ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΤΑΛΟΦΗΣ ΠΟΛΗΣ



Δημοσιεύουμε σε συνέχειες ένα σχολαστικά περιγραφικό κείμενο περί των τελευταίων ημερών της Άλωσης της Βασιλεύουσας, αφενός μεν για να καταδείξουμε την νομοτελειακή συνέπεια της κατά Θεόν Αποστασίας, εφετέρου για να σκιαγραφήσουμε με έντονα χρώματα το όμοιον με την σημερινή δύσμορφη και δύσμοιρη εικόνα της εαλωμένης - από κοινοβουλευτικούς εκποιητές και ευρωπαίους, εωσφορικούς ευρωπαιστές - ημιθανής Πατρίδα μας. Λαός παντελώς αποστάτης, εξουσία διεφθαρμένη, ήθη πνευματικά τεθνεώτα, εποφθαλμιώντες άρπαγες, γειτονικοί λαοί, Καινοτόμος Εκκλησία πνευματικά έκπτωτη, συγκρητισμός και λατινόδουλοι ταγοί, Παπικοί Χριστοκτόνοι και ενχώριοι Ενωτικοί Μειοδότες, ζωή ερμητικά ξοδεμένη σε μια μετά Θεόν γενικευμένη, δαιμονική ανταρσία. Αποστασία και Συγκρητικός Οικουμενισμός είναι οι δύο μεγάλοι κάρφοι στο πληγωμένο Σώμα του παντεπόπτου Χριστού μας, λαός περί άλλων τυρβάζων και παναιρετικοί Νεοποχικοί Οικουμενιστές που διαστρέφουν, εκμαυλίζουν και εκποιούν τον ίδιο τον λόγο του Θεού. Το ''Μετανοείτε'' του Τιμίου Προδρόμου είναι - ίσως, όσο ποτέ - τόσο επίκαιρο, τόσο καθοριστικό και τόσο ψυχικά και πνευματικά αναγκαίο προς εφαρμογή. Ειδάλλως, όπως λέει και η γνωστή, αρχαιοελληνική παροιμία: ''Το Πεπρωμένον Φυγείν Αδύνατον''! Και ο νοών νοείτω. Γ. Δ.



Ο αυτοκράτορας χαιρέτησε λέγοντας το προφητικό εκείνο: "Στέφανος αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν και μνήμη αιώνιος και άξιος εν τω κόσμω έσεται." Τότε τελείως αυθόρμητα συνέβη μία τραγική καί απροσδόκητη σκηνή. Σύσσωμος ο λαός άρχισε να συρρέει προς τήν Αγία Σοφία, την οποία είχαν εγκαταλείψει μετά την κοινή λειτουργία με τους καθολικούς, που είχε γίνει στις 12 Δεκεμβρίου 1452. Η απέραντη εκκλησία γέμισε από δεκάδες χιλιάδες πιστούς, οι οποίοι μαζί με τον Βασιλιά, την αριστοκρατία, τον κλήρο, τέλεσαν την τελευταία λειτουργία, στις 28 Μαΐου 1453, προσευχόμενοι για την σωτηρία της Βασιλεύουσας. Η λαμπρότερη εκκλησία πού κατασκευάστηκε ποτέ ζούσε την αγωνία της γερασμένης αυτοκρατορίας που πέθαινε. Εκείνες οι ψαλμωδίες μας διαβεβαιώνει ο μεγάλος δάσκαλος Σλουμβερζέ θα αντηχούν αιώνια στην ελληνική ψυχή. 



Tο τελευταίο βράδυ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έφιππος μαζί με τον αχώριστο σύντροφό του Φρατζή, έκαναν επιθεώρηση στα τείχη, προσπαθώντας να εντοπίσουν τα αδύνατα σημεία των ρηγμάτων και να εμψυχώσουν τους άγρυπνους σκοπούς. Αργά την νύκτα χώρισαν και δεν έμελλαν να ξαναδούν ο ένας τον άλλον. Στο στρατόπεδο του κατακτητή, τα φώτα όλα ήταν σβησμένα και όλοι περίμεναν το σύνθημα της επίθεσης. Την σιωπή, την συνόδευε μία αποπνικτική ομίχλη, η οποία σύμφωνα με τους ουλεμάδες του σουλτάνου προανήγγειλε την πτώση της Πόλης. Η έσχατη επίθεσις άρχισε τις πρώτες πρωινές ώρες, την νύκτα της Δευτέρας 28 Μαΐου προς την Τρίτη 29 Μαΐου, προς όλα τα σημεία των τειχών, και από την στεριά και από την θάλασσα. Η κύρια βέβαια έφοδος έγινε στην κοιλάδα του Λύκου, μεταξύ της Πύλης του Ρωμανού και την Πύλη της Αδριανουπόλεως, εκεί που το εξωτερικό τείχος είχε καταρρεύσει τελείως, οι τέσσερεις πύργοι είχαν κατεδαφισθεί και στην θέση τους βρίσκοταν ένα αυτοσχέδιο πλέγμα από δοκάρια, κλαριά καί βαρέλια γεμάτα με χώμα και πέτρες. "Αλλάχ, αλλάχ, λαχιλαλλάχ" κραύγαζαν οι επιτιθέμενοι την ώρα που ορμούσαν στα τείχη. "Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια" απαντούσαν οι αμυνόμενοι από το πάνω μέρος των τειχών, την ώρα που εκσφενδόνιζαν σύννεφα από βέλη και πέτρες και έριχναν καυτό λάδι και υγρό πυρ στούς βαρβάρους.  Πολλές διηγήσεις έχουν διασωθεί για το χρονικό της επίθεσης, εκείνη όμως που θεωρείται η πλέον αξιόπιστη είναι του Βενετού Nicolo Barbaro: "Dio die la aspra sententia contra griexi, che el volse che questa citta andasse in questo zorno in man de Macomet bei". "On the 29th of May, the last day of the siege, our Lord God decided, to the sorrow of the Greeks, that He was willing for the city to fall on this day into the hands of Mahomet Bey the Turk son of Murat," είναι η μετάφρασις πού έκανε ο ιστορικός Pears. Σύμφωνα λοιπόν με τον Barbaro, ο Μεχμέτης διαίρεσε τον στρατό του σε τρία σώματα, το κάθε ένα αποτελούμενο από πενήντα χιλιάδες άντρες. Το πρώτο σώμα αποτελείτο από Χριστιανούς (Greace, Latini, Panones, Boetes, ex omunium Christianorum regionibus Teucris commixti) και από άτακτους μουσουλμάνους, βαζιβουζούκους οι οποίοι πολεμούσαν χωρίς οπλισμό και θωράκιση, παρά μόνο με ένα γιαταγάνι στο χέρι. Το δέυτερο σώμα αποτελείτο από τακτικά στρατεύματα με θωράκιση και το τρίτο από τους επίλεκτους μεταξύ των οποίων οι τρομεροί γενίτσαροι, οι οποίοι ξεχώριζαν από τα λευκά σαρίκια. Οι άτακτοι λοιπόν επιτέθηκαν πρώτοι, πέρασαν την τάφρο και με εκατοντάδες σκάλες επιχείρησαν να ανέβουν στα τείχη. Βέλη, ακόντια, πέτρινες και μολυβένιες σφαίρες έριχνε ο ένας αντίπαλος στον άλλο χρησιμοποιώντας τόξα, σφενδόνες, τουφέκια και άλλα πολεμικά όπλα της εποχής. Ιδού η αφήγησις του Barbaro: "Οι ημέτεροι παραχρήμα κατέρριπτον τας κλίμακας εκείνας χαμαί μεθ'απάντων των κρατούντων αυτάς, και άπαντες εκείνοι παραχρήμα εφονεύοντο, προς τούτοις δε οι ημέτεροι έρριπτον από των επάλξεων κάτω μεγάλους λίθους ούτως, ώστε ολίγοι εκείνων ηδύναντο νά διασώσωσι την ζωήν αυτών. Όσοι ήρχοντο υπό τα τείχη, τόσοι εφονεύοντο, και ότε οι φέροντες τας κλίμακας έβλεπον αυτούς, ούτω φονευομένους, ήθελον να επιστρέψωσιν οπίσω προς το στρατόπεδον, όπως μη φονευθώσιν υπό των λίθων. Και ότε οι άλλοι Τούρκοι, οι Τσαούσηδες, οι ευρισκόμενοι όπισθεν έβλεπον, ότι εκείνοι έφευγον, πάραυτα κατέκοπτον αυτούς με τα γιαταγάνια αυτών και ηνάγκαζον να επιστρέψωσιν εις τά τείχη ούτως, ώστε κατά πάντα τρόπον συνέπιπτε ν' αποθάνωσιν την μίαν φοράν ή την άλλην." Οι 'Ελληνες πολεμούσαν σαν λεοντάρια καί ιδιαιτέρως ο Ιουστινιάνης καί ο Αυτοκράτορας, οι οποίοι κρατούσαν το πιο αδύνατο σημείο στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Το πρώτο κύμα της εφόδου, το μόνο πού κατάφερε ήταν να κουράσει τους αμυνόμενους καί στο τέλος αποδεκατίσθηκε. Υστερα από δύο ώρες ο σουλτάνος επέτρεψε στους επιζώντες να υποχωρήσουν. 'Αλλωστε αυτός ήταν ο σκοπός αυτής της εφόδου: να κουραστούν οι αμυνόμενοι και να αποδεκατιστούν οι άτακτοι και οι τυχοδιώκτες. Αργότερα με το πρώτο λυκαυγές όρμησε το δεύτερο κύμα, τακτικού στρατού, άριστα εξοπλισμένοι, οι οποίοι δεν είχαν ανάγκη από τσαούσηδες να τούς παρεμποδίζουν την υποχώρηση, γιατί αυτοί οι μαχητές δεν υποχωρούσαν, αλλά θεωρούσαν τιμή τους να πεθάνουν για τον σουλτάνο και τον Αλλάχ. Ας αφήσουμε τώρα τον επίσης αυτόπτη Κριτόβουλο να μας διηγηθεί την δεύτερη έφοδο των τουρκικών στιφών: "Έπειτα μέγας βοήσας ο βασιλεύς Μεχεμέτης καλεί τούς υπασπιστάς καί οπλίτας και το άλλο άγημα. Οι δ'ευθύς ξυν βοή και αλαλαγμώ φρικαλέω διαβάντες την τάφρον προσέμειξαν τω έξω τείχει· το δε όλον κατέριπτο ταις μηχαναίς· σταυρώματα δε μόνον ήσαν αντί τείχους αυτού μεγάλων δοκών και φάκελοι κλημάτων και άλλης ύλης και αμφορείς μεστοί γης. Ενταύθα ξυνίσταται μάχη κρατερά εκ χειρών αγχεμάχοις όπλοις, των μεν οπλιτών και υπασπιστών αγωνιζομένων βιάσασθαι τε τους προμαχομένους και επιβήναι του σταυρώματος των δε Ρωμαίων και Ιταλών αποσάσθαί τε τούτους και φυλάξαι το σταύρωμα. Ούτως ουν ευρώστως και γενναίως αγωνιζομένων αμφοτέρων και μαχομένων, το πλέον της νυκτός παρελήλυθε· και εκράτουν και οι Ρωμαίοι και Ιουστίνος μετά των ξυν αυτώ, κατέχοντες τε ασφαλώς το σταύρωμα και φυλάσσοντες, και αμυνόμενοι τους επιόντας γενναίως." 'Αντεξαν λοιπόν και το δεύτερο τρομερό κύμα εφόδου οι Ρωμηοί, οι Βενετοί και οι Γενουάτες. Όλοι οι αμυνόμενοι διακρίθηκαν και περισσότερο, σύμφωνα με τον Σλουμβερζέ οι τρείς Ιταλοί αδελφοί Boccardi και οι αρχηγοί Τρεβιζάνος και Minotto που μάχονταν στο ανάκτορο του Πορφυρογέννητου (Τεκφούρ Σεράϊ). Και ίσως αυτό να ήταν το κρισιμότερο σημείο της μάχης. Η Πόλις άντεχε, κανένας Τούρκος δεν είχε καταφέρει να περάσει το σταύρωμα και τα τείχη, και ο σουλτάνος αγανακτούσε με τήν αποτυχία. Αρχίσαν να χαμογελούν οι αμυνόμενοι παρά την κούραση και τήν αυπνία που τους είχαν εξαντλήσει. Ο Μωάμεθ, αν και είχε χάσει την ψυχραιμία του, βλέποντας πλήθος τους νεκρούς των στρατιωτών του, οργάνωσε αμέσως την τρίτη έφοδο. Πλησίασε τους γενίτσαρους, τους εξόρκισε να πολεμήσουν για την πίστη τους και το πρωί πλέον της 29ης Μαίου, όπου ο ήλιος είχε ήδη ανατείλλει, όρμησε το τρίτο κύμα κατά των τειχών. Και ενώ μαίνοταν η μάχη στην περίβολο, μεταξύ του εσωτερικού καί του εξωτερικού τείχους, ο Θεός, όπως λέει και ο Βενετός ιστορικός είχε πάρει τήν απόφασή του. Εκεί που το χερσαίο τείχος πλησίαζε προς τόν Κεράτιο Κόλπο, κοντά στο Παλάτι του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, υπήρχε ανοικτή μία μικρή πόρτα. Η μισή ήταν κάτω από το επίπεδο του εδάφους και λεγόταν Κερκόπορτα ή πύλη του κίρκου, επειδή οδηγούσε σε ένα ιπποδρόμιο (κίρκο) έξω από τα τείχη. Επειδή λοιπόν είχε φέξει, οι Γενίτσαροι που τριγύριζαν στην περίβολο παρατήρησαν την ανοικτή πύλη και αμέσως πενήντα από αυτούς εισέβαλλαν στην Πόλη. Αφού εύκολα εξουδετέρωσαν όσους μάχονταν πάνω στα τείχη, πέταξαν τις σημαιες με τον Δικέφαλο Αετό και το Λεοντάρι του Αγίου Μάρκου και έστησαν μπαϊράκια με την ημισέληνο. Οι διψασμένοι για λάφυρα Οθωμανοί, αμέσως έτρεξαν στην Μονή της χώρας και την λεηλάτησαν, ενώ εκεί κατέστρεψαν τήν περίφημη εικόνα της Οδηγήτριας, το παλλάδιον της Θεοφύλακτης Πόλης, που είχε σχεδιάσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. "Η Πόλις Εάλω" αντήχησε από στόμα σε στόμα σπέρνοντας τον πανικό στις ψυχές των Ελλήνων. Την ίδια στιγμή στο σημείο της Πύλης του Ρωμανού, όπου συνεχίζοταν η μάχη σώμα μέ σώμα, τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης, ο οποίος αποφάσισε να εγκαταλείψει τον αγώνα και να αποσυρθεί στην γαλέρα του για να γιατρευτεί. Ο Κωνσταντίνος μάταια τον ικέτευσε να παραμείνει στο πεδίο της μάχης, αλλά ο Γενοβέζος επέμεινε και έφυγε παίρνοντας μαζί του αρκετούς Ιταλούς. Κατόρθωσε να φτάσει στο καράβι του, όπου πέθανε πλέοντας προς στην Χίο. Οι περισσότεροι συγγραφείς της εποχής κατακρίνουν τον Ιουστινιάνη για την ατολμία της στιγμής ή οποία ήταν η αιτία να κλονιστεί η άμυνα σε εκείνο ακριβώς το σημείο και οι Τούρκοι να εισβάλλουν στο εσωτερικό της Πόλης. Ο Παλαιολόγος τότε έβγαλε την αυτοκρατορική του στολή, διατηρώντας τα ερυθρά πέδιλα με τους χρυσούς δικέφαλους αετούς, γύρισε στον Καντακουζηνό και του είπε: "Υπάγωμεν προς τον θάνατο," ενώ κατά άλλους είπε: "Γίνεται εγώ να είμαι ζωντανός και η Πόλις να έχει κυριευτεί; Ας βρεθεί ένας χριστιανός να μου πάρει τό κεφάλι." Ακολουθούμενος από τους πιστούς του: Θεόφιλο Παλαιολόγο, Ιωάννη Δαλμάτη, Δημήτριο Καντακουζηνό και τον Φραγκίσκο από το Τολέδο της Γρανάδας, όρμησε στο πλήθος των βαρβάρων και εχάθη μαχόμενος σαν απλός στρατιώτης, το πρωί της 29ης Μαΐου, ημέρα Τρίτη. 


Ο πρώτος Τούρκος, που θα ανέβαινε στο τείχος θα κέρδιζε την μεγαλύτερη αμοιβή από τον σουλτάνο και ήταν ένας γενίτσαρος με το όνομα Χασάν. Ο Χασάν ήταν γεννημένος 'Ελληνας από τήν Βιθυνία της Μικράς Ασίας, αλλά είχε την τύχη των παιδιών που τα άρπαζαν οι Οθωμανοί και τα στρατολογούσαν στο σώμα των γενιτσάρων. 'Ελληνας λοιπόν παρέδωσε την Πόλη στον σουλτάνο και πρέπει να ξέρουμε, ότι όσους ήρωες γέννησε αυτός ο τόπος, άλλους τόσους και ίσως περισσότερους προδότες γέννησε και συνεχίζει να γεννά. Θα ακολουθήσω τόν 'Ιμβριο Κριτόβουλο, τον γραμματέα του σουλτάνου, και θα δώσω μία ελεύθερη απόδοση της περιγραφής του για την συνέχεια της φοβερής εκείνης αλώσεως: "Οι μαχητές μπαίνουν στην πόλη από το κατεστραμμένο τείχος και σκοτώνουν όλους τους Ρωμηούς που μάχονταν να τους απωθήσουν. Εξοργισμένοι από τις τόσες μέρες της πολιορκίας ορμούν στα σπίτια και κατασφάζουν όσους βρίσκουν, άντρες, γυναίκες και παιδιά χωρίς να λυπηθούν κανένα. Κατά ομάδες κινούνται κατά των πλουσίων οικιών και κατά των εκκλησιών, όπου ελπίζουν να βρουν θησαυρούς λεηλατώντας, φονεύοντας, βρίζοντας και αρπάζοντας αιχμαλώτους. {Συνεχίζεται...}... Μέρος 2ον.



Εκ του Ιστολογίου CONSTANTINOPLE. Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Αγιογραφία Di Panourgias.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου