ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΣΚΟΥΡΛΗΣ 1890 - 1962



Ο π. ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ


'' Όταν δε παραδώσουσιν υμάς (εις συναγωγάς), μη μεριμνήσετε πώς ή τί λαλήσετε. δοθήσεται γαρ υμίν εν εκείνη τη ώρα τί λαλήσετε, ου γαρ υμείς εστέ οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν''. (Ματθ. ι' 19-20).


Στο επίσημο όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος ''Εκκλησία'' (αριθ. φύλ. 1-2) τον Ιανουάριο του 1930 δημοσιεύεται το παρακάτω ''κλητήριο θέσπισμα''. 


Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Προς τον Ιερομόναχον Παρθένιον Σκουρλήν (αγνώστου διαμονής). 
Καλείσαι ίνα εμφανισθείς ενώπιον της Ιεράς Συνόδου, και εν τοις Γραφείοις Αυτής, τη 15η Φεβρουαρίου 1930, ημέρα Σαββάτω και ώρα 9. 00 π. μ., ίνα δικασθείς ως κατηγορούμενος επί καταφρονήσει Εκκλησιαστικής Αρχής. Προσεπιδηλούμεν δε σοι, ότι αν μη εμφανισθείς τη ως άνω ημέρα και ώρα θέλεις δικασθείς ερήμην. 

Εν Αθήναις τη 2 Ιανουαρίου 1930
Ο Αθηνών Χρυσόστομος Πρόεδρος

Ο Α' Γραμματεύς
Αρχιμ. Γερμανός  Α. Ρουμπάνης

Αμέσως το Διοικητικό Συμβούλιο της Κοινότητος των Γ.Ο.Χ συνέρχεται για να συζητήσει, αν ο π. Παρθένιος θα πρέπει ή όχι να παρουσιασθεί στο Συνοδικό Δικαστήριο για να δικασθεί. Ακούστηκαν διάφορες γνώμες, αλλά τελικά η απάντηση έμενε να δοθεί από τον ίδιο τον π. Παρθένιο. Σε ερώτηση για τυχόν φόβο του να παρουσιασθεί, ο Γέροντας απάντησε θαρρετά και αποφασισμένα. -Τί πάει να πει φόβος, αδελφοί; Μέχρι σήμερα, με τη βοήθεια του Θεού, όταν βρισκόμουν μπροστά στο καθήκον μου, ποτέ δεν αισθάνθηκα το φόβο που λέτε. Την παραμονή της δίκης, ξημέρωνε της Υπαπαντής του Κυρίου, (15-2-1930) ο π. Παρθένιος με πλήθος πιστών ετέλεσε αγρυπνία στον Ναό των Αγίων Τριών Παρθένων στο Ρουφ. Το πρωί συνοδευόμενος από μέλη του Δ. Συμβουλίου της Κοινότητος ήλθε στη Μητρόπολη, της οποίας η πλατεία ήταν γεμάτη από τους πιστούς που έτρεξαν να συμπαρασταθούν στον Ιερέα τους. Κάθε Αρχιερέας - Δικαστής που διέσχιζε τους συγκεντρωμένους για να φτάσει στη Μητρόπολη, αισθανόταν από κοντά τη λαχτάρα του ευσεβούς ποιμνίου να θυσιασθεί για τον ποιμένα του. Στις δέκα το πρωί ο π. Παρθένιος, συνοδευόμενος από τους δυο συνηγόρους του Αρχιμανδρίτες Γεωργιάδη και Σκάρπα, παρουσιάσθηκε μπροστά σε δώδεκα Αρχιερείς Δικαστές, τον κυβερνητικό επίτροπο και τους ρασοφόρους Γραμματείς τους. Ύψωσε τα μάτια του στην εικόνα του Χριστού, που βρισκόταν πάνω από την θέση του Προέδρου και σταυροκοπήθηκε. Κατέλαβαν όλοι θέσεις και η διαδικασία άρχισε σε οξύ τόνο, όπως την περιγράφει στην συνέχεια ο ίδιος ο π. Παρθένιος, σε έκθεσή του προς την Ιερά Σύνοδο των Γ.Ο.Χ το 1937. Ένας από τους συνέδρους Αρχιερείς απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο π. Παρθένιο διέταξε: 

-Βάλε μετάνοια στον άγιο Πρόεδρο. 

-Εδώ δεν ήλθα να βάλω μετάνοια, αλλά να δικασθώ. 

-Μα, αυτό απαιτεί η τάξη. 

-Η τάξη αυτή, το απαιτεί μόνο για σας και τους κληρικούς σας. Ο Αρχιερεύς αγριεύει και απειλητικά του φωνάζει: 

-Βάλε μετάνοια!... Τότε και οι άλλοι Αρχιερείς αναστατώνονται και τον συμβουλεύουν να υπακούσει... Ο Γέροντας τους κοιτάζει ατάραχος, αλλά και... περίλυπος. Στερεότυπα δε τους απαντά: 

-Μετάνοια δεν βάζω... Στην αναστάτωση αυτή οι δυο συνήγοροί του Αρχιμανδρίτες τον πλησιάζουν, για να του εκφράσουν την απορία τους. 

-Αφού δεν βάζεις, Γέροντα, μετάνοια ν' αρχίσει η δίκη, γιατι μας κάλεσες να σε υπεραπιστούμε; 

-Σας κάλεσα για να αποδείξετε αυτό που πριν λίγο με διαβεβαιώνατε έξω, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει δικαίωμα να δικάζει Αγιορείτες. Και εγώ είμαι Αγιορείτης. 

-Μα έτσι που φέρεσαι, Γέροντα, είναι σαν να μας αρνείσαι την υπεράσπισή σου; 

-Και βέβαια σας την αρνούμαι, όταν σεις με συμβουλεύετε να κάνω κάτι άπρεπο και αντίθετο στην συνείδησή μου. Οι δικαστές Αρχιερείς μετά τον διάλογο αυτό απομακρύνουν τους συνηγόρους και αφήνουν μόνο του τον π. Παρθένιο, τον οποίο ο Πρόεδρος του Συνοδικού Δικαστηρίου ρωτά: 

-Γιατί δεν βάζεις μετάνοια; Δεν αναγνωρίζεις εσύ εκκλησιαστική Αρχή; 

-Και βέβαια όχι, την εκκλησιαστική αρχή που δεν αναγνωρίζει την Ορθόδοξο Εκκλησία και τις ιερές Παραδόσεις της. Σαν μοναχός, όταν έβλεπα Ορθοδόξους Αρχιερείς έβαζα όχι μόνο μετάνοια, αλλά και τα χέρια και τα πόδια τους φιλούσα. 

-Εμείς δεν είμαστε Αρχιερείς; τον ρωτούν. 

-Για μένα όχι. 

-Και γιατί; 

-Γιατι ακολουθείτε το Φράγκικο ημερολόγιο και γίνατε Φράγκοι και οι ίδιοι. Θόρυβος ξέσπασε με την κοφτή απάντηση του π. Παρθένιου. Άλλοι οργίστηκαν, άλλοι γέλασαν περιφρονητικά, ενώ ο Πρόεδρος φώναξε: 

-Θέλεις, δεν θέλεις, μετάνοια θα βάλεις! 

-Όχι ποτέ! Δεν μου το επιτρέπει η καλογερική μου συνείδηση, απαντούσε με πόνο και παρρησία ο π. Παρθένιος. Κάποιος από τους Συνέδρους που έβλεπε ότι τίποτα δεν έβγαινε με τις πιέσεις και τις απειλές είπε: 

-Ας τον αφήσουμε επιτέλους, αφού η συνείδησή του δεν του το επιτρέπει. Ησύχασαν τότε και ο Πρόεδρος άρχισε να ρωτά τον π. Παρθένιο συγκεκριμένα πράγματα, δηλαδή πότε ήλθε από το Άγιο Όρος και, πώς εκτελεί χρέη εφημερίου χωρίς την άδεια οικείου επισκόπου. 

-Από δεκαεννιά ετών βρίσκομαι στο Άγιο Όρος, τους απαντά, και είμαι τριάντα επτά ετών. Ποτέ στο διάστημα αυτό δεν βγήκα έξω στον κόσμο και ούτε καν από την σκέψη μου πέρασε. Μας αναγκάσατε όμως σεις με την απόφασή σας να δεχθείτε το παπικό ημερολόγιο και βγήκαμε να παρασταθούμε στους Γνησίους Ορθοδόξους, που αγωνίζονται εναντίον στις καινοτομίες σας. 

-Καλά, μα εσύ ιερουργείς και βαπτίζεις και στεφανώνεις! 

-Όλα αυτά για να εξυπηρετήσω τους πιστούς στα χριστιανικά τους καθήκοντα. 

-Και άδεια για τους γάμους από πού παίρνεις; 

-Από το ιερό Πηδάλιο. Το ρωτώ, και αν δεν υπάρχει κώλλυμμα τελώ το μυστήριο υπ' ευθύνη μου. 

-Πολύ ωραία!... έγινες και Μητροπολίτης, τον ειρωνεύτηκαν. 

-Όχι, δεν κάνω τον Μητροπολίτη, είμαι μόνο ιερέας! 

-Και επιτρέπεται ο ιερέας να είναι χωρίς κεφαλή; 

Ξεχνάς, ότι Εκκλησία υπάρχει, όπου υπάρχει Επίσκοπος; 

-Το γνωρίζω και μάλιστα καλά. Αλλ' αυτό εφαρμόζεται όταν η Εκκλησία μας βρίσκεται σε ειρηνική κατάσταση. Σε καιρό διωγμών, όπως σήμερα, Εκκλησία υπάρχει, όπου υπάρχει Ορθόδοξος Χριστιανός. Εγώ, ένα περισσότερο, είμαι και ιερέας... 

-Δεν μας αναγνωρίζεις, λοιπόν, για κεφαλή της Εκκλησίας; 

-Νομίζω, σας απάντησα καθαρά, πότε θα σας αναγνώριζα... 

-Και όταν μνημονεύεις ''υπέρ του Αρχιεπισκόπου...'' ποιό όνομα μνημονεύεις; 

-Να σας απαντήσω. Στο Άγιο Όρος είναι γνωστό ότι υπάρχει η τάξη να μνημονεύεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης και σε περίπτωση θανάτου του μνημονεύουμε απλώς ''υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών'' δηλαδή χωρίς όνομα. Αυτό κάνω κι εγώ. 

-Μα σήμερα ο Πατριάρχης ζει και ονομάζεται Βασίλειος. 

-Για μας έχει πεθάνει από τη στιγμή που δέχθηκε ν' ακολουθήσει τον Πάπα! Πάλι αναταραχή επικράτησε στους Συνέδρους, που του επέστησαν την προσοχή: ''πρόσεχε καλά τι λέγεις''. Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Τρίκκης και Σταγών Πολύκαρπος. 

-Από ποιό Μοναστήρι είσαι, πάτερ; 

-Από τη Σκήτη του Αγίου Παύλου, απ' τη Νέα Σκήτη. 

-Και Γέροντα, ποιόν έχεις; 

-Τον παπα - Νεόφυτο. 

-Ω, να πάρει η ευχή, του παπα - Νεόφυτου καλογέρι είσαι; Ο παπα - Νεόφυτος είναι δικός μου άνθρωπος... 

-Το ξέρω, όπως ξέρω ότι είσαι και  εσύ Αγιοπαυλίτης και μάλιστα ανεψιός του αποθανόντος ηγούμενου της Μονής Σωφρόνιου. 

-Καλά και πήρες ευλογία από το Γέροντά σου, που ήρθες εδώ; 

-Τί να την κάνω την ευλογία, αφού κι αυτός μνημονεύει τον καινοτόμο Πατριάρχη, απαντά ο π. Παρθένιος. 

-Άστα αυτά παπά μου, αγρίεψε ο άγιος Τρίκκης, και γρήγορα να γυρίσεις στη μετανοιά σου, γιατι τα ράσα και τα γένεια σου κινδυνεύουν. 

-Τα ράσα γρήγορα θα τα αντικαταστήσουν οι πιστοί, όσο για τα γένεια κι αυτά πολύ γρήγορα θα γίνουν και μάλιστα πολύ καλύτερα! απάντησε ο Γέροντας. Στο σημείο αυτό εκνευρισμένος επεμβαίνει ο Πρόεδρος. 

-Άφησέ τον, άγιε αδελφέ, αυτός στο Άγιο Όρος μόνο αντιλογία έμαθε. 

-Και βέβαια, έμαθα ν' αντιλογώ στους καινοτόμους. 

-Έλα τώρα, πάτερ, του λέγει ένας Συνοδικός, βάλε μετάνοια κι όλα θα τακτοποιηθούν. 

-Σας επαναλαμβάνω και πάλι. Μόνο όταν επαναφέρετε το Πάτριο εορτολόγιο και ειρηνεύσει η Εκκλησία μας θα το κάμω, και μάλιστα με χαρά και βαθύτατο σεβασμό. Και ο Πρόεδρος με οργή μπροστά στην επιμονή του π. Παρθενίου τερματίζει την συζήτηση. 

-Τράβα να φύγεις απ' εδώ! 

-Χαίρετε! τους εύχεται ευφρόσυνα ο Γέροντας και βγαίνει έξω. 

Τον άφησαν ελεύθερο για ν' αποφύγουν ταραχές των συγκεντρωμένων πιστών. Κατόπιν έβγαλαν την απόφαση: Καθαίρεση και αποσχησματισμό στον π. Παρθένιο. Μετά την απόφαση του Συνοδικού Δικαστηρίου, η Κοινότης των Γ.Ο.Χ υπέβαλε έφεση στο Αναθεωρητικό Δικαστήριο της Ιεράς Συνόδου. Η αναθεώρηση της δίκης ορίσθη για τις 28 Απριλίου του επόμενου έτους 1931. Παραμονές της ορισθείσης ημερομηνίας, ο Πρόεδρος του Δ. Σ. της Κοινότητος, στρατηγός Δ. Δημητρακόπουλος κι άλλα μέλη συναντήθηκαν με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών.  Θα ήταν Πρόεδρος του Δικαστηρίου και ήθελαν να του τονίσουν ότι ο π. Παρθένιος δεν ανήκε στην Εκκλησία της Ελλάδος και ως εκ τούτου δεν είχαν το δικαίωμα να τον δικάσουν. Του επέδωσαν μάλιστα και σχετικό υπόμνημα. Πλήθος Παλαιοημερολογιτών κατέκλυσαν την πλατεία Μητροπόλεως κατά την ημέρα της αναθεωρητικής διαδικασίας. Συγκεντρώθηκαν για να συμπαρασταθούν ηθικά στον αθώο και ζηλωτή π. Παρθένιο. Η απόφαση που εξεδόθη αργά το μεσημέρι, ανέβαλε επ' αόριστον την δίκη. Από τα ποικίλα σχόλια του Τύπου, χαρακτηριστικό είναι το εξής από την εφημερίδα ''Κήρυξ των Ορθοδόξων'' (αριθ. φύλ. 3. 4/5/31).


ΕΔΙΚΑΖΕΤΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ


Θα είπει τις. -Τόσος λοιπόν συναγερμός δια την δίκην ενός ιερέως; Αλλά την Δευτέραν δεν εδικάζετο ενώπιον του δικαστηρίου των Αρχιερέων ο Ιερεύς μας Παρθένιος. Εδικάζετο αυτός ο αγών μας. Εδικάζετο αυτή η Ορθοδοξία. Ευτυχώς ότι η δύναμις αυτής, η άφθαστος και ακατάλυτος επεβλήθη επί των δικαστών και ούτοι ηναγκάσθησαν ν' αναβάλλουν επ' αόριστον την δίκην.


ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΣΤΟ ΛΟΥΤΟΥΦΙ ΘΗΒΩΝ


Το 1931 ο π. Παρθένιος έλαβε την εντολή να εξυπηρετήσει τα χωριά των Θηβών, Λουτουφί και Μπάλτσα. Στο Λουτουφί υπήρχε ο ιδιόκτητος Ναός του Τιμίου Προδρόμου, στα δε Μπάλτσα υπήρχε ο αυτοσχέδιος ξύλινος Ναός της Ευαγγελίστριας. Όλοι στο Λουτουφί παρέμειναν πιστοί στο Πάτριο Εορτολόγιο, εκτός από τον Ιερέα τους που ακολούθησε το νέο, με συνέπεια οι πιστοί να σταματήσουν να τον καλούν στα μυστήριά τους. Ήλθε, λοιπόν, ο π. Παρθένιος να τους εξυπηρετήσει και βρήκε αντιμέτωπο τον νεοημερολογίτη Ιερέα, που έκανε χίλιες δυο προσπάθειες να τον απομακρύνει. Ήλπιζε ότι οι Λουτουφιώτες έτσι θα αναγκάζονταν να τον καλέσουν. Εκείνοι όμως αντιδρούσαν ζωηρά σε κάθε δίωξη του Γέροντα, με αποτέλεσμα να τον έχουν κοντά τους ελεύθερο. Η αστυνομία φυσικά πάντα είχε τον νου της για την κατάλληλη στιγμή... Κάποια ημέρα πέθανε η γυναίκα του Προέδρου στο χωριό. Ο παπάς σίγουρος, ότι αυτή την φορά είχε στο χέρι τους πιστούς, εκμυστηρεύτηκε σε κάποιον: -Τί θα κάνουν τώρα, θέλοντας και μη, θα με καλέσουν στη κηδεία. -Μην το πιστέψεις παπά μου. Δεν θα διστάσουν να την θάψουν ακόμα και χωρίς παπά. -Ναι, αλλά στο Νεκροταφείο θα βρουν τον Αστυνόμο να τους περιμένει... -Και τί μ' αυτό παπά μου; Τούτοι οι άνθρωποι είναι ικανοί και μ' ολόκληρο τάγμα να τα βάλουν. 



Σαν είδε ο παπάς ότι το μεσημέρι πέρασε και ειδοποίηση για την κηδεία δεν είχε πάρει ακόμη, έστειλε τον γαμπρό του στο Καπαρέλι για να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ο ίδιος καβάλησε το άλογο για να ενημερώσει και την Υποδιοίκηση της Χωροφυλακής στην Θήβα. -Κύριε Διοικητά, οι Παλαιοημερολογίτες στο Λουτουφί κρύβουν έναν καθηρημένο Αγιορείτη παπά και σήμερα ετοιμάζονται να κάνουν κηδεία. Πρέπει να λάβετε τα μέτρα σας... -Και ο ίδιος να' ρθω δεν θα κάνουμε τίποτα παπά μου. Τους ξέρω καλά τους Λουτουφιώτες, θα με φέρουν στα άκρα και δεν θέλω να αφήσω ορφανά τα παιδιά μου... Γι' αυτό άντε στο καλό κι αν θες να βρεις το δίκιο σου κατάγγειλέ το στον Εισαγγελέα. Εν τω μεταξύ ο γαμπρός του παπά επέστρεψε από το Καπαρέλι με τον Αστυνόμο και δυο χωροφύλακες  ακριβώς την στιγμή που η κηδεία κατευθυνόταν από τον Ναό στο Νεκροταφείο. Ο Αστυνόμος και οι χωροφύλακες χαιρέτισαν στρατιωτικά την κηδεία και παραμέρισαν. (Συνεχίζεται...). Γ' Μέρος.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα και επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Απόσπασμα εκ του ιστορικού, ορθοδόξου περιοδικού ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ'' του αειμνήστου Επισκόπου Πενταπόλεως κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Τόμος Γ', σελίδες 24 - 33. Πειραιεύς 1978.


 ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου