ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΦΙΑΛΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 1899 - 1966 (Α' ΜΕΡΟΣ)




Ο πατήρ Ιωάννης, κατά κόσμον Γεώργιος, 

εγεννήθη εις την Σμύρνην της ημών Μικράς Ασίας έν έτει 1899 

και εκοιμήθη την 27ην Ιανουαρίου 1966. 

Οι γονείς αυτού ήσαν η μήτηρ του Μαρία και ο πατήρ του Χαράλαμπος Βαξεβανόπουλοπουλος. 

Το 1922, με την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, την γενοκτονίαν των Ελλήνων, 

την πυρπόλησιν της Σμύρνης, την συνεχιζόμενην Τουρκικήν κατοχήν της Εληνικής Ιωνίας 

και τον διωγμόν των επιζησάντων Ελλήνων, ο Γεώργιος ήλθεν οικογενειακώς εις την πτωχήν, 

αλλ' ελευθέραν Ελλάδα και εγκατεστάθησαν μαζί με τους άλλους πρόσφυγας εις τον Πειραιά. 

Ο νεαρός Γεώργιος, ως σκεύος εκλογής, από μικρός ήτο πλησίον του Θεού 

και η προσευχή του ήτο από τας κυρίας του ασχολίας. 

Από κοσμικός ακόμη εδιάβαζε το Ψαλτήριον και 

όταν καμμίαν φοράν ημέλει να διαβάσει τούτο, 

ήκουε αόρατον φωνήν λέγουσαν εις τούτον: 

''Γεώργιε, διάβασε το Ψαλτήρι σου''. 


Πράγματι, θείος προορισμός του και προγεγραμμένη, η αγία αυτού πορεία. Ο πόθος του Γεωργίου ήτο από νεαρήν ηλικίαν άλλος, αλλά το σχέδιον του Θεού δεν συνέπιπτεν απολύτως με τούτον. Ήθελε να γίνει πρώτιστα Μοναχός και κατόπι να ημπορέσει να γίνει και κληρικός. Απεφάσισε λοιπόν, να φύγει για το Παναγιόβατον Άγιον Όρος, αλλ' εντός του πλοίου προς τον Άγιον Όρος, βλέπει εν εξαίσιον όραμα. Καθορά τρεις σταυρούς εις τον ουρανόν και ακούει αοράτως φωνήν λέγουσαν: ''Γεώργιε, επέστρεψε πίσω, διότι έχεις αναλάβει τρεις σταυρούς, την μητέρα σου και τις δυο αδελφές σου. Σε προορίζω να γίνεις κληρικός και θα σώσεις πολλές ψυχές''. 


Έτσι ο Γεώργιος επέστρεψεν εις τον Πειραιά και έκτοτε ηκολούθει την υπό του Θεού σχεδιαζομένην πορείαν του. Πνευματικός πατήρ του π. Ιωάννου ήτο ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος (σημ. ημετ. Όσιος Χρυσόστομος ο νέος Ομολογητής), ο οποίος του έδωκε το Μέγα Αγγελικόν Σχήμα και το όνομα Ιωάννης. Ο Επίσκοπος Χρυσόστομος γιγνώσκων την χρηστότητα των τρόπων του, την κατά Θεόν πολιτείαν του και το γεγονός, ότι εκοσμείτο υπό αγάπης αληθινής προς την Παραδοσιακήν και διωκομένην Ορθοδοξίαν μας, τον προώριζε δια κληρικόν. Τον εχειροτόνησε Διάκονον και εν συνεχεία Ιερομόναχον. Αργότερα έκειρε και την μητέραν του Μοναχήν με το όνομα Μαρκέλλα και τας δύο αυτού αδελφάς, όπου τους εδόθησαν τα ονόματα Ματρώνα και Χριστοφόρα. 


Κατά την περίοδον ταύτην υπήρχε έλλειψις ναών δια τους Παραδοσιακούς Ορθοδόξους, λόγω της καταλήψεως των υφισταμένων ναών υπό των αποστησάντων σχισματικών Νεοημερολογιτών και τοιουτοτρόπως, εφρόντιζεν ο π. Ιωάννης να θεραπεύσει την έλλειψιν ταύτην με ζήλον υποδειγματικόν, ανακαινίζων και επισκευάζων μίαν ηρειπωμένην παλαιάν Μονήν του Αγίου Δημητρίου εις Πειραιά και ιδρύων, βραδύτερον, μίαν νέαν τοιαύτην, την της Αγίας Τριάδος εις Νέαν Πεντέλη. Ο π. Ιωάννης ήτο άξιος λειτουργός του Υψίστου και προπαντός πιστός τηρητής της Ορθοδόξου ημών Ιεράς Παραδόσεως και δια τούτο ηκολούθει ούτος και το Παλαιόν, το Ορθόδοξον Ημερολόγιον (Εορτολόγιον) και ουχί το Παπικόν. Ήτο ούτος τόσο ελεήμων, ώστε εμοίραζεν εις τους πτωχούς πάντοτε, όσα χρήματα και αν είχεν. 


Όλο το έργον του π. Ιωάννου ήτο άκρως πνευματικόν και θεάρεστον. Επεσκέπτετο ασθενείς, φυλακισμένους, πάσχοντας, πένητας, δοκιμαζομένους και αδικουμένους, με μοναδικόν σκοπόν του τας του Κυρίου εντολάς τήρησιν. Ουδέποτε είδον τον Γέροντα άνευ ζωστικού και εφόρει ούτος πάντοτε χιαστί αλυσίδας εις το άγιόν του σώμα. Το δε κρεβάτι του ξύλινον και άνευ στρώματος, αλλ' ηγάπα πολύ και την χαμαικοιτείαν, ώστε να δαμάζει τα του σώματος πάθη. Ήτο πάντοτε σιωπηλός, διότι είχε την ταπείνωσιν και την εσωτερικήν νήψιν των μεγάλων Πατέρων, ουδέποτε έδωσεν ούτος ανάπαυσιν εις το ασθενικόν σώμα του. 


Οι αποστατήσαντες Νεοημερολογίται επεδίδοντο εις συνεχείς διωγμούς κατά των Παραδοσιακών και γνησίων Ορθοδόξων, οι οποίοι ήθελον να κρατήσουν ανόθευτον την πίστιν των αγίων, των μαρτύρων και των Πατέρων των. Επί Σπυρίδωνος (1949 - 1956), Αρχιεπισκόπου των Νεοημερολογιτών, έλαβεν χώραν μέγας διωγμός κατά των Παλαιοημερολογιτών και τους οδηγούν εις τα υπόγεια της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, όπου τους εκούρευαν, τους εξύριζαν και ούτως τους απεσχημάτιζαν. Την περίοδον ταύτην, οι αστυνομικοί έφθασαν εις την Μονήν του Αγίου Δημητρίου Αμφιάλης και, ως λέοντες βρυχόμενοι όρμησαν εντός του Ιερού Ναού δια να συλλάβουν τον π. Ιωάννην. Εκείνην την στιγμήν ούτος ηυρίσκετο εντός του Ιερού, πλησίον της Αγίας Τραπέζης προσευχόμενος. 


Οι Αστυνομικοί εισήλθον εντός του Ιερού και ήρχοντο πέριξ της Αγίας Τραπέζης, αλλά χωρίς να βλέπουν τον π. Ιωάννην και ούτως, δεν τον ήγγιξαν καθόλου και έφυγαν άπρακτοι. Τοιουτοτρόπως, θαυματουργικώς ο Πανάγαθος Θεός του και Θεός ημών (αλλ' όχι των διωκτών του) τον εγλύτωσεν από το κούρεμα και τον αποσχηματισμόν του. Την ημέραν ταύτην, όμως οι αστυνομικοί συνέλαβον πέντε πνευματικά παιδιά του Γέροντος, οι οποίοι ήσαν με το Παλαιόν Ημερολόγιον και τους οδήγησαν εις τον εισαγγελέαν, ίνα τιμωρηθούν δια το μέγα των αδίκημα, ότι δεν εγκατέλειψαν την παραδοσιακήν των πίστιν. Ο σεβάσμιος π. Ιωάννης, όταν επληροφορήθη το γεγονός αυτό έκαμε θερμήν προσευχήν δια τα τέκνα του ταύτα, ώστε ν' αποφευχθεί η αυτών τιμωρία. 


Πράγματι, οι πέντε αυτοί ''εγκληματίαι'' Χριστιανοί ηθωόθησαν υπό του εισαγγελέως. Αναμφιβόλως, άπασαι οι περιπέτειαι τούτου, από την καταδίωξίν του από τους αλλοθρήσκους εις την Μικράν Ασίαν, οι πειρασμοί εις την μητέρα Ελλάδα από την αλλαγήν του ημερολογίου, αι δοκιμασίαι και οι διωγμοί υπό των σχισματικών ομοδόξων εις την νέαν πατρίδαν του, ουδόλως επέδρασαν επί του αγίου πατρός, ώστε να αποδυναμώσουν την πανίσχυρον αυτού θείαν φιλίαν και αγάπην, την καταφλέγουσαν την καρδίαν του. Ο αγιασμός του βίου του και η προσκόλλησίς του προς την αληθινήν παράδοσιν, τον είχον καταστήσει κατοικητήριον της Αγίας Τριάδος. 


Τοιουτοτρόπως, ο Γέροντας ημών ήτο αδιαλείπτως αγιαζόμενος και εμπράκτως ασκών την αγάπην, την οποίαν είχεν ο ίδιος λάβει υπό του Θεού, καθ' ότι αδιαλείπτως ην προσευχόμενος, διδάσκων την νοεράν προσευχήν και την μετάνοιαν. Είχεν δε αφεθεί ούτος εις τα Πανάγια Χέρια του Θεού, επιρρίπτων εις Αυτόν την μέριμνάν του, κατά το Ψαλμικόν και εβίωνε την χαράν της ελευθερίας ταύτης (της αναμαρτησίας), της απολύτου υποταγής εις το Θείον θέλημα. Κάποιαν περίοδον, ο π. Ιωάννης είχεν αποκτήσει πολλάς σωματικάς ασθενείας και ήρχισε να αδημονεί, να αγανακτεί, ακόμη και να απελπίζηται. Προσηύχετο τότε μετά δακρύων γονυπετής, ίνα θεραπεύσει τούτον ο Κύριος. Τότε ακούει φωνήν αόρατον λέγουσαν: ''Ιωάννη αυτός είναι ο σταυρός σου. Θέλεις να σου τον αφαιρέσω; 


Με αυτόν θα στεφανωθείς''. Τότε απαντά ο Γέροντας: ''Γεννηθήτω το θέλημά σου Κύριε''. Εν μικρόν παιδίον, τεσσάρων ετών, έβλεπε τον π. Ιωάννην όταν ελειτούργει, να υπερίπταται του εδάφους εντός του Ιερού! Εις τας ολονυκτίους ακολουθίας, ουδέποτε εκάθητο ή ποτέ εκοιμήθη, αλλ' απλώς ηκκούμβα μετά από την κόπωσίν του εις μίαν καρέκλαν και συνεχώς προσηύχετο αγρυπνών. Λόγω δε της ακήσεώς του ταύτης, εις μίαν ολονυκτίαν, είδε δόξαν Θεού και την Κυρίαν Θεοτόκον. Εν έτερον σπουδαίον χαρακτηριστικόν του Γέροντος ην η ιεροπρεπής αυτού στάσις και ο απλούς λόγος του, α μετήγγιζον την ανανεωτικήν ''δρόσον Αερμών'', την δρόσον του Ορθοδόξου Παραδοσιακού Μοναχισμού, την δρόσον του πραγματικού Έλληνος ιερέως, την δρόσον του οσιομένου ανθρώπου, την δρόσον του Αγίου Πνεύματος. 


Τα άγνωστα μοναστικά του ''παλαίσματα'' αποκαλύπτονται εις ημάς με την μετέπειτα πνευματικήν του ωριμότητα ως ιερομονάχου (μοναχού - ιερέως), δρων συμφώνως πάντοτε με την Ιεράν Παράδοσιν του Μοναχισμού και της Ορθοδοξίας. Η όλη βιοτή και πολιτεία του π. Ιωάννου παρείχον τα εχέγγυα ενός απλανούς, πνευματικού οδηγού μοναχών και λαικών. Είχε, συνεπώς, ούτος ο τρισόλβιος, ως ηγούμενος και ιερομόναχος απάσας τας μοναστικάς αρετάς, όπως ακτημοσύνην τελείαν, καθ' ότι και ''ο Υιός του ανθρώπου ουκ είχεν που την κεφαλήν κλείναι, τα δε πετεινά του ουρανού φωλέας έχουσι...''. 


Καθ' ως, επίσης, διαφυλάττων και την αγνότητα σώματος και ψυχής, γιγνώσκων τα των Γραφών γεγραμμένα, ''νεκρώσατε τα μέλη υμών του σώματος'', ''πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία μηδέ ονομαζέσθω εν υμίν καθώς πρέπει αγίοις'', ''οι δε Χριστού την σάρκαν εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις''. Είχεν δε ούτος και την των μεγάλων Πατέρων θείαν σιωπήν και τέλος, μίαν απέραντον αγάπην για τον Μοναχισμόν, του οποίου ο ρόλος θα είναι μοναδικός κατά την μετά της Δευτέρας Παρουσίας αιωνίου ζωής. 


Κατά τον έτερον μέγα Άγιον του Κ' (20ου αιώνος), τον Άγιον Νεκτάριον, ''τι αληθώς της μοναστικής πολιτείας τιμιότερον ή τι λαμπρότερον;'' και συνεχίζων ο Άγιος Αρχιερεύς Νεκτάριος αναφέρει, ''εν πάσει ειλικρινεία ομολογώ την εμήν πεποίθησιν, ης ένεκα θεωρώ τον ασκητήν υπέρτερον του Αρχιερέως''. 



Τας μοναζούσας του ο Γέροντας, καθ' ότι αύται εισί 

και τα κατ' εξοχήν πνευματικά του τέκνα, 

τα συνέδεε με τα φιλοκαλικά  κείμενα, τα συναξάρια των Αγίων, 

το Ψαλτήριον, το θείον Ευαγγέλιον, τας αγρυπνίας, 

τα μυστήρια, την αδιάλειπτον προσευχήν 

με το ταπεινόν κομποσχοίνι και με την υποταγήν τούτων 

εις την μοναχικήν πολιτείαν. 

Ο βίος του και η ίδρυσις των γυναικείων Μονών του, 

μας ενθυμίζουν τον Άγιον Νεκτάριον 

και πλείστους άλλους αγίους Γέροντας, οι οποίοι ίδρυσαν γυναικείας Ιεράς Μονάς, 

ώστε να συμμετάσχουν και οι γυναίκες εις το τάγμα των ισαγγέλλων 

κατά την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσίαν, 

καταλαμβάνουσαι και αύται μαζί με τους μοναχούς 

την θέσιν των εκπεσόντων Αγγέλων. 

Ο γυναικείος μοναχισμός ακμάζει σήμερον 

εις πάμπολλα Ιερά Μοναστήρια 

εντός και εκτός Ελλάδος, 

προς δόξαν Θεού και τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. 




Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εκ του συγγράματος του Δρς Ιωάννη Καλλανιώτη, καθηγητή του πανεπιστημίου του Scranton 
με τον τίτλο:
''ΑΓΙΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΦΙΑΛΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (1899 - 1966)
Σελίδες 3 - 8. 
Από την ανάρτηση έχουν αφαιρεθεί οι παραπομπές του συγγραφέως με ευθύνη ημετέρα, 
προκειμένου το κείμενο να καταστεί έτι ευανάγνωστο στους αναγνώστες.




Άγιος Ιωάννης της Αμφιάλης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF