ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Η ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ 1ης ΙΟΥΝΙΟΥ 1944



Ποιμαντορικὴ ᾿Εγκύκλιος * ( 1.6.1944) 



Περὶ τῶν ἀποσχισθέντων ἐπισκόπων Βρεσθένης Ματθαίου καὶ Κυκλάδων Γερμανοῦ 



Πρὸς τοὺς εὐλαβεστάτους ῾Ιερεῖς, τοὺς ἐντιμωτάτους ᾿Επιτρόπους καὶ ἅπαν τὸ εὐσεβὲς ὀρθόδοξον χριστιανικὸν Πλήρωμα τῶν καθ᾿ ὑμᾶς ᾿Εκκλησιῶν· χάρις εἴη ὑμῖν καὶ εἰρήνη παρὰ Θεοῦ, παρ᾿ ἡμῶν δὲ εὐχὴ καὶ εὐλογία πατρική. 


[Αʹ.] «Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος» (Πράξ. κʹ 28). πάντοτε μέν, ἀλλὰ πρὸ πάντων κατὰ τοὺς χαλεποὺς καὶ κρισίμους τούτους καιρούς, καθ᾿ οὕς ὀργιάζει τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀκολασία τῶν παθῶν εἰς μέγαν βαθμόν, ὀφείλει ὁ [ἐκκλησιαστικὸς] Ποιμήν, ὁ ἔχων συναίσθησιν τῶν ποιμαντικῶν καθηκόντων αὐτοῦ, νὰ προσέχῃ εἴς τε τὸν ἑαυτόν του καὶ εἰς ὅλον τὸ Ποίμνιόν του, ἀγρυπνῶν καὶ φυλάττων φυλακὰς ἐπὶ τῆς λογικῆς Ποίμνης, μήποτε λύκοι βαρεῖς ἐν σχήματι προβάτων εἰσελάσωσιν εἰς τὴν Ποίμνην καί, παττάσσοντες τὸν Ποιμένα, διασκορπίσωσι καὶ σπαράξωσι τὰ ποίμνια αὐτοῦ. «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾿ ὡς σοφοί», συνιστᾷ καὶ ὁ θεηγόρος ᾿Απόστολος, «ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραὶ εἰσίν» (᾿Εφεσ. εʹ 15). Εἰς περιστάσεις ἀνωμάλους καὶ δυσχερεῖς, εἰς ἃς ζῶμεν ἀπαιτεῖται, ἀγαπητὰ ἐν Χριστῷ τέκνα, μεγάλη σύνεσις καὶ φρόνησις περί τε τὰς ὁμιλίας καὶ τὰς πράξεις ἡμῶν, ὅπως περιφρουρήσωμεν καὶ τὴν ζωὴν ἡμῶν κατασφαλίσωμεν ἀπὸ τῶν ποικίλων πειρασμῶν, τῶν τε ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, εἰς οὓς ἐμβάλλει ἡμᾶς ὁ μισόκαλος καὶ ἀνθρωποκτόνος δαίμων, ὅστις ὡς λέων ὠρυόμενος περιέρχεται τὰς παρατάξεις τῶν πιστῶν, ζητῶν τίνα νὰ ἁρπάσῃ καὶ νὰ καταπίῃ. Οἱ κίνδυνοι, ὑφ᾿ ὧν περιστοιχιζόμεθα, προβάλλουσι πανταχόθεν, ἀπειλοῦντες νὰ φθείρωσιν, οὐ μόνον τὴν σωματικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχικὴν ὑγείαν ἡμῶν, ὅταν εὕρωσιν ἡμᾶς καθεύδοντας καὶ ραθυμοῦντας περὶ τὴν φρούρησιν καὶ τὴν φυλακὴν τῶν σωμάτων καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τῶν δύο τούτων ἀγαθῶν, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν ἱερὰν Παρακαταθήκην, ἧς ἄγρυπνοι φρουροὶ καὶ ἀνύστακτοι φύλακες ἐτάχθημεν ἀπὸ τὸν πανάγαθον Θεὸν καὶ Δημιουργόν. ῾Η φρούρησις καὶ ἡ φυλακὴ τοῦ τιμαλφοῦς τούτου θησαυροῦ, ἢτοι τῆς σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ὑγείας ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ ἀποτελῇ δι᾿ ἡμᾶς ἕν πάρεργον ἐνασχόλημα καὶ τυχαῖον ἀπόκτημα, ἀλλὰ τὸ κυριώτερον μέλημα καὶ τὸ σοβαρώτερον ἀπόκτημα καὶ εὐεργέτημα, ὅπερ ἀπεκτήσαμεν τῷ Χριστῷ, συνταφέντες καὶ ἀναγεννηθέντες διὰ τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος εἰς νέαν σωματικὴν καὶ πνευματικὴν ζωὴν διὰ τῆς ἀποτάξεως τοῦ σατανᾶ καὶ τῆς συντάξεως ἡμῶν ἐν τῷ Χριστῷ, Οὗ ἡ ἐκ νεκρῶν ᾿Ανάστασις καὶ ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σώματος Αὐτοῦ ἐκ τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἀφθαρσίαν καὶ ἐκ τῆς θνησιμότητος εἰς τὴν ἀθανασίαν, χρησιμεύει ὥς τις πνευματικὸς ἀρραβὼν τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς ἀθανασίας ἡμῶν, κατὰ τὸν θεηγόρον ᾿Απόστολον τῶν ᾿Εθνῶν: «Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα, τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη, ἵνα κα- ταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ» (Ρωμ. ϛʹ 5-6). Τὴν νέαν λοιπὸν ταύτην πνευματικὴν ζωήν, εἰς ἢν ἀνακαινιζόμεθα διὰ τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος, πρέπει νὰ περιέπωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ὀφείλοντες καθ᾿ ἣν ἐδώκαμεν ὑπόσχεσιν νὰ νεκρώσωμεν τὰ πάθη ἡμῶν ἐπὶ τῆς γῆς, ἵνα ὡς συγκληρονόμοι Χριστοῦ ἀπολαύσωμεν τὴν αἰώνιον ζωὴν ἐν Οὐρανοῖς. Διότι εἰς πᾶσαν τοῦ βίου περίστασιν ἐπιβουλεύεται ὁ πολυμήχανος καὶ παμπόνηρος διάβολος, στήνων πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν διαφόρους παγίδας καὶ τὰ πάντα μετέρχεται καὶ μηχανᾶται, ὅπως παγιδεύσῃ ἡμᾶς καὶ κρημνίσῃ εἰς τοὺς χάνδακας καὶ τὸν κρημνὸν τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς δαιμονικῆς αὐτοῦ τυραννίας. Δι᾿ ὅ, ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος τάδε λέγει περὶ τοῦ διαβόλου: «Αὐτὸς ἐστί, Κύριε, ὁ δράκων ὁ μέγας ὁ φοινικοῦς, ὁ ἀρχαῖος ὄφις, ὁ σατανᾶς καὶ διάβολος ἐπικεκλημένος... ᾿Ιδοὺ πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν ἐξέτεινεν ἀπείρους παγίδας καὶ πάσας τὰς ὁδοὺς ἡμῶν ἀπάτης ἐπλήρωσεν, ὥστε τὰς ἡμετέρας ἀπατῆσαι ψυχάς, καὶ τίς διαφεύξεται; Παγίδας ἀπέκρυψεν ἐν πλούτῳ, ἐν πενίᾳ, παγίδας ἐξέχεεν ἐν τρυφῇ, ἐν πότῳ, ἐν ἡδονῇ, ἐν ὕπνῳ, ἐν ἀγρυπνίᾳ, ἐν λόγῳ, ἐν ἔργῳ, ἐν πάσῃ ὁδῷ ἡμετέρᾳ... Ρῦσαι ἡμᾶς τοῦ καθημερινοῦ ἀντιδίκου ἡμῶν, ὅς, εἴτε καθεύδομεν, εἴτε ἀγρυπνοῦμεν, εἴτε ἐσθίο- μεν, εἴτε πίνομεν, εἴτε ἄλλο τι ἐργαζόμεθα, πᾶσι τρόποις ἐφέστηκεν ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς τέχναις ἀπάταις νῦν φανερῶς, νῦν λάθρα, δηλητηριώδη καθ᾿ ἡμῶν ἐκτοξεύει βέλη ὡς ἀποκτεῖναι τὰς ἡμετέρας ψυχάς». (Αὐγουστίνου, Εὐχὴ 15η τῶν ἐρωτικῶν). Τοιούτου φοβεροῦ καὶ πολυμηχάνου ἐχθροῦ, ἐπιβουλευομένου τὴν ζωὴν καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς ἡμῶν, ἂς ἀγρυπνῶμεν ἀνύστακτοι φρουροὶ ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ ἀκαθαιρέτου πύργου τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς Πατρῴας Πίστεως καὶ Εὐσεβείας, μόνης ἱκανῆς νὰ καταβάλῃ τὸν σκολιὸν δράκοντα καὶ πολυμήχανον ἐχθρὸν καὶ νὰ προφυλάξῃ ἡμᾶς, ἐν μέσῳ παγίδων διαβαίνοντας, ἀπὸ τὰς στηνομένας πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν ἀπείρους παγίδας καὶ καταχθονίους τοῦ διαβόλου μηχανάς. ᾿Εφ᾿ ᾧ ὁ θεηγόρος ᾿Απόστολος βροντοφωνεῖ: «Μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε· ὁ Θεὸς γὰρ ἐστὶν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν» (Φιλιπ. βʹ 12-13)· «Μὴ δῶς ὕπνον σοῖς ὄμμασι, μηδὲ ἐπινυστάξῃς σοῖς βλεφάροις, ἵνα σώζῃ ὥσπερ δορκὰς ἐκ βρόχων καὶ ὥσπερ ὄρνεον ἐκ παγίδος» (Παροιμ. ϛʹ 4-5)· ἢ ἀλλαχοῦ: «᾿Επίγνωθι ὅτι ἐν μέσῳ παγίδων διαβαίνεις καὶ ἐπὶ ἐπάλξεων πόλεως περιπατεῖς» (Σοφ. Σειρ. θʹ 13). Καὶ ἂν εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις καὶ εἰρηνικὰς περιόδους καθίσταται δύσκολος ἡ χριστιανικὴ ἡμῶν ζωὴ καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς ἡμῶν, πόσῳ μᾶλλον αὕτη ἀποβαίνει δυσχερὴς καὶ ἐπισφαλὴς εἰς περιστάσεις ἀνωμάλους καὶ πολεμικάς, ἃς διατρέχομεν σήμερον, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, καθ᾿ ἅς ὀργιάζει ὁ στυγερὸς δαίμων τῶν βρωμερῶν καὶ χαμαιζήλων παθῶν, αἱ ἀσφυκτικαὶ καὶ δυσώδεις ἀναθυμιάσεις τῶν ὁποίων, πληροῦσαι σύμπασαν τὴν ἀτμοσφαίραν, μολύνουσι καὶ λυμαίνονται πάσας τὰς τάξεις τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας καὶ πολιτείας. Ναί, εἰς οἱονδήποτε στρῶμα τῆς κοινωνίας καὶ ἂν στρέψῃ τις τὸ ὄμμα δὲν βλέπει, παρὰ ψεύδη, δόλους, ἀπάτας, ραδιουργίας, κλοπάς, ἀδικίας, ὕβρεις, ὑπερηφανείας, σαρκασμούς, εἰρωνίας, φθόνους, ὑποκρισίας, προδοσίας, καὶ παντὸς εἴδους ἀθεμιτουργίας καὶ ἀκολασίας, δι᾿ ἅς «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» (᾿Εφεσ. εʹ 6). Στῶμεν καλῶς, ἀγαπητὰ ἐν Χριστῷ τέκνα, καὶ ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας ἡμῶν καὶ «γρηγορῶμεν, ὅτι οὐκ οἴδαμεν ἐν ποίᾳ ἡμέρᾳ καὶ ὥρᾳ ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου ἔρχεται» (πρβλ. Ματθ. κδʹ 42, 44· κεʹ 13). [Βʹ.] Και ὡσεὶ μὴ ἤρκουν οἱ ποικῖλοι οὗτοι πειρασμοὶ καὶ οἱ περιστοιχοῦντες ἡμᾶς κίνδυνοι, οἱ ἀπειλοῦντες νὰ διαφθείρωσι καὶ νὰ δηλητηριάσωσι τὰ ἤθη καὶ τὴν χριστιανικὴν ἡμῶν ζωὴν καὶ πολιτείαν, ἠγέρθησαν — ὡς μὴ ὤφειλον — καὶ ἄλλου εἴδους πειρασμοὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἐξελθόντες ἐξ αὐτῶν τῶν σπλάγχνων τῆς ᾿Εκκλησίας, προσπαθοῦσι νὰ διαφθείρωσι τὰ ὑγιᾶ καὶ ὀρθόδοξα φρονήματα ὑμῶν, νὰ σκανδαλίσωσι δὲ τὰς ψυχὰς καὶ συνειδήσεις τῶν πιστῶν διὰ [μέσου] κενῶν λόγων καὶ συζητήσεων μωρῶν, ἐπιτηδευόμενοι τοὺς Κανονολόγους καὶ Νομοδιδασκάλους καὶ μὴ ἐννοοῦντες, ἐλλείψει κανονικῆς συγκροτήσεως καὶ θεολογικῆς μορφώσεως, μήτε ἃ λέγουσι, μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται. Καὶ μ᾿ ὅλα ταῦτα ἀξιοῦσι νὰ ἐπιβάλωσι τὰς λελανθασμένας γνώμας καὶ πεπλανημένας δοξασίας αὐτῶν, οὐ μόνον εἰς τοὺς λαϊκούς, οἵτινες τυγχάνουσιν ἄγνωστοι θρησκευτικῆς παιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς Κληρικοὺς τῆς ᾿Ορθοδόξου Παρατάξεως ἡμῶν καὶ δὴ εἰς τὸν ἡγέτην καὶ Πρόεδρον ταύτης, τὸν καταρτισθέντα Κανονικῶς καὶ παιδευθέντα θεολογικῶς εἰς ᾿Ανωτάτην Θεολογικὴν Σχολήν, τρανὰ δὲ δείγματα παρασχόντα, ὄχι μόνον λόγοις, ἀλλὰ καὶ ἔργοις, διὰ τὴν ὀρθοδοξίαν τῶν φρονημάτων καὶ τὴν ἐμμονήν του εἰς τὰς ᾿Εκκλησιαστικὰς Παραδόσεις. Καὶ μὴ ξενίζεσθε δι᾿ αὐτό, ἀγαπητὰ ἐν Χριστῷ τέκνα, ἀφοῦ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι καὶ ψευδοδιδάσκαλοι ἀνεφάνησαν καὶ κατὰ τὴν ἀποστολικὴν ἐποχήν, ὡς μαρτυροῦν αἱ ὁμολογίαι τῶν ᾿Αποστόλων: «Καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες, λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν» (Πράξ. κʹ 30). Οἱ ψευδοδιδάσκαλοι οὗτοι, κατὰ τὸ ἀποστολικὸν ρητόν, «ἐξ ἡμῶν μὲν ἐξῆλθον, ἀλλ᾿ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ᾿ ἡμῶν» (Αʹ ᾿Ιωάν. βʹ 19). Τούτους ἡμεῖς ἀνεδείξαμεν εἰς ᾿Επισκόπους, τῇ χάριτι τοῦ παναγίου καὶ τελεταρχικοῦ Πνεύματος, ὅπως μεθ᾿ ἡμῶν ἐξυπηρετήσωσι τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῾Εορτολογίου. ᾿Αλλ᾿ οὗτοι, γενόμενοι ᾿Επίσκοποι, οὐ μόνον δὲν ἀντελήφθησαν καὶ δὲν ἐξετίμησαν τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα καὶ τὴν σοβαρότητα καὶ ἱερότητα τοῦ ῾Εορτολογικοῦ ᾿Αγῶνος, ἀλλὰ καὶ παρεξετράπησαν εἰς πλείστας ὅσας ἀντικανονικότητας, μὴ δειλιάσαντες μηδ᾿ ἀπορριγήσαντες οἱ δείλαιοι, ἄνευ λόγων ᾿Εκκλησιαστικῶν καὶ Κανονικῶν, νὰ διακόψωσι τὴν πνευματικὴν ἐξάρτησιν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μεθ᾿ ἡμῶν, πήξαντες ἴδιον θυσιαστήριον· σχίσαντες οὕτω τὸν ἄρραφον χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ διὰ λόγους προσωπικῆς κενοδοξίας καὶ φιλαρχίας, ἐδημιούργησαν πραγματικὸν σχίσμα, εἰς τοὺς κόλπους τῆς ᾿Ορθοδόξου Παρατάξεως ἡμῶν. Τότε καὶ ἡμεῖς, ἰδόντες ὅτι ὅλα τὰ εἰρηνικὰ μέσα, ἅτινα μετεχειρίσθημεν πρὸς διαφωτισμὸν καὶ ἀποτροπὴν αὐτῶν ἐκ τοῦ ἀδικαιολογήτου σχίσματος, ἀπέβησαν εἰς μάτην, ἠναγκάσθημεν μετὰ λύπης νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀπόσχισιν αὐτῶν, νὰ στερήσωμεν δὲ αὐτοὺς καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῶν τῆς εὐλογίας ἡμῶν. ῎Εκτοτε οὗτοι, ἀπαλλαγέντες τῆς πνευματικῆς δικαιοδοσίας καὶ κηδε- μονίας ἡμῶν, ἐξετραχηλίσθησαν εἰς τοιαύτας ἀντικανονικὰς καὶ ἐγκλη- ματικὰς ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως πράξεις, ὥστε ἐνήχθησαν ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου Χαλκίδος, ὅπερ ἀπήλλαξε μὲν αὐτοὺς τῆς ποινῆς, ἀλλ᾿ ὄχι ὡς ἀθώους τῆς κατηγορίας, ἀλλ᾿ ὡς μωροὺς καὶ ἀκαταλογίστους διὰ τὸ ἀσθενὲς τῆς διανοίας καὶ τὸ ὑπέρακμον τῆς ἡλικίας. Οἱ παρασυνάγωγοι οὗτοι ἐπίσκοποι Βρεσθένης καὶ Κυκλάδων, Ματθαῖος Καρπαθάκης καὶ Γερμανὸς Βαρικόπουλος, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἀπεσχίσθησαν ἐξ ἡμῶν, παρ᾿ ὧν ἔλαβον τὸν ἐπισκοπικὸν βαθμόν, παρέμειναν μὲν ὡς ἐπίσκοποι διὰ τὸ ἀνεξάλειπτον τῆς ῾Ιερωσύνης, ἀλλ᾿ ὡς ἄτομα ἁπλᾶ καὶ ὄχι ὡς ἐκπρόσωποι ᾿Εκκλησίας, ἐξ ῟Ης νὰ ἀρύωνται τὴν χάριν καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ τελεῖν ἐγκύρως πᾶσαν ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν καὶ τελετουργίαν. [Γʹ.] Διότι τὰς ᾿Εκκλησίας, κατὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ ἀντίληψιν, ἱδρύει καὶ προικίζει μὲ τὰ Μυστήρια καὶ τὴν Χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἡ ὅλη ᾿Εκκλησία, ὡς ταμιοῦχος τῆς Χάριτος καὶ ὄχι ὡρισμένος τις ἀριθμὸς λαϊκῶν καὶ κληρικῶν ἀτόμων, ἀποσπωμένων διὰ λόγους διαφωνίας εἰς ἰάσιμόν τι ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα ἀπὸ μιᾶς ἀνεγνωρισμένης ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, μὴ ἀπογυμνωθείσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους καὶ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος μετὰ δίκην καὶ ἀπόφασιν τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας. ῾Η ἀντίληψις, καθ᾿ ἢν δικαιοῦνται τὰ ἄτομα, εἴτε κληρικοί, εἴτε λαϊκοὶ νὰ ἱδρύωσιν ἰδιαιτέραν ἐκκλησίαν ἄνευ τῆς ἀδείας καὶ τῆς ἀναγνωρίσε- ως τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας, ὄζει Προτεσταντισμοῦ, ὅστις ὡς γνώμονα καὶ στάθμην ἀκριβῆ τῆς θείας ᾿Αληθείας δὲν θεωρεῖ τὴν κρίσιν καὶ τὴν γνώμην τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀτόμων, ἐκπροσωπούντων καὶ τούτων, κατὰ τὴν προτεσταντικὴν ἐκδοχήν, τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀνεφύησαν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Προτεσταντικῆς ᾿Εκκλησίας πλεῖσται ὅσαι αἱρέσεις, ἰσάριθμοι πρὸς τὴν πληθὺν τῶν ἀτομικῶν γνωμῶν καὶ ἀντιλήψεων, μὴ χειραγωγουμένων καὶ φωτιζομένων ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας. Καὶ ὄχι μόνον τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν εἰς μίαν ἐπὶ μέρους ᾿Εκκλησίαν προσδίδει καὶ ἀναγνωρίζει ἡ ὅλη ᾿Εκκλησία διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, Οὗ ἡ θεία δύναμις καὶ ἁγιαστικὴ ἰδιότης καὶ θέλησις ἐκδηλοῦται καὶ ἐκφαίνεται — κατὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ ἀντίληψιν — διὰ Συνόδου Οἰκουμενικῆς ἢ Μεγάλης Τοπικῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀρθόδοξον ἰδιότητα καὶ Κανονικὴν ἐγκυρότητα τῶν ᾿Αρχηγῶν τῶν ἐπὶ μέρους ᾿Εκκλησιῶν προσδίδει καὶ ἐπικυροῖ ἡ ὅλη ᾿Εκκλησία. Τούτου ἕνεκα, μόλις ἐκλεγεῖ εἷς ᾿Αρχηγὸς μιᾶς ἐπὶ μέρους ᾿Εκκλησίας, ὑποχρεοῦται νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ εἰς τὰς λοιπὰς ᾿Ορθοδόξους ᾿Εκκλησίας, ἀνταλλάσων μετ᾿ αὐτῶν τὰς εἰρη- νικὰς λεγομένας ἐπιστολάς, δι᾿ ὧν λαμβάνει ὁ νέος ᾿Αρχηγὸς τῆς ᾿Εκκλησίας τὸ χρίσμα τῆς Κανονικότητος καὶ τῆς ἐγκυρότητος τοῦ προΐστασθαι τῆς ᾿Εκκλησίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα παρὰ τῇ ᾿Ορθοδόξῳ ᾿Εκκλησίᾳ τάξις καὶ αἰωνόβιος Αὐτῆς πρᾶξις εἰς τὰ ζητήματα τῆς ὀρθοδόξου ἐννοίας καὶ ἐγκυρότητος τῶν ᾿Εκκλησιῶν καὶ τῶν ᾿Αρχηγῶν αὐτῶν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐρωτῶμεν τοὺς παρασυναγώγους ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἀκολουθοῦντας αὐτοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκούς: πόθεν καὶ ἐκ ποίας ᾿Εκκλησίας ἀρύονται οὗτοι τὸ Κανονικὸν κῦρος τῶν ἐκκλησιαστικῶν πράξεων αὐτῶν, ἀφοῦ ἀπεσχίσθησαν παρ᾿ ἡμῶν ἄνευ λόγων ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐλάκτισαν οὗτοι ἄνευ φόβου Θεοῦ τοὺς χειροθετήσαντας καὶ εἰς ᾿Επισκόπους ἀναδείξαντας αὐτοὺς διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος; ῎Ισως ἀντιτάξωσιν οὗτοι, ὅτι δὲν ἀπεσχίσθησαν παρ᾿ ἡμῶν ἄνευ λόγων ἐκκλησιαστικῶν, προβάλλοντες οὗτοι ὡς τοιούτους τό, ὅτι ἠρνή- θημεν νὰ κηρύξωμεν, ὡς ᾿Εκκλησία ἰδιαιτέρα καὶ ἀνεξάρτητος τῆς Αὐτο- κεφάλου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, τοὺς καινοτομήσαντας ᾿Αρχιερεῖς, τοὺς ἀποδεχθέντας τὸ Παπικὸν ῾Ημερολόγιον, ὡς Σχισματικούς. 



᾿Αλλ᾿ ἐρωτῶμεν αὐτούς: [ἆρά γε,] δικαιοῦται — κατὰ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον καὶ τοὺς θείους καὶ ῾Ιεροὺς Κανόνας καὶ τὴν αἰωνόβιον πρᾶξιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας — νὰ κηρύττῃ Σχισματικοὺς τοὺς ᾿Αρχιερεῖς μία μερὶς Κληρικῶν καὶ Λαϊκῶν, διαφωνούντων πρὸς αὐτοὺς εἰς ἓν ζήτη- μα ἐκκλησιαστικὸν ἰάσιμον — κατὰ τὸν Μέγαν καὶ οὐρανοφάντορα Βασίλειον; δεδομένου, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐχορήγησαν αἱ ῞Αγιαι ῾Επτὰ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, τὰ ἀλάθητα ταῦτα πυξία τῆς θείας ᾿Αληθείας καὶ ἡ ἀκριβὴς στάθμη τῆς ᾿Ορθοδοξίας, εἰς τὴν ὅλην ᾿Εκκλησίαν, συνερχομένην ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι εἰς Οἰκουμενικὴν ἢ Μεγάλην Τοπικὴν Σύνοδον, ῞Ητις μετὰ τὴν ἐξάντλησιν πάντων τῶν εἰρηνικῶν μέσων τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῆς ὑποδείξεως τοῦ ψυχικοῦ ὀλέθρου καὶ τοῦ φοβεροῦ κρημνοῦ, εἰς ὃν ὠθοῦσιν αἱ πεπλανημέναι θρησκευτικαὶ ἰδέαι, προβαίνει μετὰ λύπης εἰς τὴν ἀπόσχισιν αὐτῶν ἐκ τοῦ θεοπαγοῦς καὶ αἰωνοβίου κορμοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, καθαιροῦσα αὐτοὺς τοῦ ἀρχιερατικοῦ δικαιώματος τοῦ τελεῖν ἐγκύρως τὰ Μυστήρια καὶ πᾶσαν ᾿Εκκλησιαστικὴν πρᾶξιν. (Συνεχίζεται...). Α' Μέρος.



«Ποιμαντορικὴ ᾿Εγκύκλιος, Σεβασμιωτάτου πρ. Φλωρίνης κ. Χρυσοστόμου, πρὸς ῞Απαν τὸ ᾿Ορθόδοξον Χριστεπώνυμον Πλήρωμα, τὸ ἀκολουθοῦν τὸ Πάτριον ῾Εορτολόγιον». Αὐτοτελὲς φυλλάδιον, ἐκ σελίδων 16, ἐκδόσεως 1944. ᾿Επιμ. ἡμέτ. Αναδημοσίευση εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Χρυσόστομος ο νέος Ομολογητής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου