ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ



Ενας ἅγιος, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τοὺς πιὸ με­γάλους διδασκάλους τῆς ἁγίας μας Ἐκκλη­σίας, ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, τοῦ ὁποίου ἀναξίως φέρω τὸ ὄνομα, εἶπε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε πνευματικὸς καθρέφτης. 



Ὅπως στὸν καθρέφτη βλέπουμε τὴ μορφή μας καὶ εὐπρεπιζόμαστε, ἔτσι στὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε ὄχι τὸν ὁρατὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν ἀόρατο ἑαυτό μας, τὶς κα­κίες καὶ τὰ πάθη μας, γιὰ νὰ τὰ δι­ορθώνου­με. Κι ὅπως δὲν ὑπάρχει σπίτι, ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ φτωχό, χωρὶς καθρέφτη, ἔτσι δὲν πρέ­πει νὰ ὑπάρχῃ οἰκογένεια χωρὶς Εὐ­αγγέλιο. 



του π. Αυγουστίνου Καντιώτη


Σήμερα λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε μπρο­στά μας πάλι τὸν πνευματικὸ καθρέφτη καὶ μέσα σ᾽ αὐτὸν βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας. –Τὸν ἑαυτό μας; θὰ πῆτε· μὰ δὲ μιλάει γιὰ μᾶς τὸ εὐ­αγγέλιο. Καὶ ὅμως. Ἐλᾶτε νὰ δοῦμε μὲ συν­τομία τί μᾶς λέει ἡ περικοπὴ καὶ πῶς σ᾽ αὐτὴν καθρεφτίζεται ὁ ἑαυτός μας. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου, στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος ἦταν χτισμένο ἕνα χωριὸ ποὺ τὸ ἔλεγαν Γάδαρα. Στὸ χωριὸ αὐτὸ ζοῦ­σε ἥσυχα ἕνας νέος. Ἐνῷ ὅμως ἦταν ἡ χαρὰ καὶ τὸ καμά­ρι τῶν γονέων του, ξαφνικὰ ὁ ἄνθρω­πος αὐτὸς ἄλλαξε. Τὸ μυαλό του θόλω­σε, ἡ γλῶσσα του μπέρδεψε καὶ ἄρχισε νὰ βγάζῃ ἄ­σχημα λόγια. Ὠργιζόταν, θύμωνε, χτυπιόταν, ἔσχιζε τὰ ροῦχα του καὶ παρουσιαζόταν γυμνός, ὅπως τὸν γέννησε ἡ μάνα του. Ἔβγαινε ἔξω, ἔτρεχε δεξιὰ κι ἀριστερά. Τὴ νύχτα δὲν κοιμόταν στὸ σπίτι ἀλλὰ στὰ νεκροταφεῖα, μέσ᾿ στα μνήματα. Πήγαιναν συγγενεῖς καὶ φί­­λοι νὰ τὸν πιάσουν, τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες, ὄχι μὲ σχοινιά, κι αὐτὸς εἶχε τέτοια πρωτοφανῆ δύναμι ποὺ ἔσπαζε τὶς ἁλυσίδες ὅ­πως σπάει κανεὶς τὶς κλωστές. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος ὅλης τῆς περιοχῆς· κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ περάσῃ ἀπ᾽ τὸ μέρος ἐκεῖνο. Τί ἦταν, τρελλός; Μακάρι νὰ ἦταν τρελλός. Ὑπάρχει κάτι χειρότερο ἀπ᾽ τὴν τρέλλα, κι ἂς μὴν τὸ πιστεύουμε κι ἂς μὴ θέλουμε νὰ τὸ ἀν­τιληφθοῦμε. Ὁ νέος αὐτὸς ἦταν δαιμονισμένος, «εἶχε δαιμόνια» λέει τὸ εὐαγγέλιο (Λουκ. 8,27). Κάποια στιγμὴ ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς του καὶ δέχτηκε μέσα του τὸ σατανᾶ, τὸν διάβολο. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἔχασε πλέον τὸν ἔλεγχο, τὸ κοντρὸλ τοῦ ἑαυτοῦ του· καὶ κον­τρὸλ τοῦ ἀνθρώπου εἶνε τὸ μυαλό. Τὸ τιμόνι του δὲν τὸ εἶχε πλέον ὁ ἴδιος, τὸ εἶχε ὁ σατανᾶς, τὸ πνεῦμα τὸ πονηρό. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ ἔχασε τὴν ταυτότητα καὶ τὴν προσωπικότητά του· ἦταν ἕνα ρομπότ, τὸ ὁ­ποῖο κινοῦσε ὡς ἐνεργούμενο ὁ σατανᾶς. Ὅ,τι ἔλεγε ἐκεῖνος, ἔπραττε αὐτός· ἦταν ὄρ­γανο σατανικό. –Μά, θὰ πῆτε, ἔρχεσαι τώρα, στὸν αἰῶνα αὐ­­τό, καὶ μᾶς λὲς πὼς ὑπάρχουν δαίμονες καὶ δαι­μονισμένοι ἄνθρωποι; Τί παραμύθια εἶν᾽ αὐτά; Ἔτσι ζητᾶτε νὰ ναρκώσετε τὸ λαὸ καὶ τὸν βάζετε νὰ πιστεύῃ σὲ τέτοια… Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν λέει παραμύθια, κηρύττει τὴν ἀλήθεια. Τέτοια ἔλεγε κ᾽ ἕνας ἄπιστος ἀ­στροναύτης, ποὺ βγῆκε λίγο ἔξω ἀπὸ τὴ γήινη ἀτμόσφαιρα κι ὅταν γύρισε εἶπε ὅτι δὲ συνάν­τησε πουθενὰ ἐκεῖ ἀγγέλους. Καὶ τὸ πῆραν αὐτὸ καὶ τὸ ἔγραψαν σὲ σχολι­κὸ βιβλίο, γιὰ νὰ διδάσκωνται τὰ παιδιὰ τὴν ἀ­θεΐα. Σὲ κάποιο σχολεῖο λοιπὸν ρωτοῦσε ἡ δα­σκάλα· –Ποιός εἶδε, παιδιά, ἀγγέλους; ὁ ἀ­στροναύτης μας πέ­ταξε στὸ διάστημα καὶ δὲν εἶδε κανέναν ἄγγελο. Τότε ἕνας μικρὸς –φωτίζει ὁ Θεὸς ἀθῷα πλάσματα– ἀποστόμωσε τὴ δασκάλα λέγον­τας: –Κυρία, πέταξε πολὺ χα­­μηλά· ἂν πετάξῃ ψη­λότερα, θὰ τοὺς δῇ! Καὶ τί ἦταν πρά­γματι τὸ ἅλμα ἐκεῖνο τοῦ ἀστροναύ­του; Οὔτε ἕνα μικρὸ βῆμα δὲν εἶχε κάνει, καὶ βεβαίωνε ὁ ἀ­λαζὼν ὅτι δὲν εἶδε ἀγγέλους. Ὑπάρχει πνευματικὸς κόσμος ἀόρατος. Κι ἂν δὲν τὸν βλέπουν τὰ φυσικά μας μάτια, μᾶς βεβαιώνουν γι᾽ αὐτὸν πολλὲς ἐνέργειές του ὁ­ρατὲς καὶ αἰσθητές. Καὶ στὸν κόσμο αὐτὸν δὲν ἀνήκουν μόνο οἱ ἄγγελοι· ἀνήκουν καὶ οἱ δαίμονες. Καὶ κυριαρχοῦν δυστυχῶς στὴν ἀν­θρωπότητα. Κ᾽ εἶνε ἀναίσθητος ὅποιος δὲν τὸ νιώθει καὶ τυφλὸς ὅποιος δὲν τὸ βλέπει. Δαιμόνια καὶ δαιμονιζόμενοι; Πλῆθος. Θέλε­τε μερικὰ παραδείγματα; Νά· χθὲς ἡ ἐφημερίδα ἔγραφε, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος τελείωσε τὴ δουλειά του, πάει στὸ σπίτι καί, ἐνῷ ἦταν ἥσυχος, πιάνει ἕνα καυγᾶ μὲ τὴ γυναῖκα του· καὶ σὲ μιὰ στιγμή, καθὼς ἦταν ὠργισμένος καὶ θυμωμένος, παίρνει ἕνα μαχαίρι, τὴν καταδι­ώκει, ἐκείνη τρύπωσε μέσα στὸ μέρος, αὐτὸς σπάει τὴν πόρτα καὶ τὴν ἔσφαξε μὲ δεκαεφτὰ μαχαιριές! Τί ἦταν αὐτό; Δαιμόνιο· ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε νὰ προσ­ευχώμαστε «…ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονη­ροῦ» (Ματθ. 6,13), καὶ γι᾽ αὐτὸ ἕνας ψαλμὸς λέει· Σῶ­σε μας «ἀπὸ δαιμονίου μεσημβρινοῦ» (Ψαλμ. 90,6). Κάθε ἄν­θρωπος δέχεται πειρασμό. Λένε καὶ ψυχολόγοι, ὅτι καὶ ὁ πιὸ λογικὸς καὶ συνετὸς καὶ ἐπιστήμων ἔχει κάποτε «τὸ πεντάλεπτο τῆς τρέλλας» – ἔτσι τὸ λένε. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ· καὶ ὁ πιὸ ἐνάρετος καὶ ἅγιος, σὲ ἕνα πεντάλεπτο δαιμονισμοῦ, ἂν ἀμελήσῃ, μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα. Ὑπάρχει λοι­πὸν τὸ δαιμόνιο τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ. Ὑπάρχει τὸ δαιμόνιο τοῦ φθόνου, τῆς ζήλειας, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ χάνῃ τὸ χρῶ­­μα του καὶ νὰ κιτρινίζῃ ἀπ᾽ τὴ στενοχώρια γιὰ τὴν πρόοδο καὶ εὐτυχία τοῦ ἄλλου. Ὑπάρχει τὸ δαιμόνιο τῆς ἀλαζονείας, ὅταν κάποιος νομίζει ὅτι εἶνε μεγάλος κ᾽ ἔχει ἀξία. Ὑπάρχει τὸ δαιμόνιο τῆς φιλαργυρίας, ποὺ γιὰ τριάκοντα ἀργύρια προδίδει καὶ τὸ Χριστό. Ὑπάρχει τὸ δαιμόνιο τῆς γαστριμαργίας. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀρκεῖται στὸ κανονικὸ φαγητό, ἀλλὰ τρώει παραπάνω· ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ παραπάνω δὲν εἶνε δικό του, «εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρ­­φανοῦ», ἐκείνων ποὺ πεινοῦν καὶ δυστυχοῦν. Τὸ χειρότερο δαιμόνιο στὴν ἐποχή μας εἶ­νε τὸ δαιμόνιο τοῦ σέξ. Βλέπεις ἄνθρωπο γέρο, μὲ παιδιὰ κ᾽ ἐγγόνια, κι ἀφήνει τὴ γυναῖκα του γιὰ νὰ πάρῃ ἄλλη, καὶ γίνεται γελοῖος. Ποιός θὰ τὰ περιγράψῃ αὐτά; Βρέθηκε ἕνας σοφός, ὁ Ντοστογιέφσκυ. Ἐγὼ τὸν ὀνομάζω προφήτη τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ, γιατὶ προέβλεψε τὰ δεινὰ ποὺ θὰ ἔρθουν στὸν κόσμο. Λέγεται ὅτι, ὅταν ἐπὶ τσαρικοῦ καθεστῶτος τὸν ἔστειλαν ἐξορία στὴ Σιβηρία, μιὰ γριούλα τοῦ ἔδωσε ἕνα Εὐαγγέλιο. Ἐκεῖ τὸ διάβασε, τὸ με­λέτησε· καὶ φωτίστηκε καὶ ἔγραψε τὰ σπουδαι­­ότατα συγγράμματά του, ὅπου ψάλλει τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς λοιπὸν μετα­ξὺ τῶν ἄλλων ἔγραψε κ᾽ ἕνα βιβλίο μὲ πεν­τα­κόσες σε­λίδες ποὺ ἐπιγράφεται Οἱ δαιμονισμένοι. Παίρ­νει τὴ σημερινὴ περικοπή, τὴ βάζει στὴν πρώτη σελίδα, καὶ μέσα περιγράφει περιπτώσεις δαιμονισμένων τῆς ἐπο­χῆς του ποὺ ἔβλεπε στὶς καλύβες, στὰ σπίτια, στὴν ὕπαιθρο καὶ τὶς πόλεις, στὰ σχολεῖα καὶ τὰ πανεπιστήμια καὶ τὶς ἀκαδημίες, στοὺς μικροὺς καὶ τοὺς τρανούς. Περιγράφει πῶς οἱ δαίμονες ταράζουν ὅλους. Καὶ ἂν ὁ Ντοστογιέφσκυ ζοῦσε σήμερα, θὰ ἔγραφε δεύτερο βιβλίο· γιατὶ λιγώτερα ἦταν τὰ δαιμόνια τότε, ἐνῷ τώρα πολλαπλασιάστη­καν. Τὰ δαιμόνια περιγράφει καὶ τὸ μικρὸ ρωσι­κὸ βι­βλίο. Ὁ πνευματικὸς καθρέπτης· κυκλοφορεῖ μεταφρασμένο, συνιστῶ νὰ τὸ διαβάσετε. Εἴμαστε σὲ ἐποχὴ δαιμόνων. Τί εἶνε λ.χ. τὰ μέντιουμ; ὄργανα ὑπὸ τὴν κατο­χὴ τοῦ δαίμονος· τοὺς ὑπαγορεύει λόγια καὶ τοὺς κατευθύνει τὸ πονηρὸ πνεῦ­μα· κ᾽ οἱ ἄνθρω­ποι, ποὺ τρέχουν σ᾽ αὐτοὺς νὰ μάθουν τὰ μυστι­κά τους, δέχονται τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ. Δαιμονιζόμενοι εἶνε οἱ ἀ­στρολόγοι·ὅλοι ὅ­σοι πιστεύουν στὰ ἄστρα καὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ζῴδια δέχονται τὴν ἐπήρεια τοῦ δαίμονος. Δαιμονιζόμενοι εἶνε οἱ μάγοι· ὅποιος καταφεύγει σ᾽ αὐτούς, γιὰ πρόβλημα ὑγείας ἢ ἄλ­λο, σκλαβώ­νεται στὸν διάβολο. Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῆς περιφερείας μου ἕνας εὐλαβὴς παπᾶς ἔ­μαθε ὅτι ἀρρώστησε κάποιος· πάει στὸ σπίτι, χτυπάει τὴν πόρτα· καὶ δὲν τὸν δέχτηκαν, για­­τὶ μέσα εἶχαν τὸ μάγο. Δὲ σᾶς χρειαζόμαστε τώρα, τοῦ εἶπαν. Κ᾽ ὕστερα ἀπὸ τέσσερις μέ­­ρες ὁ ἄρρωστος πέθανε. Δὲν τὸν ἔσωσε ὁ μάγος, αὐτοὶ ὅμως ὑποτάχθηκαν στὸ δαίμονα. Ἀλλὰ τὸ φοβερώτερο δαιμόνιο εἶνε τὸ δαιμόνιο τῆς βλαστήμιας. Ὁ σατανᾶς δὲν τολμά­ει νὰ βλαστημήσῃ ὁ ἴδιος.

 

Εἴδατε σήμε­ρα τί λέει στὸ εὐαγγέλιο· «Μὴ μὲ βασανίσῃς» (Λουκ. 8,28). Ἔτρεμε μπρο­στὰ στὸ Χριστό, ποὺ εἶνε ὁ δυνατὸς τῶν δυνατῶν· τρέμει τὸν τίμιο σταυρό, «…φρίττει γὰρ καὶ τρέμει μὴ φέρων καθορᾶν αὐτοῦ (τοῦ σταυροῦ) τὴν δύναμιν» (Παρακλ., ἦχ. πλ. δ΄, Κυρ. αἶνοι). Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὁ ἴδιος δὲν βλαστημάει, βάζει τὸν ἄν­­θρωπο νὰ τὸ κάνῃ. Καὶ ἐδῶ, ποὺ δὲν ἀκουγόταν οὔτε μιὰ βλαστήμια, τώρα μικροὶ – μεγάλοι βλαστη­μοῦν τὸ «ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Σημεῖο ἀντιχρίστου ἦταν ὁ Καζαντζάκης· αὐτὸς ὕβρισε τὸ Χριστὸ ὅσο κανένας ἄλλος. Σταματῶ, ἀδελφοί μου· μοῦ ᾿ρχεται νὰ κλάψω. Ἂν δὲν ἀντιδράσουμε ὥστε νὰ παύσῃ αὐ­τὴ ἡ ἀσέβεια, ἐγὼ ἁμαρτωλός, ποὺ πιστεύω στὸ Χριστό, στὰ ἱερὰ εὐαγγέλια, στὶς προφητεῖ­ες τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, σᾶς προειδοποιῶ· θὰ γίνῃ κακὸ μεγάλο. Ὁ Θεὸς νὰ γίνῃ ἵλεως. 


Αντιγραφή από το Ιστολόγιο Αναβάσεις. Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


π. Αυγουστίνος Καντιώτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...