ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

ΕΠΙΜΕΛΗΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΣΙΩΠΗΝ ΕΡΓΑΖΕΣΘΕ ΑΟΚΝΩΣ



Φεβρουάριος 1964



- Καλώς την, την κόρη! Τι κάνεις! Μπρος πηγαίνεις ή πίσω; - Πότε μπρος Γέροντα, ποτε γυρίζω πάλι πίσω. - Δεν είναι έτσι. Ή το ένα ή το άλλο. Όταν πηγαίνεις εμπρός, όταν προοδεύεις ολίγον εις τα πνευματικά, να ωφελείσαι, να μένεις σταθερή, μη γυρίσεις πίσω. Και όταν είσαι πίσω, να επιθυμείς να πηγαίνεις εμπρός και να λυπάσαι, όταν μένεις στάσιμη. Προσευχή να κάνεις περισσότερη και όταν μπορείς, αρκεί δηλαδή να εξασφαλίζεις ησυχία. Δεν μπορείς να προσευχηθείς πολύ το πρωί; κάμε το, το μεσημέρι. Δεν μπορείς το μεσημέρι; κάμε το το απόγευμα- ή, πάλιν, αν δεν μπορείς το απόγευμα, κάνε το βράδυ ή την νύχτα. Δηλαδή, να βρεις όλη την μέρα, κάποια ώρα που να έχεις ησυχία, δια να προσευχηθείς περισσότερο. Και κάμε προσευχή μέχρι να βρέξει, δηλαδή, μέχρι να έλθουν δάκρυα. Πολλοί, την νύχτα κάνουν προσευχή και δεν τούς φθάνει, δεν χορταίνουν. Είναι γλυκό πράγμα η προσευχή. 



Το ρολόι που έχεις εις το χέρι σου, να μη έχεις για στολίδι, αλλά για να σε εξυπηρετεί, να βλέπεις την ώρα. Μη κοιτάς και αγαπάς. Πάση θυσία, να προσπαθήσεις να πας εις τα Ιεροσόλυμα. - Αν με βοηθήσει ο Θεός, Γέροντα. - Άκουσε, αν αφήνεις παράθυρο, θα μπει φως. Αν είναι όλα κλειστά, από που θα μπει; κι ας υπάρχει άφθονο έξω. Αν θελήσεις, θα πας εις τα Ιεροσόλυμα. Εγώ εύχομαι να πας. Να είσαι αφοσιωμένη εις την δουλειά σου εις το Γραφείο και μη μιλάς ή προσέχεις τους άνδρες. Κάνε, πως δεν μπορείς να γράφεις και συγχρόνως να ακούς ή μιλάς και σε κείνους, δια να μη σε παρεξηγούν. Στο δρόμο, όταν περπατάς και δεν θέλεις να ομιλείς, άλλα θέλεις να αποφεύγεις, αν θα σου πει ένας «καλημέρα, τι κάνεις;» Να απαντήσεις: Καλά ευχαριστώ. Μη πεις «εσύ τι κάνεις;». Να καταλάβει δηλαδή, ότι δεν θέλεις να μιλήσεις περισσότερο και τότε, αναγκαστικά δεν θα μιλήσει και εκείνος περισσότερο. Μόνον όταν σε ρωτούν να απαντάς, αλλιώς μη μιλάς. Η σιωπή είναι σπουδαίο πράγμα, κερδίζεις πολλά. Προσπάθησε, όμορφα είναι. Απ' την δουλειά σου μπορούν να σε διώξουν όποτε θέλουν χωρίς να φταις; - Όχι, Γέροντα. - Σε παρατηρούν στην δουλειά σου; - Όχι, Γέροντα. - Άκουσε, κόρη. Τούτο δεν οφείλεται εις εσένα. Ένα μικρό παιδί μ ένα ξύλο μικρό στο χέρι, στέκει μπροστά σε μια καμήλα και την φοβερίζει. Η καμήλα δεν το πειράξει. Ενώ φυσικά εκείνη, τόσο μικρό που είναι το παιδί, μπορεί να του δώσει μια και να το πετάξει πολύ μακριά. Τι γίνεται όμως; Άγγελος Κυρίου το παρουσιάζει μεγάλο, γίγαντα στα μάτια της καμήλας και γι αυτό το φοβάται. Ο Κύριος, λοιπόν, σε προστατεύει και δεν σου μιλούν, αλλά σε εκτιμούν. Εμείς τίποτε δεν είμαστε. Η Χάρις μόνον του Κυρίου. Σε βλέπω λυπημένη. Τι έχεις; Θέλεις να κάνεις φτερά απότομα και να πετάξεις; Δεν μπορούμε. Σιγά - σιγά. Δεν έχουμε την δύναμη ακόμη. Η φίλη σου τι κάνει; Γιατί δεν ήλθε μαζί σου; Εμπόδια είχε και δεν ήλθε ή είπατε λόγους; - Εμπόδια Γέροντα. - Ο πατέρας της, ο ιερεύς, τι κάνει; Να την παντρέψουν και να την στέλλουν εις θέατρα κλπ. θέλουν την κόρη τους, καλογραία μόνον δεν την θέλουν. Δεν καταλαβαίνει, ούτε ο παπάς την αξία της μοναχικής ζωής. Όταν ήμουν μικρό παιδί, σάς το ξαναείπα, με πήρε η μητέρα μου χωριστά και μου είπε: «Παιδί μου, ο Θεός σε προορίζει για δικό Του και βλέπω, ότι αγαπάς τον δρόμο Του, την Εκκλησία. Έχε την κλήση Του, παιδί μου, μέσα σου. Μη μπεις εις τον κόσμο. Μη θελήσεις να παντρευτείς. Την είδα την ζωή, παιδί μου. Εγώ παντρεύτηκα και τα βάσανά μου είναι μέχρι θανάτου. Να γίνεις ή ένας καλόγηρος ή ένας παπάς. Μου δίνεις τον λόγο σου;». «Σε τον δίδω, μητέρα», της είπα, «δεν θα παντρευτώ». Σήμερα, ούτε παπάδες δεν ομιλούν έτσι, λίγοι ομιλούν. Ανοιχτά ρούχα, μη φοράς, σκούρα χρώματα. Να σε βλέπει ο άλλος και να μη σκανδαλίζεται, αλλά να του προξενείς σέβας. Να' χεις κατά νουν, οι νέοι θα σε ενοχλήσουν, αλλά εσύ μη δώσεις σημασία. Δεν γνωρίζουν εκείνοι την ζωή που εσένα ευχαριστεί. Απόκτησε σοφία και φρόνηση. Πρόσεχε, είναι όμορφη η πνευματική ζωή. Μετά από λίγη ώρα, ήρθε ένας διάκονος και μετά από λίγο και μία κοπέλα. Μας κράτησε όλους μαζί εις το κελί του. Λέγει εις τον διάκονο: - Πως πηγαίνεις στο Ναό, Διάκο; Τους γονείς σου πήγες, τους είδες; Τους συμβούλευσες να' ναι στον δρόμο του Θεού, να προσεύχονται, να εξομολογούνται, να κοινωνούν κλπ.; Καλό είναι και τους άλλους να συμβουλεύομαι, αλλά και τους οικείους μας. Ο καθένας εκ των έργων του δικαιωθήσεται ή κριθήσεται. Ό,τι έργα θα κάνεις, αυτά θα σε κρίνουν ή βοηθήσουν. Αν κοιμηθώ εγώ, θα λυπηθείς εσύ. Θα πεις την επομένη: Ο καημένος ο Γέρων απ' την Μικρά Ασία, αλλά δεν θα μπορείς να κάμεις τίποτα περισσότερο ή εκείνες, η άλλοι για σένα. Ό,τι θα κάνει ο καθένας μόνος του. - Στην υγεία σου, πως πάς; - Όχι και τόσο καλά, Γέροντα. - Δεν πειράξει, μη φοβάσαι. Ένας μοναχός απ' το Άγιο Όρος, έκαμε πολλή νηστεία και έκλαιγε. Εξομολογήθει λοιπόν σε ένα Γέροντα και του είπε γιατι έκλαιγε: «Γνωρίζω, δεν είμαι καλά. Με εγκατέλειψε ο Κύριος. Πειρασμούς δεν έχω. Θλίψεις δεν έχω, ασθένεια δεν έχω!». Και προσηύχετο να του στείλει ό Κύριος πειρασμό η ασθένεια. Πρέπει να έχουμε κάτι. Όλοι οι Άγιοι μας είχον θλίψεις, πειρασμούς, ασθενείας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος που τον έστειλαν και εξορία... Κατόπιν, στρεφόμενος ο Γέροντας εις την άλλη, την ερωτά: - Τι κάνεις; Μου λέει ένας λογισμός, ότι θυμώνεις. Αντιμιλάς στους γονείς σου. Γιατί; Μη τους φωνάζεις. Μη τους υποδεικνύεις εσύ. Διδασκαλία δίχως θέληση του άλλου έχθρα είναι και γίνεται αμαρτία και σε εκείνον που ακούει και δεν κάνει, και εσύ στενοχωρείσαι, και ταράζεσαι. Μη τους φωνάξεις. Όλοι είμεθα αμαρτωλοί. Δεν βλέπομε την αμαρτωλότητά μας, γιατί δεν πλησιάσαμε πολύ τον Κύριό μας. Έχεις ένα κερί και έχεις μακριά από την φλόγα του το δάκτυλό σου. Αφού είναι μακριά, δεν σε καίει. Όσο πιο κοντά πλησιάζεις, τόσο καταλαβαίνεις τη φωτιά - και όταν θα φθάσεις πολύ κοντά, θα δεις ότι καίει! Να πλησιάσουμε πιο κοντά τον Κύριο μας και θα δούμε την αμαρτωλότητά μας. Να πλησιάσουμε περισσότερο. Απευθύνεται πάλιν εις τον Διάκονο: - Είσαι καλός τώρα, αλλά πρόσεχε. Πρόσεχε, γιατι και οι Άγγελοι πέφτουν. Τετάρτη και Παρασκευή μη βγαίνεις έξω, ούτε να βλέπεις γυναίκες. Κλείσου στο δωμάτιό σου και θα νοιώσεις μέσα σου διαφορά. Διάβαζε, προσεύχου, θα δεις. Γι’ αυτό που μου λες, θα παρακαλέσω και εγώ την Θεία Πρόνοια. Τετάρτη και Παρασκευή να νηστεύετε. Εγώ όλους μέρα - νύχτα σας θυμάμαι. Παρακαλώ για σας. Να σας διαφυλάττει ο Κύριός μας, να σας φωτίζει. Προσπαθήστε. Αγωνίζεσθε. Στον Άγιο Αρσένιο, μια φωνή, του έλεγε: «Φεύγε και σώζου. Φεύγε, Αρσένιε, και σώζου!» Και επειδή ο Βασιλεύς χωρίς τον Άγιο Αρσένιο δεν έκανε, πήγε και κείνος και έγινε βοσκός. Κάθε πότε κοινωνείς; Μία φορά τον μήνα; Να κάνεις την εξής προετοιμασία: Δευτέρα λίγη εγκράτεια. Τρίτη κατάλυσε λάδι και ψάρι. Τετάρτη εγκράτεια. Πέμπτη κατάλυσε λάδι. Παρασκευή εγκράτεια. Κυριακή να κοινωνήσεις. Ένας Μοναχός παρεκάλεσε τον Κύριο, να του δείξει με τι μοιάζει. Στον ύπνο του βλέπει έξω από την πόρτα του έναν γάιδαρο (με συγχωρείτε). Μπα, είπε, λάθος έκανα. Το άλλο βράδυ, είδε πάλι γάιδαρο. Τότε λυπήθηκε και λέει: Γιατί, Κύριε; - Διότι, του λέγει μια φωνή, ο γάιδαρος, όσο περπατάει, βλέπει ένα χόρτο εδώ, σκύβει και το τρώει. Βλέπει ένα άλλο εκεί, σκύβει και το τρώει. Και εσύ λοιπόν, να βάλεις πρόγραμμα, όχι να τρως όποια ώρα να' ναι! Και το πρόγραμμα και η τάξις είναι αρετή. Όλα με πρόγραμμα. Να προσέχετε. Εγώ φοβάμαι. Εμπιστοσύνη στον εαυτό μου δεν έχω. Αν ένας Παύλος που ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού έλεγε, ότι είναι αμαρτωλότερος όλων, πόσον μάλλον ημείς! Και συμπληρώνει ο Γέροντας: Μη σηκώνεστε από την προσευχή, αν δεν σας έλθουν δάκρυα. Και όταν έρχονται, μη το λέτε, γιατί φεύγει η Χάρις. Κατόπιν, απευθύνεται εις εμέ και μου λέγει: Κόρη, σε παρακαλώ, όταν έλθεις, να μου φέρεις ένα ημερολόγιο, στυλό με πέννα και χαρτί για να γράφω. Έτυχε, λοιπόν, να έχω μαζί μου, στυλό, «μπίκ» και αρκετές κόλλες λευκές (αναφοράς) και του τα έδωσα. - Ευχαριστώ πολύ, κόρη, πολύ σ’ ευχαριστώ! - Δεν είναι τίποτα, Γέροντα, φθηνά είναι, του λέγει ο Ιεροδιάκονος. Aπαντά ο Γέροντας: «Άκουσε, όταν διψάς πολύ και ζητάς ένα ποτήρι νερό και σου δίδουν αντί νερό 50.000 δρχ., ποιο θα προτιμήσετε; Ποιο έχει μεγαλύτερη άξια; Το νερό, βέβαια, γιατί διψάς πολύ. Έτσι και εγώ, αυτά είχα ανάγκη, αυτά έχουν αξία δι' έμενα». - Γέροντα, να διαβάζω, να μνημονεύω στην προσκομιδή το όνομα ενός που γνωρίζω ότι είναι πολύ αμαρτωλός και αμετανόητος; ρώτησε ο Διάκονος. - Και βέβαια, του απαντά ο Γέροντας. Αν δεν γιατρευθεί εκεί, που θα καταφύγει να βρει την γιατρειά; Ένας Αγιορείτης δεν εδέχθη το σαρανταλείτουργο ενός διαμαρτυρομένου. Δηλαδή, θέλω να ειπώ, εκτός από αιρετικό. Δι' όλους, θα λέμε. Θάνατος της ψυχής και φθορά της σαρκός είναι η αμαρτία. Μήπως ο Θεός λυπηθεί και φέρει σε μετάνοια. Μπορεί μετά ο πολύ αμαρτωλός να γίνει άγιος και εγώ να' μαι αμαρτωλός! Η Οσία Μαρία τι ήτο; Και ο Ιούδας ίσως θα εσώζετο, αλλά δεν μετανόησε. Να λέγεις: Κύριε, λυπήσου αυτήν την ψυχή. Όλοι πλάσματά Σου είμεθα. Και πάλιν, που γνωρίζεις αν εγώ που φαίνομαι καλός, είμαι πράγματι καλός και αυτοί που κοινωνούν, που γνωρίζεις αν είναι άξιοι και καθαροί; Μόνον, ποτέ μη κοινωνήσεις άνθρωπο, αν δεν ακούσεις το όνομά του. Επίσης, να προσέχεις, να παίρνεις ολίγον Μαργαρίτη, όχι μεγάλο κομμάτι. Δύσκολα σώζονται οι Ιερείς, αν δεν προσέξουν. - Γέροντα, τα άγια μανδήλια, τα οποία έχουν άγιο Αίμα, τα παλαιά, τι να τα κάμω; Καίγονται; ξαναρώτησε ο Διάκονος. Και ο Γέροντας: Όχι, το Σώμα του Κυρίου δεν καίγεται. Στην Θάλασσα μόνον να πετάξουμε. Το ύφασμα που εποτίσθη με το Πανάγιο Αίμα, κανονικά σε ποταμό πρέπει να πεταχθεί, αλλά, αφού δεν έχουμε, στην θάλασσα. Δέσε το σε μια πέτρα και πέταξέ το. Φυσικά Άγγελοι Κυρίου θα το σηκώσουν, αλλά εμείς έτσι πρέπει να πράξουμε. Το πρόσφορο, όταν το φέρνουν εις την εκκλησία, όσο αμαρτωλός και αν είναι ο προσφέρων, να το πάρεις. Διότι, που το ξέρεις, αν αυτό το ίχνος που έχει μέσα του και τον κινεί να φέρει το πρόσφορο, δεν του φέρει κάποτε την μετάνοια και σωτηρία; Μόνον την μερίδα του Κυρίου να βγάλεις, ει δυνατόν, από πρόσφορο, πού θα γνωρίζεις, ότι το ζύμωσε παρθένος. Επίσης και στο ανάμα. Προσοχή. Να σου φτιάξει το πρόσφορο μία παρθένος με τα χέρια της, και να έχεις. Όχι κρασιά απ' αυτά που πουλούν. Και πάλιν σε λέγω, όταν κοινωνείς, να προσέχεις. Τώρα, ελάτε να πάρετε το φασκόμηλο. Καλογραία, σήμερα κόσμος ήλθε, κουράστηκες. Άλλα δια κάθε βήμα σου, μισθό πήρες. Πιείτε το φασκόμηλο, βάλετε μέσα και ολίγον λεμόνι, πάρετε και παξιμάδι. Να το σταυρώσουμε: Τούτο ας γίνει φάρμακο ψυχής, δύναμις, αγιασμός. Και σε λίγο, σε μένα: - Κόρη, από σένα, θέλω όταν έλθετε, να μου φέρεις ένα κερί. Μόνον ένα, ακούς; Θα μου πείτε εσείς, διότι δεν το ζητώ από σας. Εσύ, Διάκο, είσαι μέσα εις την Εκκλησία, δεν έχεις μεγάλο κίνδυνο. Εσύ (είπε εις την άλλην), είσαι από το πρωί μέχρι το βράδυ κοντά εις τους γονείς σου, φόβο, δεν έχεις. Αυτής είναι ακανθώδης ο βίος, πολλούς κινδύνους έχει. Είναι υποχρεωμένη να ευρίσκεται συνεχώς έξω από το σπίτι. Γι' αυτό, θέλω να μου φέρει κερί εκείνη. Να το ανάβω στην Αγία Τράπεζα, να την φυλά ο Θεός. 



Η (δείνα) μοναχή τι κάμει; Ιδιαιτέρως να της πείτε τα δέοντα, και ότι εύχομαι την εις ουρανούς ανύψωση. Λυπάμαι πολύ την νεολαία. Πέφτει στην αμαρτία και δεν έχει ανθρώπους να την στηρίξει. - Γέροντα, κάνει κρύο εδώ το χειμώνα; Θερμάστρα έχετε; -Όχι, δεν έχω, αλλά, ούτε και θέλω. Ποτέ σε σόμπα δεν άπλωσα τα χέρια μου. Όταν κρυώνω, σκεπάζομαι και η Χάρις του Θεού δεν μ' αφήνει. Σε κηρύγματα, μη τρέχετε πολύ. Μελετήσατε εις το σπίτι σας. Επιμεληθείτε ολίγον την σιωπή. Εις την προσευχή, με ταπείνωση να πηγαίνετε, να σας λυπηθεί ο Θεός. Όπως λιώνει το κερί, έτσι να λιώσουν και αι αμαρτίαι σας και να σωθείτε. Την ώρα που φεύγαμε, και όταν ασπαζόμουν το χέρι του, μου λέγει: - Κόρη, σαν το κομπολόι που πέφτουν μια - μια οι χάνδρες, έτσι και η Χάρις του Θεού θα πέφτει μέσα σου, αν προσέχεις και αγωνίζεσαι!...


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Εκ του βιβλίου της Κας Σωτηρίας Νούση ''Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ 1883 - 1966'', Ζ' έκδοσις, Φεβρουάριος 2010.


Όσιος Ιερώνυμος Αιγίνης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...