ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Η ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ 1ης ΙΟΥΝΙΟΥ 1944



Εἰς τὴν τοιαύτην ἡμῶν ἀντίληψιν ἔχομεν σύμφωνον καὶ τὸ ῾Ιερὸν Πηδάλιον τῆς Καθόλου ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ὅπερ εἰς τὴν [ὑποσημείωσιν τοῦ Γʹ ᾿Αποστολικοῦ Κανόνος] ποιεῖται σαφῆ διάκρισιν μεταξὺ τοῦ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ σχισματικοῦ καὶ ἀποκαλεῖ ἀνοήτους τοὺς ταυτίζοντας τοὺς δύο τούτους ὅρους, τὴν δὲ γλῶσσαν αὐτῶν ἱεροκατήγορον, μὴ νοούντων τούτων, ὅτι ἡ προσταγὴ τῶν Κανόνων, χωρὶς τὴν ἔμπρακτον ἐνέργειαν τῆς Συνόδου εἶναι ἀτέλεστος, ἀμέσως καὶ πρὸ κρίσεως μὴ ἐνεργοῦσα καθ᾿ ἑαυτήν. 



Καὶ πρὸς περισσοτέραν πίστωσιν τῶν λεγομένων ἀναγράφομεν αὐτολεξεὶ τὴν σχετικὴν σημείωσιν τοῦ ῾Ιεροῦ Πηδαλίου, ὅπως ἀποστομώσωμεν τοὺς ἐναντία φρονοῦντας καὶ λέγοντας: «Πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι τὰ ἐπιτίμια ὁποῦ διορίζουν οἱ Κανόνες, ἤγουν τὸ ῾῾καθαιρείσθω᾿᾿, τὸ ῾῾ἀφοριζέσθω᾿᾿, καὶ τὸ ῾῾ἀνάθεμα ἔστω᾿᾿, αὐτά, κατὰ τὴν γραμματικὴν τέχνην, εἶναι γʹ. προσώπου προστακτικοῦ, μὴ παρόντος. Εἰς τὸ ὁποῖον διὰ νὰ μεταδοθῇ ἡ προσταγὴ αὕτη, ἐξ ἀνάγκης χρειάζεται νὰ εἶναι βʹ. πρόσωπον παρόν. Τὸ ἐξηγῶ καλλιώτερα. Οἱ Κανόνες προστάζουσι τὴν Σύνοδον τῶν ζώντων ᾿Επισκόπων, νὰ καθαίρουν τοὺς ἱερεῖς, ἢ νὰ ἀφορίζουν, ἢ νὰ ἀναθε- ματίζουν τοὺς λαϊκούς, ὁποῦ παραβαίνουν τοὺς Κανόνας. ῞Ομως ἄν ἡ Σύνοδος δὲν ἐνεργήσῃ ἐμπράκτως τὴν καθαίρεσιν τῶν ῾Ιερέων, ἢ τὸν ἀφορισμόν, ἢ τὸν ἀναθεματισμὸν τῶν λαϊκῶν, οἱ ἱερεῖς αὐτοί, καὶ οἱ λαϊκοί, οὔτε καθῃρημένοι εἶναι ἐνεργείᾳ, οὔτε ἀφωρισμένοι ἢ ἀναθεματισμένοι. ῾Υπόδικοι ὅμως, ἐδῶ μὲν εἰς τὴν καθαίρεσιν καὶ ἀφορισμὸν ἢ ἀναθεματισμόν, ἐκεῖ δὲ εἰς τὴν θείαν δίκην... ῞Οθεν σφάλλουσι μεγάλως ἐκεῖνοι οἱ ἀνόητοι, ὁποῦ λέγουσιν, ὅτι εἰς τοὺς παρόντας καιροὺς ὅλοι οἱ παρὰ Κανόνας χειροτονηθέντες ἱερωμένοι, εἶναι ἐνεργείᾳ καθῃρημένοι. ῾Ιεροκατήγορος γλῶσσα εἶναι ἐκείνη ὁποῦ ἀνοήτως τὰ τοιαῦτα λόγια φλυαρεῖ, μὴ νοοῦσα, ὅτι, ἡ προσταγὴ τῶν Κανόνων, χωρὶς τὴν ἔμπρακτον ἐνέργειαν τοῦ βʹ. προσώπου, ἤτοι τῆς Συνόδου, εἶναι ἀτέλεστος, ἀμέσως καὶ πρὸ κρίσεως μὴ ἐνεργοῦσα καθ᾿ ἑαυ- τήν. Αὐτοὶ οἰ ἴδιοι θεῖοι ᾿Απόστολοι φανερὰ ἐξηγοῦσι τὸν ἑαυτόν τους μὲ τὸν ΜϚʹ Κανόνα τους, ἐπειδὴ δὲν λέγουσι πῶς ἤδη εὐθὺς ἐνεργείᾳ εὑρίσκεται καθῃρημένος, ὅποιος ᾿Επίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος δεχθῇ τὸ τῶν αἱρετικῶν βάπτισμα, ἀλλὰ ῾῾καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν᾿᾿, ἤγουν νὰ παρασταθῇ εἰς κρίσιν, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ πῶς τοῦτο ἔκαμε, τότε ἂς γυμνωθῇ μὲ τὴν ἰδικήν σας ἀπόφασιν ἀπὸ τὴν ῾Ιερωσύνην, τοῦτο προστάσσομεν». (Πηδάλιον, Γʹ ᾿Αποστολικὸς Κανών, ὑποσημ. 1) ᾿Εντεῦθεν συνάγεται, ὅτι οὐδεὶς κληρικός, ἐκκλίνων τοῦ θριγκοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, θεωρεῖται καθῃρημένος ἐν ἐνεργείᾳ, ἐὰν δὲν διέλθῃ δι᾿ ᾿Εκκλησιαστικοῦ ἐγκύρου Δικαστηρίου, δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ τοιοῦτος δυνάμει καὶ πρὸ συνοδικῆς κρίσεως καὶ τελεσιδίκου περὶ τούτου ἀποφάσεως· οὕτω δὲ καὶ ἀπὸ Κανονικῆς ἀπόψεως ἰσχύει τὸ βασικὸν νομικὸν ἀξίωμα καὶ ἀπόφθεγμα: «οὐδεὶς δικάζεται ἀναπολόγητος». ῞Οθεν, ἵνα κηρύξωμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς καινοτομήσαντας ᾿Αρχιερεῖς Σχισματικοὺς καὶ ἐν ἐνεργείᾳ, ὅπως ἔπραξαν αὐθαιρέτως καὶ ἀντικανονικῶς οἱ παρασυνάγωγοι ἐπίσκοποι, ἔδει νὰ δικάσωμεν αὐτούς, ἀλλ᾿ ἵνα δικάσωμεν ἔδει νὰ ἔχωμεν πάντα τὰ Κανονικὰ στοιχεῖα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς συγκρότησιν ᾿Εκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, ὅπερ δὲν δύναται νὰ συγκροτήσῃ, παρὰ μία ᾿Εκκλησία, ἀνεγνωρισμένη ὑφ᾿ ὅλων τῶν ἐπὶ μέρους ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν, ὡς Αὐτοκέφαλος, ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ ἐγκύρως τούς, εἴτε εἰς τὴν πίστιν εἴτε εἰς τὴν ἠθικὴν ἁμαρτάνοντας κληρικούς της. ᾿Αλλ᾿ ἡμεῖς οἱ Παλαιοημερολογῖται δὲν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν καὶ ἀνεξάρτητον ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν ἐν ῾Ελλάδι, διότι οὐδεμία ᾿Εκκλησία μᾶς ἀνεγνώρισεν ὡς τοιαύτην, ἀλλ᾿ εἴμεθα ἐντὸς τῆς ἀνεγνωρισμένης Αὐτοκεφάλου ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς μία φρουρά, ἢτις φρουρεῖ τὸν θεσμὸν τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῾Εορτολογίου, ὃν ἠθέτησεν, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἡ πλειοψηφία τῆς ῾Ιεραρχίας, καὶ ἡμεῖς, ὡς ἀποτελοῦντες τὴν φαεινὴν καὶ ἀλύμαντον πλευρὰν τῆς Αὐτοκεφάλου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, συνεχίζομεν τὴν ἱστορίαν Αὐτῆς, ὑπὸ τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν. Τὴν ἐσφαλμένην καὶ ἀντικανονικὴν ταύτην ἰδέαν, ὅτι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν ᾿Εκκλησίαν, ἔρριψεν εἰς τὸ μέσον καὶ εἰσηγήθη καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν ὁ ἐκλιπὼν ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Αθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος σκοπίμως καὶ κακοβούλως, ὅπως παραστήσῃ ἡμᾶς εἰς τὰ ὄμμα- τα τῆς Πολιτείας καὶ τῆς ῾Ελληνικῆς Κοινωνίας ὡς ἐπαναστάτας, καὶ ὡς κινήσαντας πτέρναν κατὰ τῆς Αὐτοκεφάλου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, καταρίψῃ δὲ οὕτως ἡμᾶς εἰς τὴν μῆνιν τῆς Πολιτείας καὶ τὴν κοινὴν περιφρόνησιν τῆς κοινωνίας. Πρὸς τοῦτο μάλιστα, δὲν ὤκνησεν οὗτος, καίπερ γνώστης τῶν θείων καὶ ῾Ιερῶν Κανόνων καὶ Καθηγητὴς τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς ῾Ιστορίας νὰ κηρύξῃ, ὅτι οἱ παλαιοημερολογῖται ᾿Αρχιερεῖς, διακόψαντες ἄνευ δῆθεν ᾿Εκκλησιαστικῶν καὶ Κανονικῶν λόγων τὴν πνευματικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Προϊσταμένης των ᾿Εκκλησιαστικῆς ᾿Αρχῆς καὶ πήξαντες ἰδίους Ναούς, ἀπετέλεσαν ἰδίαν ᾿Εκκλησίαν, καὶ μάλιστα σχισματικήν, ὡς ἐνησμενίσθη νὰ ἀποκαλέσῃ αὐτὴν τὸ δικάσαν καὶ καθαιρέσαν τοὺς ᾿Επισκόπους Μεγαρίδος, Διαυλείας, Κυκλάδων, καὶ Βρεσθένης Συνοδικὸν Δικαστήριον. Βλέπε σχετικὸν ἀπόσπασμα τῆς ᾿Αποφάσεως τούτου, ἔχον αὐταῖς λέξεσιν ὡς ἑξῆς: «Διὰ ταῦτα δικάζον ἐρήμην τῶν Κατηγορουμένων, κηρύσσει τούς: Χριστόφορον Χατζῆν, Γερμανὸν Βαρικόπουλον, Ματθαῖον Καρπαθάκην, καὶ Πολύκαρπον Λιώσην, ἐνόχους παρανόμου καὶ ἀντικανονικῆς χειροτονίας εἰς ᾿Επισκόπους, προσχωρήσεως εἰς τὸ σχίσμα τὸ δημιουργηθὲν ὑπὸ τῶν τέως Μητροπολιτῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, καὶ Ζακύνθου Χρυσοστόμου...». [Περιοδ. «᾿Εκκλησία», ἀριθ. 27-28/13.7.1935, σελ. 213-217] ᾿Αλλ᾿ ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ἀντικανονική, δεδομένου ὅτι κατὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ ἀντίληψιν, τὰς ᾿Εκκλησίας συνιστᾶ καὶ χωρίζει, οὐχὶ μία μερὶς χριστιανῶν Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, διαφωνοῦσα εἴς τι ζήτημα ἐκκλησιαστικὸν πρὸς τὴν διοικοῦσαν ῾Ιεραρχίαν καὶ ἐν καταστάσει ἐκκλησιαστικῆς ἀκοινωνησίας διατελοῦσα, ἀλλ᾿ ὅλη ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία, εἰς Σύνοδον συνερχομένη καὶ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ἀποφαινομένη. Κατὰ ταῦτα, ἡμεῖς οἱ Παλαιοημερολογῖται, ὅσῳ καὶ ἂν παρουσιαζώμεθα κατὰ τὸ φαινόμενον καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐκδήλωσιν τῆς πίστεως, ὡς ἔχοντες ἰδίους εὐκτηρίους οἴκους καὶ ἰδίους λειτουργούς, οὐχ᾿ ἧττον ὅμως, καίτοι διατελοῦμεν ἐν πνευματικῇ ἀκοινωνησίᾳ πρὸς τὴν καινο- τομήσασαν ῾Ιεραρχίαν, ἅτε ἐχόμενοι στερρῶς τῶν θείων Κανόνων καὶ τῶν ῾Ιερῶν Παραδόσεων, ἀποτελοῦμεν ἐν τῇ Κανονικότητι, οὐχὶ ἰδιαιτέραν ᾿Εκκλησίαν ἐκείνης, μεθ᾿ ἧς διεκόψαμεν προσωρινῶς διὰ λόγους Κανονικοὺς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τὴν ἀνύστακτον φρουράν, ὡς ἔφθην εἰπών, τὴν ἀγρύπνως φρυκτωροῦσαν ἐπὶ τῶν ἀδαμαντίνων ἐπάλξεων τῆς μιᾶς Αὐτοκεφάλου ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς ῾Οποίας συνεχίζομεν τὴν ἱστορίαν Αὐτῆς ὑπὸ τὴν ἀλύμαντον καὶ ὀρθόδοξον ἀρχικὴν ἔννοιαν. Οἱ ἀλλοίαν γνώμην περὶ τούτου ἔχοντες παρασυνάγωγοι ἐπίσκοποι περιπίπτουσιν εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ τελοῦντες τὰ Μυστήρια ἐν ὀνόματι ἀνυπάρκτου ἐκκλησίας, ἢ κάλλιον εἰπεῖν τῆς ἀτομικῆς των ἐκκλησίας, στεροῦνται πάσης Χάριτος, ῟Ης ταμειοῦχος τυγχάνει πᾶσα ἀνεγνωρισμένη ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία. Διότι, ἂς μᾶς εἴπωσιν οὗτοι εἰς ποίαν ᾿Εκκλησίαν ἀνήκουσιν, ἀφοῦ ἐκήρυξαν καὶ ἐν ἐνεργείᾳ σχισματικήν, νοσφισάμενοι παντόλμως δικαίωμα Συνόδου, ὡς ἄλλοι Πάπαι τῆς ᾿Ανατολῆς, τὴν Αὐτοκέφαλον ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, ἐν ὀνόματι τῆς ῾Οποίας ἔτυχον παρ᾿ ἡμῶν τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ παναγίου καὶ τελεταρχικοῦ Πνεύματος. Γνωστοῦ δὲ ὄντος, ὅτι οὐδεμία τῶν ἐπὶ μέρους ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν, τῶν ἱσταμένων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Πατρίου καὶ ᾿Ορθοδόξου ῾Εορτολογίου ἀνεγνώρισεν αὐτούς, ὡς ἀποτελοῦντας Αὐτοκέφαλον καὶ ἀνεξάρτητον ᾿Εκκλησίαν, οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι οὗτοι δὲν ἀνήκουσιν εἰς ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν ἀνεγνωρισμένην, ἀλλ᾿ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν ὀπαδῶν των καὶ συνεπῶς δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰδιότητα ᾿Ορθόδοξον, ἀλλὰ Προτεσταντικήν, διότι ἀντλοῦν τὸ κῦρος καὶ τὴν χάριν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πράξεών των, οὐχὶ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς ταμιούχου τῆς Χάριτος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν προσωπικότητα αὐτῶν καὶ τῶν ὀπαδῶν των, ὡς φρονοῦσιν καὶ πιστεύουσιν οἱ Προτεστάνται, οἱ ὑποκαταστήσαντες τὴν θείαν ἔννοιαν καὶ ὑπόστασιν τῆς ᾿Εκκλησίας διὰ τῆς προσωπικῆς καὶ ἀτομικῆς των ἰδιότητος καὶ αὐθεντίας. ᾿Ιδού, διατὶ οἱ παρασυνάγωγοι ἐπίσκοποι Βρεσθένης καὶ Κυκλάδων δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὀρθόδοξον χάριν καὶ δικαίωμα νὰ μεταδώσωσιν ταύτην εἰς τοὺς ἀκολουθοῦντας αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ταύτην κατωφέρειαν, ἐφ᾿ ὅσον οὗτοι δὲν ἀνήκουσιν εἰς Κανονικὴν ᾿Εκκλησίαν, τὴν μόνην ταμιοῦχον τῆς θείας Χάριτος κατὰ τὴν ὀρθόδοξον ἀντίληψιν. [Ϛʹ.] ΔΙΑ τὸν σοβαρὸν τοῦτον λόγον, ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως ἡμεῖς, γνῶσται τοῦ πνεύματος τῶν θείων Κανόνων καὶ τῶν σεπτῶν Δογμάτων καὶ παραδόσεων τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἠρνήθημεν νὰ θεωρήσωμεν τὴν ῾Ιεραρχίαν τῆς ῾Ελλάδος καὶ ἐνεργείᾳ σχισματικήν, ἀλλὰ δυνάμει μόνον, ἕως οὗ συνέλθῃ μία Σύνοδος ἔγκυρος, ἵνα δικάσῃ τοὺς καινοτόμους ᾿Αρχιερεῖς, ἀρνουμένους δὲ τούτους μετὰ τὸν ἐπαρκῇ διαφωτισμὸν νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Παράδοσιν τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῾Εορτολογίου, καθαιρέσῃ καὶ ἀποσχίσῃ καὶ σχισματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ νὰ διακηρύξῃ, ὁπότε θὰ ἀναγνωρίσῃ τοὺς ὀλίγους ὀρθοδοξοῦντας ᾿Αρχιερεῖς ὡς μόνους ἐκπροσώπους τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας. Μέχρις οὗ ὅμως γίνῃ τοῦτο καὶ τεθῶσι τά τε πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, οἱ παρασυνάγωγοι ἐπίσκοποι, πολιτευόμενοι ὡς ἐπολιτεύθησαν, καταφωρῶνται — κατὰ τὴν ἀκριβῇ ἀντίληψιν τῶν Κανόνων, ὅτι οὗτοι δὲν ὀρθοδοξοῦν, ἀλλὰ προτεσταντίζουν καὶ — ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀκράτου δῆθεν ὀρθοδοξίας — κρημνίζουν ἄνευ φόβου Θεοῦ ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ὀπαδούς των εἰς τὸν ψυχόλεθρον κρημνὸν τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς ψυχικῆς ἀπωλείας. ῍Ας μὴ εἴπωσι δὲ οὗτοι, ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ εἶναί τις Παλαιοημερολογίτης, ὑποκείμενος εἰς διωγμούς, χλευασμοὺς καὶ εἰς τόσας ἄλλας δυσκολίας, ἅς συνεπάγεται ἡ ἀποχώρησις ἐκ τῆς καινοτομησάσης ῾Ιεραρχίας καὶ ἡ προσχώρησις εἰς τὴν μερίδα τῆς ὀρθοδοξούσης τοιαύτης, διότι ὁ ἐν γνώσει ἀκολουθῶν καὶ τὸν δυνάμει μόνον ὑποκείμενον εἰς καθαίρεσιν καὶ ἀπόσχισιν ῾Ιεράρχην καὶ ἀσπαζόμενος τὴν καινοτομίαν τούτου, καθίσταται καὶ οὗτος ὑπεύ- θυνος τῶν ἀρῶν καὶ τῶν ἀναθεμάτων, ἅτινα ἐκτοξεύουσιν οἱ θεῖοι καὶ ῾Ιεροὶ Κανόνες κατὰ τῶν ἀθετούντων γραπτὴν ἢ ἄγραφον Παράδοσιν: «Εἴ τις πᾶσαν Παράδοσιν ᾿Εκκλησιαστικὴν ἔγγραφόν τε ἢ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα», (Πρᾶξις Ζʹ καὶ Ηʹ, [Mansi τ. 13, στλ. 400C καὶ 416D]) θεσπίζει ἡ Ζʹ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. ΤΟΥΤΩΝ οὕτως ἐχόντων, εἰς μὲν τοὺς ὁμόφρονας καὶ πιστοὺς ὀπαδοὺς τῆς ᾿Ορθοδόξου Παρατάξεως ἡμῶν προτρεπόμεθα, ὅπως ἀποφεύγωσι καὶ μηδεμίαν προσοχὴν δίδωσιν εἰς τὰς φλυαρίας καὶ μωρὰς συζητήσεις τῶν παρασυναγώγων ἐπισκόπων Βρεσθένης καὶ Κυκλάδων, δι᾿ ὧν προσπαθοῦσιν οὗτοι, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀκράτου δῆθεν ὀρθοδοξίας, νὰ παγιδεύσουν αὐτοὺς εἰς τὴν λύμην τῆς κακοδοξίας καὶ νὰ παρασύρωσιν εἰς τὸν κρημνὸν τῆς ψυχικῆς ἀπωλείας· εἰς δὲ τοὺς καλῇ τῇ πίστει καὶ ἐξ ἀγαθοῦ τοῦ συνειδότος ἀκολουθοῦντας αὐτοὺς συνιστῶμεν, ὅπως ἀποκηρύξωσιν αὐτοὺς καὶ τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ψυχοφθόρους διδασκαλίας, τὰς ἀντικειμένας πρὸς τὸ ἀκραιφνὲς καὶ ὑγιὲς πνεῦμα τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἐὰν ἐπιθυμοῦν νὰ τύχωσιν τῆς ψυχικῆς αὐτῶν σωτηρίας, εὑρισκομένης μόνον ἐν τῇ σωστικῇ Κιβωτῷ τῆς Κανονικῆς καὶ ἀνεγνωρισμένης ᾿Εκκλησίας. ᾿Απὸ παρομοίων ψευδοδιδασκάλων θέλων ὁ θεηγόρος ᾿Απόστολος τῶν ᾿Εθνῶν νὰ προφυλάξῃ τὸν μαθητὴν αὐτοῦ Τιμόθεον, συνιστᾶ εἰς αὐτὸν τὰ ἑξῆς: «῏Ω Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἢν τινες ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πίστιν ἠστό- χησαν» (Αʹ Τιμ. ϛʹ 20-21)· καὶ ἀλλαχοῦ: «Πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι· σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης εἰδὼς παρὰ τίνος ἔμαθες» (Βʹ Τιμ. γʹ 13-14). 



Τὰς πατρικὰς ἡμῶν ταύτας ὑποθήκας καὶ παροτρύνσεις ἀπευθύνοντες ἐκ ποιμαντορικοῦ καθήκοντος πρὸς τὰ πνευματικὰ τέκνα τῆς ὀρθοδοξούσης Παρατάξεως ἡμῶν καὶ πρὸς τοὺς καλῇ τῇ πίστει ἀκολουθοῦντας τὴν ἀντίθετον Παράταξιν τῶν παρασυναγώγων ἐπισκόπων, δι᾿ ἐλπίδος ἔχομεν, ὅτι αἱ ἐκ πίστεως ὀρθοδόξου καὶ πατρικῆς ἀγάπης ἀπορρέουσαι αὗται συστάσεις θὰ εὕρωσιν τὴν δέουσαν ἀπήχησιν εἰς τὰς καρδίας τῶν ἡμετέρων ὀπαδῶν καὶ πρὸ πάντων τῶν τῆς ἀντιθέτου καὶ πεπλανημένης Παρατάξεως τῶν Παρασυναγώγων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ μὴ συμμόρφωσις πρὸς ταύτας, ἐξοβελίζουσα τοὺς Παρα- συναγώγους ἐκ τοῦ περιβόλου τῆς ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας, ἀπαλλοτριοῖ αὐτοὺς τῆς θείας Χάριτος καὶ ἐγκυμονεῖ τὸν κίνδυνον τῆς ψυχικῆς αὐτῶν ἀπωλείας. ᾿Επὶ τῇ χρηστῇ ταύτῃ ἐλπίδι ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας ἡμᾶς τὴν ἐξ ὕψους δύναμιν καὶ τὸν ἄνωθεν φωτισμὸν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, Οὗ ἡ χάρις καὶ τὸ ἄπειρον ἔλεος σὺν τῇ πατρικῇ ἡμῶν εὐχῇ καὶ εὐλογίᾳ εἴῃ μετὰ πάντων ῾Υμῶν. ᾿Αμήν. Γ' Μέρος. Τελευταίον.


᾿Αθῆναι, 1η ᾿Ιουνίου 1944 

† ῾Ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος

«Ποιμαντορικὴ ᾿Εγκύκλιος, Σεβασμιωτάτου πρ. Φλωρίνης κ. Χρυσοστόμου, πρὸς ῞Απαν τὸ ᾿Ορθόδοξον Χριστεπώνυμον Πλήρωμα, τὸ ἀκολουθοῦν τὸ Πάτριον ῾Εορτολόγιον». Αὐτοτελὲς φυλλάδιον, ἐκ σελίδων 16, ἐκδόσεως 1944. ᾿Επιμ. ἡμέτ. Αναδημοσίευση εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Άγιος Χρυσόστομος ο νέος Ομολογητής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...