ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΟΙ ΣΟΦΟΙ ΣΙΩΠΟΥΣΑΝ ΟΙ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΙ ΕΞΕΓΕΙΡΟΝΤΟ


 

...Όταν στην Ελλάδα οι καμπάνες καλούν τους πιστούς να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα και οι ψαλτάδες ψέλνουν χαρμόσυνα το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε», τα εκατομμύρια τών Ορθοδόξων αδελφών μας σ' όλόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο καί στο 'Αγιον Όρος βρίσκονται ακόμη στην Σαρρακοστή, και δεν ακούν τις καμπάνες, ούτε ψέλνουν μαζί μας τους χαρούμενους ύμνους των Χριστουγέννων. Τί χειρότερο μπορεί να φαντασθεί κανείς για την Εκκλησία από την διάσπαση αυτήν της λειτουργικής σύμπνοιας, που μας απομακρύνει ψυχικά, όχι μόνον από τους άλλους Ορθοδόξους, αλλά και από τους προ ημών Ορθοδόξους, από την θριαμβεύουσα Εκκλησία των εν Χριστώ κοιμηθέντων, από τους άγιους που εόρταζαν και λειτουργούσαν με το παλαιό Ημερολόγιο, που αρνηθήκαμε εμείς;... 



Η αλλαγή του ημερολογίου ήταν η πρώτη πράξη τού Οικουμενισμού, η πρώτη εμπράγματη εφαρμογή του. Με την εισαγωγή του δυτικού εορτολογίου στην Εκκλησία της Ελλάδος πραγματοποιήθηκε η εορτολογική ένωσή της με τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Τα στάδια της ενώσεως των Ανατολικών με τους Δυτικούς είχαν περιγράψει επίσημα στην περίφημη εγκύκλιο «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», που κυκλοφόρησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σ' όλες τις αιρετικές και Ορθόδοξες Εκκλησίες το 1920, τέσσερα χρόνια πριν από την αλλαγή του ημερολογίου στην Ελλάδα (βλέπε I. Καρμίρη, «Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος β). Στην εγκύκλιο αυτή, η αλλαγή του εορτολογίου περιγράφεται σαν το πρώτο βήμα, η πρώτη φάση της ενώσεως των Εκκλησιών, που πρέπει να προηγηθή όλων των άλλων. Ο λόγος όμως της αρνήσεως των Παλαιοημερολογιτών να συμμορφωθούν ήταν θεολογικότατος και επήγαζε από βαθειά εκκλησιαστική συνείδηση. Πράγματι, η λειτουργική αρμονία της Εκκλησίας του Χριστού διεκυβεύετο χάριν πολιτικών συμφερόντων. Με τήν αλλαγή του Ημερολογίου επήρχετο διάσπασις τής λειτουργικής σύμπνοιας μεταξύ της ελληνικής Εκκλησίας και όλων των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες διατηρούν μέχρι σήμερα το παλαιό Ημερολόγιο. Και δεν επρόκειτο μόνον για μια ακαταστασία στην λειτουργική ζωή της στρατευομένης Εκκλησίας, αλλά διεκόπτετο και η συνέχεια τής λειτουργικής ζωής της στρατευομένης με την θριαμβεύουσα Εκκλησία. Όταν στην Ελλάδα οι καμπάνες καλούν τους πιστούς να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα και οι ψαλτάδες ψέλνουν χαρμόσυνα το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε», τα εκατομμύρια των Ορθοδόξων αδελφών μας σ' ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο και στο "'Αγιον Όρος βρίσκονται ακόμη στην Σαρακοστή, και δεν ακούν τις καμπάνες, ούτε ψέλνουν μαζί μας τους χαρούμενους ύμνους των Χριστουγέννων. Τί χειρότερο μπορεί να φαντασθεί κανείς για την Εκκλησία από την διάσπαση αυτήν της λειτουργικής σύμπνοιας, που μας απομακρύνει ψυχικά, όχι μόνον από τους άλλους Ορθοδόξους, αλλά και από τους προ ημών Ορθοδόξους, από την θριαμβεύουσα Εκκλησία των εν Χριστώ κοιμηθέντων, από τους άγιους που εόρταζαν και λειτουργούσαν με το παλιό Ημερολόγιο, που άρνηθήκαμε εμείς; Τόσοι κόποι των Πατέρων μας, τόσαι Σύνοδοι χρειάσθηκαν για να θεσπισθεί το εορτολόγιο αυτό. Και όλα αυτά για να υπάρξει λειτουργική ευρυθμία μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών. Γιατι αυτή η ευρυθμία και σύμπνοια εκφράζει την εσωτερική λειτουργική ενότητα της Εκκλησίας. Αυτή είναι που κάνει την Εκκλησία και αισθητώς Μία, παρά την πολλαπλότητα των κατά τόπους Εκκλησιών. Την Εκκλησία δεν την ενοποιεί, όπως νομίζει ο Παπισμός, η σκληρή πειθαρχία και η υπακοή σε μια καθορισμένη ιεραρχία, που έχει για κορυφή ένα και μόνο άτομο, που ισχυρίζεται, ότι αντικαθιστά τον Χριστό επί της γης, αλλά η μυστική κοινωνία στο σώμα και στο αίμα του Χριστού. Κάθε εκκλησία, όπου τελείται η Θεία Ευχαριστία και όπου είναι συναγμένοι οι πιστοί «επί το αυτό», αποτελεί την ολοκληρωμένη εικόνα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αυτό που κάνει, ώστε μία ενορία να αποτελεί ένα σώμα με τις άλλες ενορίες και μία επισκοπή να αποτελεί ένα σώμα με τις άλλες επισκοπές, είναι η μυστική κοινωνία όλων στο σώμα και το αίμα τού Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι και Αληθεία. Η ένότης λοιπόν της Εκκλησίας είναι δεσμός μυστικός, που χαλκεύεται κατά την Θεία Ευχαριστία, όταν οι πιστοί μεταλαμβάνουν το σώμα και το αίμα του Χριστού. Οι Χριστιανοί είναι ένα σώμα, τόσο όσοι ζούνε σήμερα επάνω στην γη, όσο και αυτοί που έζησαν πριν από μας στους αιώνες που πέρασαν και όσοι θα ζήσουν στα χρόνια που θα' ρθουν, κι αυτό γιατι έχουμε κοινή ρίζα, το σώμα του Χριστού. «Εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί έσμεν· οι γάρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν». (A' Κορι. ι', 17). Δεν είναι λοιπόν διοικητική, δεν είναι πειθαρχική, ούτε οργανωτική η ενότης της Εκκλησίας, αλλά λειτουργική. Γι' αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία το εορτολόγιο. Η ενότης που πηγάζει από την Θεία Εύχαριστία, την μία Πίστη και το ένα Βάπτισμα, παύει να είναι εξωτερικά έκδηλη, όταν υπάρχει λειτουργική αναρχία. Η μορφή και τα λόγια της Λειτουργίας έχουν καθορισθεί, ώστε όλες οι εκκλησίες να λατρεύουν κατά τον ίδιο τρόπο τον Θεό. Και τα μηναία περιέχουν, το τί θα ψαλεί σε κάθε εορτή. Έτσι καμμιά παραφωνία δεν μπορεί να διαταράξει την λειτουργική αρμονία, γιατι η μουσική και η εικονογραφία, που λέγονται κι αυτές λειτουργικές τέχνες, έχουν το ίδιο καθορισθεί, ώστε να μην μπορεί ο κάθε αγιογράφος ή ο κάθε ψάλτης να εικονογραφεί ή να ψάλλει κατά την φαντασία του, αλλά να είναι αναγκασμένος να προσαρμόσει την προσωπική του τέχνη και τήν ικανότητα στα πρότυπα του πιό αυστηρού πνευματικού ρεαλισμού. Έτσι έχει καθορισθεί και το εορτολόγιο, για να μην μπορεί ο κάθε ιερεύς να εορτάζει, όποτε θέλει τις εορτές που θέλει, αλλά να υπάρχη πλήρης κοινωνία προσευχών ανάμεσα σ' όλους τους πιστούς της γης. 'Ο,τι λοιπόν κάνει ο ζωγράφος, που ζωγραφίζει κατά τα δικά του γούστα τις εικόνες τής Εκκλησίας, περιφρονώντας την παράδοση, όπως καταστρέφει την λειτουργική ευρυθμία ο ψάλτης, ποα αντί να ψάλλει, τραγουδάει μέσα στην εκκλησία θεατρικά, έτσι εχάλασαν την λειτουργική αρμονία της Ορθοδόξου Εκκλησίας οι Έλληνες ιεράρχαι, που αποφάσισαν να ακολουθούν στην Ελλάδα άλλο εορτολόγιο, διαφορετικό από εκείνο που ακολουθούν οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και το 'Αγιον 'Ορος. Έτσι άλλον άγιον εορτάζουν και άλλα τροπάρια ψάλλουν στό 'Αγιον 'Ορος και άλλον άγιον εορτάζουν και άλλα τροπάρια ψάλλουν στην Θεσσαλονίκη· άλλη μέρα εορτάζεται η Μεταμόρφωσις του Κυρίου στην Αθήνα και άλλη στα Ιεροσόλυμα, στην Αντιόχεια ή στην Μόσχα. Το πόσο τραγική είναι αυτή η παραφωνία είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό στην χώρα μας, λόγω των αποστάσεων. Γίνεται όμως πολύ οδυνηρά αντιληπτό απ' αυτόν που ταξιδεύει στην Ευρώπη, και ο οποίος βλέπει μέσα στην ίδια πόλη, σε γειτονικές συνοικίες, τους μεν Ρώσους να εορτάζουν άλλη εορτή, τους δέ Έλληνας άλλη. 'Η, ακούει τις καμπάνες της ελληνικής Εκκλησίας να καλούν τους πιστούς, όταν οι καμπάνες της ρωσικής Εκκλησίας παραμένουν βουβές. Και διερωτάται τότε, αν και οι δύο Εκκλησίες είναι Ορθόδοξες! Δεν έγινε λοιπόν αντιληπτό στην Ελλάδα, το πόσο σοβαρά υποχώρησις υπήρξε προς τα στοιχεία του κόσμου, και τι πλήγμα κατεφέρετο κατά της Εκκλησίας με την κατάργηση του παλιού και την εισαγωγή του νέου εορτολογίου. Αλλά και αν μερικοί το αντελήφθησαν, δεν είχαν την δύναμη να σηκώσουν το ανάστημά τους και να κηρύξουν την αλήθεια. Κανένας σοφός και κανένας δυνατός, κατά κόσμον, δεν βρήκε λέξεις να διαμαρτυρηθεί. Έτσι απεδείχθη για πολλοστή φορά, ότι «ο Θεός τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά» και ότι «εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν των σοφών». Γιατι, ενώ οι σοφοί σιωπούσαν και απεδέχοντο, οι αγράμματοι πιστοί εξεγείροντο. Και αυτοί «ουχ ώσπερ οι μωροί του κόσμου σοφοί μωρά ελάλησαν». Δεν αναλύθηκαν σε αστρονομικές θεωρίες και μαθηματικούς υπολογισμούς, αλλά μίλησαν στο όνομα της παραδόσεως, την οποία αίσθάνονταν σαν πράγμα ιερό, που δεν μπορεί κανείς να το καταπατεί, χάριν της συνεχώς απαρνουμένης τις απόψεις της επιστήμης ή του πολιτικού και οικονομικού συμφέροντος μιας χώρας. Αλλά «τους διδακτούς Θεού οι μαθηταί των σοφών του αιώνος τούτου ανθρώπων ηγούνται μωρούς». Έτσι από την αρχή και μέχρι σήμερα τους Παλαιοημερολογίτας, τους θεωρούν μωρούς, θρησκόληπτους, δεισιδαίμονας κ.τ.λ. και χαίρονται για την δική τους γνώση, που τους κάνει να στέκονται πάνω από αυτές τις «λεπτομέρειες» και να μην δημιουργούν ζητήματα για το «τίποτε». Οι Νεοημερολογίτες ισχυρίζονται, ότι διόρθωσαν το ημερολόγιο για καθαρά αστρονομικούς λόγους. Ήταν, λέγουν, ντροπή να ακολουθούμε ένα λανθασμένο και απηρχαιωμένο ημερολόγιο. Πολύ καλά. Την Εκκλησία βέβαια δεν την ενδιαφέρει η αστρονομική ακρίβεια του ημερολογίου, την ενδιαφέρει μόνον η λειτουργική και εορτολογική ενότητα και τάξη των κατά τόπους Εκκλησιών. Αλλά έστω, ας υποθέσουμε, ότι πράγματι για την επιστημονική ακρίβεια αγωνιούσαν οι άνθρωποι αυτοί. Τότε, γιατί δεν διόρθωσαν πράγματι το ήμερολόγιο με βάση τα έπιστημονικά δεδομένα του 20ου αιώνος, αλλά έφήρμοσαν ένα επίσης λανθασμένο ημερολόγιο χρονολογούμενο από τον 16ο αιώνα, το ήμερολόγιο του Πάπα Γρηγορίου του ΙΓ'; Γιατί δεν εφήρμοσαν το τόσο μελετημένο του Πέτρου Δραγγίτς, που υπεβλήθη στο δήθεν πανορθόδοξο συνέδριο της Κωνσταντινουπόλεως του 1923; Διότι ο πραγματικός σκοπός δεν ήταν η επιστημονική διόρθωση του ημερολογίου, πράγμα εντελώς άχρηστο από εκκλησιαστικής απόψεως. Ο πραγματικός σκοπός ήταν η εορτολογική ένωση των «Εκκλησιών» και αυτή δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, παρά μόνον με την προσχώρηση των Ορθοδόξων στο Γρηγοριανό ημερολόγιο των Παπικών και των Προτεσταντών, για να έχουν όλοι το ίδιο εορτολόγιο και να αρχίσει από κάπου να πραγματοποιείται το πρώτο στάδιο του Οικουμενισμού: η ένωση των ''Χριστιανικών'' λεγομένων Εκκλησιών.



Δεν είναι λοιπόν από παθολογική αγάπη προς δεκατρείς (13) χαμένες ημέρες, που οι Παλαιοημερολογίτες έκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με την καινοτόμο Εκκλησία, αλλά για να μείνουν Ορθόδοξοι. Νεοημερολογιτισμός ίσον Οίκουμενισμός, ίσον άρνηση της Αλήθειας, άρνηση της Εκκλησίας της Μίας και Αγίας, άρνηση της ιεράς Παραδόσεως, άρνηση της συνεχούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία. Οι Νεοημερολογίτες έκήρυξαν λανθασμένη την εορτολογική τάξη των Πατέρων της Εκκλησίας, ανέτρεψαν την εορτολογική σχέση μεταξύ πασχαλίου και ακινήτων έορτών, κατήργησαν νηστείες, μετέτρεψαν ακίνητες εορτές σε κινητές π.χ. του Αγίου Γεωργίου κατέστρεψαν την εορτολογική αρμονία και ενότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος και των άλλων να συνεορτάζουν με τους αιρετικούς της Δύσεως. Προτίμησαν να εορτάζουν, όταν οι άλλοι αδελφοί τους Ορθόδοξοι νηστεύουν, για να πανηγυρίζουν με τους Παπικούς και τους Προτεστάντες.


Εισαγωγή, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Εκ του βιβλίου του μακαριστού Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου: ''Παλαιόν και Νέον''. 
'Αγιον Ορος. Αθήναι 2000. Έκδοσις Β' Βελτιωμένη.
Από την ημερολογιακή καινοτομία του 1924  στην σημερινή συγκριτιστική αίρεση του Οικουμενισμού. 
Σελίδες 92 - 98.


Μακαριστός Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου