ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

ΚΑΛΗΝ ΑΝΤΑΜΩΣΙΝ ΑΝΩ ΘΑ ΦΥΓΩ ΣΤΙΣ 3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ



Στις 9 Απριλίου του έτους 1965 έφευγα για πρώτη φορά για τους Αγίους Τόπους. Στις 7 Απριλίου, δηλαδή δυο ημέρες ενωρίτερα, επισκεπτόμουν έναν άλλο ιερό τόπο την Αίγινα, για να γνωρίσω και να πάρω την ευχή ενός αγίου Γέροντα, για τον οποίον πολλά από καιρό είχα ακούσει. Είχα μέσα μου δυο δυνατές χαρές. Αφού πέρασα και προσκύνησα στον τάφο του Αγίου Νεκταρίου, κατόπιν έτρεξα για το Ησυχαστήριο του π. Ιερωνύμου. Kτύπησα την πόρτα, φάνηκε μια Γερόντισσα - Μοναχή. Με αγωνία την ρωτώ: - Μέσα είναι ο Γέροντας; - Ναι, μέσα είναι, μου απαντά. Αμέσως ανέπνευσα και την ξαναρωτώ: Σας παρακαλώ πολύ πείτε του, μπορώ να τον ιδώ; Πήγε, το είπε, έρχεται και μου απαντά: - Ναι κόρη, να περάσεις. Η Νίκη δεν είσαι από την Λάρισα; Έκπληκτη και σαστισμένη, της απαντώ: ''Ναι Γερόντισσα''. Και συνεχίζει: - Σε γνωρίζει ο Γέροντας; - Όχι Γερόντισσα, ούτε τον γνωρίζω, ούτε με γνωρίζει! Έκανε τον σταυρό της. Κόρη, έχει πολύ διορατικό και προορατικό χάρισμα. Εδώ η Αίγινα απορεί με πολλά τέτοια που διηγούνται. Και μου είπε να περάσω στο κελλί του Γέροντος. 



Αμέσως έκανα μετάνοια, ασπάσθηκα το χέρι του και ακούω τις πρώτες λέξεις: - Σε περίμενα Νίκη, να έλθεις. Και αφού μου έριξε μια εξεταστική ματιά, μου είπε να καθίσω. Αμέσως, χωρίς να μιλήσω καθόλου, συνεχίζει με ένα ύφος σαν να με έβλεπε κάθε μέρα: Νίκη, σε βλέπω πολύ χαρούμενη. Βλέπω την ψυχή σου σαν να θέλει να πετάξει. Μεθαύριο πηγαίνεις στους Αγίους Τόπους να προσκυνήσεις τον Πανάγιο Τάφο του Χριστού μας, τον Γολγοθά, το Σπήλαιο! Σκέφθηκα, ας του πω όχι, όπως είχα πει και σ' έναν άλλο πνευματικό, έτσι για να δοκιμάσω το χάρισμά του, αν είναι δηλαδή αλήθεια τα όσα άκουγα. Πράγματι, του απαντώ: - Όχι Γέροντα, δεν πηγαίνω. - Νίκη, μου λέγει με κάποια λύπη, με πειράζεις. Πως σου αρέσει να δοκιμάζεις τους πνευματικούς; Το γνωρίζω, πως το είπες έτσι, για να με δοκιμάσεις. - Συγχωρήσατέ με Γέροντα, δεν σας είπα την αλήθεια, αλλά το έκαμα απλώς για να δω αν θα το καταλάβετε. Συγχωρήσατέ με. - Καλά, άφησέ τα αυτά και άκου να σε πω για τους Αγίους Τόπους. Μου διηγήθηκε αρκετά, έκλαιγε καθώς τα ανέφερε, έκλαιγα κι εγώ από χαρά και συγκίνηση. Επίσης μου είπε μερικά για την ζωή του, τα οποία διάβασα και στο βιβλίο, και συνεχίζει: - Μήπως θέλεις να εξομολογηθείς; Καλόν είναι, πριν πας εις τα Ιεροσόλυμα. Φυσικά πολύ χάρηκα και τον παρακάλεσα γι' αυτό. Σηκώθηκε, έβαλε το πετραχήλι του και περίμενε. Ενθυμούμαι, είπα ό,τι είχα μέσα μου, ό,τι θεωρούσα αμαρτία, πτώση, αδυναμία. Επίσης είχα και ένα πρόβλημα, το οποίον με απασχολούσε σοβαρά. Είχα πάρει από μικρή την απόφαση ν' αφιερωθώ εις τον Θεόν, δηλαδή να γίνω Μοναχή. Ήθελα όμως να είμαι απολύτως σίγουρη, ότι αυτό είναι και το θέλημα του Θεού, όχι μόνο το δικό μου, για να' μαι χαρούμενη και αναπαυμένη. Πριν του μιλήσω γι' αυτό, μου λέγει με ένα κάπως σοβαρό και που δεν χωρούσε αμφιβολία, ύφος. - Κόρη διαλογίζεσαι, τι σε έχει προορίσει ο Θεός; Σου απαντώ: Σπίτι δεν έχεις ν' ανοίξεις. Θ' ακολουθήσεις την ζωή που τράβηξα εγώ. Αυτό θα σε αναπαύσει. Μόνον να γνωρίζεις: Στον δρόμο σου θα τραβήξεις πολλές θλίψεις και πειρασμούς. Εσύ μη φοβάσαι. Ο Θεός θα' ναι μαζί σου! - Γέροντα, τον ρωτώ λυπημένα, όταν η ψυχή θα τραβήξει τον δρόμο αυτό, πρέπει να περάσει πολλούς πειρασμούς και θλίψεις; - Κόρη, αδοκίμαστος στη Βασιλεία του Θεού δεν μπαίνει κανείς. Ο Θεός επιτρέπει την δοκιμασία δια το καλό μας. Επιτρέπει όμως όσο αντέχει η ψυχή. Σε άλλους δίδει βαρύ φορτίον, σε άλλους ελαφρύ. Άλλα Νίκη, έχεις να με πεις; - Όχι Γέροντα, όλα σας τα είπα, δεν έκρυψα τίποτε. - Ναι Κόρη, όλα τα είπες, πλην ένα δεν το εφανέρωσες. Όχι, ότι το έκρυψες, αλλά δεν το γνωρίζεις, ότι είναι αμαρτία. Βλέπω τώρα τον διάβολον δίπλα σου, να έχει το χαρτί που γράφει το αμάρτημά σου στο χέρι και το δείχνει με καμάρι. Στο μάτι του Θεού είναι αμαρτία αυτό που λησμόνησες. - Γέροντα, αλήθεια σας είπα, δεν έκρυψα, δεν θυμάμαι άλλο τίποτα. Παρακαλώ πολύ την αγιότητά σας, πείτε το να σβηστεί και αυτό, να μη δείχνει τίποτα ο διάβολος. - Αχ Κόρη, την βλέπω γραμμένη την αμαρτία, αλλά εσύ πρέπει να την ομολογήσεις. Μη φοβάσαι όμως. Θα κάμω ευχή να την δεις και εσύ, σαν ταινία κινηματογράφου και μετά να την ομολογήσεις. Παρακάλεσε και εσύ. Μεσολάβησαν λίγες στιγμές σιωπής. Ο Γέροντας είχε ρίξει το βλέμμα του σε μια κατεύθυνση και σίγουρα προσευχόταν. Παρακαλούσα και εγώ νοερώς. Έλεγα, Θεέ μου, φανέρωσέ μου, ώστε να ομολογήσω τι είναι. Πράγματι, χωρίς να το καταλάβω μετά από λίγα λεπτά της ώρας, για μια στιγμή βλέπω σαν μια ταινία κινηματογράφου, μια σκηνή, μια εικόνα, με τον ίδιο τον εαυτό μου, δηλαδή ένα ολόκληρο σκηνικό, που φανέρωνε καθαρά, τι ήταν εκείνο που ήτο μεν αμαρτία, αλλά που εγώ δεν θεωρούσα σπουδαίο ή κακό. Και σχεδόν αμέσως, όπως ο καπνός αραίωσε, διελύθη και εχάθη η εικόνα από εμπρός μου. Του λέγω αμέσως, απλά και σαν να ήταν φυσικό αυτό που έγινε: Ναι Γέροντα, αυτό και αυτό είναι, αλλά δεν σκέφθηκα ότι είναι αμαρτία. - Ναι Κόρη, αυτό είναι. Βλέπω τον διάβολο ακόμη, αλλά δεν έχει καμάρι, δεν έχει τίποτα γραμμένο. Πολλές ψυχές και αυτό και άλλα παρόμοια, δεν γνωρίζουν ότι είναι αμαρτία, αλλά είναι. Φεύγει ο φύλαξ άγγελος, λυπάται ο Θεός. Είναι λεπτό πράγμα και θέλει μεγάλη προσοχή η πνευματική μας ζωή. Για κάποιο θέμα, μου είχε βάλει ''κανόνα'' ο πνευματικός μου, να μη κοινωνήσω δυο χρόνια και για να τιμωρήσω πιο πολύ τον εαυτό μου, δεν είχα κοινωνήσει δυόμιση χρόνια. Το κατάλαβε και αυτό και μου λέγει, με λίγο χαμόγελο: - Κόρη, ελυπήθης που σου έβαλε δυο χρόνια κανόνα ο πνευματικός σου; Γέλασα λίγο και εγώ και του απαντώ: Ναι Γέροντα, είχα λύπη, ιδίως όταν έβλεπα τους άλλους να κοινωνούν, αλλά δεν πειράζει, μου άξιζε πιο πολύ, πέρασαν διόμιση χρόνια και ακόμη δεν κοινώνησα. Είχα έλεγχο και λύπη. - Ο έλεγχος αυτός κόρη, ήταν καλός. Αλλά τώρα το Πάσχα να κοινωνήσεις. Και προσπάθησε να κονωνήσεις τελευταία. Θέλω, όταν επιστρέψεις από τους Αγίους Τόπους, να έλθεις να με δεις. Θέλω να μου πεις, τι θα δεις, αλλά και τι θα τραβήξεις. Μου έδωσε την ευχή του. Μου ευχήθηκε καλό ταξίδι και έφυγα. 'Οταν επέστρεψα από τα Ιεροσόλυμα, ξαναπήγα στην Αίγινα. Χάρηκε, όταν με είδε. Με ρώτησε αμέσως να του πω τις εντυπώσεις μου και έκλαιγε σαν τα άκουγε. Ζωρίς να το θέλω, έκλαιγα κι εγώ. Του είπα όμως και τις πολλές δυσκολίες και πειρασμούς που είχα. - Μη φοβάσαι κόρη. Ο διάβολος φθονεί το καλόν και τα δημιουργεί αυτά, αλλά δεν έχει δύναμιν. Σου ομολογώ, ότι θα ξαναπάς και του χρόνου και ξανά και πάλι (όπως και πράγματι), δόξα τω Θεώ πήγα άλλες δυο φορές. Μεταξύ των άλλων ανέφερα και για την Αίγυπτο, που πήγαμε, το Κάιρο κ.λ.π. Τότε μου λέγει: - Μια και ανέφερες το Κάιρο, έχω κάτι να σε φανερώσω δια τον Άγιον Νεκτάριον, που ήτο εκεί, Επίσκοπος Πενταπόλεως. Αυτά που θα σε πω τώρα, θέλω να τα ενθυμήσαι, διότι θα σε χρειασθούν αργότερα, που εγώ δεν θα είμαι στην ζωή. Μια μοναχή που έχει χρήματα πολλά, θα πλανηθεί και θα γράψει βιβλία κατά του Αγίου Νεκταρίου. Σου ομολογώ κόρη, ο Νεκτάριος είναι Άγιος. Θα κλονισθεί πολύς κόσμος απ' αυτά. Εσύ πρόσεξε τότε, όταν η μοναχή αυτή θα γράψει αυτά τα βιβλία, να ενθυμηθείς τους λόγους μου. Θα σε αρχίσω τι έγινε στην Αίγυπτο. Ήμουν πολύ μικρός στην ηλικία, που ο άγιος ήτο Δεσπότης, δηλαδή Επίσκοπος Πενταπόλεως. Ήτο έμπειρος πνευματικός με πολύν ζήλον, με άγιον βίον και αρετήν. Έτρεχαν πολλοί εις τον άγιον, ιδίως γυναίκες και πολλοί πονεμένοι. Οι άλλοι κληρικοί και μοναχοί βλέποντας ότι ο άγιος είχε πολλούς οπαδούς, δηλαδή πνευματικά τέκνα, τόσο φθόνησαν τον άγιον, ώστε πήγαν εις τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας Σωφρώνιον και είπαν ότι ο Νεκτάριος είναι πόρνος, αιρετικός και πολλά άλλα. Ο Πατριάρχης μη γνωρίζοντας την ζηλοφθονία, τα πίστεψε και χωρίς να καλέσει τον άγιον να τον ερωτήσει, δηλαδή να τον ανακρίνει, τον έπαυσε από Επίσκοπο Πενταπόλεως και από τα καθήκοντα των Γραφείων του Πατριαρχείου. Του έστειλε και απολυτήριο γράμμα και τον υποχρέωσε να φύγει από την Αλεξάνδρεια και να πάει, όπου θέλει. Ο Άγιος, δια να μη πολυλογώ, τα ξεύρεις αυτά, έφυγε και ήλθε εις την Ελλάδα. Κι εδώ όμως είχε στείλει γράμματα στις Εκκλησίες, το Πατριαρχείο, με τις κατηγορίες κατά του Αγίου. Ακόμη και στο Υπουργείο Παιδείας είχαν στείλει έγγραφο από την Αίγυπτο, που έλεγε, ότι έφυγε από κει για ηθικούς λόγους και άλλα. Ο Άγιος εσυγχώρησε, αλλά πόνεσε και εταλαιπωρήθη πολύ. Όμως, να δεις κόρη, τι έγινε στην Αίγυπτο. Μόλις ανεχώρησε ο Άγιος, με τη μεγάλη δοκιμασία και λύπη και ήλθε στην Ελλάδα, όλοι οι φθονούντες κληρικοί που τον κατηγόρησαν, δαιμονίσθηκαν και έπεσαν χάμου και ομολογούσαν την συκοφαντίαν των και όλες τις άδικες κατηγορίες κατά του Αγίου. Βλέποντας ο Πατριάρχης το θαύμα, γνώρισε ότι γελάσθηκε από τους κληρικούς και έστειλε γράμμα να γυρίσει ο Νεκτάριος Κεφαλάς εις την θέσιν του. Ο ευλογημένος όμως, έπρεπε να γράψει και το θαύμα που έγινε. Και όπου έστειλε γράμματα με τις κατηγορίες, έπρεπε να στείλει άλλα που να ανακαλεί, να επανορθώσει και να αναφέρει και το θαύμα. Έτσι λοιπόν και στην Εκκλησίαν της Ελλάδος έγραψε να γυρίσει πίσω ο άγιος, αλλά δεν έλαβε πίσω αυτά που έγραψε, δηλαδή τις κατηγορίες. Ο Άγιος δεν γύρισε, τα ξεύρεις αυτά. Λοιπόν κόρη, αυτές τις τότε κατηγορίες, τις συκοφαντίες θα λάβει σαν βάση η μοναχή και θα γράψει βιβλία κατά του Αγίου, αφού πρώτα πλανηθεί. Να τα ενθυμήσαι αυτά και να μη σε κλονίσει τίποτα για την Αγιότητα του Αγίου Νεκταρίου. Μετά ήλθε ο άγιος εις την Αίγιναν, εις το Μοναστήρι και εκοιμήθη εδώ. Ο Θεός τον εδόξασε. Ήλθα και εγώ εις την Αίγινα ν' αφήσω και εγώ τα λείψανά μου κοντά εις τον άγιον, που έζησε εις τα χρόνια μας''. Πήγα κι άλλες φορές στον Γέροντα. Μου αποκάλυπτε και προέλεγε τα πάντα με υπερβολικές ακρίβειες. Επίσης τα πάντα έγιναν, όπως μου είπε. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1966, μετά την επιστροφή μου πάλι από τους Αγίους Τόπους, πήγα στην Αίγινα με μια γνωστή μου κοπέλα, για να δει και να πάρει και κείνη την ευχή του. Δεν τον βρήκαμε όμως εκεί. Μας είπαν ότι είχε αρρωστήσει και ότι ήτο στο Νοσοκομείο ''Αλεξάνδρα'', στην Αθήνα. Απ' ευθείας πήγαμε εκεί. Είχαν απαγορεύσει αυστηρά να τον επισκέπτονται. Κτύπησα σιγά - σιγά την πόρτα, άνοιξε λίγο, με βλέπει η Γερόντισσα. Το είπε στον Γέροντα και έρχεται και μου λέγει: - Είπε ο Γέροντας να περάσει μόνον η Νίκη, όχι η άλλη. Έχεις κι άλλη μαζί σου; Και πάλι τα' χασα. Γνωρίζει ακόμη και για το άλλο πρόσωπο; Πως το είδε, ποιος το είπε; Φυσικά κανείς... Δικαιολογήθηκα στην κοπέλα, μπήκα μόνη μου. Μόλις με είδε χαμογέλασε. Ασπάσθηκα το άγιο χέρι του. Αμέσως, χωρίς να το θέλω, μόλις τον είδα τόσο άρρωστο, έκλαψα. Ένιωθα πως τον έβλεπα για τελευταία φορά. Μου λέγει: - Νίκη, καλώς ήλθες. 



Δια τελευταίαν φοράν βλεπόμαστε εις την γη. Καλήν αντάμωσιν άνω. Με κάλεσε ο Κύριος στις 3 του άλλου μηνός. Θα φύγω στις 3 Οκτωβρίου. Θέλω να έλθεις εις την κοίμησίν μου. Καλά έκανες και ήλθες, ήθελα να σε δω. Του απαντώ, Γέροντα συγχώρεσέ με που θα παρακούσω, αλλά δεν θα μπορέσω να έλθω. Πρέπει να πάω στην Λάρισα, έλιπα καιρό και θα φωνάζει η μητέρα μου. - Καλά κόρη, μη λυπάσαι, δεν πειράζει. Να αγαπάς τον Θεόν και πάντα δι' όλα να έχεις υπομονήν. Ήθελα να' σαι στις 3 Οκτωβρίου στην Αίγιναν, αλλά δεν πειράζει. Ο Θεός να' ναι μαζί σου. Έφυγα με πολλά δάκρυα στα μάτια και στην καρδιά μου πόνο. Ένας λαμπρός ήλιος, πως σιγά - σιγά έδυε; Ένας άγιος ανάμεσά μας θα φύγει; Πράγματι, είναι δυνατόν να μη τον ξαναδώ; Παρ' όλο το, ότι μου το είπε σχεδόν φανερά και πάλι δεν κατάλαβα αυτό που μου είπε ή δεν το πίστεψα μάλλον, ότι θα έφευγε στις 3 του μηνός. Απορώ τώρα και κατηγορώ τον εαυτό μου για την φοβερά απερισκεψία μου. Ένιωσα πολύ άσχημα και έμεινα για όλη την ημέρα άναυδη και σιωπηλή, όταν μετά από λίγες ημέρες, έμαθα ότι εκοιμήθη ο Γέροντας και ότι στις 3 Οκτωβρίου, την ημέρα που ο ίδιος με είχε καλέσει, πλήθη ανθρώπων και όλη η Αίγινα πένθησαν και έκλαψαν τη μεγάλη και θλιβερή στέρηση του Αγίου των ημερών μας!



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Εκ του βιβλίου της Κας Σωτηρίας Νούση ''Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ 1883 - 1966'', Ζ' έκδοσις, Φεβρουάριος 2010, σελ. 428 - 433.


 Νίκη Τούντα


(Πολ. Φιλιππουπόλεως - Λάρισα)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου