ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΠΡΩΘΙΕΡΑΡΧΗΣ ΚΥΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ



Εἰς τάς 13 Νοεμβρίου 1870, μνήμην τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἰς τήν Μάδυτον δύο ἐνάρετοι γονεῖς ὁ Γεώργιος καί ἡ Μελπομένη Καβουρίδου ἔφερον εἰς τόν κόσμον ἕνα χαριτωμένο ἀγοράκι. Ἀπό εὐλάβειαν εἰς τόν Μεγάλον Ἅγιον καί Στυλοβάτην τῆς Ὀρθοδοξίας ἔδωσαν εἰς τόν τρίτοκον υἱόν τους, τό ὄνομα Χρυσόστομος. Πραγματικῶς ἀξιοθαύμαστος σύμπτωσις! Ὁ νεαρός Χρυσόστομος ἐπεράτωσε τάς γυμνασιακὰς του σπουδὰς εἰς Μάδυτον. Τόν διέκρινε εὐλάβεια, ἐπιμέλεια καί πάντοτε διά τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἔδιδε τήν ἐντύπωσιν μᾶλλον σκεπτικοῦ γέροντος παρά χαρίεντος παιδίου.




Ἡ ἐπιθυμία τῶν γονέων τοῦ ἦτο νά γίνῃ ἔμπορος. Ἀλλά εἰς τήν ψυχήν τοῦ νεαροῦ Χρυσοστόμου δέν ὑπῆρχε οὔτε ἴχνος συμπαθείας πρός τόν κερδῶον Ἑρμῆν. Παρά τό νεαρόν της ἡλικίας ἀντελήφθη τήν τεραστίαν ἀξίαν τοῦ χριστιανισμοῦ καί ἤρχισε νά τόν διαφλέγη ἡ ἀσίγαστος ἐπιθυμία νά ὑπηρετήση τό Ἱερόν Θυσιαστήριον. - Κληρικός θά γίνω πατέρα. Οὐδείς συλλογισμός καί οὐδεμία προτροπή τῶν οἰκείων του ἠδυνήθησαν νά τόν μεταπείσουν. 



Μίαν ἡμέραν μάλιστα ὑπό τό κράτος τοῦ φλογεροῦ του ἐνθουσιασμοῦ ἐρρίφθη εἰς τήν θάλασσαν. Κατόπιν τῆς ἁγίας αὐτῆς ἐπιμονῆς ὑπεχώρησαν οἱ γονεῖς του. Ὁ ἔφηβος τότε Χρυσόστομος, διά νά μή ἐπιβαρύνη τήν οἰκογένειάν του μέ τά ἔξοδα τῶν θεολογικῶν του σπουδῶν, ἀπηυθύνθη εἰς τόν ἐκ μητρός θεῖον τοῦ Χαράλαμπον Στεφανίδην, πλούσιον βαμβακέμπορον τῆς Αἰγύπτου. Αὐτόν παρεκάλεσε νά τόν βοηθήση εἰς τάς σπουδάς του. Ὁ Χρυσόστομος εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἦτο μεταξύ των πρώτων Ἱεροσπουδαστῶν τῆς περισέμνου Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης. Προικισμένος μέ ἰσχυράν ἀντίληψιν, ἀλλά καί ἀμετάκλητον θέλησιν νά σπουδάση, ἀφιερώθη ὁλοψύχως εἰς τήν μελέτην τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστήμης ἀριστεύων πάντοτε. Αἱ νεανικαί διασκεδάσεις ἦσαν ἄγνωστοι διά τόν νεανίαν. Ὑπέταξε τά πάντα εἰς τήν δύναμιν τοῦ χαρακτῆρος καί ἀπό τῆς ἠφαιστιώδους καί ἀκαταστάτου αὐτῆς ἡλικίας ἀπελάμβανε ἤδη τάς ριγηλὰς ἠδονὰς τοῦ πνεύματος. Ἡ ἀριστοκρατία ὅμως αὐτή τοῦ πνεύματος, ἀντί νά καλλιεργήση μίαν ἔπαρσιν καί ἕναν ἑωσφορικόν ἐγωϊσμόν, ἀπ' ἐναντίας τόν ἐκόσμησε μέ μίαν ἀσκητικήν ἁπλότητα καί ταπείνωσιν. Οὕτω φοιτητής ὤν, δέν ἐδυσκολεύθη νά ὑπηρετῆ ὡς οἰκόσιτος ὑπηρέτης εἰς τήν οἰκίαν του τότε Διευθυντοῦ τῆς Σχολῆς Κωνσταντίνου Παρίτση, προκειμένου νά ἐξοικονομῆ τά ἔξοδά του. Διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀπέκτησε τήν εὐχέρειαν νά στέλλη καί χρήματα εἰς τούς οἰκείους του, ἀντί νά γίνεται ἐνοχλητικός ἀπαιτῶν ἀπό αὐτούς, ὡς συνήθως κάνουν οἱ φοιτηταί, ἐξανεμίζοντες τάς πενιχρὰς οἰκιακὰς οἰκονομίας. Σπουδαστής ὤν χειροτονεῖται διάκονος καί τόν Ἰούλιο τοῦ 1901 ἔλαβε τό πτυχίον τοῦ ἐπί τῆς Β΄ Πατριαρχείας Ἰωακείμ Γ΄. Ἡ ἐπί πτυχίω διατριβή τοῦ ἔφερε τόν τίτλο «Ἡ Ὀρθοδοξία Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως», διορίζεται δέ ἱεροκήρυξ Πανόρμου. Εἰς Πανόρμον οἱ θόλοι τῶν Ἐκκλησιῶν ἀντήχησαν ἀπό τάς ὑπερόχους ὁμιλίας του καί ἠγαπήθη ἀπό τόν κόσμον. Ἦταν δεινότατος ὁμιλιτής καί πολλές ὁμιλίες τοῦ ἐφιλοξένησέ το τότε ἐπίσημον Πατριαρχικόν δημοσιογραφικόν ὄργανον «Ἐκκλησιαστική ἀλήθεια» (ἴδε ἔτος 1906 σέλ. 585). Ἐπανελθῶν εἰς Κωνσταντινούπολιν, διετέλεσε τριτεύων Διάκονος τῶν Πατριαρχείων. Τήν 31ην Ἰουλίου 1908 ἡμέρα Πέμπτη ἡ Πατριαρχική Ἱερά Σύνοδος διά ψήφων κανονικῶν τόν ἀνέδειξε Μητροπολίτην Ἰμβρου. Οὕτω τό Σαββατον 5 Αὐγούστου 1908 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ὑπό τοῦ Συνοδικοῦ Μητροπολίτου Σερβίων καί Κοζάνης Κωνσταντίνου. Τήν δέ ἑπομένη 6ην Αὐγούστου ἡμέρα Κυριακή ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ἰμβρου ὑπό τῶν Συνοδικῶν Μητροπολιτῶν Σερβίων καί Κοζάνης, Κυζίκου, Νικοπόλεως καί Λεροῦ. Μετά τέσσαρα ἔτη θεοφιλοῦς ποιμαντορίας μετετέθη τήν 28η Ἰουλίου 1912 στήν Ἱερά Μητρόπολη Πελαγονίας (Μοναστηρίου). Τότε ἡ πόλις λόγω τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων ἔγινε στόχος σφοδρῶν βομβαρδισμῶν. Καθ' ἑκάστην οἱ νεκροί ἤσαν πολλοί καί ὁ φόβος ἐκ τῶν βομβαρδισμῶν τοσοῦτος, ὥστε οἱ ἱερεῖς νά μήν ἔχουν τό θάρρος νά τούς θάπτουν. Ὁ Ἐπίσκοπος ὁ ἴδιος παρέμενε πλησίον των νεκρῶν, δίδων θάρρος εἰς τούς ἱερεῖς. Εἶχε δέ ἐξαιρετικόν συνεργάτην τόν μετέπειτα Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόραν. Ἡ προσήλωσίς του πρός τό καθῆκον ἦτο τοιαύτη, ὥστε νά μή κατέρχεται εἰς τό καταφύγιο κατά τούς ἐπικινδύνους βοβμαρδισμούς. Μίαν ἡμέραν Γάλλοι ἀξιωματικοί, παρουσιασθέντες ἐνώπιόν του τόν ἠρώτησαν. - Πῶς θεωρεῖτε τούς βάλλοντας ἐναντίον τῆς πόλεως καί φονεύοντας τόσους ἐκ τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ; Ὁ Ἐπίσκοπος, χωρίς νά χάση τό θάρρος του καί θεωρῶν τούς Ἀγγλογάλλους αἰτίους, διότι αὐτοί εἶχον γεμίσει τό Μοναστήρι μέ παντός εἴδους πολεμικά εἴδη, ὥστε νά εἶναι ἐπίζηλος στρατιωτικός στόχος, ἀπήντησε∙ - Θά σᾶς ἀπαντήσω, ἀφοῦ προηγουμένως σᾶς ἐρωτήσω πῶς λέγονται οἱ μεταβάλλοντες τήν πόλιν εἰς μέγα ὁπλοστάσιον; Μίαν ἡμέραν κατήρχετο εἰς Θεσσαλονίκην δι' ὑποθέσεις τῆς Μητροπόλεώς του. Εἰς τό βαγόνι συνεταξίδευε μέ ἀξιωματικούς των δύο τότε ἐθνοκτόνων φατριῶν. Ἠκουσε λοιπόν μερικούς ἐξ αὐτῶν νά ὑβρίζουν τόν Βασιλέα εἰς ἐπήκοον Σέρβων καί Βουλγάρων Ἀξιωματικῶν. Ὁ μέχρι τότε σιωπηλός ἱεράρχης, λαβῶν τόν λόγον ἐκάκισε σφοδρότατα τήν ἀσέβειαν τῶν ἀξιωματικῶν πρός τόν Ἄρχοντα τοῦ Ἔθνους καί συνέστησε ὁμόνοιαν καί ἀγάπην τῶν φατριῶν χάριν τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς πατρίδος. Μετά δύο λεπτά, ἀφοῦ εἰσῆλθε εἰς τήν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης, δύο Σενεγαλέζοι (στρατιῶται τῶν γαλλικῶν ἀποικιῶν) συνέλαβαν τόν Ἐπίσκοπον καί ὑπό τό πρόσχημα μιᾶς ἀνακρίσεως τόν ὠδηγησαν εἰς τάς φυλακάς καί τοῦ πῆραν τά χρήματα. Συνεφυλάκισαν τότε καί τόν Ἀρχιδιάκονόν του Ἀθηναγόραν. Ἐν συνεχεία δέ τόν ἐξώρισαν εἰς Ἅγιον Ὅρος εἰς τήν Σκήτην Μυλοποτάμου τῆς περιοχῆς Μ. Λαύρας παραμείνας εἰς αὐτήν ἐπί μία πενταετία μελετῶν καί προσευχόμενος ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ἐμπεριστάτου ἔθνους. Μετά τήν ἐπάνοδόν του ἐκ τῆς ἐξορίας, ἔσπευσε καί τόν συνήντησε ὁ τότε Βασιλεύς τῆς Σερβίας, ὅστις τόν παρεκάλεσε νά παραμείνη Ἐπίσκοπός του καταληφθέντος ὑπό τῶν Σέρβων Μοναστηρίου ὁμιλῶν ὅμως καί λειτουργῶν σερβιστί καί ἑλληνιστί. Ὁ μέγας ὅμως ἐκεῖνος ἀνήρ ἀπήντησε μέ ἀξιοπρέπειαν. - Εἶμαι Ἕλλην Ἐπίσκοπος καί καλοῦμαι νά ποιμάνω ἑλληνικά ποίμνια. Ὁ Σέρβος Μονάρχης τοῦ ἐπέδωσε σημαντικόν ποσόν, μετά τήν ἄρνησίν του αὐτήν, ὡς ἀποζημίωσιν. Τά χρήματα αὐτά δέν τά ἐδέχθη καί τῇ ἐπιμονῇ τοῦ βασιλέως τῆς Σερβίας, τά ἐκράτησε τό Πατριαρχεῖον διά τάς ἀναγκας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χαλκης. Κατά τήν περίοδον τῆς Μικρασιατικῆς ἐκστρατείας ἐφέροντο ὡς ὑποψήφιοί του Πατριαρχικοῦ Θρόνου ὁ Χρύσανθος Τραπεζοῦντος καί ὁ πολύς Μελέτιος Μεταξάκης. Ἐξ Ὀρθοδόξου λοιπόν διαισθήσεως ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος καί γνωρίζων τάς ἀσταθεῖς καί νεωτεριστικᾶς ἰδέας τοῦ Μεταξάκη ἐκινήθη κατά τῆς ἐκλογῆς του. Πρός τοῦτο ἀνεχώρησε ἐσπευσμένως εἰς τό Ἐσκί - Σεχήρ πρός συνάντησιν τοῦ Στρατηλάτου Κωνσταντίνου. Ὁ ἀείμνηστος καί δαφνοστεφής Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ἠσθάνετο ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν καί εἰλικρινῆ σεβασμόν πρός τόν Μητροπολίτην Χρυσόστομον. Συχνάκις συνέτρωγον καί ἐλευθέρως προσήρχετο εἰς τά ἀνάκτορα. Εἰς τό Ἐσκί - Σεχήρ λοιπόν τόν ἐδέχθη προσηνέστατα εἰς τήν σκηνήν του ὁ Στρατηλάτης καί ἐθεώρησε τήν ἐπίσκεψίν του ὡς οὐρανίαν ἀναψυχήν κατά τάς δυσκόλους στιγμὰς, πού διήρχετο τό Ἔθνος. Ἀφού συνεζήτησαν τόν παρέπεμψεν εἰς τόν τότε πρωθυπουργόν τῆς Ἑλλάδος Δ. Γούναρην. Ὁ πρωθυπουργός ὅμως, παρ' ὄλας τάς προτροπὰς ἠδράνησε οὐχί ἐκ δόλου, ἀλλ' ἐξ ἑνός πνεύματος σχολαστικοῦ. Οὕτως ἐξελέγη πρός μεγίστην ζημίαν τῆς Ἐκκλησίας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Μεταξάκης, διά νά ἀρχίση τό καταστρεπτικόν κατά τῆς Ὀρθοδοξίας ἔργον. Ἑπόμενον ἦτο μετά τήν ἐκλογήν τοῦ Μεταξάκη νά τεθῆ ὑπό διωγμόν ὁ ἁγνός ἰδεολόγος Χρυσόστομος. Οὔτε τήν κλίμακα τοῦ Πατριαρχείου δέν τοῦ ἐπετράπη νά ἀνέλθη. Πρός τούς λυπηθέντας φίλους καί ἀκραιφνεῖς ἐργάτας τῆς Ὀρθοδοξίας συνέστησε ψυχραιμίαν. Διορατικώτατος δέ ὤν, παρ' ὅλον τόν φλέγοντα πατριωτισμόν του, χάριν οὐ πολλὰς κακώσεις ὑπέστη, δέν ἐνέκρινε τόν ἀκράτητον ἐνθουσιασμόν τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐξ ἀφορμῆς τῆς προσωρινῆς κατοχῆς τῆς Βασιλίδος. Ἦτο βέβαιος ὅτι ἡ αἰσχρά καί ἀνθελληνική διπλωματία τῆς Δύσεως, δέν θά ἐπέτρεπε τοιαύτην ἐθνικήν εὐτυχίαν εἰς τήν μικρὰν καί ἔνδοξον Ἑλλάδα. Δι' αὐτό καί συνεβούλευε μετριοπάθειαν καί συντηρητικότητα εἰς τάς ἐκδηλώσεις. Γεμάτος πικρίαν διά τάς ἐθνικὰς καί ἐκκλησιαστικὰς ἀνωμαλίας κατέρχεται ἀπό τήν Κωνσταντινούπολιν εἰς τάς Ἀθήνας, ἔνθα κατά πατρικόν καθῆκον τακτοποιεῖ Πρωτοσύγγελον Μητροπόλεως Ἀθηνῶν τόν πιστόν του Διάκονον καί μετέπειτα Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόραν. Ὁ Μεταξάκης διέταξε τήν σύλληψιν τοῦ ἀγωνιστοῦ Ἐπισκόπου· πλήν οὗτος προλαβῶν ἀνεχώρησεν εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Ἐκεῖ ἠγαπήθη ὑφ' ὅλων των κληρικῶν καί τῶν λαϊκῶν καί ἐγένετο τό σέμνωμα τῶν Πατριαρχείων. Ἡ αἴγλη, μεθ' ἧς περιεβλήθη ὑπῆρξε ἀφάνταστος καί ὠδηγησε τούς θαυμαστᾶς του, μετά τήν χηρείαν τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου Ἀλεξανδρείας νά «συνωμοτήσουν» κατά τῆς ταπεινοφροσύνης του, ἐνεργοῦντες διά τήν ἀνάρρησίν του εἰς τόν περικλεῆ θρόνον τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Κυρίλλου καί ἄλλων ἐνδόξων της Ἐκκλησίας Πατέρων. Τοῦτο ἀντιληφθεῖς ὁ ὀξυνούστατος ἱεράρχης λάθρα ἀνεχώρησε ἀποφεύγων τάς τιμὰς καί τήν κατά κόσμον δόξαν. Μετά τοῦτο ἀνεδείχθη Πατριάρχης ὁ κ. Χριστόφορος. Εἰς Ἀθήνας ἀρχίζει πλουσίαν Ἐκκλησιαστικήν δράσιν. Μεταβαίνει εἰς Ἐπισκοπήν Φιλιατῶν ὡς Τοποτηρητής καί ἐν συνεχεία τό ἔτος 1924 ἐξελέγη Μητροπολίτης Φλωρίνης. Ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ἐργάζεται μέ ζῆλον καί ἀφοσίωσιν διά τήν ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως καί τῆς φιλοπατρίας παρά τῷ ποιμνίω τῆς Θεοπνεύστου Ἐπαρχίας του. Τό 1923 ἡ Ἰταλική Κυβέρνησις ἐξ ἀφορμῆς τοῦ φόνου ὑπό τῶν ληστῶν τοῦ Στρατηγοῦ Τελλίνι, προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς διαχαράξεως τῶν Ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων, καταλαμβάνει στρατιωτικῶς τήν Κερκυραν. Ἐπειδή δέ ἡ τότε Ἑλληνική Κυβέρνησις, ἐθνοπρεπέστατα ἐνεργοῦσα, ἀπέρριψε τήν νόταν τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ὁ στρατός Κατοχῆς Κερκύρας προέβη εἰς παντοίας καταδυναστεύσεις τοῦ Κερκυραϊκοῦ λαοῦ καί διαπόμπευσιν τῶν Ἑλληνικῶν ἐθνικῶν συμβόλων. Εἰς τήν δύσκολον αὐτήν στιγμήν εὑρέθη ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος εἰς Κερκυραν φιλοξενούμενος τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηναγόρου. Παραβλέπων δέ τούς τύπους καί ἀποβλέπων εἰς τήν οὐσίαν ὡς γνήσιος Ἕλλην, συμμετέχει εἰς τήν ἐθνικήν αὐτήν δοκιμασίαν, ἀλλά καί ἀγωνίζεται σθεναρῶς. Οὕτως ἀδιαφορῶν διά τήν παρουσίαν τῶν Ἰταλικῶν στρατευμάτων ὁμιλεῖ μέ σθένος καί ἐθνικήν ἀξιοπρέπειαν ἀπό τοῦ Δημαρχείου τῆς Κερκύρας καί εἰς τήν πλατείαν ἐκείνην τοῦ χειμαζομένου Κερκυραϊκοῦ λαοῦ. Τό 1928 ἐξελέγη συνοδικός καί εὑρέθη εἰς τάς Ἀθήνας. Ἀσθενήσας βαρέως εἰσῆλθε πρός νοσηλείαν εἰς τόν «Εὐαγγελισμόν». Μετά τήν ἀποθεραπείαν τοῦ τό ἔτος 1930 παρητήθη τῆς Ι. Μητροπόλεως Φλωρίνης διά λόγους ὑγείας χωρίς νά παύση τήν Ἐκκλησιαστικήν του δράσιν. Ὠμίλει τακτικώτατα εἰς διαφόρους αἰθούσας καί δή εἰς τήν αἴθουσαν «Τριῶν Ἱεραρχῶν». Κατά προτροπήν τῶν φίλων του ἀπεφάσισε νά ἀποκτήση μικρόν οἰκίσκον, τόν ὁποῖον ἠγόρασε διά προσφορᾶς δανείων ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηναγόρα καί τοῦ τότε Ἀρχιμανδρίτου Χριστοφόρου Χατζῆ. Διά τῆς συντάξεώς του ἐξώφλησε ἐντός δύο ἐτῶν τό χρέος. Παραμένων πλέον μέσα εἰς τήν πρωτεύουσαν παρηκολούθει μέ ἰδιαιτέραν συγκίνησιν τόν ἀγώνα καί τάς ταλαιπωρίας τοῦ ἀγωνιζομένου διά τάς παραδόσεις ποιμνίου. Εἰς τάς Ἀθήνας ἐγνωρίσθη μέ ἐκπροσώπους παλαιοημερολογιτῶν. Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἐξετίμησε τό φρόνημά των καί συνεκινήθη ἀπό τούς ἀγώνας των. Πολλάκις ἐθεάθη νά παρακολουθῆ ἰδιωτικῶς τάς καθόδους τῶν Παλαιοημερολογιτῶν εἰς Φαληρον, ὅπως κατά τήν 6ην Ἰανουαρίου 1935, ἐπί τῇ τελετή τῆς καταδύσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἡ πρώτη ἐπίσημος ἐπαφή μεταξύ της «Κοινότητος Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος» -διαχειριζομένης τότε τόν ἱερόν ἀγώνα- καί ἐκείνου ἐγένετο τόν Δεκέμβριον τοῦ 1934 εἰς τήν ἐπί τῆς ὁδοῦ Κρίσσης οἰκίαν του. Εἰς τήν ἐπαφήν αὐτήν συνετέλεσε καί ὁ ἐξ Ἁγίου Ὅρους εὐλαβέστατος μοναχός Ἀντώνιος Μουστάκας, γνωρίζων τόν Σεβασμιώτατον ἐκ τῆς ἐν Ἁγίω Ὀρει παρά τόν Μυλοπόταμον διαμονῆς του. Συνεδέθη ἐπίσης μετά τοῦ Σεβασμιωτάτου καί ὁ ἐκλεκτός ἀδελφός Ἠλίας Ἀγγελόπουλος, εἰς ὅν ὁ ἀείμνηστος παρέδιδε τά δημοσιευόμενα εἰς τόν «Κήρυκα τῶν Ὀρθοδόξων» ἄρθρα του. Ἡ ἀρχική ἀπόφασις ἦτο νά ἐξέλθη εἰς τόν ἀγώνα τήν Κυριακήν της Ὀρθοδοξίας τό 1935. Πλήν ἐματαιώθη λόγω τοῦ ἐπισυμβάντος τότε στασιαστικοῦ κινήματος. Καθ' ὅλον αὐτό τό διάστημα ἐπεκοινώνει μετά τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Δημητριάδος Γερμανοῦ, διά νά κατέλθωσιν ἀπό κοινοῦ εἰς τόν ἀγώνα. Ἡ λαμπρά διά τήν Ὀρθοδοξίαν ἡμέρα ἦτο πλέον πραγματικότης. 



Τήν 13ην Μαΐου Κυριακήν της Σαμαρείτιδος τρεῖς Ἀρχιερείς∙ ὁ Πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ Δημητριάδος Γερμανός καί ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος, ἐξήρχοντο διά νά ἠγηθῶσι τοῦ ἱεροῦ κινήματος εἰς τόν ἱερόν Ναόν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παρά τόν Κολωνόν Ἀθηνῶν. Ὅσοι εὑρέθησαν τήν ἡμέραν ἐκείνην, ἀσφαλῶς θά δύνανται νά ὁμολογήσουν ὅτι δέν ἀνέτειλε εὐτυχεστέρα ἡμέρα διά τούς Ἕλληνας τούς ἀγωνιζομένους ὑπέρ τῆς πατρώας εὐσεβείας. Τελεσιγραφική ἦτο ἡ ἀναγγελία τῆς ἀποφάσεώς του εἰς τούς οἰκείους του. - Θά βγῶ εἰς τόν ἀγώνα τῶν παλαιοημερολογιτῶν!!! Ὅταν οἱ οἰκεῖοι του ἠθέλησαν νά τόν ἐμποδίσουν, ἐπικαλούμενοι τούς κινδύνους εἰς τούς ὁποίους θά ἐξετίθεντο ἠθικῶς καί ὑλικῶς καί αὐτοί, ἐξ αἰτίας του, ὁ ἀείμνηστος ποιμενάρχης ἀπήντησε μέ ἀμετάκλητον σταθερότητα. - Ὁ ἀγαπῶν Μητέρα ἡ Πατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστί μου ἄξιος - εἶπεν ὁ Χριστός. (Συνεχίζεται...). Α' Μέρος


Εκ της Ιστοσελίδας της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών εδώ. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Χρυσόστομος Καβουρίδης ο νέος Ομολογητής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου