ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Η ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ 1ης ΙΟΥΝΙΟΥ 1944



Πρόσφατον παράδειγμα τῆς τοιαύτης ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου ἔχομεν τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει συνελθοῦσαν τῷ 1872 Μεγάλην Τοπικὴν Σύνοδον, ἐκπροσωπηθεῖσαν καὶ ὑφ᾿ ὅλων τῶν κατ᾿ ᾿Ανατολὰς Πατριαρχικῶν ᾿Εκκλησιῶν, ἐξ αἰτίας τοῦ ἐπαράτου φυλετισμοῦ, ὃν ἤθελον νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου οἱ Βουλγαρικῆς ἐθνότητος ᾿Αρχιερεῖς· [αὕτη ἡ] Σύνοδος, καλέσασα εἰς δίκην τοὺς ἀποστάντας Βουλγάρους ᾿Αρχιερεῖς [τῆς ᾿Εξαρχίας] καὶ μὴ βουληθέντας τούτους συνιέναι μετὰ μακροχρόνιον διαφωτισμόν, καθῄρεσεν αὐτοὺς καὶ ἐκήρυξεν ὡς Σχισματικούς, ἐκδοῦσα δὲ καὶ τὸν ῞Ορον τῆς καθαιρέσεως καὶ ἀποσχίσεως αὐτῶν, διέταξε τὴν ἐπ᾿ ᾿Εκκλησιῶν ἀνάγνωσιν τούτου, ὅπως ἀπὸ τῆς λύμης τοῦ Σχίσματος προφυλάξῃ τὸν Βουλγαρικὸν λαόν. 



Οὐδείς ποτε ἐκ τῶν παλαιῶν ἢ τῶν νέων αἱρετικῶν καὶ αἱρεσιαρχῶν ἐκηρύχθη σχισματικὸς καὶ καθῃρέθη ὑπὸ διαφωνούντων ῾Ιεραρχῶν μεμονωμένων ἄνευ δίκης καὶ ἀπολογίας, ἀλλ᾿ ὑπὸ Συνόδων καὶ Κανονικῶς συγκεκροτημένων ᾿Εκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων καλοῦνται οὗτοι εἰς ἀπολογίαν, τότε δὲ μόνον καθαιροῦνται τοῦ ἀρχιε- ρατικοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ διοικεῖν ᾿Εκκλησίαν καὶ τελεῖν ἐγκύρως πᾶσαν ἐκκλησιαστικὴν ἱεροτελεστίαν, ὅταν — μετὰ ἐπαρκῆ διαφωτισμὸν ὑπὸ τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου — δὲν θελήσωσι νὰ ἀποπτύσωσι τὴν πλάνην των, ἐμμένοντες σκληροτραχήλως καὶ ἀμεταπείστως εἰς τὰς αἱρετικὰς ἰδέας καὶ πεπλανημένας δοξασίας αὐτῶν. Κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν σχετικῶν θείων καὶ ῾Ιερῶν Κανόνων, ὅταν ὁ Προϊστάμενος ἢ τὸ πλεῖστον τῶν ᾿Αρχιερέων μιᾶς ἀνεγνωρισμένης ᾿Ορ- θοδόξου ᾿Εκκλησίας εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν μίαν καινοτομίαν, ἀντικειμένην πρὸς τοὺς θείους καὶ ῾Ιεροὺς Κανόνας καὶ τὴν ὀρθόδοξον θείαν λατρείαν, δικαιοῦνται μὲν οἱ ὀρθοδοξοῦντες ᾿Αρχιερεῖς τῆς ᾿Εκκλησίας ταύτης νὰ διακόψωσι τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν καινοτόμων καὶ πρὸ συνοδικῆς διαγνώμης, ἵνα μὴ ὦσι καὶ οὗτοι συνυπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας διὰ τὴν κακῶς καὶ ἀντικανονικῶς εἰσαχθεῖσαν καινοτομίαν, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦνται νὰ κηρύξωσι τοὺς καινοτομήσαντας ᾿Αρχιερεῖς Σχισματικοὺς καὶ εἰς καθαίρεσιν νὰ ὑποβάλωσιν αὐτούς, τοῦθ᾿ ὅπερ εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας, εἰς Σύνοδον συνερχομένης καὶ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ἀποφαινομέ- νης, τὴν ἐτυμηγορίαν δὲ Αὐτῆς ἐκδιδούσης μετὰ λιπαρὸν διαφωτισμὸν καὶ τὴν ἐμπεριστατωμένην ἀπολογίαν τῶν ὑπὸ κρίσιν καινοτόμων ᾿Αρχιερέων. ῾Η δὲ διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μετὰ τῆς διοικούσης Συνόδου καὶ ἡ παῦσις τοῦ μνημοσύνου Αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδοξούντων, οὐ μόνον δὲν κατακρίνεται, ἀλλὰ καὶ ἐπαινεῖται, ὡς μὴ δημιουργοῦσα Σχῖσμα, ἀλλ᾿ ὡς σώζουσα τὴν ᾿Εκκλησίαν ἀπὸ Σχίσματος, συμφώνως πρὸς τὸν ΙΕʹ Κανόνα τῆς [Πρωτοδευτέρας ῾Αγίας] Συνόδου, διαγορεύοντα τάδε: «Οἱ γὰρ δι᾿ αἵρεσίν τινα παρὰ τῶν ῾Αγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην τῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τὴν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος, καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾿ ᾿Εκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ᾿ ὑπόκεινται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ᾿Επίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»· «οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ᾿Εκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχι- σμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ᾿Εκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι». Βλέπε καὶ τὸν Γʹ Κανόνα τῆς Γʹ [῾Αγίας] Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐπιτάσσοντα τάδε: «Κοινῶς δὲ τοὺς τῇ ὀρθοδόξῳ καὶ οἰκουμενικῇ Συνόδῳ συμφρονοῦντας Κληρικοὺς κελεύομεν τοῖς ἀποστατήσασιν ἢ ἀφισταμένοις ᾿Επισκόποις μηδ᾿ ὅλως ὑποκεῖσθαι κατὰ μη- δένα τρόπον». Οἱ Κανόνες οὗτοι, ὡς πᾶς τις καλὸς καὶ εἰλικρινὴς συζητητὴς ἐννοεῖ, παρέχουν εἰς τοὺς ὀρθοδοξοῦντας Κληρικοὺς καὶ μὴ ἀποστέργοντας τὴν καινοτομίαν τῆς προϊσταμένης ᾿Εκκλησιαστικῆς ᾿Αρχῆς, τὸ δικαίωμα μόνον τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μετὰ τῆς Διοικούσης ᾿Αρχῆς καὶ τῆς κατὰ μηδένα τρόπον ὑπακοῆς καὶ πειθαρχίας εἰς Αὐτήν, τοῦ δικαιώματος τῆς κηρύξεως ταύτης ὡς αἱρετικῆς καὶ ἀποσχίσεως Αὐτῆς ἐκ τοῦ καθόλου τῆς ᾿Ορθοδοξίας Κορμοῦ ἐπιφυλαχθέντος εἰς τὴν Κανονικὴν Σύνοδον. [Δʹ.] ΟΙ ΠΑΡΑΣΥΝΑΓΩΓΟΙ ὅμως ἐπίσκοποι Βρεσθένης καὶ Κυκλάδων, Ματθαῖος Καρπαθάκης καὶ Γερμανὸς Βαρικόπουλος, ἐν γνώσει τῶν Κανόνων τούτων, μὴ ἀρκεσθέντες εἰς τὴν διακοπὴν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μετὰ τῆς καινοτόμου ῾Ιεραρχίας τῆς ῾Ελλάδος, ἐκήρυξαν οὐ μόνον τοὺς καινοτόμους ῾Ιεράρχας Σχισματικοὺς ἄνευ οὐδεμιᾶς δίκης καὶ ἀπολογίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ὅλην ᾿Εκκλησίαν τῆς ῾Ελλάδος Σχισματικήν, σφετερισθέντες οἱ δείλαιοι, οὐδὲν ἦττον, οὐδὲν ἔλαττον, δικαίωμα Οἰκουμενικῆς ἢ Τοπικῆς Συνόδου. Εἰς δὲ τὴν ἄρνησιν ἡμῶν νὰ ἀκολουθήσωμεν τούτους εἰς τὴν ὀλισθηρὰν καὶ ἐπικίνδυνον ταύτην κατωφέρειαν, τὴν ἀνατρέπουσαν Κανονικοὺς Θεσμούς, αἰωνοβίους καὶ βασικούς, καὶ εἰς τὰς ματαίας προσπαθείας ἡμῶν, ὅπως ἀποτρέψωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τὸν ἀβυσσαλέον καὶ ψυχόλεθρον τοῦτον κρημνόν, προέβησαν οὗτοι εἰς τὴν κήρυξιν καὶ ἡμῶν ὡς Σχισματικῶν, χωρὶς νὰ ἔλθωσι προηγουμένως εἰς οὐδεμίαν συνεννόησιν μεθ᾿ ἡμῶν, ἀρνηθέντες καὶ πᾶσαν πρόσκλησιν ἡμῶν πρὸς διαφωτισμόν. Καὶ πρὸς διαπίστωσιν τοῦ ἀπιστεύτου τούτου παραλογισμοῦ των, παραθέτομεν αὐτολεξεὶ τὴν ἀπάντησιν τούτων εἰς τὴν πρόσκλησιν ἡμῶν πρὸς σύσκεψιν. ΕΚΚΛΗΣΙΑ Γ.Ο.Χ. ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ᾿Αθῆναι 27 ᾿Ιανουαρίου 1942. Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον Φλωρίνης Κον Κον ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ. ᾿Ενταῦθα. Σεβασμιώτατε· Πρὸ ἡμερῶν, καὶ ὅταν ἐλάβομεν πρόσκλησίν σας, ὅπως ἔλθωμεν καὶ συσκεφθῶμεν κατὰ τὴν 15/28 ᾿Ιανουαρίου 1942 περὶ σοβαρῶν ζητημάτων τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος εἰς τὰ ὑμέτερα Γραφεῖα Χαλκοκονδύλη 7 ἐνταῦθα, σᾶς ἀπεστείλαμεν ἐπιστολὴν διὰ τοῦ κυρίου Σταυριανοῦ, εἰς ἣν σᾶς ἐγνωρίζομεν, ὅτι, διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπαφὴν μεθ᾿ ὑμῶν καὶ τοῦ ῾Αγίου Δημητριάδος, πρέπει πρῶτον νὰ ἀρθοῦν οἱ λόγοι τοῦ διχασμοῦ, οἱ πνευματικοί, οἵτινες μᾶς ἠνάγκασαν νὰ σᾶς ἀποκηρύξωμεν. ᾿Επειδή, ὡς πληροφορούμεθα, ἐπιθυμεῖτε τὴν ἕνωσιν, καθὼς τοὐλάχιστον δηλώνετε προφορικῶς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διὰ τοῦτο σᾶς δηλοῦμεν σαφέστατα διὰ τῆς ἐπι- στολῆς μας ταύτης, ὅτι περιττεύουν αἱ συνεδριάσεις καὶ συσκέψεις, ὅταν δεχθῆτε τὰ κάτωθι ζητήματα πίστεως, τὰ ὁποῖα προκάλεσαν καὶ τὸν διχασμὸν ἡμῶν, καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης εἴμεθα πλέον ἡνωμένοι, καὶ δυνάμεθα τότε πλέον νὰ συνερχώμεθα καὶ νὰ συνεδριάζωμεν. 1) ῞Οτι ἡ ᾿Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ Παπικοῦ ῾Εορτολογίου κατέστη Σχισματική. 2) Τὰ Μυστήρια της ἄκυρα. 3) Τὸ μῦρον της δὲν ἔχει τὴν ἁγιαστικὴν χάριν καὶ 4) Τὰ παιδία τῶν κακοδόξων ἐρχόμενα εἰς τὴν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν πρέπει νὰ ἀναμυρώνωνται. ᾿Αφοῦ δὲ ταῦτα τὰ κοινοποιήσητε εἰς τὴν κακόδοξον ᾿Εκκλησίαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, τοῦ ὁποίου τὸ ἐπιδοτήριον μᾶς ἐπιδείξητε, ἐπίσης δὲ διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου ἀναιρέσητε καὶ τὰ πρὸς τὸ ῾Υπουργεῖον Θρησκευμάτων ἔγγραφά Σας, καὶ διακηρύξητε ὅλα ταῦτα ἐπ᾿ ᾿Εκκλησίαις, τότε λέγομεν ἡ ἕνωσις ἡμῶν αὐτομάτως ἐπέρχεται ἄνευ συνεδριάσεων καὶ λογοτριβῶν· θὰ ἀναμένωμεν δὲ γραπτὴν ἀπάντησίν Σας ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων μας τούτων ἐπὶ 8 ἡμέρας ἀπὸ σήμερον. Μετὰ ἀδελφικῶν ἀσπασμῶν † ῾Ο Κυκλάδων Γερμανὸς † ῾Ο Βρεσθένης Ματθαῖος. ᾿Εκ τοῦ ἐγγράφου τούτου κατάφωροι γίνονται οἱ γράψαντες, οὐ μόνον ὡς ὀφλισκάνοντες τελείαν ἄγνοιαν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καὶ τοῦ πνεύματος τῶν θείων καὶ ῾Ιερῶν Κανόνων, δι᾿ ὧν καθορίζονται σαφῶς καὶ κατοχυροῦνται τὰ δίκαια τῆς ᾿Εκκλησίας, τῶν διοικούντων ταύτην ῾Ιεραρχῶν καὶ ἅπαντος τοῦ ὀρθοδόξου χριστεπωνύμου Πληρώματος, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀσεβοῦντες πρὸς αὐτὴν τὴν θείαν Χάριν, τὴν ἐνυπάρχουσαν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν θείων Μυστηρίων, δι᾿ ὧν ἁγιάζονται οἱ πιστοί, τῶν ῾Ιερέων χρησιμευόντων, οὐχὶ ὡς ποιητικῶν αἰτίων τῆς ἁγιαστικῆς Χάριτος, ἀλλὰ ὡς μέσον μεταδόσεως ταύτης εἰς τοὺς πιστούς. ῞Οθεν, ἐφ᾿ ὅσον τὴν θείαν Χάριν, τὴν διὰ τῶν ῾Αγίων Μυστηρίων μεταδιδομένην εἰς τοὺς πιστούς, παρέχει οὐχὶ μία μερὶς κληρικῶν ἢ λαϊκῶν, ἀλλ᾿ ἡ θεία ὑπόστασις καὶ ἔννοια τῆς ᾿Εκκλησίας, οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι ἀσεβοῦν καὶ ἱεροσυλοῦν, οὐ μόνον πρὸς αὐτὴν τὴν θείαν ὑπόστασιν τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἱερότητα τῶν Μυστηρίων, τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, ἅτινα ἀφαιροῦν ἀπὸ μὲν τῆς ᾿Εκκλησίας τὸ θεῖον καὶ ἀναφαίρετον δικαίωμα καὶ κῦρος Αὐτῆς, ἀπὸ δὲ τῶν Μυστηρίων τὴν ἁγιαστικὴν δύναμιν καὶ ψυχοσωτήριον Χάριν διὰ μιᾶς παντόλμου μονοκονδυλιᾶς. ῞Οτι δὲ οἱ παρασυνάγωγοι οὗτοι ἐπίσκοποι οὐκ οἴδασι τί λέγουσι καὶ περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι οὐδὲ οὗτοι ἐφαρμόζουσιν εἰς ἑαυτοὺς τὰ ὅσα διδάσκουσι, μὴ τολμῶντες οἱ τάλανες νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ Μυστήρια διὰ τοὺς προσερχομένους ἐκ τοῦ Παπικοῦ ῾Εορτολογίου εἰς τὸ ᾿Ορθόδοξον, δεχόμενοι οὕτως εἰς τοὺς κόλπους αὐτῶν ἀβαπτίστους, ἀστεφανώτους καὶ ἐν γένει ἀνιέρους καὶ ἀμυρώτους κατὰ τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν. ῾Ο παραλογισμὸς καὶ τὸ ἀκαταλόγιστον τῆς τοιαύτης αὐτῶν γνώμης καὶ διδασκαλίας γίνεται μᾶλλον καταφανὴς καὶ ἐξόφθαλμος, ἐὰν λάβωμεν ὑπ᾿ ὄψιν, ὅτι οὗτοι περιορίζονται μόνον εἰς τὴν ἀναμύρωσιν τῶν βρεφῶν, τῶν ὅλως ἀναιτίων εἰς τὴν καινοτομίαν τοῦ Νέου ῾Εορτολογίου καὶ ἀπαλλάττουσι τοὺς γονεῖς τοὺς αἰτίους τῆς τοιαύτης ποινῆς, προσερχομένους ἄνευ ἀναμυρώσεως εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν αὐτῶν. Καὶ ὅταν, ὡς ἀκραδάντως πιστεύομεν καὶ ἐλπίζομεν, μετὰ τὸ τέλος τοῦ φρικτοῦ καὶ πανωλέθρου τούτου πολέμου, ἀναγκασθοῦν καταλλήλως διαφωτιζόμενοι ὑπὸ μιᾶς πανορθοδόξου καὶ ἐγκύρου Συνόδου νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὸ ἀρχαῖον καὶ Πάτριον ῾Ημερολογιακὸν Καθεστὼς αἱ νεωτερίσασαι ᾿Εκκλησίαι, κατὰ τὴν γνώμην καὶ τὴν δογματικὴν ἀπόφασιν τῶν παρασυναγώγων ἐπισκόπων, αἱ χιλιάδες καὶ τὰ ἑκατομμύρια τῶν Χριστιανῶν, τῶν γεννηθέντων εἰς τοὺς κόλπους τῶν νεωτερισα- σῶν ᾿Εκκλησιῶν, [ἆρά γε] θὰ ἀναβαπτισθοῦν, θὰ ἀναστεφανωθοῦν καὶ θὰ ἀναμυρωθοῦν, ἵνα λάβωσι τὸ Χρίσμα τῆς ᾿Ορθοδοξίας; Τοιαύτην γνώμην ἀκυρώσεως Μυστηρίων καὶ ἐπαναλήψεων τούτων δὲν δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι καὶ ἀποφαίνωνται, οὐ μόνον μεμονωμένα ἄτομα ᾿Επισκόπων, μηδεμίαν ἁρμοδιότητα καὶ μηδὲν κῦρος ἐχόντων πρὸς τοῦτο, ἀλλ᾿ ἀκόμη καὶ μία ἐπὶ μέρους ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ τὴν ἐγκυρότητα τῶν Μυστηρίων ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας, ῟Ης καὶ μόνον ἀποκλειστικὸν δικαίωμα εἶναι νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τοὺς κληρικούς, τοὺς περιπίπτοντας εἰς αἵρεσιν καὶ μὴ μετανοοῦντας καὶ ἀποτύοντας αὐτήν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐγκύρως καὶ ἀνυσίμως τελεῖν τὰ Μυστήρια· διότι, ὅστις δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ δίδῃ μίαν θείαν δωρεάν, δὲν ἔχει συνεπῶς καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ ταύτην. Δι᾿ ὅ καὶ τοὺς νοσφιζομένους τὸ ἱερὸν τοῦτο δικαίωμα κατατάσσουν οἱ Κανόνες εἰς τὴν τάξιν τῶν ἱεροσύλων: «᾿Επίσκοπον εἰς Πρεσβυτέρου βαθμὸν φέρειν, ἱεροσυλία ἐστίν» (ΚΘʹ τῆς Δʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου). Καὶ ἂν οἱ Κανόνες θεωροῦν ἱεροσυλίαν τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ Μυστηρίου τῆς ῾Ιερωσύνης, πόσῳ μᾶλλον θεωροῦνται ἱερόσυλοι οἱ τολμῶντες ἄνευ οὐδεμιᾶς ἁρμοδιότητος καὶ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους νὰ κη- ρύττωσιν ἄκυρα τὰ Μυστήρια μιᾶς ἀνεγνωρισμένης ᾿Εκκλησίας, ἔστω καὶ ὑποδίκου ἀπέναντι τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας διὰ τὴν αὐθαίρετον εἰσαγωγὴν μιᾶς καινοτομίας; ᾿Ιδοὺ ὁ λόγος, δι᾿ ὅν ἡμεῖς ἀπέχομεν νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ κύρους Μυστηρίων, ὁμολογοῦντες, ὅτι πρὸς τοῦτο οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα καὶ δικαίωμα ἔχομεν ὑπὸ τῶν θείων καὶ ῾Ιερῶν Κανόνων, συναισθανόμενοι δὲ τὴν μηδαμινότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλὸν ἡμῶν κατάστασιν ἀπέναντι τῆς ἱερότητος καὶ τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος καὶ δυνάμεως τῶν θείων καὶ ἱερῶν Μυστηρίων, ἐπαφίεμεν τοῦτο εἰς τὴν γνώμην καὶ τὴν κρίσιν τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας, ῟Ης ἀποκλειστικὸν καὶ θεῖον δικαίωμα εἶναι, ὡς φθάντες εἴπομεν, ἡ προίκισις μιᾶς ᾿Εκκλησίας διὰ τῆς χάριτος τῶν Μυστηρί- ων, τῆς μεταδιδομένης διὰ τῶν Λειτουργῶν Αὐτῆς καὶ ἡ ἐπίσχεσις τῆς Χάριτος ταύτης ἐκ μέρους Αὐτῆς, ἀποσχιζούσης διὰ λόγους Κανονικοὺς καὶ μετὰ δίκην καὶ ἀπολογίαν, καθαιρούσης τοὺς Κληρικούς Της ᾿Αρχιερεῖς τε καὶ ῾Ιερεῖς Αὐτῆς. [Εʹ.] ΚΑΙ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡμεῖς ἀμυνόμενοι κατὰ τῆς καθ᾿ ἡμῶν καθαιρετικῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, ὅπερ συνεκρότησεν ἡ καινοτομήσασα ῾Ιεραρχία, ἀπεκαλέσαμεν εἰς δημοσιεύματα ἡμῶν τοὺς καινοτόμους ῾Ιεράρχας Σχισματικούς, ὡς δημιουργήσαντας διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς καινοτομίας τοῦ Δυτικοῦ ῾Ημερολογίου λόγον Σχίσματος εἰς τοὺς κόλπους τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος καὶ ὡς ἀποσχισθέντας ἐκ τῶν λοιπῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν τῶν ἱσταμένων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῾Εορτολογίου εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν, ἐπερρίψαμεν δὲ εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν μομφὴν καὶ τὰς φοβερὰς συνεπείας, ἃς συνεπάγεται τὸ ἐγκυμονούμενον Σχίσμα εἰς τὴν εἰρηνικὴν καὶ ὀρθόδοξον ζωὴν τῆς ᾿Εκκλησίας. 


᾿Αλλ᾿ ἀπεκαλέσαμεν αὐτοὺς Σχισματικοὺς καὶ δὲν διστάζομεν καὶ σήμερον νὰ ἀποκαλέσωμεν αὐτοὺς τοιούτους, οὐχὶ ὅμως ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ δυνάμει μόνον. Διότι τὸ πρῶτον, ἤτοι ἡ κήρυξις τοῦ καινοτόμου καὶ ἐκ τοῦ θριγκοῦ τῶν ὀρθοδόξων καὶ θείων Κανόνων ἐξερχομένου κληρικοῦ ἢ λαϊκοῦ, ὡς σχισματικοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, εἶναι δικαίωμα μόνον τῆς Συνόδου, συνερχομένης καὶ ἀποφαινομένης ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι, ὡς ἔφθην εἰπών· ἐνῷ τὸ δεύτερον, ἤτοι ἡ ὀνομασία τοῦ τοιούτου κληρικοῦ ἢ λαϊκοῦ ὡς σχισματικοῦ δυνάμει, εἶναι δικαίωμα παντὸς ὀρθοδόξου Κληρικοῦ, δικαιουμένου, οὐ μόνον νὰ ἀποκόψῃ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ καταγγείλῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Σύνοδον, τοῦθ᾿ ὅπερ ἐπράξαμεν καὶ ἡμεῖς, καταγγείλαντες εἰς τὰς ᾿Ορθοδόξους ᾿Εκκλησίας τοὺς καινοτόμους ᾿Αρχιερεῖς. (Συνεχίζεται...). Β' Μέρος.


«Ποιμαντορικὴ ᾿Εγκύκλιος, Σεβασμιωτάτου πρ. Φλωρίνης κ. Χρυσοστόμου, πρὸς ῞Απαν τὸ ᾿Ορθόδοξον Χριστεπώνυμον Πλήρωμα, τὸ ἀκολουθοῦν τὸ Πάτριον ῾Εορτολόγιον». Αὐτοτελὲς φυλλάδιον, ἐκ σελίδων 16, ἐκδόσεως 1944. ᾿Επιμ. ἡμέτ. Αναδημοσίευση εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Χρυσόστομος ο νέος Ομολογητής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου