεῖ ὡς ἐντὸς «ἐκκλησίας» ὅσες (δι)αιρέσεις καὶ σχίσματα ἐφαρμόζουν ἕνα ὁποιοδήποτε «βάπτισμα»: «Τὸ βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριο στὴν Ἐκκλησία. Τώρα μὲ αὐτὸ τὸ βαπτιστικὸ ὅριο εἶναι κατανοητὸ νὰ ὑπάρξει διαίρεση, ἀλλὰ ὁποιαδήποτε διαίρεση μέσα σὲ αὐτὰ τὰ ὅρια δὲν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὴν διαίρεση ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτῶν ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ βαπτιστικὸ ὅριο [...]. Ἐντὸς τοῦ βαπτίσματος, ἀκόμη καὶ ἂν ὑπάρχει μία διάσπαση, μία διαίρεση, ἕνα σχίσμα, ἀκόμη μπορεῖς νὰ μιλᾶς γιὰ Ἐκκλησία». Διευρύνοντας αὐθαιρέτως τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κ. Ἰωάννης περιόρισε τὸ ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ τὸ πεδίο τῶν αἱρέσεων· κατ᾿ αὐτὸν «ἐκκλησιαστικοποιεῖται» κάθε αἵρεση, ἡ ὁποία δὲν ἀντιπίπτει ἐκπεφρασμένως στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅπως δηλαδὴ ὁ Μονοφυσιτισμὸς-Μονοθελητισμὸς (τῶν λεγομένων «προχαλκηδονίων»), ἡ Eἰκονομαχία, ὁ ἀντιησυχασμός, ὁ ἐθνοφυλετισμὸς κ.λπ.: «Ἡ αἵρεση, δηλαδὴ ἡ ἀπόκλιση ἀπὸ αὐτὸ ποὺ πιστεύει καὶ ὁμολογεῖ μὲ τὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς της ἡ Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ πρόβλημα ὅμως ἀρχίζει ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ ὀπτικὴ αὐτὴ γωνία ἀπολυτοποιεῖται [...]». Ὅλα τὰ παραπάνω φαίνονται ὡς προβολὴ καὶ προέκταση τῆς παλαιᾶς προτάσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, μέντορος τῶν μετὰ ταῦτα πρωτεργατῶν τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ: « Εἰς τὴν κίνησιν πρὸς ἕνωσιν, δὲν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νὰ βαδίσῃ πρὸς τὴν ἄλλην, ἀλλ᾿ ὅλαι ὁμοῦ νὰ ἐπανιδρύσωμεν τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ τὴν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρὰ καὶ τὰς τότε ὑφισταμένας θεολογικὰς διαφοράς». Ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ διαχρονικῶς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας. Οἱ πεποιθήσεις αὐτὲς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμ- πράκτως βεβαιωθεῖ μὲ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι: ἐπὶ παραδείγματι, μὲ τὴν παρουσία ἢ καὶ συμπροσευχὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σὲ ἑσπερινὸ τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995), στὴν κηδεία τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σὲ παπικὴ λειτουργία στὸ Βατικανὸ (Ἰούνιος 2008), σὲ συνεδρία τῆς Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων (Ὀκτώβριος 2008) καὶ στὴν πρώτη ἐπίσημη λειτουργία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013). Μὲ τὴν ἀπὸ κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπὸ τὸν κ. Βαρθολομαῖο καὶ τὸν Καρδινάλιο. Μὲ τὴν συμμετοχὴ τοῦ παπικοῦ ἐπισκόπου Louis Pelâtre στὸν ἑσπερινὸ τῆς ἀγάπης στὸ Φανάρι τὸ Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος ποὺ συνεχίσθηκε καὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη, μὲ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στὸ ἱερὸ Βῆμα διὰ τῆς Ὡραίας Πύλης. Μὲ τὴν συμμετοχὴ τοῦ κ. Βαρθολομαίου στὴν Σύνοδο τῶν Ἀγγλικανῶν στὸ Labeth Palace (Νοέμβριος 1993). Ὅλα αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα, διανθίσθηκαν μὲ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἢ καὶ κοινὲς ἐκκλησιολογικὲς δηλώσεις. Στὸ πλαίσιο τῆς οἰκουμενιστικῆς στοχεύσεώς του ὁ κ. Βαρθολομαῖος δὲν παρέλειψε νὰ παροτρύνει καὶ τὸν νέο Πατριάρχη Βουλγαρίας, Μακαριώτατο κ. Νεόφυτο, νὰ ἐπανέλθει τὸ Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας στὴν οἰκουμενικὴ κίνηση ἀπ᾿ ὅπου ἀπεχώρησε τὸ 1998. Ἄρνηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πίστεως «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν». Οἱ ὡς ἄνω δηλώσεις καὶ τὰ γεγονότα προσδιορίζουν τὴν σταθερὴ ἐκκλησιολογικὴ γραμμὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἡ πρόσφατη ἐν Ἱεροσολύμοις δήλωσή του, ἀναδεικνύει σαφῶς καὶ τὴν προφανῆ ἀντιφατικότητα ἢ τὴν διγλωσσία τῆς ἐκκλησιολογίας αὐτῆς, χαρακτηριστικὲς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθὼς προβάλλει μὲν τὴν Μίαν Ἐκκλησίαν, ἀλλ᾿ ὡς «διεσπασμένην ἐν χρόνῳ». Ἐν προκειμένῳ τὸ πατριαρχικὸ κείμενο δημιουργεῖ σύγχυση καὶ σαφῶς δὲν ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο εἶναι Πνεῦμα «εὐθές». Εἶναι ἀκόμη εὐνόητο, ὅτι ἡ θέση αὐτὴ συνιστᾷ συνειδητὴ ἄρνση τοὐλάχιστον τῆς ἑνότητος τῆς «Μιᾶς» Ἐκκλησίας ὡς ἰδιότητος καὶ ὀντολογικοῦ Της δεδομένου. Ἡ συμπερίληψη τῆς ἰδιότητος αὐτῆς στὸ ἐκκλησιολογικὸ ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας καὶ ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατὰ συνέπειαν ὅποιος –κληρικὸς ἢ λαϊκὸς– ἀμφισβητεῖ συνειδητῶς ἢ ἀπορρρίπτει τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ ὁριοθετεῖται μὲ κάθε ἀκρίβεια στοὺς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἰδιαιτέρως στὰ μονοσήμαντα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εὐλόγως ἐκπίπτει ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑποκείμενος σὲ καθαίρεση ἢ ἀφορισμὸ κατὰ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αἰωνίως ἀκατάλυτη, ἡ ἑνότητα Χριστοῦ καὶ πιστῶν ἀδιάσπαστη Ἡ σαφὴς ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι» τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον ἐπειδὴ «τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστὶν καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί», καταρρίπτει κάθε ἰσχυρισμὸ τοῦ Πατριάρχου, ὅτι «ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων» στὴν β΄ χιλιετία τῆς ἱστορίας Της! Εἶναι σαφεῖς ἐν προκειμένῳ οἱ διαπιστώσεις τῶν ἁγίων Πατέρων: γιὰ τὸν Μ. Βασίλειο ὁ Χριστὸς «ἐν μέσῳ» τῆς Ἐκκλησίας «ἐγένετο, χαριζόμενος αὐτῇ τὸ μὴ σαλεύεσθαι» ὀνομάζει τὴν Ἐκκλησία «κληρονομίαν Χριστοῦ μεγάλην καὶ οὐ παυσομένην, ἀλλ᾿ ἀεὶ βαδιουμένην», ὁ δὲ Χρυσόστομος Ἰωάννης διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται ἀπὸ τὴν Γραφὴ «ὄρος, διὰ τὸ ἀπερίτρεπτον καὶ πέτρα, διὰ τὸ ἄφθαρτον». Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως, ὁμόφωνος μὲ τὴν ὁμολογία πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «μόνη ἐστὶν ὁ στύλος καὶ τὸ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας, διότι τὸ Πνεῦμα τὸ παράκλητον μένει ἐν αὐτῇ εἰς τὸν αἰῶνα». Ἡ συνεχὴς παρουσία τοῦ Πνεύματος διασφαλίζει τὴν Ἐκκλησία, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι ὁλοκληρωμένο, «περατωθέν», τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἔργον ἐκπεράνας εὔφρανε φίλους». Στὴν Ἐκκλησία πιστεύουμε ὡς εἰς αἰώνιο θεανθρώπινο καθίδρυμα, τὸ ὁποῖον «οὐ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐκταθήσεται μόνον, ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ τοῦ αἰῶνος» καὶ συνεπῶς δὲν ἡττᾶται ἢ παρέρχεται· εἶναι πασιφανές, ὅτι αὐτὴ ἡ χωροχρονικὴ ἔκταση δὲν ἀφορᾷ μιὰ νοητὴ «ἄχρονη» Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὴν «ἐν χρόνῳ» στρατευομένη, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἱστορικῶς ἐμφανέστατη ὡς ἑνότητα-κοινωνία πιστῶν, διότι εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κει- μένη» καὶ «οἶκος τοῦ Θεοῦ περίοπτος τοῖς ἁπανταχοῦ ». Ἡ ὑπερφυὴς ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ εἶναι κάτι τὸ δεδομένο, ἀπολύτως καὶ ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπὸ τὸν Χριστό, μὲ τὴν συνεχῆ παρουσία τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός Του σ᾿ Αὐτήν, ἕως τῆς συντελείας, ἤδη ἀπὸ τὴν Πεντηκοστή. Οἱ πιστοί, ὡς τὸ Σῶμα τῆς Κεφαλῆς, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο συμπλήρωμά Της, «τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Χριστοῦ, γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἡ Μία Ἐκκλησία «ἐκτὸς χρόνου», δηλαδὴ χωρὶς ἐπὶ γῆς πιστούς· γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἔνθα γὰρ ἡ κεφαλή, ἐκεῖ καὶ τὸ σῶμα· οὐδενὶ γὰρ μέσῳ διείργεται ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ σῶμα· εἰ γὰρ διείργετο, οὐκ ἂν εἴη σῶμα, οὒκ ἂν εἴη κεφαλὴ [...]. Ὅρα πῶς αὐτὸν κοινῇ πάντων χρῄζοντα εἰσάγει [...]. Διὰ πάντων οὖν πληροῦται τὸ σῶμα αὐτοῦ. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συνημμένοι καὶ συγκεκολλημένοι». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δοξάζεται καὶ ἐν Χριστῷ καὶ ἐν τῷ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ, τῆς ὁποίας μόνης εἶναι Σωτὴρ ὁ Θεάνθρωπος, ὁ ὁποῖος «ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν». Ὅποιος δὲν πιστεύει στὴ συνέχεια τῆς Ἐνσαρκώσεως, τὴν Ἐκκλησία, δὲν πιστεύει στὸν Χριστό· ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἐντὸς τοῦ χρόνου Σαρκώσεως. Καὶ ὅπως ὁ Κύριός μας ἐθέαθη, ψηλαφήθηκε καὶ προσκυνήθηκε ἐν σαρκί, ἐν χρόνῳ, ἔτσι ἐπίσης συνεχίζει νὰ συμβαίνει καὶ μὲ τὸ Σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία –ἑνωμένη καὶ ἁγία– ἐν χρόνῳ. Ἂν θὰ δεχόμασταν τὴν διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, θὰ δεχόμασταν λοιπὸν τὴν ἐκμηδένιση τῆς Ἐνσαρκώσεως καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. «καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου». Τὰ προσφάτως διαδραματισθέντα στὴν Ἁγία Πόλη καὶ τὸ ἐκκλησιολογικό τους ὑπόβαθρο. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς «οὐ μεμέρισται», ἡ ἑνότητα εἶναι δεδομένον «κτῆμα» τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ἔχοντας ὡς ὀντολογικό Της δεδομένο τήν ἑνότητα, δὲν τὴν ἐπιζητεῖ, ἁπλῶς τὴν διατηρεῖ –«τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»–, εἶναι δὲ αὐτὴ οὐσιῶδες χαρακτηριστικό Της, καθ᾿ ὅσον «τὸ τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλ᾿ ἑνώσεώς ἐστι καὶ συμφωνίας ὄνομα». Ἐκκλησία διῃρημένη καὶ διεσπασμένη εἶναι τραγέλαφος καὶ ψιλὴ φαντασία. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης ὁ Θαυματουργός, στρεφόμενος κατὰ τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας περὶ «ἀοράτου Ἐκκλησίας» φαίνεται νὰ ἐρωτᾷ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη: «Πρὸς τί καὶ τὸ ὄνομα Ἐκκλησία, ἀφοῦ τὰ μέλη εἰσὶ μεμονωμένα καὶ πρὸς ἄλληλα ἄγνωστα, καὶ δὲν ἀποτελοῦν ὀργανικόν τι σύστημα οὐδ᾿ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον κατὰ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς;». Ἡ ἑνότης τῆς δογματικῆς πίστεως εἶναι λοιπὸν ἐπίσης δεδομένον τῆς Ἐκκλησίας· διότι καθὼς ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χρι- στὸς δὲν μπορεῖ νὰ διασπασθεῖ –«οὐ μεμέρισται ὁ Χριστός» –, ἔτσι καὶ στὴν Ἐκκλησία ὑφίσταται «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» καὶ ὄχι δογματικὴ πολυφωνία· ἡ Ἐκκλησία διαμορφώνει ἑνιαία πίστη στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα, «κατὰ μίαν τῆς πίστεως καὶ χάριν καὶ κλῆσιν τοὺς πιστοὺς ἀλλήλοις ἑνοειδῶς συνάπτουσα». Ἡ ἀποκοπὴ τῶν αἱρετικῶν δὲν βλάπτει τὴν Ἐκκλησία. Ὅποιος ἐκπίπτει ἀπὸ τὴν ὁμοφωνία τῆς θεολογικῆς ὁμολογίας, καὶ καθίσταται λοιπὸν ξηρὸ κλῆμα ποὺ ἀπεκόπη ἀπὸ τὴν Ἄμπελο, εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος, καθὼς σαφῶς προειδοποιεῖ ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης: «Μένε εἰς Ἐκκλησίαν καὶ οὐ προδίδοσαι ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν δὲ φύγῃς ἀπὸ Ἐκκλησίας, οὐκ αἰτία ἡ Ἐκκλησία [...]. Ἐὰν δὲ ἐξέλθῃς ἔξω, θηριάλωτος γίνῃ· ἀλλ᾿ οὐ παρὰ τὴν μάνδραν τοῦτο, ἀλλὰ παρὰ τὴν σὴν μικροψυχίαν [...].Ἐκκλησία γὰρ οὐ τοῖχος καὶ ὄροφος, ἀλλὰ πίστις καὶ βίος». Σύμφωνα μὲ τὰ παραπάνω, ἡ ἀποκοπὴ τῶν αἱρετικῶν Λατίνων καὶ ἡ ἀπουσία τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν ἀπὸ τὴν Μία καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία δὲν Τὴν ἔβλαψε («οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καὶ οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ τὴν βλάψει. Σαφέστατα δηλώνουν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες σὲ Σύνοδο τοῦ 18ου αἰῶνος τὴν θεανθρώπινη ἀρτιμέλεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἔκπτωση τῶν Λατίνων ἐξ ὑπερηφανίας τοῦ Πάπα: «Ὕστερον μέντοι πρὸ χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀπο- σφαλεὶς καὶ εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καὶ καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καὶ ἀπεσχίσθη [...]. Νῦν δὲ τὰ μὲν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατὰ χώραν συνημμένα τε καὶ συνεραμμένα, δι᾿ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καὶ ἀκυμάντως τὸ τοῦ βίου τούτου πέλαγος [...]. Οὕτως οὖν ἡ καθ᾿ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβὴς Ἐκκλησία ἐπὶ τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδὴ Πατριάρχαις, καὶ μένει ἀδιάσειστος καὶ ἀκλόνητος». Βεβαίως, ἡ αἵρεση δὲν εἶναι μόνον ἡ εἰς τὰ καίρια βλάβη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ στὰ ἐλάχιστα, τὰ ὁποῖα πάν- τοτε ἐξελίσσονται ἐπὶ τὰ χείρω. Μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους ἁγίους ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγιος Ταράσιος παρατηρεῖ: «Τὸ γὰρ ἐπὶ δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γὰρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται». Καὶ ὁ μέγας Πατριάρχης ΚΠόλεως Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος συμφωνεῖ: «Eἴτε γοῦν ἐν μείζονι εἴτε ἐν ἐλάττονι διαμαρτάνοι τις τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, αἱρετικός ἐστιν''. Συνεπὴς ἑρμηνεία τῆς νέας αὐτῆς ἐκκλησιολογίας, καθιστᾷ τὸν Πατριάρχη καὶ ἅπαντες τοὺς Ἐπισκόπους «ἐλλιπεῖς» ὡς πρὸς τὴν πραγματικὴ Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καὶ συνεπῶς τοποτηρητές, ἀλλ᾿ ὄχι διαδόχους τῶν Θρόνων τους, καὶ ἐπόπτες, ἀλλ᾿ ὄχι τελειωτὲς τῶν θείων Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐπίσκοποι δὲν μετέχουν στὸ πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας, ἂν ἀληθεύει ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Ἂν διεσπάσθη ἐν χρόνῳ ἡ Μία Ἐκκλησία, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε ἡ ἐκκλησιαστικὴ Ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἶναι ἐν Πνεύματι κοινωνὸς τῆς ἐπουρανίου Ἱεραρχίας κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, ἔχει «θρυμματισμένο» τὸν φωτισμὸ τῆς Ἱερωσύνης, διότι «θεοπτικῶς ὁ ἱεράρχης πρῶτον ἐλλάμπεται, εἶτα μεταδίδωσι τοῖς ὑπ᾿ αὐτόν, εἶτα τελειοῖ τούτοις, οἷς μεταδίδωσι τῆς ἐλλάμψεως». Ἀπὸ τὶς παραπάνω σύντομες, κατὰ τὸ δυνατὸν περιεκτικές, δογματικὲς διαπιστώσεις καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ ἀπόστα- ση τῶν κατὰ καιροὺς πατριαρχικῶν δηλώσεων ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία: ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πιστεύει σὲ μία «διευρυμένη καὶ διῃρημένη» Ἐκκλησία· διευρυμένη, διότι θεωρεῖ τοὺς αἱρετικοὺς ὡς ἀνήκοντες σὲ αὐτὴν δυνάμει ὁποιουδήποτε «βαπτίσματος», παρὰ τὰ αἱρετικά τους δόγματα καὶ τὸ σχίσμα τῆς ἀκοινωνησίας, διῃρημένη δέ, διότι δὲν ὑπάρχει «διακοινωνία» ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν. Μολονότι διῃρημένη «ἐντὸς τῆς ἱστορίας», ἡ Μία Ἐκκλησία συνεχίζει νὰ ὑφίσταται «κάπου-κάπως», κατὰ τὸν κ. Βαρθολομαῖο. Εἶναι ὅμως καταφανὲς στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἑνότητά Της εἶναι ὀντολογικὸ καὶ ἀναφαίρετο γνώρισμά Της, διότι Αὐτὴ εἶναι Σῶμα τοῦ ἀδιαιρέτου καὶ Παντοδυνάμου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς Σῶμα Χριστοῦ καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ διαιρεθεῖ, διότι αὐτὸ εἶναι κατάλυσή Της καὶ «ἧττα» τῆς Θεότητος, οὔτε μπορεῖ νὰ παύσει νὰ ὑφίσταται, διότι Αὐτὴ ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς αἰωνίου ἐπὶ γῆς σωτηρίας. Ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μεταξὺ ἄλλων καὶ στὴν ἑνιαία δογματικὴ πίστη, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ὁποίας συνιστᾷ αἵρεση, ἀμφισβήτηση τῶν προϋποθέσεων τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Χριστὸς ἀπεφάνθη, ὅτι ὅποιος χωρισθεῖ ἀπὸ τὴν Ἄμπελο, δηλ. τὸν Ἴδιο, ξηραίνεται ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἀπόλλυται. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ ὅτι ἡ Ζῶσα καὶ εὔχυμος Ἄμπελος τοῦ Κυριακοῦ Σώματος χωρὶς τὰ ξηρὰ κλήματα ποὺ μὲ δική τους εὐθύνη ἀπεκόπησαν εἶναι ἐλλιπής, «διεσπασμένη», καὶ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τὰ «ἐγκεντρίσουμε» σὲ Αὐτὴν ἐκ νέου, νεκρὰ ὄντα, στὸ ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα τῆς ὄντως Ζωῆς, τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ. Ἡ παλαιὰ ἀντίδραση μὲ διακοπὴ μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα. Ἡ καινοτόμος ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ἔχει προωθήσει τὸν Οἰκουμενισμὸ ἀπὸ τὸ σημεῖο τῆς ἀπαξιώσεως τῶν δογμάτων, ἴδιον τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, στὴν παροῦσα φοβερὴ διαστρέβλωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως· προφανῶς ἡ διακήρυξη «διαλύσεως» τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό, ὥστε ἡ «νέα-ἐκκλησία» νὰ «ἐπανιδρυθεῖ» σὲ ἁρμονία μὲ τὶς οἰκουμενιστικὲς προδιαγραφές. Ἐπὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, τὸ Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο εἶχε ἀντιδράσει στὰ οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα. Τρεῖς Μητροπολῖτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐφάρμοσαν τὴν προβλεπόμενη ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, τὸν 31ον Ἀποστολικὸ καὶ τὸν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας, νόμιμη ἐκκλησιαστικὴ ἀντίσταση διὰ τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου. Τὸ ἴδιο ἔπραξαν καὶ ὀκτὼ ἀθωνικὲς ἱερὲς Μονές: «διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρίᾳ ΝΒ΄ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, [...] ἑκάστη Ἱερὰ Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νὰ πράττη κατὰ συνείδησιν εἰς τὸ θέμα τοῦτο». Ἡ διακοπὴ ἐκείνη τοῦ μνημοσύνου, χωρὶς περαιτέρω ἀποτείχιση ἢ παντελῆ ἀκοινωνησία, ἀποτελοῦσε ἐπαινετὴ στάση, διότι καθὼς ὁρίζει ὁ 15ος ἱερὸς Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας (ἔτους 861), ὅσοι ἀμύνονται ἔτσι «οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτε- μον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»· ὅσοι μὲ τέτοια πρόθεση διακόπτουν τὸ μνημόσυνον Ἐπισκόπων ἑτεροφρόνων, «οὐκ Ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» καὶ γι᾿ αὐτὸ «οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται [...] ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται». Λυπούμεθα, διότι ἡ πορεία τῶν πραγμάτων δὲν ἐμπνέει αἰσιοδοξία γιὰ ἀλλαγὴ πλεύσεως τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Στὴν προσεχῆ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στὸ Φανάρι, γιὰ τὴν Θρονικὴ Ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στὰ τέλη τοῦ ἐρχομένου Νοεμβρίου καὶ πάλιν ἀναφαίνεται στὸν ζοφερὸ ὁρίζοντα τυπικὸν αὐξημένης λειτουργικῆς συμμετοχῆς τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στὴν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, φοροῦντος ὠμοφόριο, μὲ λειτουργικὸ ἀσπασμὸ πρὸς αὐτὸν (ποὺ δὲν προβλέπεται γιὰ ὅσους δὲν λειτουργοῦν, ἀλλὰ παρίστανται μόνον), μὲ ἀπαγγελία ἀπὸ αὐτὸν τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», προσευχῆς μὲ σαφῆ εὐχαριστιακὴ ἀναφορὰ («τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον») καὶ ποὺ πρέπει νὰ ἀπαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Προεστῶτα ἐκ μέρους τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ· ἀκόμη μὲ θυμιάτιση τοῦ Πάπα καὶ μὲ παραχώρηση σὲ αὐτὸν τοῦ ἄμβωνος, γιὰ νὰ κηρύξει. 


Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἁπλῆ συμπροσευχή, διότι ἀσφαλῶς, ἡ Θεία Λειτουργία δὲν ἄρχεται ἀπὸ τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», ἀλλὰ ἀπὸ τὸ «Eὐλογημένη ἡ Βασιλεία». Κατὰ τὸν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν «ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Παραδόσεως, ὁ μυστηριακὸς χαρακτήρας τῆς Eὐχαριστίας δὲν μπορεῖ τεχνητῶς νὰ περιορισθεῖ σὲ μία πράξη, σὲ μία στιγμὴ τοῦ ὅλου τυπικοῦ. Ἔχουμε μία “τάξη”, στὴν ὁποία ὅλα τὰ μέρη καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα εἶναι ἀναγκαῖα, εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεμένα μετ᾿ ἀλλήλων σὲ μία μυστηριακὴ δομή. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Eὐχαριστία εἶναι μυστήριο ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι τέλους καὶ ἡ ἐκπλήρωση ἢ ὁλοκλήρωσή της. Εὐχόμεθα, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος νὰ ἀναλογισθεῖ τὴν μέγιστη εὐθύνη του ἔναντι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁδηγεῖ στὴν πλάνη καὶ τὴν ἀπογύμνωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν «χιτῶνα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας». Τίποτε ἀπὸ τὰ ὀρθόδοξα δόγματα δὲν θὰ ἐκπέσει ποτέ. Τίποτε δὲν θὰ μεταβληθεῖ ποτέ. Καὶ ποτὲ δὲν θὰ προστεθεῖ καμμία ἀπόφαση νέα ποὺ νὰ ἀλλοιώνει τὶς παλαιές. Δογματικὴ ἐξέλιξη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει καμμία, κανενὸς εἴδους. «Ὁ δὲ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τὸ κρῖμα, ὅστις ἂν ᾖ».



Εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Οι παραπομπές του κειμένου έχουν αφαιρεθεί με ευθύνη δική μας προκειμένου αυτό να γίνει περισσότερο ευανάγνωστο. Όλο το κείμενο μαζί με τις παραπομπές μπορείτε να το διαβάσετε Εδώ.


Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής 

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΗΘΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ


 

Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων πατέρων, ποὺ ἑορτάζουμε, καὶ κάποια συνέδρια ποὺ γίνονται τώρα τελευταῖα ἀπὸ θεολόγους μὲ διάθεσι ὑποτιμήσεως τόσο τῶν ἁγίων πατέρων («μεταπατερικὴ» θεολογία) ὅσο καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων («κωδικοποίηση»), μᾶς δίνουν τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναθυμηθοῦμε μερικὰ διδάγματα τοῦ π. Αὐγουστίνου μὲ διαχρονικὴ ἐπικαιρότητα.



Πρὶν μερικὰ χρόνια ἔγινε, ἀ­γαπητοί μου, ἀ­πόπειρα νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ Σύντα­γμα καὶ τὸν Καταστατικὸ Χάρτη τῆς Ἐκ­κλησίας οἱ ἱεροὶ κανό­νες ποὺ συνετά­γησαν ἀπὸ τοὺς ἁ­γίους πατέρες μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴν διακυβέρνησι τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐξοβελισμὸς αὐτὸς προκάλεσε, ὅπως ἦ­ταν ἑπόμενο, τὴν ἀγανάκτησι κάθε ὀρθοδό­ξου Χριστιανοῦ, ἀκούστηκαν δὲ καὶ ἐκ μέρους ἱεραρχῶν ζωηρὲς φωνὲς διαμαρτυρίας.



Οἱ ἱεροὶ κανόνες συνδέονται ἄρρηκτα μὲ τοὺς θεοφόρους πατέρας, ὅπως οἱ ποταμοὶ μὲ τὶς πηγές τους. Ἢ παραδέχεσαι τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτοὺς δέχεσαι καὶ τοὺς πατέρες, ἢ ἀπορρίπτεις τοὺς κανόνες καὶ μαζί τους συναπορρίπτεις καὶ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ «ἔξω οἱ κα­νόνες» εἶνε ταυτόση­­μο μὲ τὸ «ἔξω οἱ πατέρες». Ὅποιος τιμᾷ τοὺς κα­νόνες τιμᾷ καὶ τοὺς πατέρες καὶ ὅποιος ἀτιμάζει τοὺς κανόνες ἀτιμάζει καὶ τοὺς πατέρες. Πόσο ἀληθινὸ εἶνε αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅσοι κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ εἶνε ὀ­παδοὶ τοῦ οἰκουμενισμοῦ, προ­σπαθώντας νὰ κλονίσουν τὸ κῦρος τῶν ἱε­ρῶν κανόνων, μιλοῦν φανερὰ ἢ συνεσκιασμέ­να καὶ γιὰ τοὺς πατέρες μὲ περιφρόνησι. Ἔξω οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἔξω οἱ θεῖοι πατέρες, ποὺ τὰ συγγράμμα­τά τους δὲν εἶνε παρὰ ἡ ἀ­νάπτυξις τῶν συν­τόμων ἐκείνων προτάσεων πε­ρὶ ἐκκλησιαστι­κῆς ἠ­θικῆς καὶ εὐταξίας, τὶς ὁ­ποῖ­ες διατύπωσαν σὲ οἰ­κου­μενικὲς καὶ τοπικὲς Συνόδους, γιὰ νὰ κατανο­οῦνται εὔκολα καὶ νὰ ἐφαρμόζωνται ἀπὸ ὅ­λους. Ζήτω λοιπὸν τὸ πνεῦ­μα τῆς σαρκός, ποὺ ἔχει τὴν ἀναίδεια νὰ κρίνῃ ὀρθολογιστικὰ καὶ νὰ περιφρονῇ καὶ νὰ ὑβρί­ζῃ τὸ ἅγιο Πνεῦμα! Ἀλλὰ προτοῦ νὰ δοῦμε τὶς ὕβρεις κατὰ τῶν ἱ­ερῶν κανόνων ἂς μιλήσουμε γιὰ τὴν ἀναγ­καιότητα τοῦ ἠθικοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐκ­φράζουν οἱ ἱεροὶ κανόνες. Κατὰ τὴν ὀρθόδοξο διδασκαλία ὁ ἄνθρωπος βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ ὑ­πέ­ροχο δημιούργημα, λίγο μόνο κατώτερος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἀφοῦ ἔφερε σάρκα, μὲ καθα­ρὴ τὴν ψυχή. Στὸν διαυγῆ ψυχικό του κόσμο καθρεφτιζόταν ὁ Θεός, ποὺ ἐπικοινωνοῦσε ἀ­­μέσως μαζί του. Ὁ ἠθικὸς νόμος ἦταν ἄγραφος, τυπωμένος ζωηρὰ στὴ συνείδησί του. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε καὶ ἔπεσε. Ἡ διαύγεια τῆς συνειδήσεώς του θόλωσε. Δὲν ἀκουγόταν πλέον μέσα του εὐκρι­νὴς ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Κι ὅσο ὁ χρόνος καὶ οἱ γενεὲς περνοῦσαν καὶ ἡ διαφθορὰ αὐξανόταν, τόσο ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ἐξασθενοῦσε καὶ μερικὲς φορὲς ἔπαυε ν᾽ ἀκούγεται. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔπεφτε κι ὁ Θεὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ τοῦ μιλάῃ διὰ μέσου τῆς συνει­δήσεώς του, δὲν θὰ χρειαζόταν γραπτὸς θεῖος νόμος. Ἀφοῦ ὅμως ἔπεσε καὶ ἀτόνησε μέσα του ὁ ἄγραφος ἠθικὸς νόμος, ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ γραπτὸ νόμο, νὰ τοῦ θυμίζῃ ζωηρὰ τὸν ἄγραφο νόμο. Ἔτσι δόθηκε διὰ τοῦ Μωυσέως στὸ ὄρος Σινὰ ὁ γραπτὸς θεῖος νόμος, χαραγμένος σὲ λίθινες πλάκες σὰν σύντομες ἐν­τολές, κατεγράφη δὲ ἐκτενέστερα στὰ θεόπνευστα βιβλία Λευϊτικὸ καὶ Δευτερονόμιο. Ὁ Μωσαϊκὸς νόμος δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπενθυ­μίζεται στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν προφητῶν καὶ ν᾽ ἀποτελῇ ἠ­θικὸ φραγμό. Καὶ ὅταν σὲ ἐ­ποχὲς διαφθορᾶς ὁ ἠθικὸς φραγμὸς καταλυ­όταν καὶ οἱ ἄνθρωποι καταντοῦσαν σὲ ἠθικὴ ἀσυδοσία, φοβε­ρὲς ἦταν οἱ συνέπειες. Ὁ λα­ὸς ἦταν σὰν ἀτίθασο ἄλογο ποὺ σπάει τὸ χαλινάρι καὶ ὁρμάει πρὸς τὸ γκρεμό. Δοῦλος τῆς ἁμαρτίας εἶχε καταντήσει ὁ ἄν­θρωπος. Ὁ νόμος αὐτὸς ἦταν καλὸς καὶ ἅ­γι­ος, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴ δύναμι νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ. Δι᾽ αὐτοῦ ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς θυμόταν ποιό εἶ­νε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τῆς παραβά­σεώς του ἐλάμβανε πεῖρα πόση δύνα­μι ἔχει ἡ ἁμαρτία. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος χρειαζόταν μία μεγάλη δύναμι, βοήθεια ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ ν᾽ ἀ­πελευθερωθῇ ἀπὸ τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἡ δύναμι αὐτὴ τοῦ δόθηκε διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴ δύνα­μι αὐτή, ποὺ ὀνομάζεται θεία χάρις, ὁ ἄνθρωπος κατώρθωσε ὄχι μόνο ν᾽ ἀποτινάξῃ τὴν κυ­­ρι­αρχία τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ καὶ ν᾽ ἀνυψωθῇ στὶς ὑψηλότερες κορυφὲς τοῦ ἠθικοῦ νόμου, ποὺ εἶνε οἱ ἐντολὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔτσι ἄρχισε ν᾽ ἀναπτύσσεται μιὰ νέα ζωή, πνευματική, μὲ πρότυπο τὸν Κύριο τῆς δόξης. «Ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀ­φείλει, καθὼς ἐκεῖνος περι­επάτησε, καὶ αὐ­τὸς οὕτω περιπατεῖν» (Α΄ Ἰω. 2,6). Ὁδός, δρόμος, εἶνε ἡ χριστιανικὴ ζωή, ὁδὸς Γολγοθᾶ, ὁδὸς σταυροῦ. Σ᾽ αὐτὴν ὀφείλει ὁ Χριστιανὸς νὰ βαδίζῃ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ μένῃ στάσιμος. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶνε στασιμότης καὶ ἀδράνεια, εἶνε συνεχὴς κί­νησις καὶ πρόοδος, πρόοδος ὅμως ἐπάνω στὴν ἴδια ὁδό, ποὺ χάραξε ὁ Θεάνθρωπος. Οὔ­τε στασιμότης, ἀλλ᾽ οὔτε παρέκ­κλισις δεξιὰ ἢ ἀ­ριστερὰ ἀπὸ τὴ βασιλικὴ ὁδό, τὴ μόνη ἀ­σφα­λῆ γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν οὐράνια πατρίδα. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ὅμως δὲν εἶνε εὔκολη, ἔχει πε­ριπέτειες καὶ κινδύνους. Γι᾽ αὐ­τὸ ὁ Χριστιανὸς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἄγρυπνη προ­σο­χὴ ἀλλὰ καὶ κα­θοδήγησι, γιὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸ δρόμο καὶ πλανη­θῇ. Καὶ ὅπως στοὺς δημόσιους δρόμους ὑπάρ­χουν πινακίδες ποὺ δείχνουν τὴ σωστὴ πορεία, ἔτσι κ᾽ ἐδῶ ὑπάρχουν φωτεινοὶ δεῖ­κτες ποὺ ἐ­φιστοῦν τὴν προσοχὴ σὲ κινδύνους, προφυλάσσουν καὶ κατευθύνουν ὀρθά. Εἶνε θεόπνευ­στη ἐντολή· «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾽ ὡς σοφοί…» (Ἐφ. 5,15). Φωτεινοὶ δεῖκτες ἐπάνω στὴν χριστιανικὴ ὁ­δὸ εἶνε οἱ ἱεροὶ κανόνες. Ἂς εὐχαριστήσουμε τὸ Κύριο, διότι ὄχι μόνο μᾶς ἀπεκάλυψε τὴν ὁ­δὸ τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ διότι μὲ τὴν δι­αρκῆ μέριμνά του ὥρισε στὸ δρόμο μας ὁ­δηγοὺς τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς φώτισε νὰ συντάξουν τοὺς ἱεροὺς κανόνες σὰν δεῖκτες ἀσφαλοῦς πορείας. Κι ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἀφαι­ρεῖ ἢ καταστρέφει πινακίδες στὸ δρόμο ἐγκλη­ματεῖ, διότι κάνει ἐπικίνδυνη τὴν κίνησι καὶ γίνεται ἠθικὸς αὐ­τουργὸς φοβερῶν δυστυχη­μάτων, ἔτσι καὶ ὅ­ποιος τολμᾷ νὰ ἀφαιρέσῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τοὺς ἱεροὺς κανόνες ἐγκλημα­τεῖ κατὰ τῆς σω­τηρίας τῶν ψυχῶν. Συνοψίζοντας λέμε, ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶ­νε ἱερὰ συνθήματα, ποὺ ἐκφράζουν μὲ συν­τομία τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησί­ας καὶ δίνουν ἀπαντήσεις στοὺς ὁδοιπόρους τῆς χριστιανικῆς ὁδοῦ μπροστὰ σὲ διάφορες δυσκολίες καὶ ἐμπόδια. Ἐναντίον τῶν ἱερῶν κανόνων βάλλει τὸ σύγ­χρονο σαρκικὸ πνεῦμα. Μιλάει γιὰ πολλοὺς ἀ­πὸ αὐτοὺς σὰν νὰ πρόκειται γιὰ διατάξεις ἀ­να­χρονιστικές, παμπάλαιες, ἀνεφάρμοστες, ἐξω­φρενικές, τοὺς δὲ ὑπερασπιστὰς τῶν ἱε­ρῶν κανόνων χαρακτηρίζει ὡς «σκοταδιστάς». Κάποιοι προχώρησαν σὲ μία διάκρισι τῶν κα­νόνων· τοὺς χωρίζουν σὲ δο­γματικοὺς – λα­τρευτικοὺς καὶ σὲ ἠθικούς. Καὶ ἀπὸ τὸ σύν­ολο τῶν 863 ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκ­κλησίας μόνο τοὺς 53 θεωροῦν δογματικοὺς καὶ τοὺς θε­ωροῦν ἀξίους σεβασμοῦ, τοὺς ἄλ­λους ὄχι. Ἡ διάκρισις αὐτὴ εἶνε ἀστήρικτη. Δὲν ὑπάρ­χουν κανόνες δογματικοί. Τὰ πιστευτέα, δηλα­­δὴ τὰ δόγματα, διατυπώθηκαν ἀπὸ τὶς οἰ­κουμε­νικὲς Συνόδους σὲ σύντομες προτάσεις ποὺ λέ­γονται ὅροι, ἐνῷ τὰ πρακτέα, δηλαδὴ ἡ ἠθική, διατυπώθηκαν σὲ προτάσεις ποὺ λέγονται κα­νόνες. Λίγοι κανόνες ποὺ ὁρίζουν τὴ στάσι μας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς δὲν μποροῦν γι᾽ αὐ­τὸ νὰ χαρακτηρισθοῦν δογματικοί· ἔχουν ἁπλῶς δογματικὸ χρῶμα. Ἡ διάκρισις αὐτὴ γίνεται ἢ ἀπὸ ἐπιπολαιότητα ἢ ἀ­πὸ σκοπιμότητα, γιὰ ν᾽ ἀδυνατίσουν καὶ ἀποκόψουν τὸ μεγάλο μέρος τῶν κανόνων καὶ νὰ νεκρωθῇ ἔτσι ἡ ἠθικὴ ζωή. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἰκονίζεται σὰν ἀετὸς μεγαλοπτέρυξ· γιὰ νὰ πετάξῃ ἔχει ἀνάγκη καὶ τὶς δύο φτεροῦγες, τὴν πίστι καὶ τὴν ἠθι­κή. Δόγμα καὶ ἠθικὴ συνδέονται ἀδιάσπαστα. Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος λέει· «Ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ᾽ ἑαυτήν… Σὺ πίστιν ἔχεις, κἀγὼ ἔργα ἔχω· δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κἀγὼ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν μου» (Ἰακ. 2,17-18).



Ἡ πίστις ἐννοεῖται ὡς κανόνας ζωῆς, ὄχι ὡς ἕνα θεωρητικὸ κατασκεύασμα. Ἂν δὲν ἐ­φαρμόζεται παντοῦ στὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διαπο­­τίζῃ, εἶνε σὰν ἕνας σκελετὸς χωρὶς σάρκες, εἶνε ἕνας ἀπωστεωμένος Χριστιανισμός, νεκρὸς Χριστιανισμός, προωρισμένος μόνο γιὰ τὸ μουσεῖο καὶ τοὺς ἀρχαιολόγους. Ἐκεῖ θὰ καταντήσῃ, ἂν καταργηθοῦν οἱ ἱεροὶ κανόνες, ποὺ ἐπεξηγοῦν καὶ ἐφαρμόζουν σὲ διάφορες περιπτώσεις τὸν Εὐαγγελικὸ νόμο. Δὲν χωρίζονται οἱ ποταμοὶ ἀπὸ τὶς πηγὲς καὶ δὲν χωρίζονται οἱ πηγὲς ἀπὸ τοὺς ποταμούς. Ἔτσι καὶ τὰ δόγματα δὲν μποροῦν νὰ χωριστοῦν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀπὸ τὰ δόγματα.


Πηγή: Εδώ.

 

Μακαριστός Μητροπολίτης  Αυγουστίνος Καντιώτης


Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΙΟ



Ἡ Ἀλήθεια τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας σὲ θέματα Πίστεως, Κανονικότητος καὶ Ἱστορίας ἔναντι θλιβερῶν ἀναληθειῶν κατηγόρων αὐτῆς μὲ ἀναφορὰ στὴν Χίο



Η περίοδος τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὴν ὁποίαν διερχόμαστε, εἶναι περίοδος περισυλλογῆς καὶ βαθύτερης πνευματικῆς καλλιέργειας. Ὅμως, ἐνῶ αὐτὸ μᾶς εἰσάγει σὲ ἕνα πνεῦμα κατανύξεως, εἰρήνης καὶ μετανοίας, δὲν μᾶς στερεῖ τῆς δυνατότητος νὰ μαρτυρήσουμε γιὰ τὴν Ἀλήθεια τῆς Πίστεώς μας, γιὰ τὴν κανονικότητα τῆς ἐκκλησιαστικότητός μας καὶ γιὰ τὴν ἀληθινὴ ἱστορικὴ διαδρομή μας, ὅταν αὐτὰ διαστρεβλώνονται. Ἄλλωστε, ἡ νηστεία καὶ ἡ ἄσκηση καὶ κάθε ἀρετή, τότε μόνον ἔχουν ἀξία καὶ ἀντίκρυσμα, ὅταν βασίζονται στὸ σταθερὸ θεμέλιο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας.



Οἱ Καινοτόμοι ἀδελφοὶ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι εἶναι σὲ κατάκριτη κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ φροντίσουν νὰ μετανοήσουν γι’ αὐτὸ καὶ νὰ διαχωρίσουν ἔμπρακτα τὴν ὅποια σχέση τους μὲ τοὺς φορεῖς τῆς οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως, προτιμοῦν κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς ἄλλη ἐπιλογή: στρέφονται μὲ μεγάλο μένος ἐναντίον τῶν ἀκολούθων τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας τοῦ λεγομένου Παλαιοῦ Ἡμερολογίου! Αὐτὸ ἐν μέρει εἶναι πιθανὸν νὰ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἐλέγχονται κατὰ βάθος ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑπενθυμίζουν μὲ τὴν παρουσία τους καὶ μόνον τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης καὶ ἐκτροπῆς τους. Ἀλλά, δυστυχῶς, ὑπάρχει καὶ ἄλλη αἰτία: ἡ ἐπιθετικότητα μὲ ἄσχημες διαθέσεις ἐξυπηρετεῖ πονηρὴ σκοπιμότητα, ἐφ’ ὅσον εἶναι φανερὴ ἡ προσπάθεια ποὺ καταβάλλεται γιὰ τὴν ὑφαρπαγὴ Ναῶν καὶ Μονῶν, ποὺ κράτησαν μὲ μύριες θυσίες καὶ δυσκολίες τὴν Γνησία Ὀρθοδοξία, ὥστε νὰ περάσουν στὴν κυριότητα τῶν Νεοημερολογιτῶν. Αὐτὸ συμβαίνει γιὰ παράδειγμα τὸν τελευταῖο καιρὸ στὸ νησὶ τῆς Χίου, μετὰ εἰδικῶς τὴν αἰφνίδια κοίμηση τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀμβροσίου Ψωμιᾶ (+2015), Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅπου μὲ διάφορες ἐνέργειες, ὅπως καὶ δημοσιεύματα, διαδίδονται ἀνακρίβειες καὶ ἀναλήθειες ἀφαντάστου μεγέθους. Ἐνώπιον λοιπὸν αὐτῆς τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως, εἶναι ἀνάγκη μὲ κάθε συντομία νὰ διευκρινισθοῦν κάποια πράγματα, ὥστε νὰ ἑδραιωθεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ παύσει ἡ παραπληροφόρηση καὶ ἡ παραπλάνηση, νὰ ἀποσοβηθεῖ δὲ -ἐκεῖ ἤ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ- ἡ διάπραξη ἀδικιῶν καὶ ἀνομιῶν.

1. Ἡμερολογιακὸ θέμα καὶ Οἰκουμενισμὸς


Η Ορθόδοξη Ἐκκλησία μας χρησιμοποιοῦσε ἀνέκαθεν τὸ λεγόμενο Ἰουλιανὸ ἤ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, ὄχι διότι ἦταν τὸ καλύτερο ἤ τελειότερο, ἀλλὰ διότι βάσει αὐτοῦ καθωρίσθηκε ἀπὸ τὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὁ Πασχάλιος Κανόνας καὶ τὸ Ἑορτολόγιό της, ὥστε νὰ συνεορτάζουμε ὅλοι μαζὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τὶς κινητὲς καὶ ἀκίνητες ἑορτὲς ὅλου τοῦ ἔτους. Διότι μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἐκφράζουμε καὶ ἐξωτερικά, ὁρατὰ καὶ αἰσθητά, τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα τῆς Πίστεώς μας, τὴν ὁμοφροσύνη καὶ ἀγάπη μας. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, δὲν δίνουμε στὸ Ἡμερολόγιο καθαυτὸ κάποια ἰδιαίτερη ἀξία καὶ σημασία γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτὸ συμπλέχθηκε μὲ τὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας στὸν ἑορτολογικό της κύκλο, συνυφάνθηκε καὶ ἱεροποιήθηκε καὶ ἔγινε ὄντως ἐκκλησιαστικό. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἀπόπειρα γιὰ ἀλλαγή του, ποὺ μόνο σύγχυση καὶ διάσπαση εἰσάγει, ἀπορριπτόταν ἀνέκαθεν. Ὅταν ὁ αἱρετικὸς Πάπας τῆς Ρώμης Γρηγόριος ΙΓ’ καθιέρωσε τὸ λεγόμενο ἀπὸ τὸ ὄνομά του Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο τὸ 1582 στὴν Δύση καὶ θέλησε νὰ τὸ ἐπιβάλει καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ὡς προπαγανδιστικὸ καὶ προσηλυτιστικὸ μέσο, τρεῖς Πανορθόδοξες Σύνοδοι (1583, 1587, 1593) τὸ ἀπέρριψαν καὶ τὸ καταδίκασαν ἅπαξ διὰ παντός. Ἀναστήματα κορυφαῖα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Τρανὸς καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος ὁ Πηγᾶς, ἤ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, διευκρίνισαν μὲ σαφήνεια τὴν ὀρθόδοξη ἄποψη, ὅτι γιὰ τὸ θέμα τοῦ Πασχαλίου καὶ Μηνολογίου προτιμᾶται ἡ συμφωνία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνωση, καὶ ὄχι ἡ ἀκρίβεια τῶν ἀστρονομικῶν ὑπολογισμῶν, γι΄ αὐτὸ καὶ χαρακτήριζαν ἀνεπιφύλακτα τὴν Παπικὴ Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση ὡς «ἔκτρωμα» καὶ ὡς ἕναν «ἐπικίνδυνο νεωτερισμό», ἀπαράδεκτο ἀπὸ κάθε ἄποψη γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους. Γι’ αὐτὸ καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ Κ’ αἰῶνος, ἐπὶ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ’, μία ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου γιὰ νὰ συμπέσει αὐτὸ μὲ τὸ Παπικό, θεωρήθηκε μὲ Πανορθόδοξη συμφωνία ὡς «ἀνόητη» καὶ «ἄσκοπη». Ἡ ἀλλαγὴ ὅμως προτάθηκε φανερὰ μὲ τὸ γνωστὸ συνοδικὸ Διάγγελμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1920, ποὺ εἰσήγαγε ἐπίσημα τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀφοῦ θεώρησε ἀδικαιολόγητα καὶ ἀνεπίτρεπτα τὶς ἑτερόδοξες κοινότητες καὶ ὁμολογίες, δηλαδὴ τὶς αἱρέσεις, ὡς «Ἐκκλησίες Χριστοῦ», καὶ πρότεινε τὴν ἀποδοχὴ ἑνιαίου Ἡμερολογίου γιὰ συνεορτασμὸ μαζί τους. Τὸ 1923 ἕνα δῆθεν πανορθόδοξο συνέδριο στὴν Κωνσταντινούπολη ὑπὸ τὸν ἐξακριβωμένα μασῶνο πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη δέχθηκε τὴν δῆθεν διόρθωση τοῦ Ἡμερολογίου, δηλαδὴ τὴν υἱοθέτηση οὐσιαστικὰ τοῦ Παπικοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, πρὸς ἐξυπηρέτηση τῆς παγχριστιανικῆς ἑνότητος, «χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἐκκλησιαστικὸς λόγος», ὅπως παραδέχθηκε καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου Ἑλλάδος τὸ 1971. Ἔτσι, προκλήθηκε διάσπαση καὶ διαίρεση τὸ 1924 μὲ τραγικὲς συνέπειες: ἐν ὀνόματι τοῦ οἰκουμενιστικῆς σκοπιμότητος συνεορτασμοῦ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, διασπάσθηκαν ἑορτολογικὰ οἱ ἴδιοι οἱ Ὀρθόδοξοι, γεγονὸς πρωτοφανὲς στὰ χρονικὰ τῆς Ἐκκλησίας! Ἡ συνέχεια τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ κατήφορου ἦταν τραγική: οἱ Νεοημερολογῖτες συμμετεῖχαν στὴν ἵδρυση τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» τὸ 1948, στὸ ὁποῖο ἀποτελοῦν θεσμικὰ -ὡς τοπικὲς ἐκκλησίες καὶ ὄχι ὡς μεμονωμένα πρόσωπα- ὀργανικὰ μέλη μὲ τὶς πάσης φύσεως αἱρετικὲς προτεσταντικὲς παραφυάδες· τὸ 1965 προέβησαν στὴν λεγομένη ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων μὲ τοὺς Παπικούς, γεγονὸς ποὺ σήμανε οὐσιαστικὰ τὴν οὐνιτικῆς φύσεως ψευδένωση μαζί τους· τὸ 1975 ἐπικύρωσαν συνοδικὰ τὴν αἱρετικώτατη «Ὁμολογία Θυατείρων»· τὸ 1990 ὑπέγραψαν συμφωνία ἑνότητος μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Ἀντιχαλκηδονίους· τὸ 1993 ὑπέγραψε ἡ πλειονότητά τους τὴν Βελεμένδιο συμφωνία μὲ τοὺς Παπικούς, ποὺ ἐπρόκειτο γιὰ ἐπίσημη ἐκκλησιαστικὴ ἀλληλο-αναγνώρισή τους. Ὅσο δὲ γιὰ τὸ πλῆθος τῶν Οἰκουμενιστικῶν διακηρύξεων καὶ πράξεών τους, θὰ χρειάζονταν τόμοι ὁλόκληροι γιὰ νὰ παρουσιασθοῦν καὶ περιγραφοῦν!... Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι μία Παναίρεση, πρᾶγμα ποὺ γίνεται δεκτὸ ἀκόμη καὶ ἀπὸ πολλοὺς Νεοημερολογῖτες, καὶ ὄχι μία ἁπλῆ κανονικὴ ἀταξία, διότι πλήττει τὸ δόγμα τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτὴ τὴν Παναίρεση δὲν ἀφορᾶ μόνον ὅσους ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους ἐκφράζουν στὰ λόγια καὶ στὰ ἔργα τὸν Οἰκουμενισμό. Ἡ συμμετοχὴ ἐπίσης δὲν ἀφορᾶ μεμονωμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν ἁπλῶς προσωπικὲς ἀπόψεις. Διότι πρόκειται γιὰ ὑψηλόβαθμους Κληρικοὺς καὶ λοιποὺς εἰδικούς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν ὄχι τοὺς ἑαυτούς τους, ἀλλὰ τὶς τοπικὲς ἐκκλησίες τους, τὶς ὁποῖες συμπαρασύρουν στὴν ἐξακολουθητικὴ πτώση τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνοι οἱ Νεοημερολογῖτες, οἱ ὁποῖοι δέχονται ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἵρεση, ἀλλὰ προσπαθοῦν νὰ ἀποφύγουν τὴν εὐθύνη τους καὶ νὰ ἐξαιρέσουν τοὺς ἑαυτούς τους, αὐταπατῶνται οἰκτρὰ ὅταν ὑποστηρίζουν ὅτι φθάνει καὶ ἀρκεῖ ἡ ἔκφραση τῆς διαφωνίας τους καὶ ἡ διαμαρτυρία τους, ἡ ὁποία δῆθεν τοὺς διατηρεῖ ἀπρόσβλητους ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησιαστική τους ἰδιότητα. Ἡ Παράδοση καὶ ἡ Πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία διὰ τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων διδάσκει, ὅτι ἀκόμη καὶ αὐτοὶ ποὺ παραμένουν στὸ φρόνημα ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ συγκοινωνοῦν μὲ ὅσους διαδίδουν τὴν αἵρεση καὶ πράττουν αἱρετικά, συγκαταποντίζονται μαζί τους στὴν καταστροφικὴ πορεία τους. Καὶ δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ πολυετὴς συγκοινωνία τους μὲ τὴν αἵρεση ἔστω καὶ ἐκ πλαγίου, ἀλλοιώνει τόσο βαθειὰ τὰ πνευματικά τους αἰσθητήρια, ὥστε νὰ χάνουν τὴν χάρη τῆς ἀληθινῆς καὶ συνεποῦς Ὁμολογίας καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ δικαιολογοῦν τὴν σοβαρότητα τῶν συνεπειῶν τῆς αἱρέσεως στὸν χῶρο τους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιτίθενται μὲ σφοδρότητα ἐναντίον ὅσων διαχωρίσθηκαν ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση, γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὴν πνευματική τους ταυτότητα καὶ ὑπόσταση. Ὅσο δὲ γιὰ τοὺς ὄψιμους «ζηλωτές», τοὺς ἀντι-οικουμενιστὲς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι τὰ τελευταῖα ἰδίως χρόνια καταφέρονται ἔντονα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἄν καὶ διατελοῦν σὲ κοινωνία μὲ αὐτὸ ποὺ καταδικάζουν, πρᾶγμα ἐντελῶς ἀσυνεπὲς καὶ ἀντιφατικό, εἴθε νὰ ἐπιστέψουν τὸν ἀγῶνα τους μὲ τὴν διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τους μὲ τοὺς ἀμετανοήτους Οἰκουμενιστὲς καὶ νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν τῆς Ὁμολογίας τους, διορθώνοντες καὶ τὴν Ἡμερολογιακὴ ἀπόκλισή τους, ὥστε νὰ καταλάβουν πολὺ καλὰ καὶ τοὺς Ἀδελφούς τους Γνησίους Ὀρθοδόξους τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, προσεγγίζοντάς τους ἐμπειρικὰ καὶ παύοντας τὴν ἄχαρι πολεμικὴ ἐναντίον τους, διότι ἀλλοῦ εἶναι ὁ κοινὸς ἐχθρός! Εἴθε! Ἡ ἐπικειμένη «ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδος» τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἡ ὁποία βαδίζει στὴν ἐπικύρωση τοῦ γνωστοῦ ἤδη κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον», ἐγκεκριμένου ἀπὸ τοὺς προκαθημένους τους, ἀποδεικνύει τὸ μέγεθος τῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματός τους, καὶ παρέχει μία χρυσῆ εὐκαιρία στοὺς ἀντι-οικουμενιστὲς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζουν ἀνεπιφύλακτα τὸ κείμενο ὡς Κακόδοξο, νὰ ἐγερθοῦν ἔστω καὶ τὴν ἐσχάτη αὐτὴ ὥρα καὶ νὰ ποιήσουν τὸ θεῖο Θέλημα, παύοντες ἐπὶ τέλους νὰ δικαιολογοῦν τὰ ἀδικαιολόγητα καὶ νὰ συνδυάζουν τὰ ἀσυνδύαστα! Τοὺς ἀναμένουμε!


2. Ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν


Ὁ πιὸ συνηθισμένος τρόπος τῶν Καινοτόμων τοῦ Νέου Ἡμερολογίου νὰ πλήττουν τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους τοῦ Παλαιοῦ, προκειμένου νὰ τοὺς ἐξουθενώσουν καὶ νὰ ἀποδείξουν τὴν δῆθεν ἀνυποληψία καὶ ἀκυρότητά τους, εἶναι νὰ ἐπιτίθενται μὲ πάθος κατὰ τῆς προελεύσεως τῆς Ἱερωσύνης τους. Στὴν σύγχυσή τους, λησμονοῦν τὶς πτώσεις Πίστεως τῶν Οἰκουμενιστῶν ἡγετῶν τους, ἀλλὰ καὶ τὶς προφανεῖς ἀντικανονικότητες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν «ἀριστίνδην» συνόδων τους, καὶ προσπαθοῦν νὰ πιασθοῦν ἀπὸ ὅπου δύνανται, προκειμένου νὰ εὐτελίσουν καὶ συκοφαντήσουν τὸ ὑποστατὸ καὶ ἔγκυρο τῆς ἀδιαβλήτου Ἱερωσύνης τῶν τιμίων Λειτουργῶν μας. Ὑπενθυμίζουμε ἐδῶ γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὰ γνωστά, ὅτι μετὰ τὴν Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τοῦ 1924, ὅσοι παρέμειναν ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι στὸ ἀσάλευτο θεμέλιο τῆς ἀληθινῆς Ὁμολογίας, χωρὶς νὰ παρασυρθοῦν στὸν ἐκφραγκισμό, δηλαδὴ οἱ ἡρωϊκοὶ προπάτορές μας, ἐξυπηρετοῦνταν ἐκκλησιαστικῶς ἀπὸ λίγους Κληρικούς, ποὺ δὲν εἶχαν ἀποδεχθεῖ τὸ Νέο Ἡμερολόγιο. Ἐπίσης, τοὺς συνέτρεξαν Ἁγιορεῖτες Ἱερομόναχοι, οἱ λεγόμενοι Ζηλωτὲς Πατέρες. Τὸ 1935, τρεῖς Ἀρχιερεῖς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐπέστρεψαν στὸ Παλαιό, οἱ Δημητριάδος Γερμανός, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καὶ Ζακύνθου Χρυσόστομος· αὐτοὶ χειροτόνησαν ἄλλους τέσσερις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοὺς Κυκλάδων Γερμανὸ καὶ Βρεσθένης Ματθαῖο. Ὁ πιὸ σπουδαῖος Ὁμολογητὴς καὶ Ἀγωνιστὴς ἀναδείχθηκε ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, μία σπάνια φωτεινὴ μορφὴ ἁγνοῦ καὶ φλογεροῦ Ἱεράρχου, μὲ δύο Ἐξορίες, μὲ διώξεις καὶ κατατρεγμούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀκατάβλητο φρόνημα μέχρι τῆς μακαρίας Κοιμήσεώς του (+1955). Στὸ μεταξύ, ἀπὸ ἐσωτερικὴ ἀσυμφωνία ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος καὶ τῶν συνεπειῶν του, ἀλλὰ καὶ γιὰ προσωπικοὺς λόγους, ὑπῆρξε μία ἐσωτερικὴ διάστασις τὸ 1937, ἡ ὁποία ἔφθασε στὸ ἀκραῖο σημεῖο, ὥστε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος σύστησε Παρασυναγωγή, νὰ προβεῖ μόνος του σὲ ἀντικανονικὲς χειροτονίες ἐπισκόπων. Μετὰ τὸ 1955, οἱ διάδοχοι τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου ἀγωνίσθηκαν γιὰ νὰ λάβουν χειροτονία ἀπὸ Ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ, πρᾶγμα ποὺ ἐπιτεύχθηκε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1960, ὅταν χειροτονήθηκε στὸ Ντιτρόϊτ τῶν Η.Π.Α. ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀκάκιος Παπᾶς ὡς Ἐπίσκοπος Ταλαντίου ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σικάγου Σεραφεὶμ καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Σεβρῶν (Γαλλίας) Θεόφιλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Σὲ ἐκείνη τὴν δύσκολη ἐποχή, ἡ Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐγκρίνει ἐπίσημα τὴν χειροτονία. Περὶ αὐτῆς ὑπῆρξε γραπτὴ βεβαίωση τοῦ Σικάγου Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ἦταν Ζηλωτὴς τῆς Πίστεως καὶ δὲν διατελοῦσε σὲ κοινωνία μὲ τοὺς Νεοημερολογῖτες. Τὸν Μάϊο τοῦ 1962, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χιλῆς καὶ Περοῦ Λεόντιος τῆς αὐτῆς Ὀρθοδόξου Συνόδου ἦλθε στὴν Ἑλλάδα, σὲ περίοδο διωγμοῦ κατὰ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, μὲ μύριες προφυλάξεις, καὶ χειροτόνησε μαζὶ μὲ τὸν Ταλαντίου Ἀκάκιο τοὺς Ἐπισκόπους μας Κυκλάδων Παρθένιο, Γαρδικίου Αὐξέντιο καὶ Μαγνησίας Χρυσόστομο, καὶ ἐν συνεχείᾳ χειροτονήθηκαν τότε καὶ οἱ Ἐπίσκοποι Σαλαμῖνος Γερόντιος καὶ Διαυλείας Ἀκάκιος ὁ καὶ μόνος ἐπιζῶν μέχρι σήμερα. Γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς χειροτονίες ὑπάρχουν οἱ χειροτονητήριες βεβαιώσεις. Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο ἔτος, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1962, χειροτονήθηκε στὴν Ἀστόρια τῆς Νέας Ὑόρκης τῶν Η.Π.Α. ὁ Χιώτης στὴν καταγωγὴ Ἀρχιμανδρίτης Πέτρος Ἀστυφίδης σὲ Ἐπίσκοπο Ἀστορίας, ἀπὸ τὸν ἴδιο Ἀρχιερέα, τὸν Χιλῆς Λεόντιο, μὲ σύμπραξη τοῦ Ἐπισκόπου Καράκας Σεραφεὶμ τῆς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Εἶναι σαφές, ὅτι οἱ χειροτονίες ἐκεῖνες στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀμερικὴ εἶχαν τὴν ἴδια κανονικὴ πηγὴ προελεύσεως. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς μπορεῖ ὅπως εἴπαμε νὰ μὴ ἀναγνώρισε ἐπίσημα τὶς χειροτονίες ἐκεῖνες ἀμέσως, ἀλλὰ δὲν τὶς ἀμφισβήτησε ποτέ. Οἱ περισσότεροι Ἱεράρχες της τὶς ὑποστήριξαν, ὅπως καὶ ὁ σύγχρονος Ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης (Μαξίμοβιτς) ὁ Θαυματουργός, καὶ βέβαια δὲν ἐλήφθη κανένα πειθαρχικὸ μέτρο ἐναντίον ὅσων Ἀρχιερέων τέλεσαν τὶς χειροτονίες. Γι’ αὐτὸ καὶ λίγο ἀργότερα, ὅταν τὸ 1965 ἐκλέχθηκε Προκαθήμενος τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος, ὅλες οἱ χειροτονίες ἐκεῖνες ἐπιβεβαιώθηκαν καὶ ἀναγνωρίσθηκαν καὶ ἐπισήμως. Μὲ ἐπιστολή του τῆς 15/28.12.1967, ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος δήλωσε σαφῶς καὶ ρητῶς στὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπό μας Αὐξέντιο, ὅτι ὁ Ταλαντίου Ἀκάκιος χειροτονήθηκε ὀνομαστικὰ ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σικάγου καὶ Ντιτρόϊτ Σεραφεὶμ καὶ τὸν Ρουμᾶνο Ἐπίσκοπο Θεόφιλο, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία γιὰ τὸ κῦρος τῆς χειροτονίας ἐκείνης. Ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ ἔτος (1967), ὁ Ἀστορίας Πέτρος συνενώθηκε μὲ τὴν ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Αὐξέντιο Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας στὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποτέλεσε κανονικὸ μέλος της. Τὸν Μάϊο τοῦ 1969, ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος σὲ νέο ἐπίσημο γράμμα του βεβαίωσε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Αὐξέντιο ὅτι οἱ χειροτονίες τοῦ 1962 γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ἀναγνωρίζονται καὶ ὅτι οἱ Ἕλληνες θεωροῦνται Ἀδελφοὶ σὲ κοινωνία μαζί τους. Τὸν δὲ Δεκέμβριο τοῦ 1969, ἐκδόθηκε ἐπίσημη Συνοδικὴ ἀναγνώριση τῶν χειροτονιῶν τῶν Ἀρχιερέων μας καὶ βεβαιώθηκε καὶ πάλι ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν μας. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα δημοσιεύθηκαν κατὰ καιροὺς σὲ ἔντυπά μας καὶ ἔτσι εἶναι στὴν διάθεση κάθε ἐνδιαφερομένου. Ὅσο γιὰ τὸ «ὑπερόριο» τῶν χειροτονιῶν, αὐτὸ προβλέπεται στὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ καταγράφει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης: σὲ καιρὸ συγχύσεως ἐξ αἰτίας αἱρετικῆς ἐπιβουλῆς, δὲν ἰσχύουν ὅσα ἔχουν διατυπωθεῖ γιὰ τὸν καιρὸ τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, λόγῳ τῆς ἀνάγκης. Αὐτὸ ἄλλωστε ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Ἀθανάσιος καὶ Εὐσέβιος, «ὑπερορίους χειροτονίας ἀμφότεροι ποιησάμενοι»· αὐτὸ συνέβη καὶ στὸν καιρὸ τῆς αἱρέσεως τῆς Εἰκονομαχίας (βλ. Ἐπιστολὴ ΣΙΕ’ «Μεθοδίῳ μονάζοντι», PG 99, στλ. 1645D-1648Α). Οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος παρὰ τὴν πίεση, τοὺς διωγμοὺς καὶ τοὺς περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπάνθρωπα τοὺς ἐπιβλήθηκαν, ἀπέκτησαν μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ -ὡς ἐκ θαύματος- κανονικοὺς καὶ ἐγκύρους Ποιμένες, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴν σωτήρια ἀποστολή τους στὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Οἱ Παλαιοημερολογῖτες ποτὲ δὲν «θεοποίησαν» τὰ πρόσωπα τῶν Ποιμένων τους, ἀλλὰ τίμησαν καὶ τιμοῦν τοὺς ἀνιδιοτελεῖς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ πνευματικούς τους Πατέρες, στηρίζοντάς τους παντοιοτρόπως. Ἄν δὲν ἦταν τέτοιοι, ἀλλὰ ἅρπαγες καὶ ἄδικοι, δὲν θὰ ἔχαιραν καμμίας τιμῆς ἀπὸ τὸ θεοφιλὲς Ποίμνιό μας. Ἄν ὑπῆρξαν καὶ ἐπίορκοι Κληρικοὶ στὸν χῶρο μας, αὐτοὶ στιγματίσθηκαν καὶ ἀπομονώθηκαν, ἀπωθούμενοι ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ δημιουργοῦντες δικά τους κομμάτια, γιὰ τὴν παρασιτικὴ ὕπαρξη καὶ τὴν ὅποια φθοροποιὸ δράση τῶν ὁποίων καμμία εὐθύνη δὲν φέρει ἡ Ἐκκλησία μας.


3. Οἱ Παλαιοημερολογῖτες τῆς Χίου


Εἰδικὰ ὡς πρὸς τὸ μυροβόλο νησὶ τῆς Χίου, εἶναι γνωστὸν ὅτι διέπρεψε στὴν εὐσέβεια μὲ ἅγιες καὶ ἡρωϊκὲς μορφὲς καὶ μαρτυρικὴ ἱστορία καὶ παράδοση. Στὰ τέλη τοῦ ΙΘ’ αἰῶνος, δύο ἱερὲς μορφὲς Ὁσίων Ἀσκητῶν δεσπόζουν στὸ νησί, ὁ Ἅγιος Γέρων Παρθένιος (+1883) καὶ ὁ Ἅγιος Γέρων Παχώμιος (+1905), Ἱδρυτὲς τῶν ἐργαστηρίων ἀσκήσεως καὶ ὁσιότητος Μονῶν τοῦ Ἁγίου Μάρκου Πενθόδου καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων Προβατείου ἀντίστοιχα. Οἱ Μονὲς αὐτές, ὅπως καὶ ἄλλες (Ἁγίου Ταξιάρχη, Ἁγίας Ματρώνας, Ἁγίου Κωνσταντίνου, Ἁγίου Στεφάνου κλπ.), γνωρίζουμε ὅτι παρέμειναν πιστὲς στὸ Πάτριο Ἡμερολόγιο μετὰ τὴν βιαίως ἐπιβληθεῖσα Μεταρρύθμιση τοῦ 1924. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος εἰδικὰ διακρινόταν γιὰ τὸν θερμὸ ζῆλο τῆς Πίστεως καὶ ἔγραψε μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση καὶ δύναμη πνευματικὴ κατὰ τῶν Λουθηροκαλβίνων καὶ γενικὰ τῶν ἑτεροδόξων ἤδη ἀπὸ τὸ 1894 στὸ βιβλίο του «Ὑπεράσπισις τῆς Ἀληθείας καὶ Νίκη κατὰ τοῦ διαβόλου». Αὐτὴ τὴν ἀκραιφνῆ ὀρθόδοξη γραμμὴ κληροδότησε στὶς Χιακὲς Μονὲς καὶ οἱ εὐχές του στήριξαν Κληρικούς, Μοναχούς, Μοναχὲς καὶ εὐσεβεῖς λαϊκοὺς στὴν τήρηση τῆς Ἀκαινοτόμητης Ὀρθοδοξίας. Τοῦτο ὅμως εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὶς ἄμεσες σκληρὲς διώξεις ἀπὸ τὶς τοπικὲς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχές. Ἡ Μονὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅπως ἐγκύρως βεβαιώνεται (βλ. Ἀντ. Ν. Χαροκόπου, Ὁ Γέροντας Παχώμιος, Ἀθῆναι 2003, σελ. 77) «ἐπειδὴ ἔμεινε πιστὴ στὸ παλαιό, καὶ παραμένει μέχρι σήμερα, καὶ λόγῳ τῶν διωγμῶν ποὺ ὑπέστη ἐξ αἰτίας τῆς ἐμμονῆς της, πολλοὶ μοναχοὶ ἐγκατέλειψαν τὴ Σκήτη καὶ ἐμόνασαν σὲ ἄλλα μέρη». Οἱ διωκτικὲς πιέσεις ἦταν τόσο ἰσχυρὲς καὶ ἀφόρητες, ὥστε οἱ Μοναχὲς τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Στεφάνου νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ ἐξέλθουν τῆς Μονῆς τους περὶ τὸ 1930 καὶ νὰ καταφύγουν εἴτε σὲ ἄλλα μέρη τῆς Χίου, εἴτε στὴν Ἀττική, ὅπου μάλιστα ἵδρυσαν τὴν ὁμώνυμη Μονὴ στὸ Παλαιὸ Ἡράκλειο Ἀττικῆς. Γιὰ τὸν διωγμὸ ἐκεῖνο, ὅπως καὶ γιὰ ἄλλες μορφὲς ποὺ διώχθηκαν ἐπίσης (π. Δαμασκηνὸς Σκυριώτης, π. Πολύκαρπος Βαγιᾶνος, π. Ἱερεμίας, π. Διονύσιος Κολόμβος) κάνει λόγο μὲ ἰδιαίτερη μάλιστα παραστατικότητα ὁ ἴδιος ὁ μακαριστὸς Σεβ. Ἀστορίας Πέτρος (βλ. βιβλίο του «Ἱερὲς Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, τὴν Μυροβόλο Χίο καὶ τὴν Ἀμερική», Ἀθῆναι 1990· περὶ Χίου στὶς σελ. 65-81). Ὁ διωγμὸς ἦταν ἰδιαίτερα ὀξὺς στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου, τὴν ὁποίαν ἵδρυσε ὁ Ὅσιος Παρθένιος, ὅταν στὴν μεταπολεμικὴ ἐποχὴ ὁ τότε μητροπολίτης Χίου Παντελεήμων Φωστίνης ἐξαπέλυσε ἀπηνῆ δίωξη τῶν Ζηλωτῶν Πατέρων μὲ φυλακίσεις καὶ ἐξορίες· τότε κακοπάθησε καὶ ὁ νέος Ἱερομόναχος π. Στέφανος Τσίκουρας, ὁ μετέπειτα Μητροπολίτης Χίου, Ψαρρῶν καὶ Οἰνουσσῶν τῆς μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας μας (+2007). Γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἔχουν καταγραφεῖ καὶ τὰ ἑξῆς στὸ Πρῶτο Κληρικολαϊκὸ Πανελλαδικὸ Συνέδριο τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 1947 στὴν Ἀθήνα: «Ὁ κ. Μαυρογιάννης Σ. ἐκπρόσωπος Παραρτήματος Χίου, ἱστορεῖ μὲ τὰ μελανότερα χρώματα τὸν παρὰ τοῦ Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη ἀσκούμενον ἀπηνῆ διωγμόν. Τῇ διαταγῇ του συνελήφθησαν μὲ αὐτόματα ὅπλα, ὡς οἱ τελευταῖοι τῶν κακούργων οἱ Ἱερεῖς μας καὶ ἐφυλακίσθησαν καὶ ἐξορίσθησαν μετ’ αὐθαιρεσίας καὶ σκληρότητος μεγίστης. Τοὺς πάντας κατεμήνυσεν ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς. Ἔκλεισε Ἡσυχαστήριον σατραπικῷ τῷ τρόπῳ καὶ ἐσφράγισε τὸν Ἱερὸν Ναὸν Κοιμήσεως Θεοτόκου» (βλ. «Τὸ Πρῶτον Πανελλαδικὸν Συνέδριον τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἑορτολογίου», ἔκδοσις Πανελληνίου Θρησκευτικῆς καὶ Ἐθνικῆς Ὀρθοδόξου Κοινωνίας, ἐν Ἀθήναις μηνὶ Ἀπριλίῳ 1947, σελ. 98). Σημειωτέον, ὅτι παραθέτουμε τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ὄχι γιὰ νὰ ἀναξέσουμε δυσάρεστες μνῆμες καὶ νὰ ὁδηγήσουμε σὲ ἔξαψη παθῶν, ἀλλὰ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὴν πραγματικὴ ἱστορία, ἡ ὁποία σφραγίσθηκε μὲ αἷμα, γιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε περὶ τίνος ὁμιλοῦμε καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψουμε νὰ ἐπαναληφθοῦν ἀπανθρωπίες καὶ ἔκτροπα. Ὅπως ἐπίσης, καὶ γιὰ νὰ καταισχυνθοῦν ὅσοι προπαγανδίζουν ἀσύστολα ψεύδη, προκειμένου νὰ ὑπηρετήσουν ἄνομα συμφέροντα καὶ νὰ στερεώσουν τὴν πλάνη τους. Εἰδικὰ στὴν Μονὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων ὑπῆρχαν ἐνάρετοι Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι «ἀποχωροῦντες ἀφ’ ἑαυτῶν γιὰ διαφόρους λόγους... μετέβαιναν σὲ ἄλλα μέρη, καὶ ἐκεῖ ἵδρυαν μοναστήρια. Σχετικῶς εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ καρεὶς ἀπὸ τὸν Παχώμιο μοναχὸς Μωυσῆς Τρυπιτίνιας ἀπὸ τὸ Καστελλόριζο ἀπεχώρησε ἀπὸ τὴ Σκήτη περὶ τὸ 1935, μετέβη στὴν Κόρινθο καὶ ἐκεῖ ἵδρυσε δύο μοναστήρια, τὴν ἀνδρικὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τὴν γυναικεία τῶν Ταξιαρχῶν» (βλ. Ἀντ. Χαροκόπου, Ὁ Γέρων Παχώμιος, σελ. 85). Ὁ Γέρων Μωυσῆς ἦταν ἐξέχουσα μοναστικὴ φυσιογνωμία καὶ ἥλκυσε γύρω του πρόσωπα ποθοῦντα τὴν συνεπῆ Μοναχικὴ ζωή, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἱερομόναχο Κάλλιστο Μακρῆ, μετέπειτα Μητροπολίτη ΓΟΧ Κορινθίας (+1986), ὁ ὁποῖος διηγεῖτο ἐκπληκτικὰ περιστατικά, ἀποδεικτικὰ τῆς χαρισματικότητος τοῦ Ὁσίου Γέροντός του. Ὁ Γέρων Μωυσῆς ἐκοιμήθη πρὸ 70 ἐτῶν, τὸ 1946, ἐφ’ ὅσον προηγουμένως προσκλήθηκε στὴν αἰωνιότητα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ὅσιο Γέροντά του Παχώμιο τῆς Χίου. Ὡς γνωστόν, ὁ Σεβ. Κορινθίας Κάλλιστος διετέλεσε πνευματικὸς Πατέρας καὶ Γέροντας τόσο τοῦ προηγουμένου Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας μας κυροῦ Χρυσοστόμου (Κιούση, +2010), ὅσο καὶ τοῦ νῦν Προκαθημένου μας Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου κ. Καλλινίκου, ἐκ τῶν ὁποίων ἔχουν λάβει καὶ τὶς χειροτονίες τους οἱ νεώτεροι Ἀρχιερεῖς, Κληρικοὶ καὶ Μοναχοὶ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς καὶ οἱ ἐξυπηρετοῦντες τὶς Μονὲς τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου στὴν Χίο μέχρι καὶ αὐτὴ τὴν στιγμή, μέσῳ τοῦ Σεβ. Τοποτηρητοῦ Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀθανασίου Ἀγιακάτσικα. Οἱ ἔγγαμοι Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξυπηρετοῦσαν καὶ ἐξυπηρετοῦν ἐφημεριακῶς τὴν περίφημη Γυναικεία Μονὴ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Φραγκοβουνίου εἶχαν καὶ ἔχουν χειροτονία ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας, τοὺς ὁποίους μνημόνευαν καὶ μνημονεύουν στὴν Ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ στὴν Θεία Λειτουργία, καὶ στοὺς ὁποίους εἶχαν καὶ ἔχουν τὴν ἐκκλησιαστική τους ἀναφορά. Ὁ ἀείμνηστος ἐπίσης Γέροντας π. Θεόδουλος (Γεντίδης) προερχόταν μὲν ἀπὸ τὸ Νέο, ἀλλὰ στράφηκε στὸ Πάτριο, γι’ αὐτὸ καὶ ὑπέστη διωγμὸ καὶ ἐξορίσθηκε στὴν Λέσβο, καὶ μόνον ἀφοῦ ἀποκαταστάθηκε στὴν Ἱερωσύνη μὲ χειροθεσία ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς μας μετὰ τὸ 1960, μποροῦσε νὰ ἀναλάβει ἱερατικὰ καθήκοντα στοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ νὰ ἐξυπηρετεῖ καὶ τὴν Γυναικεία Μονὴ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ὡς πνευματικὸς Πατέρας, πρᾶγμα ποὺ πολὺ ὀρθὰ τονίσθηκε σὲ πρόσφατο κείμενο τῆς Ἡγουμένης τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Παρασκευῆς Μοναχῆς. Τὸ ἄν γιὰ θέματα κοινωνικῆς φύσεως οἱ Μονὲς εἶχαν κάποια τυπικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὴν τοπικὴ μητρόπολη τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ὅταν βεβαίως τοῦτο ἐπιτράπηκε ἀπὸ τὶς περιστάσεις, αὐτὸ δὲν σήμαινε πνευματικὴ ἐξάρτηση καὶ ὑπαγωγή. Οἱ ἐκκλησιαστικὲς σχέσεις καθορίζονταν ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὴν πνευματικὴ ἀρχὴ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων. Ἡ καλλιέργεια καλῶν κοινωνικῶν σχέσεων σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο μὲ τὴν Νεοημερολογιτικὴ ἀρχή καὶ ἡ παραχώρηση ἤ λήψη ἀποτμημάτων Λειψάνων ἁγίων καὶ ἱερῶν προσώπων οὐδόλως παραβλάπτει τὴν ὁμολογιακὴ τοποθέτηση. Διότι δὲν ὑπῆρξε καὶ δὲν ὑπάρχει ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μετ’ αὐτῆς. Ἐνδεικτικὸ παράδειγμα ὑπῆρξε ἡ ἀνάδειξη τοῦ προηγουμένου Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων Χίου Ἀρχιμ. Γέροντος Ἀμβροσίου. Ὁ προκάτοχός του Γέροντας Ἰωακεὶμ Μοναχός, ὅταν χρειάσθηκε ἕναν Ἱερομόναχο γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῆς Μονῆς καὶ τὴν ἀπρόσκοπτη συνέχιση τῆς ἁρμονικῆς λειτουργίας της, ἀποτάνθηκε στὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπό μας Αὐξέντιο. Μὲ τὴν ἄδεια τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου μας Αὐξεντίου καὶ τὴν συγκατάθεση τοῦ Μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Ἀστορίας κυροῦ Πέτρου, ὁ τότε Ἱεροδιάκονος Ἀμβρόσιος συναριθμήθηκε στὴν Ἀδελφότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἡ μετέπειτα χειροτονία τοῦ Ἱεροδιακόνου Ἀμβροσίου σὲ Ἱερομόναχο καὶ ἡ - μετὰ τὴν Κοίμηση τοῦ Γέροντος Ἰωακεὶμ - Ἐνθρόνισή του σὲ Ἡγούμενο στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἔγινε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀστορίας Πέτρο. Τὸ ἴδιο εἶχε συμβεῖ καὶ παλαιότερα, γιὰ τὸ ζήτημα τῆς χειροτονίας ἐγγάμου Ἱερέως γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ταξίαρχου Μιχαὴλ Νενήτων. Ἡ συνεννόηση ἔγινε μεταξὺ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Εκκλησίας μας καὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, καθὼς ὁ τότε Ἡγούμενος Γέροντας Θεόδουλος ἐκαλεῖτο νὰ δώσει συμμαρτυρία. Οὐδεμία ἀνάμιξη εἶχε ἡ τοπικὴ Νεοημερολογιτικὴ ἀρχὴ τῆς Χίου οὔτε στὴν μία, οὔτε στὴν ἄλλη περίπτωση. Εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖο νὰ τονισθεῖ, ὅτι πρόσωπα ἤ Μονές, ποὺ ξεκίνησαν τὴν πορεία τους μὲ τὸ Νέο, ἀλλὰ κατέληξαν στὸ Πάτριο καὶ μάλιστα ἔπαιξαν σημαντικὸ κάποτε ρόλο στὴν σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ζωή, εἶναι ἄξια ἐπαίνου γιὰ τὴν μεταστροφή τους αὐτὴ καὶ ὄχι μομφῆς, εἴθε δὲ νὰ ἀποτελέσουν ὑποδείγματα πρὸς μίμησιν καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους. Ἄν δέχθηκαν εὐλογίες ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους ὅσο καιρὸ ἀνῆκαν σὲ αὐτούς, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀνασχετικὸ παράγοντα καὶ ἐμπόδιο γιὰ τὴν μεταγενέστερη ὀρθοδοξοποίησή τους. Οὔτε οἱ πιθανὲς ἀμφιλεγόμενες θέσεις τους σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικότητα ἤ μὴ τῶν Νεοημερολογιτῶν ἀποτελοῦν παγιωμένες ἀντιλήψεις τῆς Ἐκκλησίας τῶν ΓΟΧ ἤ ἐπίσημες θέσεις της, ὥστε νὰ ἐπηρεάζουν καθοριστικὰ κατὰ κάποιον τρόπο τὴν γραμμὴ καὶ πορεία της.


 

Εἰδικῶς μάλιστα ἀπὸ τοῦ 2014 καὶ ἑξῆς, μὲ τὴν σύνταξη καὶ ἀποδοχὴ τοῦ ἑνωτικοῦ ἐκκλησιολογικοῦ κειμένου: «Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικά», οἱ θέσεις τῆς Ἐκκλησίας μας περιγράφονται μὲ σαφήνεια καὶ ἀποτελοῦν τὴν κατευθυντήριο γραμμὴ πορείας καὶ πλεύσεως γιὰ τοὺς κατεξοχὴν ὑπευθύνους Αὐτῆς Ἀρχιερεῖς καὶ λοιποὺς Κληρικούς. Ἡ Ἐκκλησία μας παραμένει πρόθυμη καὶ θυσιαστικὴ στὴν πρώτη γραμμὴ ἀντιμετωπίσεως τοῦ αἱρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ποικιλόμορφης ἐκκοσμικεύσεως, στὴν προσπάθειά της νὰ διαφυλάξει πάσῃ θυσίᾳ τὰ παραδεδομένα καὶ νὰ μαρτυρήσει τὴν καλὴν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως καὶ Ἀληθείας μὲ Ἀγάπη, σὲ καιροὺς δεινοὺς καὶ χαλεπούς. Δίνει ἔμφαση στὴν ἀληθινὴ ὁμολογία καὶ ἑνότητα τῆς Πίστεως, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶ καὶ τὴν κανονικότητα καὶ ἐκκλησιαστικότητά της. Καὶ θὰ παραμείνει πιστὴ στὴν ἱερὰ ἀποστολή της, παρέχουσα ἀνιδιοτελῶς καὶ ἀφιλοκερδῶς τὴν ὅποια βοήθεια καὶ συμπαράστασή της, προκειμένου οἱ πιστοί της, τὰ ἱερὰ Καθιδρύματα, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα ἡ ἱστορικὴ καὶ πολιτιστικὴ συνέχεια τοῦ εὐσεβοῦς Γένους μας, νὰ διατηρηθοῦν ἀλώβητα ἀπὸ κάθε ἐπιβουλή, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἀνεμπόδιστα τὴν εὐλογημένη σωστικὴ πορεία τους, πρὸς ὄφελος πάντων.


Ἀθήνα, Β’ Ἑβδομὰς τῶν Νηστειῶν 2016. Ἐκ τῆς Γραμματείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου  τῆς Ἐκκλησίας ΓΟΧ Ἑλλάδος




Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2016 ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΦΥΛΗΣ ΑΤΙΚΗΣ




Εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ



ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ''ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ'' ΚΑΙ Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΗΣ



Δεν υφίσταται ούτε η ελαχίστη ελπίς ότι μία τοιαύτη Σύνοδος υπό των συγχρόνων αιρετικών Οικουμενιστών προκαθημένων, ότι θα επιλύσουν κατά Θεόν τα τελευταία θέματα υπ' αυτών. Οι κατηγορούμενοι επί αιρέσει και εσχάτη προδοσία και μάλιστα ο πρόεδρος μίας τοιαύτης ληστρικής Συνόδου κ. Βαρθολομαίος έχει πλειστάκις έργω και λόγω αρνηθεί την Ορθόδοξον Πίστιν. Αυτή η ψευδοσύνοδος είναι συνέχεια του ληστρικού Συνεδρίου του 1923. Τότε αυτή ήτο ελλειπής, διότι δεν συμμετείχαν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, σήμερον επιχειρούν με εκβιασμόν από την Νέαν Τάξιν Πραγμάτων να συμμετέχουν όλες και να υπογράψουν τας αντορθοδόξους και αιρετικάς αποφάσεις, δια να απομονώσουν με διωγμόν όσους πιστούς Ορθοδόξους αντιταχθούν εις την λεγόμενην ''ΜΣ της Ο''. Εκ προοιμίου αποκλείει ο Βαρθολομαίος την κατά συνείδησιν διεξαγωγήν της Συνόδου αυτής. Δι' αυτό υπήρξε από ετών προετοιμασία αυτής εκβιαστικώς δια να μην υπάρξουν αντιρρήσεις εις αυτήν. Μάλιστα ο πατριάρχης Ρωσίας έχει δηλώσει προ ολίγων ετών, ότι οι αποφάσεις πρέπει να είναι ομόφωνοι. Εάν υπάρχει αντίρρησις το θέμα αναβάλλεται εις ετέραν συνοδικήν διάσκεψιν, έως ότου συνφωνήσουν όλοι, και ότι δεν θα επιλυθούν όλα τα θέματα σε μια Σύνοδον, αλλά θα χρειασθούν περισσότεραι. Εν προκειμένω ο Βαρθολομαίος θέλει όσο το δυνατόν τα καίρια θέματα που αφορούν εις την Ορθόδοξον Πίστιν να επιλυθούν άμεσα χωρίς χρονοτριβήν. Δια ταύτα εδήλωσεν ''Επιθυμούμεν να δηλώσωμεν ευθέως ότι η καθ' ημάς αγιωτάτη Εκκλησία και ημείς προσωπικώς αδυνατούμεν να εννοήσωμεν και αποδεχθώμεν την πραγματοποίησιν μιας Συνόδου, η οποία θα τελεί υπό την δαμόκλειον σπάθην της διαλύσεως αυτής, εάν μια ή περισσότεραι Εκκλησίαι απεφάσιζον να αποχωρήσουν εξ αυτής. Μια τοιαύτη Σύνοδος τελούσα υπό την απειλήν της διαλύσεως, είναι προτιμότερον να μη γίνει ποτέ...''. (Δήλωσις πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά την Σύναξιν των Προκαθημένων εις Ελβετίαν της 19ην Ιανουαρίου 2016). (''ΕΠΙΚΑΙΡΑ'' 28-1-2016, σελ. 61). Ο Βαρθολομαίος είχε εισηγηθεί αι αποφάσεις να λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν και να είναι υποχρεωτικοί. Προ του εκβιασμού είναι δυνατόν να αποχωρήσουν από την Σύνοδον ένας ή και δυο προκαθήμενοι''. Εις την Σύνοδον της Γενεύης δεν παρέστησαν ο πατριάρχης Αντιοχείας λόγω της διενέξεως και διακοπής κοινωνίας με τον πατριάρχην Ιεροσολύμων και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος, ο οποίος κατήγγειλε τον Βαρθολομαίον ''ΩΣ ΥΠΟΝΟΜΕΥΤΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ''. (''Ελεύθερη Ώρα'' 5-2-2016). Η Σύνοδος αυτή συνεφώνησαν να συγκληθεί εις την Κρήτην από 16-27 Ιουνίου 2016. (''Ελεύθερος Τύπος'' 28-1-2016, σελ. 17). Κατά την διάρκειαν της Συνάξεως εις την Γενεύην αποφασίστηκε επίσης να ιδρυθεί γραμματεία που θα αναλάβει και την οργάνωσιν σχετικής με την συμμετοχήν ετεροδόξων εις την Σύνοδον. Σημειωτέον ότι η συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών θα είναι καθολική''. (Αυτόθι). Προς χάριν των ετεροδόξων γίνεται η Σύνοδος και να μη συμμετέχουν; Εκάστη αυτοκέφαλος Εκκλησία θα έχει μόνον μια ψήφον. Θα λαμβάνουν τον λόγον Επίσκοποι κάθε Εκκλησίας χωρίς ψήφον!!! 

Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


1). Ορθόδοξος Διασπορά: Θα φροντίσουν να υπαχθεί εις το Πατριαρχείον της Κωνσταντινουπόλεως, ή σε Συνόδους που θα προεδρεύει ο εκ Κωνσταντινουπόλεως Ιεράρχης.

2). Ο τρόπος με τον οποίον δίδεται το Αυτοκέφαλον μιας Εκκλησίας. Θα φροντίσουν οι του Φαναρίου να ακυρώσουν το Αυτοκέφαλον της Εκκλησίας της Ελλάδος, με αναγνώρισιν αυτού πλην των 36 μητροπόλεων! 

3). Ο τρόπος χορήγησης αυτονομίας εις μιαν Εκκλησίαν, όπως το παράδειγμα της Εκκλησίας της Φιλανδίας που υπάγεται εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, Εκκλησία Κρήτης κ.λπ. θα φροντίσει ο Βαρθολομαίος να κηρύξει αυτόνομες εκκλησίες τα Δωδεκάννησα και 36 μητροπόλεις της Ελλάδος!!! Ως υπονομευτής αυτής κατά την δήλωσιν του Αθηνών Ιερωνύμου! 

4). Τα Δίπτυχα. Ζητεί η Εκκλησία της Κύπρου ως αρχαιοτέρα Αυτοκέφαλος να μνημονεύεται ο Κύπρου προ ή μετά των πατριάρχην Ρωσίας! 

5). Κοινό ημερολόγιον και Πασχάλιον σύμφωνον με το παπικόν τοιούτον. Εάν δεν το κατορθώσουν θα αφήσουν κάθε Εκκλησία να ακολουθήσει αναλόγως, εάν δεν υπάρχουν αντιδράσεις. Το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως και η Ελληνική Διασπορά το Παπικόν Πασχάλιον!!! 

6). Άρσις κωλυμάτων γάμου. Θα επιτραπεί να γίνεται Οροδόξων μεταξύ ετεροδόξων και αλλοδόξων. Συμμετοχή Ορθοδόξου Ιερέως με Ραββίνον, Μουφτήν, Βουδιστήν, Ειδωλολάτρην, Παπικόν, Προτεστάντην, Μονοφυσίτην κ.λπ. 

7). Νηστεία. Θα αλλάξουν οι κανόνες της νηστείας Τετάρτης, Παρασκευής και Τεσσαρακοστών, σύμφωνα με τους παπικούς, μουσουλμάνους και Εβραίους!!! 

8). Σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τον υπόλοιπον Χριστιανικόν κόσμον. Συμπροσευχή, συλειτουργία, κοινές λιτανείες, τέλεσις ομού μυστηρίων, μετάδοσις Θ. Κοινωνίας εις ετεροδόξους, όπως έπραξε ο Βαρθολομαίος εις την Ραβέννα, ο Μητροπολίτης Νικόδημος της Ρωσίας το 1969 εις Ρώμην. 

9). Ορθοδοξία και Οικουμενιστική κίνησις. Συνεργασία, συμπροσευχή, συμμετοχή εις τα μυστήρια, ανάδοχοι Χριστιανών εις το Βάπτισμα ακόμη και Εβραίων και μουσουλμάνων. Όπως έπραξε ο πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος εβάπτισε νήπιον με ανάδοχον ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΑ. 

10). Η συμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στην επικράτησιν των Χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, ελευθερίας, αδελφοσύνης και αγάπης, μεταξύ των λαών και άρσις των φυλετικών και άλλων διακρίσεων (=ομοφυλοφίλων)!!! (Βλ. ''Βραδυνή της Κυριακής'' 30-1-2016, σελ. 34). Το τελευταίον θέμα (10) είναι αντίγραφον από τας διακηρύξεις των μασόνων! Δείγμα ότι η Σύνοδος αυτή κατευθύνεται υπό της Εβραιομασονίας!!! 


Τα ιδεώδη των Ορθοδόξων Χριστιανών διαχρονικώς είναι πρωτίστως η Ορθόδοξος Πίστις, η οποία δι' αγώνων έφθασε ακαινοτόμητος μέχρι των ημερών μας, που σήμερα την απεμπολείτε ''άγιοι'' προκαθήμενοι. Η επικράτησις της ηθικής του Ευαγγελίου, οι Ιεροί Κανόνες και η διδασκαλία της Αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως, την οποίαν καταργείτε και θέλετε να μας κηρύξετε ''ΝΕΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ'' υπό την σκιάν του αναμενόμενου τελικού αντιχρίστου. Η Θεολογική σας γνώσις θα συμβάλλει κατά τον Ιερομάρτυρα Κοσμάν Φλαμιάτον εις την κατάργησιν τηξς Ορθοδοξίας δι' Οικουμενικής (εν προκειμένω ''Μεγάλης Συνόδου της ''Ορθοδοξίας''!!! Ο Κύριος να μας ενισχύση να μείνωμεν πιστοί εις τον Ιησούν Χριστόν και την Εκκλησίαν του έως Θανάτου. ΑΜΗΝ. 



Εκ του ορθοδόξου περιοδικού της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου ''ΑΓΙΟΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΙΤΗΣ'', τεύχος 273, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2016, σελίδες 37 - 38. Εισαγωγή στο διαδίκτυο, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Ο πρωτότυπος τίτλος του άρθρου: ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ''ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ'' ΚΑΙ Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΗΣ. Η φωτογραφία της ανάρτησης ανήκει στην Σελίδα του F.B. Ιερά Μονή Εσφιγμένου.

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΣΚΟΥΡΛΗΣ 1890 - 1962



...Σαν είδε ο παπάς ότι το μεσημέρι πέρασε και ειδοποίηση για την κηδεία δεν είχε πάρει ακόμη, έστειλε τον γαμπρό του στο Καπαρέλι για να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ο ίδιος καβάλησε το άλογο για να ενημερώσει και την Υποδιοίκηση της Χωροφυλακής στην Θήβα. -Κύριε Διοικητά, οι Παλαιοημερολογίτες στο Λουτουφί κρύβουν έναν καθηρημένο Αγιορείτη παπά και σήμερα ετοιμάζονται να κάνουν κηδεία. Πρέπει να λάβετε τα μέτρα σας... -Και ο ίδιος να' ρθω δεν θα κάνουμε τίποτα παπά μου. Τους ξέρω καλά τους Λουτουφιώτες, θα με φέρουν στα άκρα και δεν θέλω να αφήσω ορφανά τα παιδιά μου... Γι' αυτό άντε στο καλό κι αν θες να βρεις το δίκιο σου κατάγγειλέ το στον Εισαγγελέα. 



Εν τω μεταξύ ο γαμπρός του παπά επέστρεψε από το Καπαρέλι με τον Αστυνόμο και δυο χωροφύλακες ακριβώς την στιγμή που η κηδεία κατευθυνόταν από τον Ναό στο Νεκροταφείο. Ο Αστυνόμος και οι χωροφύλακες χαιρέτισαν στρατιωτικά την κηδεία και παραμέρισαν. Στο τέλος πλησίασαν τον π. Παρθένιο και ο αστυνόμος ζήτησε την ''άδειά'' του.



-Ευχαρίστως, απήντησε ο Γέροντας δείχνοντας τον ''διορισμό του'' από την Κοινότητα των Γ.Ο.Χ. 

-Τέτοια χαρτιά, παπά μου, εγώ δεν τ' αναγνωρίζω. Θέλω χαρτί από τον Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας. 

-Εάν δεν αναγνωρίζεις της Κοινότητας, να, πάρε την πρόσφατη απόφαση της Κυβερνήσεως. Μας επιτρέπει να λειτουργούμε σε ιδιωτικούς ναούς και παρεκκλήσια. 

-Και πάλι λυπάμαι, αλλά τα χαρτιά σας δεν αρκούν και πρέπει να με ακολουθήσετε... 

-Χωρίς ένταλμα δεν θα έλθω, παιδί μου. Είπε ήσυχα ο π. Παρθένιος. 

-Μα τότε θα φθάσουμε στα άκρα και... Διέταξε τους χωροφύλακες να τον συλλάβουν. Οι χωρικοί τότε, που παρακολουθούσαν πάντα έτοιμοι να υπερασπιστούν, όρμησαν και δια μιας τους αφόπλισαν, απομονώνοντας μάλιστα τον Αστυνόμο στη μάνδρα του Νεκροταφείου. Στη συνέχεια ο π. Παρθένιος με μερικούς πιστούς ξεκίνησαν για την καθιερωμένη ''παρηγοριά'' στο σπίτι της νεκρής. Φυσικά ούτε καν υποψιάζοντο την συνάντηση - έκπληξη που θα είχαν στο δρόμο τους. Στην είσοδο του χωριού η παπαδιά του νεοημερολογίτη παπά με κάμποσους συγγενείς της περίμεναν να ''καμαρώσουν'' δέσμιο τον π. Παρθένιο. Και σαν τον είδε να έρχεται ελεύθερο, η παπαδιά αγανακτισμένη άρπαξε το όπλο του γαμπρού της και τον σημάδεψε. Αστοχούν και οι δυο σφαίρες που προλαβαίνει να ρίξει, οπότε ο γαμπρός της Νίκος ξαναπαίρνει το όπλο για να βοηθήσει την κατάσταση. Την στιγμή εκείνη όμως ακούγεται σπαρακτική η φωνή της παπαδιάς: 

-Φύγε Νίκο! Το μάτι της είχε πάρει έναν χωρικό, που μη μπορώντας να αφήσει ανυπεράσπιστο τον π. Παρθένιο, ήταν έτοιμος να πυροβολήσει. Την κατάσταση, ευτυχώς, την έσωσαν οι ψυχραιμότεροι χωρικοί που μπήκαν στη μέση και κυνήγησαν το συγγενολόι της παπαδιάς μέχρι το σπίτι. Οι πυροβολισμοί που έπεσαν, ακούσθηκαν μέχρι το Νεκροταφείο και σε λίγο κατέφθαναν Αστυνόμος και χωροφύλακες να προλάβουν τα χειρότερα. 

-Προς Θεού, παιδιά, φώναζαν στους υπερασπιστές του π. Παρθενίου, που ακόμη κυνηγούσαν το ασκέρι της παπαδιάς. 

-Αφήστε τους και θα τους τιμωρήσουμε εμείς. Το παρ' ολίγον αιματηρό επεισόδιο σταμάτησε εκεί, και οι χωρικοί με τον Γέροντα έφθασαν επιτέλους στο σπίτι της νεκρής. Την άλλη ημέρα, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, οι Λουτουφιώτες συγκεντρώθηκαν και πάλι στο Ναό. Είχαν έλθει μάλιστα και πολλοί από τα γύρω χωριά. Μερικοί πήγαν να πάρουν τον π. Παρθένιο (από το σπίτι που τον φιλοξενούσε), που πρόθυμα τους ακολούθησε και τους συνέστησε σταθερή πίστη  και μεγάλη ψυχραιμία. Ο Αστυνόμος που άκουσε και πάλι πρωί - πρωί την καμπάνα απόρησε: 

-Σίγουρα κάτι έχουν πάθει οι άνθρωποι, αφού και μετά τα χθεσινά μυαλό δεν έβαλαν... Μετά την λειτουργία οι πιστοί συνόδεψαν και πάλι τον Ιερέα στο σπίτι και αυτή τη φορά περίμεναν για λίγο κοντά του υποψιαζόμενοι απρόοπτες επισκέψεις. Ο Αστυνόμος ενήμερος όλης της καταστάσεως έδωσε εντολή να κυκλωθεί το χωριό, για να μη τους ξεφύγει ο Ιερέας μέσα από τα χέρια τους. Μετά το μέτρο αυτό του Αστυνόμου οι γεροντότεροι θεώρησαν σωστό να φυγαδεύσουν τον π. Παρθένιο, αλλά δεν είχαν επινοήσει ακόμα τον τρόπο. Όσο γι' αυτό, τους βοήθησε ο Γέροντας. 

-Μη νοιάζεστε. Θα φύγω μπρος στα μάτια τους που θα με χαιρετήσουν κιόλας! Αν θέλετε μόνο, δύο από σάς, πηγαίνετε να φέρετε ταξί από τη Θήβα και περιμένετέ με έξω από το χωριό. Όταν πήρε είδηση ότι το ταξί είχε έρθει, μάζεψε τα ράσα του, φόρεσε μια κάπα τσοπάνου και στο κεφάλι την κουκούλα. Έριξε στον ώμο του ένα ταγάρι και με την αγκλίτσα στο χέρι ξεκίνησε. Περνώντας από το καφενείο, έγνεψε, από μακρυά χαιρετισμό στον Αστυνόμο που βρισκόταν εκεί και πήρε τον αντιχαιρετισμό του. ''Τον χαιρέτισε κιόλας!''. Ακούραστος και ξέγνοιαστος ο π. Παρθένιος, που τα είχε καταφέρει κι' αυτή τη φορά, επέστρεψε στην Αθήνα. 


ΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ π. ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ


Κι από την Κάρυστο της Εύβοιας πέρασε ο π. Παρθένιος. Τον έστειλε η Κοινότης των Γ.Ο.Χ να οργανώσει Παραρτήματα στα γύρω χωριά που με θάρρος, επιμονή και καρτερία κρατούσαν τις Πάτριες Παραδόσεις. Κι' αυτή την αποστολή με χαρά του, την δέχτηκε ο Γέροντας και ξεκίνησε με όρεξη για δουλειά. Τον σταμάτησε όμως ο Δεσπότης Καρυστίας Παντελεήμονας, δίνοντας εντολή να τον συλλάβουν και με ''συνοδεία'' να τον οδηγήσουν και πάλι στο Τμήμα Μεταγωγών. Χάρις, όμως στις ενέργειες της Κοινότητος πολύ γρήγορα βρέθηκε ελεύθερος για να πάρει μια νέα εντολή. Έπρεπε να επισκεφθεί τη Θεσσαλία. Τέσσερεις περιοχές η Καρδίτσα, το Μουζάκι, το Μαυρομάτι και το Αγναντερό είχαν ανάγκη από πνευματική καθοδήγηση. Και στις τέσσερεις αυτές περιοχές δημιουργήθηκαν τότε Παραρτήματα, αλλά οι πιστοί δεν είχαν την ευτυχία να έχουν τον π. Παρθένιο για πολύ καιρό κοντά τους. Οι αρχές τον απομάκρυναν σύντομα απ' εκεί δίνοντάς του την ευκαιρία να περιοδεύσει ξανά τα χωριά της Θήβας, Λειβαδιάς και Χαλκίδας. Σκληρή δοκιμασία πέρασε και το 1935, όταν ο καινοτόμος Μητροπολίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος κατάφερε την υπηρεσιακή κυβέρνηση Μεταξά να απελάσει στο Άγιο Όρος όλους τους Αγιορείτες Πατέρες. Κι ένα πρωινό (εορτή της αποδόσεως των Θεοφανείων) μόλις ο π. Παρθένιος ξεκινούσε από το σπίτι του (οδός Ανδριανού) προς τον Ναό Ζωοδόχου Πηγής Κατσιποδίου (Ν. Κόσμος) του ''προσεφέρθη'' ένα ένταλμα συλλήψεως. Ούτε καν να ειδοποιήσει τους δικούς του πρόλαβε. Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο Τμήμα Μακρυγιάννη, απ' όπου με τον καφετζή του Τμήματος κατάφερε να δώσει σημεία ζωής στους δικούς του. Τα μέτρα όμως που είχαν λάβει οι Αρχές ήταν τόσο εσπευσμένα, ώστε πριν προλάβει η Κοινότητα να κάνει κάποια ενέργεια, τον είχαν μεταφέρει  στον Πειραιά και εν συνεχεία στη Θεσσαλονίκη. Οι ταλαιπωρίες που πέρασε επί οκτώ ημέρες είχαν σοβαρές επιπτώσεις στο φως του. Τελικά τον μετέφεραν στο Άγιο Όρος, αλλά όχι για πολύ. Προς μεγάλη ευτυχία των πνευματικοπαίδων του σύντομα κατέβηκε ξανά στην Αθήνα. Το φως του αριστερού ματιού του όλο και λιγόστευε. Είχε απόλυτη ανάγκη από θεραπεία, αλλά λόγω της συνεχούς διώξεώς του δεν απεφάσισε να μπει σε νοσοκομείο. Την εποχή εκείνη, το έτος 1936 απέθανε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος και τον διεδέχθη ο Τραπεζούντος Χρύσανθος. Αυτός έδειξε συμπάθεια προς τον αγώνα των Γ.Ο.Χ., όπως και η Δικτατορία Μεταξά με τους υπουργούς Δημοσίας Τάξεως Κ. Μανιαδάκη και Παιδείας Κ. Γεωργακόπουλο (μετέπειτα πρόεδρο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού). Τα μέτρα εναντίον των Γ.Ο.Χ χαλάρωσαν και μπόρεσε ο π. Παρθένιος να κάνει τη σχετική θεραπεία του. Ήταν όμως κάπως αργά, γιατι το φως του αριστερού ματιού είχε εντελώς χαθεί. Εν τω μεταξύ το έτος 1935 η εκκλησία των αγωνιζομένων για τις παραδόσεις Χριστιανών απέκτησε πνευματική Ηγεσία. Βγήκαν στον Αγώνα τρεις Αρχιερείς, οι οποίοι χειροτόνησαν άλλους τέσσερεις και σχημάτισαν όλοι μαζί την πρώτη Ιερά Σύνοδο. Από τότε ο π. Παρθένιος, και προς μεγάλη του ανακούφιση και χαρά, συνέχισε την δράση του υπό τις ευλογίες της Ιεράς Συνόδου. 


Ο π. ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΚΤΙΖΕΙ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ


Η έντονη και καρποφόρα δράση, καθώς και η πνευματική ακτινοβολία του π. Παρθενίου είχαν ελκύσει και οδηγήσει κοντά του αρκετές ευσεβείς νέες, που προσδοκούσαν να υποταχθούν και να γίνουν μοναχές. Η κίνηση αυτή φυσικά δεν άφηνε αδιάφορο τον Γέροντα, γιατι πάντα ευχόταν να μεταφυτεύσει και σ' άλλες ψυχές τις Αγιορείτικες αρχές και ευλογίες, που ο ίδιος είχε πάρει. Όμως η διωκόμενη του Χριστού Εκκλησία είχε ακόμη πολύ ανάγκη από γενναίους στην ψυχή στρατιώτες του Χριστού. Και ο π. Παρθένιος ήξερε καλά να ιεραρχεί τις ανάγκες. Εξάλλου και ο σκοπός που εξήλθε από το Άγιο Όρος αυτός ήταν. Υπεύθυνα ν' αγωνισθεί και να δοθεί μέχρι θυσίας στον Αγώνα. Θα βρισκόταν κι ο κατάλληλος καιρός για να δημιουργήσει και ''πνευματική κυψέλη''. Πράγματι όταν τα σκήπτρα του ιερού αγώνα ανέλαβαν οι Αρχιερείς, του δόθηκε η ευκαιρία να ξεκινήσει το έργο του. Και πάλι δεν το θέλησε ν' αποσυρθεί αμέσως. Επί τρία ακόμη χρόνια και με τις ευλογίες των Αρχιερέων στάθηκε ''φρουρός στις επάλξεις'' των Ιερών Παραδόσεων. Η όρασή του εν τω μεταξύ είχε σοβαρά κλονιστεί και ίσως αυτό τον έσπρωξε να πάρει την απόφαση: Θα έκτιζε ένα Μοναστήρι προς τιμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και με πρότυπο τις Αγιορείτικες Μονές. Πρώτα απ' όλα και μετά από πολλές προσευχές και αγρυπνίες διάλεξε τον τόπο που θα θεμελίωνε το ιερό οικοδόμημα. Στην Πάρνηθα! Εκεί υπήρχε και ακόμη σήμερα υπάρχει ένα παλιό εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου με Βυζαντινές τοιχογραφίες. Πάνω απ' αυτό μάλιστα πολλοί ενάρετοι χριστιανοί έβλεπαν κατά καιρούς να στέκεται ένα φωτεινό αστέρι. Σ' αυτό, λοιπόν, το σημείο απεφασίσθηκε να κτισθεί η Μονή. Ο π. Παρθένιος όμως πήρε την πρωτοβουλία, εκτός από τον τρόπο να βρει και το σχέδιο της Μονής. Σαν έμπειρος αρχιτέκτονας με πολύ επιμέλεια το σχεδίασε και το πρωτόδειξε προς κριτική στον αείμνηστο πατέρα της σημερινής Ηγουμένης της Μονής, τον γνωστό πρόκριτο της Π. Κοκκινιάς κ. Μουσουρίδη. Η απάντηση που πήρε ήταν χαρακτηριστική: -Μόνο με βασιλικές δωρεές θα κατορθώσεις να κτίσεις το Μοναστήρι που σχεδίασες Γέροντα. 

-Μα ευλογημένε, απάντησε, αφού η ίδια η Βασίλισσα (εννοούσε την Παναγία) είναι βοηθός μου, οι δωρεές είναι σίγουρες. Κυριολεκτικά έδωσε τον εαυτό του στο κτίσιμο της Ιεράς Μονής. Μαζί του και οι είκοσι αδελφές που αποτέλεσαν την πρώτη συνοδεία του. Σήμερα η Ιερά Μονή του π. Παρθενίου κοσμεί την Πάρνηθα και αποτελεί το καύχημα των Γ.Ο.Χ. Στην Ιερά Μονή της Κοιμήσεως κατέφευγε πολλές φορές και ο Αρχιεπίσκοπος, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος για να αναπαυθεί και να συζητήσει ολόκληρες ώρες με τον σεβαστό του Γέροντα Παρθένιο. Πραγματικά ετάφη στο κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου και τα ιερά Λείψανά του φυλάσσονται στη Μονή σαν θησαυρός ανεκτίμητος. Είκοσι τέσσερα χρόνια κυβέρνησε τις μοναχές κατά τον αρτιότερο τρόπο και ανέδειξε το Μοναστήρι σ' ένα αληθινό Κοινόβιο με ποιότητα πνευματικής ζωής. Ακούραστος Λειτουργός λειτουργούσε σχεδόν καθημερινώς, στις δε αγρυπνίες στεκόταν πάντοτε ορθός χρωματίζοντας πολλές φορές με την φωνή του την χορωδία των Μοναζουσών. Η ακριβής τήρηση των Ιερών κανόνων ήταν η αμέριστη μέριμνά του. Τήρηση χωρίς εξουσίες. Το έτος 1948 έτυχε να επισκεφθούν το Μοναστήρι οι Βασιλείς Παύλος και Φριδερίκη. Ο π. Παρθένιος με όλες τις μοναχές τους υποδέχθηκαν στο Ναό, σύμφωνα μάλιστα με το Βυζαντινό Τυπικό. Μετά την Δοξολογία στο Ναό, τους έβαλαν ''τράπεζα'', στην οποία λόγω της ημέρας, ευλογήθησαν μόνο νηστήσιμα φαγητά, οπότε αρπάζοντας την ευκαιρία ο π. Παρθένιος διακήρυξε: -''Η εντολή του Θεού ισχύει και για τους Βασιλείς''. Την πίστη και τον αυθορμητισμό του εξετίμησαν πολύ οι Βασιλείς και εις ένδειξη της ικανοποίησεώς τους διέθεσαν την απαραίτητη για το Μοναστήρι ξυλεία από το Βασιλικό Κτήμα. Παιδαγωγική, αλλά και καλογερική ήταν η στάση του Γέροντα προς τις δόκιμες μοναχές. Με υπομονή και ειλικρινή αγάπη προσπαθούσε να τις βάλει στο κλίμα της μοναχικής ζωής. Λιτός πάντοτε και ασκητικός στην ιδιωτική του ζωή, λαμπρός και πανηγυρικός στις Ιερές Ακολουθίες και στις Θείες Λειτουργίες. Κατά τις μαρτυρίες πολλών υπερηλίκων μοναζουσών, η όψη του αλλοιωνόταν κατά την Θ. Λειτουργία και πολλά πνευματικοπαίδια του πολλές φορές τον είδαν να στέκει πάνω απ΄την γη! Ατέλειωτη ήταν και η φιλοξενία του καθώς και η συμπάθειά του προς τους φτωχούς. Είχε καταφέρει να συγκρατεί τον εαυτό του από την οργή και να βρίσκει χίλιους τρόπους για να ωφελεί, να φροντίζει ή να καθοδηγεί σωστά κάθε ψυχή. Ο π. Παρθένιος ασχολήθηκε και με την έκδοση Πατερικών Βιβλίων, όπως: ''Τα Ασκητικά του Οσίου Εφραίμ'', την ''Αποστολική Σαγήνη'' και τους ''Μαργαρίτας του Χρυσοστόμου''. Παράλληλα με τις φροντίδες της Μονής μεριμνούσε από πολύ κοντά και για την συνέχιση του Ιερού Αγώνα. Πρώτος έδινε το παρόν στις Γενικές Συνάξεις της Εκκλησίας. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ που είχε πραγματικά εκτιμήσει τις προσπάθειες μιας ολόκληρης ζωής του π. Παρθενίου τον ψήφισε και στις 11 Μαίου του 1962, τον χειροτόνησε Επίσκοπο Κυκλάδων. 



Δεν πρόλαβε όμως να προσφέρει στον Αγώνα σαν Επίσκοπος. Αλλά, τα είχε όλα προηγουμένως προσφέρει. Έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος. Οι ημέρες που παρέμεινε ήταν πλούσιες σε σοφές συμβουλές και πολύτιμες για την Μονή υποδείξεις. Φαίνεται ότι προαισθάνθηκε το τέλος του και την παραμονή του Αγίου Νικολάου, προστάτη της Μονής, κάλεσε για τελευταία φορά όλη την Αδελφότητα. Αλληλοσυγχωρήθηκαν και τους έδωσε τις τελευταίες ευλογίες του για τον δύσκολο αγώνα που θα συνέχιζαν μετά τον θάνατό του. Την άλλη ημέρα κοιμήθηκε εν Κυρίω αφήνοντας ζωντανό το παράδειγμά του. Μαζί με την συνοδεία του, τον π. Παρθένιο εθρήνησε κι όλος ο αγωνιζόμενος Κλήρος και λαός της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ Ελλάδος. Η μορφή του υπήρξε ζωογόνος ήλιος που γύρω του σκόρπισε ολοφώτεινες τις ακτίνες της ορθής πίστεως. Πόσο χρήσιμες είναι πράγματι τέτοιες μορφές μέσα στην ταλαιπωρημένη και συγχυσμένη από την αποστασία κοινωνία μας. Ας έχουμε την ευχή του!     Δ' Μέρος. Τελευταίο.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα και επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Απόσπασμα εκ του ιστορικού, ορθοδόξου περιοδικού ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ'' του αειμνήστου Επισκόπου Πενταπόλεως κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Τόμος Γ', σελίδες 33 - 43. Πειραιεύς 1978. Η φωτογραφία της ανάρτησης δεν ανήκει στον μακαριστό Γέροντα και είναι παρμένη εκ της Σελίδας του f.b. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ.


 ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ