ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΤΕΚΝΟ


 

᾿Αγάπη καὶ ᾿Ελευθερία ἢ ᾿Εξουσία καὶ ᾿Εξάρτησις;



Σεβαστοὶ Πατέρες καὶ Μητέρες· ᾿Αγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ᾿Αδελφοὶ καὶ ᾿Αδελφές· Τέκνα ἐν Κυρίῳ·



Αʹ. Προοιμιακὰ


Επικαλοῦμαι τὶς εὐχὲς τοῦ πολυσεβάστου Γέροντος καὶ ῾Οδηγοῦ μας, τοῦ Πατρὸς καὶ Μητροπολίτου μας κυρίου Κυπριανοῦ, καθὼς καὶ τὴν ἐνίσχυσι καὶ τὴν καθοδήγησι τῆς Μητέρας μας Θεοτόκου, άλλὰ καὶ τὶς προσευχές Σας, προκειμένου νὰ ἀναφερθῶ, σχεδὸν ἐπιγραμματικά, σὲ βασικὲς μόνο θέσεις τοῦ πολύπτυχου θέματος: «Πνευματικὸς Πατέρας καὶ Πνευματικὸ Τέκνο: ᾿Αγάπη καὶ ᾿Ελευθερία ἢ ᾿Εξουσία καὶ ᾿Εξάρτησις;».



του Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού


Κατ᾿ οὐσίαν δὲν θὰ πρωτοτυπήσω, δηλαδὴ δὲν θὰ παρουσιάσω μία πλήρη, ἔστω καὶ σύντομη, Πραγματεία ἐπὶ τοῦ θέματος· ἁπλῶς καὶ μόνο θὰ προσπαθήσω νὰ κωδικοποιήσω γνωστὰ ἤδη πράγματα, μάλιστα μέσα ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τῆς ταπεινῆς μου πείρας ὡς ᾿Εξομολόγου-Πνευματικοῦ, τόσο Λαϊκῶν ὅσο καὶ Μοναχῶν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο μὲ ὤθησε στὴν παρουσίασι τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν ἦταν βεβαίως ἡ εὐχάριστος πλευρὰ τῆς σχέσεως πνευματικοῦ Πατέρα καὶ πνευματικοῦ Τέκνου, ἀλλὰ ἡ δυσάρεστος, ἡ λεγομένη παθολογία τῆς πνευματικῆς πατρότητος. ῎Εχω διαπιστώσει καὶ καταγράψει τοὺς κινδύνους στὴν ἀμφίδρομη αὐτὴ σχέσι καὶ ἐπιθυμῶ, στὰ ὅρια τῆς ποιμαντικῆς μου εὐθύνης, νὰ ἐπιστήσω μὲ τρόπο σαφῆ τὴν προσοχὴ καὶ στὸν πνευματικὸ Πατέρα καὶ στὸ πνευματικὸ Τέκνο, ὥστε αὐτὴ ἡ ἁγιοπνευματικὴ σχέσις νὰ παραμένη αὐτὸ καὶ μόνο, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀνέκαθεν, δηλαδή: Διακονία Καταλλαγῆς τοῦ Ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.



Βʹ. Γενικὸ πλαίσιο


1.Ἔχουμε γίνει μάρτυρες τοῦ μεγάλου κινδύνου νὰ ἀλλοτριωθῆ τὸ Χάρισμα, ἡ Διακονία τῆς Καταλλαγῆς, σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ὁ πνευματικὸς Πατέρας νὰ ἐκπέση σὲ ἕναν καθοδηγητὴ τῆς ἐξωτερικῆς συμπεριφορᾶς, σὲ ἕναν Κανονοφύλακα, δηλαδὴ σὲ ἕναν φύλακα-ἀμύντορα τῶν Κανονικῶν καὶ Νομικῶν Διατάξεων, σὲ ἕναν ᾿Εξουσιαστὴ καὶ Δυνάστη καὶ ἐν τέλει καταστροφέα τοῦ θεοειδοῦς Προσώπου τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου. 2. Ἡ γνήσια Παράδοσις τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας ἔχει προσδώσει στὴν πνευματικὴ Πατρότητα ἐκκλησιολογικὸ χαρακτῆρα· τόσο ὁ ᾿Επίσκοπος, ὡς «τύπος τοῦ Πατρός», ὅσο καὶ οἱ  Πρεσβύτεροι κατόπιν, ἀργότερα δὲ οἱ ᾿Αββάδες, οἱ Γέροντες, οἱ Στάρετς, ἀλλὰ καὶ οἱ Μητέρες-Ἀμμάδες, ἔχουν λάβει ἕνα ἰδιαίτερο Χάρισμα, τὸ Χάρισμα τῆς Πνευματικῆς Πατρότητος-Μητρότητος, δηλαδὴ νὰ γεννοῦν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου πνευματικὰ Τέκνα, ὄχι ἰδικά τους, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ, νὰ βιώνουν τὶς ὠδῖνες ἑνὸς ὑπερφυοῦς τοκετοῦ, «ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς» μέσα στὶς καρδιές τους. 3. Τὸ Χάρισμα ὅμως αὐτό, ἂν καὶ καλλιεργῆται ἐντὸς τῶν Κανονικῶν ῾Ορίων τῆς ᾿Εκκλησίας, εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς μυστικῆς χειροθεσίας ἐντὸς τοῦ χαρισματικοῦ χώρου τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐντὸς τοῦ μυστηριακοῦ ἐκείνου χώρου, ὅπου συλλαμβάνεται, κυοφορεῖται καὶ γεννᾶται ἡ θεία Χάρις στὴν καρδιὰ τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου. 4. Στὴν ᾿Ορθοδοξία μας δηλαδή, ἔχουμε τὴν λειτουργικὴ Πατρότητα, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ῾Ιερωσύνη· ἀλλά, καὶ τὴν χαρισματικὴ Πατρότητα - Μητρότητα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίαν ἐξαιρετικὴ δωρεὰ τοῦ Παρακλήτου· οἱ δύο αὐτὲς Πατρότητες εἶναι δυνατὸν νὰ συμπίπτουν καὶ ὁ λόγος μας σήμερα ἀφορᾶ πρωτίστως καὶ κυρίως τὴν σύμπτωσι, τὴν ταυτότητα αὐτήν. 5. Στὸν χαρισματικὸ χῶρο τοῦ πνευματικοῦ τοκετοῦ, ὁ πνευματικὸς Πατέρας ἀσκεῖ τὴν ὑψηλοτάτη Διακονία νὰ εἶναι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, Μυσταγωγός, Νυμφαγωγός, ᾿Ιατρός, Θεραπευτής, Διάκονος καὶ Συνεργὸς στὴν πορεία τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου πρὸς τὴν Θέωσι, τὴν Χριστοποίησί του. 6. Οἱ πνευματικὲς ὠδῖνες τοῦ Πατρὸς ἔχουν σταθερὸ προσανατολισμό: νὰ ὁδηγήσουν τὸ πνευματικὸ Τέκνο στὴν ἐν Χριστῷ ὡρίμανσι καὶ χειραφέτησι, δηλαδὴ στὴν ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ᾿Ελευθερία. 7. Στὴν μυστηριακὴ αὐτὴ σχέσι συναντῶνται καὶ κοινωνοῦν δύο Πρόσωπα ἐν ᾿Αγάπῃ καὶ ᾿Ελευθερίᾳ, ἀλλὰ πάντοτε ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ Θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, δηλαδὴ καὶ οἱ δύο εὑρίσκονται ἐν τῇ ὑπακοῇ, εἶναι ὑποτακτικοὶ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τοῦ Θεοῦ. Ὑπενθυμίζω τὴν χαρακτηριστικὴ διδασκαλία τοῦ ῾Ιεροῦ Χρυσοστόμου: «Πρόβατα καὶ Ποιμένες πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην εἰσὶ διαίρεσιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες Πρόβατα· καὶ γὰρ οἱ ποιμαίνοντες καὶ οἱ ποιμαινόμενοι ὑφ᾿ ἑνὸς τοῦ ἄνω Ποιμένος ποιμαίνονται». 8. Αὐτὴ ἡ κοινὴ ἀναφορὰ στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας ἀποτελεῖ μίαν διαρκῆ ἄσκησι σὲ μία πορεία νὰ καταστοῦν Πατέρας καὶ Τέκνο ὡλοκληρωμένα ἐν Χριστῷ Πρόσωπα, στὴν σχέσι μεταξὺ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει καμμία θέσι ἡ ᾿Εξουσία καὶ ἡ ᾿Εξάρτησις, ὁ πειθαναγκασμὸς καὶ ἡ ὑπακοὴ ὡς αὐτοσκοπός, οἱ ποινὲς γιὰ ἐξιλέωσι καὶ ἡ θρησκευτικὴ καθηκοντολογία, ἡ μετάθεσις τῶν εὐθυνῶν καὶ ἡ νοσηρὰ αὐτο-παραίτησις· ἀλλά, στὴν σχέσι αὐτὴ ἔχει θέσι μόνον ἡ ᾿Αγάπη καὶ ἡ ᾿Ελευθερία. 9. ῾Η ἄσκησις αὐτή, ὅπως ἤδη ἀντιλαμβάνεσθε, ἐνέχει πολλοὺς κινδύνους καὶ γιὰ τὶς δύο πλευρές· ὑπάρχει δηλαδὴ τὸ ἐνδεχόμενο, εἴτε ἀπὸ ἄγνοια εἴτε ἀπὸ ἀνωριμότητα εἴτε ἀπὸ ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ὁ πνευματικὸς Πατέρας νὰ βλάψη τὸ πνευματικὸ Τέκνο καὶ ἀντιθέτως. Στὶς περιπτώσεις αὐτές, ἡ πνευματικὴ Πατρότης καὶ ἡ πνευματικὴ Υἱότης παύουν νὰ εἶναι αὐθεντικὲς καὶ ἑπομένως λειτουργοῦν καταστροφικά, εἴτε πρὸς τὴν μία πλευρὰ εἴτε πρὸς τὴν ἄλλη εἴτε καὶ πρὸς τὶς δύο. 10. Κρίνω λοιπὸν σκόπιμο, νὰ προβῶ σὲ μερικὲς εἰδικὲς ᾿Ιατρός, Θεραπευτής, Διάκονος καὶ Συνεργὸς στὴν πορεία τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου πρὸς τὴν Θέωσι, τὴν Χριστοποίησί του. 


Γʹ. Εἰδικὲς ἐπισημάνσεις. 

1. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀγάπη πρὸς τὸν πνευματικὸ Πατέρα εἶναι ἕνα πνευματικὸ γεγονός, εἶναι ἕνα Μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε Κοινωνία Προσώπων, κοινωνία ὄχι συναισθηματικὴ - ψυχολογική, ἢ λογική, ἀλλὰ ὑπαρξιακή. 2. Ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ὑπακοὴ τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου πρὸς τὸν πνευματικὸ Πατέρα, ὡς ἔκφρασις εὐγνωμοσύνης καὶ σεβασμοῦ, δὲν ἀποτελεῖ προσωπολατρία καὶ ψυχολογικὴ ἐξάρτησι, ἀλλὰ ἔξοδο ἀπὸ τὴν φυλακὴ τῆς ἀθεράπευτης λογικῆς καὶ τῆς φιλαυτίας, πρὸς συνάντησιν καὶ ἀλληλοπεριχώρησιν τῶν δύο αὐτῶν Προσώπων μέσα στὸ Ἄκτιστο Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος. 3. Ἡ Ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν πνευματικὸ Πατέρα ἔχει ἀναγωγικὸ καὶ ὀντολογικὸ χαρακτῆρα· δηλαδή, τὸ πνευματικὸ Τέκνο, ὡς Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀνάγεται διὰ τοῦ Πνευματικοῦ στὸ Πρωτότυπό του, στὴν Ἄκτιστη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός μας· ἑπομένως, ἀγαπῶντες καὶ τιμῶντες τὸν πνευματικὸ Πατέρα, ἀγαπῶμε καὶ τιμῶμε τὸν Χριστό μας. 4. ῾Ο πνευματικὸς Πατέρας εἶναι εἰς τύπον καὶ τόπον τῆς Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μας· δηλαδή, στὸν Πνευματικὸ ἐνεργεῖ ὁ Χριστός μας, διὰ μέσου τοῦ Πνευματικοῦ παροντοποιεῖται ὁ Χριστός· ἔτσι, ἡ ᾿Αγάπη πρὸς τὸν Πνευματικὸ εἶναι ᾿Αγάπη πρὸς τὸν παρόντα διὰ μέσου Αὐτοῦ Σωτῆρα μας Χριστό. 5. Καὶ μόνο ἡ ῾Υπακοὴ – μὲ ἀγάπη, ἐλευθερία, σεβασμὸ καὶ πίστι – στὸν πνευματικὸ Πατέρα καταπολεμεῖ τὴν αὐτάρκεια καὶ τὴν τυραννικὴ αὐτοαγάπη, μεταδίδει τὴν Χάρι καὶ τὴν εὐλογία τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ ὁδηγεῖ τὸ πνευματικὸ Τέκνο στὴν θεωρία του Ακτίστου Φωτός.  6. Οἱ πνευματικὲς ὠδῖνες τοῦ Πατρὸς ἔχουν σταθερὸ προσανατολισμό: νὰ ὁδηγήσουν τὸ πνευματικὸ Τέκνο στὴν ἐν Χριστῷ ὡρίμανσι καὶ χειραφέτησι, δηλαδὴ στὴν ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ᾿Ελευθερία. 7. Στὴν μυστηριακὴ αὐτὴ σχέσι συναντῶνται καὶ κοινωνοῦν δύο Πρόσωπα ἐν ᾿Αγάπῃ καὶ ᾿Ελευθερίᾳ, ἀλλὰ πάντοτε ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ Θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, δηλαδὴ καὶ οἱ δύο εὑρίσκονται ἐν τῇ ὑπακοῇ, εἶναι ὑποτακτικοὶ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τοῦ Θεοῦ. Ὑπενθυμίζω τὴν χαρακτηριστικὴ διδασκαλία τοῦ ῾Ιεροῦ Χρυσοστόμου: «Πρόβατα καὶ Ποιμένες πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην εἰσὶ διαίρεσιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες Πρόβατα· καὶ γὰρ οἱ ποιμαίνοντες καὶ οἱ ποιμαινόμενοι ὑφ᾿ ἑνὸς τοῦ ἄνω Ποιμένος ποιμαίνονται». 8. Αὐτὴ ἡ κοινὴ ἀναφορὰ στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας ἀποτελεῖ μίαν διαρκῆ ἄσκησι σὲ μία πορεία νὰ καταστοῦν Πατέρας καὶ Τέκνο ὡλοκληρωμένα ἐν Χριστῷ Πρόσωπα, στὴν σχέσι μεταξὺ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει καμμία θέσι ἡ ᾿Εξουσία καὶ ἡ ᾿Εξάρτησις, ὁ πειθαναγκασμὸς καὶ ἡ ὑπακοὴ ὡς αὐτοσκοπός, οἱ ποινὲς γιὰ ἐξιλέωσι καὶ ἡ θρησκευτικὴ καθηκοντολογία, ἡ μετάθεσις τῶν εὐθυνῶν καὶ ἡ νοσηρὰ αὐτοπαραίτησις· ἀλλά, στὴν σχέσι αὐτὴ ἔχει θέσι μόνον ἡ ᾿Αγάπη καὶ ἡ ᾿Ελευθερία. 9. ῾Η ἄσκησις αὐτή, ὅπως ἤδη ἀντιλαμβάνε-σθε, ἐνέχει πολλοὺς κινδύνους καὶ γιὰ τὶς δύο πλευρές· ὑπάρχει δηλαδὴ τὸ ἐνδεχόμενο, εἴτε ἀπὸ ἄγνοια εἴτε ἀπὸ ἀνωριμότητα εἴτε ἀπὸ ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ὁ πνευματικὸς Πατέρας νὰ βλάψη τὸ πνευματικὸ Τέκνο καὶ ἀντιθέτως. Στὶς περιπτώσεις αὐτές, ἡ πνευματικὴ Πατρότης καὶ ἡ πνευματικὴ Υἱότης παύουν νὰ εἶναι αὐθεντικὲς καὶ ἑπομένως λειτουργοῦν καταστροφικά, εἴτε πρὸς τὴν μία πλευρὰ εἴτε πρὸς τὴν ἄλλη εἴτε καὶ πρὸς τὶς δύο. 10. Κρίνω λοιπὸν σκόπιμο, νὰ προβῶ σὲ μερικὲς εἰδικὲς ἐπισημάνσεις, γιὰ τὴν προστασία ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν, μὲ τὴν διευκρίνισι ὅτι ἀπευθύνομαι πρωτίστως καὶ κυρίως σὲ πνευματικοὺς Πατέρες, οἱ ὁποῖοι διακονοῦν στὸν κόσμο, ἐν μέσῳ λαϊκῶν. Γʹ. Εἰδικὲς ἐπισημάνσεις. 1. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀγάπη πρὸς τὸν πνευματικὸ Πατέρα εἶναι ἕνα πνευματικὸ γεγονός, εἶναι ἕνα Μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε Κοινωνία Προσώπων, κοινωνία ὄχι συναισθηματικὴ - ψυχολογική, ἢ λογική, ἀλλὰ ὑπαρξιακή. 2. Ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ὑπακοὴ τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου πρὸς τὸν πνευματικὸ Πατέρα, ὡς ἔκφρασις εὐγνωμοσύνης καὶ σεβασμοῦ, δὲν ἀποτελεῖ προσωπολατρία καὶ ψυχολογικὴ ἐξάρτησι, ἀλλὰ ἔξοδο ἀπὸ τὴν φυλακὴ τῆς ἀθεράπευτης λογικῆς καὶ τῆς φιλαυτίας, πρὸς συνάντησιν καὶ ἀλληλοπεριχώρησιν τῶν δύο αὐτῶν Προσώπων μέσα στὸ Ἄκτιστο Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος. 3. Ἡ Ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν πνευματικὸ Πατέρα ἔχει ἀναγωγικὸ καὶ ὀντολογικό χαρακτῆρα· δηλαδή, τὸ πνευματικὸ Τέκνο, ὡς Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀνάγεται διὰ τοῦ Πνευματικοῦ στὸ Πρωτότυπό του, στὴν Ἄκτιστη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός μας· ἑπομένως, ἀγαπῶντες καὶ τιμῶντες τὸν πνευματικὸ Πατέρα, ἀγαπῶμε καὶ τιμῶμε τὸν Χριστό μας. 4. ῾Ο πνευματικὸς Πατέρας εἶναι εἰς τύπον καὶ τόπον τῆς Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μας· δηλαδή, στὸν Πνευματικὸ ἐνεργεῖ ὁ Χριστός μας, διὰ μέσου τοῦ Πνευματικοῦ παροντοποιεῖται ὁ Χριστός· ἔτσι, ἡ ᾿Αγάπη πρὸς τὸν Πνευματικὸ εἶναι ᾿Αγάπη πρὸς τὸν παρόντα διὰ μέσου Αὐτοῦ Σωτῆρα μας Χριστό. 5. Καὶ μόνο ἡ ῾Υπακοὴ –μὲ ἀγάπη, ἐλευθερία, σεβασμὸ καὶ πίστι– στὸ πνευματικὸ Πατέρα καταπολεμεῖ τὴν αὐτάρκεια καὶ τὴν τυραννικὴ αὐτο-αγάπη, μεταδίδει τὴν Χάρι καὶ τὴν εὐλογία τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ ὁδηγεῖ τὸ πνευματικὸ Τέκνο στὴν θεωρία τοῦ ᾿Ακτίστου Φωτός. 6. ῾Ο πνευματικὸς Πατέρας πρέπει ἐπίσης νὰ ἔχη πνευματικὸ Πατέρα, διότι προηγεῖται ἡ ἰδική του-προσωπική του κατὰ Θεὸν γέννησις καὶ ἕπεται ἡ γέννησις πνευματικῶν Τέκνων ἀπὸ Αὐτόν. 7. Τὸ πνευματικὸ Τέκνο δὲν πρέπει νὰ συγχέη τὴν ἐν Χριστῷ πνευματικὴ σχέσι μὲ τὸν πνευματικὸ Πατέρα καὶ τὴν ᾿Αγάπη πρὸς Αὐτὸν μὲ τὴν ἐξιδανίκευσι, δηλαδὴ τὴν σχεδὸν μυθοποίησι τοῦ Πνευματικοῦ, ὡς δῆθεν ἰδεώδους προσώπου· διότι, καὶ ὁ Πνευματικὸς εἶναι ἄνθρωπος μὲ ἀδυναμίες, τὶς ὁποῖες ἡ γνήσια Ἀγάπη ἀντιμετωπίζει γόνιμα καὶ οἰκοδομητικά, ὥστε νὰ προστατεύεται τὸ Τέκνο ἀπὸ τὴν ἀπογοήτευσι καὶ κατάρρευσι, ὅταν τὶς διαπιστώνη. 8. Τὸ πνευματικὸ Τέκνο δὲν ἀναζητεῖ μίαν ὑπερπροστασία, ἕναν ὑπερ-μπαμπᾶ, στὸν ὁποῖο νὰ ἀναθέση τὶς εὐθῦνες του, μέσῳ μιᾶς νοσηρᾶς ὑποταγῆς καὶ τυφλῆς ὑπακοῆς καὶ ψυχολογικῆς ἐξαρτήσεως· ἀλλά, ἀναζητεῖ τὴν βίωσι τοῦ Μυστηρίου τῆς Πνευματικῆς Πατρότητος καὶ Υἱότητος, προκειμένου νὰ ὁδηγηθῆ ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τοῦ δούλου, στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, στὴν πνευματικὴ υἱοθεσία. 9. Ὁ πνευματικὸς Πατέρας πρέπει νὰ διακατέχεται ἀπὸ τὸν φόβο μήπως παραμορφώσει τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Προσώπου τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου, μὲ τὸ νὰ μετατρέψη τὸ διακονικό του Λειτούργημα σὲ Ἐξουσία, καὶ μάλιστα ἀπόλυτη, γενόμενος ἔτσι διευθυντὴς συνειδήσεως καὶ δημιουργώντας ὀπαδοὺς ἀντὶ Τέκνων. 10. Ὁ πνευματικὸς Πατέρας γεννᾶ - τίκτει ἐν Χριστῷ ἕνα Τέκνο, τὸ βοηθεῖ νὰ καλλιεργῆ τὸ χάρισμα τῆς σοφίας καὶ προσοχῆς, τοῦ συμπαραστέκεται καὶ τὸ ἐμψυχώνει, μέχρις ὅτου ἐνηλικιωθῆ, ὥστε αὐτὸ νὰ βιώση πλέον ἐν Ἀγάπῃ τὴν Ἐλευθερία του, ἀξιοποιώντας ὑπεύθυνα τὰ τάλαντα καὶ χαρίσματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός. 11. Ὁ πνευματικὸς Πατέρας ὀφείλει νὰ μὴν ἐνθαρρύνη νοσηρὲς –ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπερβολικὲς– ἐκφράσεις ἀφοσιώσεως στὸ πρόσωπό του (λ.χ. δουλοπρεπεῖς γονυκλισίες, παρατεταμένα χειροφιλήματα, ἐκζήτησις εὐλογίας γιὰ μηδαμινὰ πράγματα κ.ἄ.), διότι ἔτσι κινδυνεύει νὰ προσβληθῆ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ νόσο τοῦ ναρκισσιστικοῦ καὶ ἀνθρωποκεντρικοῦ Γεροντισμοῦ. 12. ᾿Επίσης, δὲν πρέπει νὰ καλλιεργῆται ἡ θανατηφόρος νόσος ται ἡ γέννησις πνευματικῶν Τέκνων ἀπὸ Αὐτόν. 13. Ὁ πνευματικὸς Πατέρας δὲν ὑποκαθιστᾶ τὴν σκέψι καὶ τὸν νοῦν τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου, ἀλλὰ λειτουργεῖ θεραπευτικά: στρέφει αὐτά, δηλαδὴ τὴν σκέψι καὶ τὸ νοῦν τοῦ Τέκνου, πρὸς τὸν Θεό, ὥστε διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς τηρήσεως τῶν Ἐντολῶν, νὰ θεραπευθοῦν, νὰ φωτισθοῦν καὶ νὰ θεωθοῦν, προκειμένου νὰ ἔχουν ἐν Ἐλευθερίᾳ ὀρθὸν προσανατολισμόν. 14. Ὁ πνευματικὸς Πατέρας ὀφείλει νὰ μὴ λησμονῆ, ὅτι ἡ Ὑπακοὴ δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλὰ μέσον καὶ πνευματικὸ ἐργαλεῖο, τὸ ὁποῖο ὅταν χρησιμοποιῆται χριστοκεντρικά, ὄχι ἀνθρωποκεντρικά, ὁδηγεῖ τὸ πνευματικὸ Τέκνο στὴν ὡρίμανσι καὶ ᾿Ελευθερία, καὶ ὄχι στὸν αὐτοματισμὸ/ρομποτισμό. 15. Ὁ πνευματικὸς Πατέρας ἁμαρτάνει βαρύτατα, ὅταν ἐνθαρρύνη, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, μία ἀρρωστημένη προσκόλλησι στὸ πρόσωπό του καὶ ἀσκῆ μία συνθλιπτικὴ καταπίεσι στὴν συνείδησι τοῦ Τέκνου, ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς ὀφειλομένης τυφλῆς ὑπακοῆς, ἐνῶ ὁ Χριστός μας ζητεῖ μόνο μία ἐνσυνείδητη, δηλαδὴ ἐν γνώσει καὶ ἀγάπῃ καὶ ἐλευθερίᾳ ῾Υπακοή. 16. Ὁ Πνευματικὸς δὲν εἶναι δυνάστης καὶ ὁδοστρωτήρας, ὥστε νὰ ἐπιδιώκη τὴν δημιουργία πιστῶν ἀντιγράφων τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλ᾿ ἐνθαρρύνει τὴν ἀνάπτυξι τῆς προσωπικότητος καὶ τῶν χαρισμάτων τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου, γιὰ νὰ πάρη αὐτὸ ὑπεύθυνα στὰ χέρια του τὸ πηδάλιο τῆς ζωῆς του. 17. Σὲ καμμία ἀπολύτως περίπτωσι δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται ἀμφοτέρωθεν τὰ ὅρια τῆς Μοναχικῆς ῾Υπακοῆς πρὸς τὸν Γέροντα μὲ τὴν ῾Υπακοὴ τῶν Λαϊκῶν πρὸς τὸν Πνευματικό, διότι ὑπάρχει μεταξὺ τὼν δύο αὐτῶν ῾Υπακοῶν μία βαθειὰ μυστηριακὴ διαφορά: ὁ μὲν Μοναχὸς ἔχει δεσμευθῆ σὲ μία εἰδικὴ – ἀπολύτου χαρακτῆρος– ῾Υπακοή, μέσῳ ὑποσχέσεων καὶ μὲ συγκεκριμένο σκοπό· ὁ δὲ Λαϊκὸς εἶναι ἤδη δεσμευμένος διὰ τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος στὴν γενικοῦχαρακτῆρος «Ὑπακοὴ τοῦ Χριστοῦ». 18. Ὁ δεσμός, ὁ ὁποῖος συνδέει τὸν πνευματικὸ Πατέρα μὲ τὸ πνευματικὸ Τέκνο, εἶναι Δεσμὸς Ἀμοιβαίας Ἀγάπης ἐν Χριστῷ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀποκαθαίρεται συνεχῶς ἀπὸ κάθε συναισθηματικὴ ἔξαρσι καὶ νὰ προστατεύεται ἑκατέρωθεν ἀπὸ κάθε τι ποὺ πιθανὸν ὑποκρύπτει ἐμπάθειαν, μὲ τὴν στενὴ καὶ τὴν εὐρεῖα σημασία, ὥστε νὰ ἀναπτύσσεται μέσα σὲ ἕνα κλῖμα σεμνότητος καὶ ἁπλότητος, ἱεροπρέπειας καὶ σοβαρότητος, ἐγγύτητος καὶ ἀποστάσεως. Δʹ. Ἐπιλογικὲς σκέψεις - προτροπὲς 1. Ἂς προσέχουν λοιπόν, τόσο ὁ πνευματικὸς Πατέρας ὅσο καὶ τὸ πνευματικὸ Τέκνο, ὥστε ἡ εὐλογημένη σχέσις τους νὰ μὴν ἐξελιχθῆ σὲ ψυχολογικὴ ἐξάρτησι· εἶναι πολὺ σημαντικό, ὁ Πνευματικὸς νὰ ἐμπνέη τὸ Τέκνον, ὥστε νὰ ὑποτάσση πᾶν νόημα καὶ κίνημα τῆς ὑπάρξεώς του στὴν «῾Υπακοὴ τοῦ Χριστοῦ», διότι μόνον ἔτσι αὐτὸ θὰ θεραπευθῆ καὶ θὰ ἀναγεννηθῆ ἐν Ἀγάπῃ καὶ ᾿Ελευθερίᾳ. 2. Ἂς προσέχη ὁ Πνευματικός, ὥστε νὰ μὴ δίδη τὴν ἐντύπωσι, ὅτι αὐτὸς ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ἰδεολογικοῦ ἢ ψυχολογικοῦ καταφυγίου, ὅπου τὸ ἀνήσυχο, ταραγμένο καὶ τρομαγμένο πνευματικὸ Τέκνο θὰ εὕρη μία παροδικὴ-ἐπιφανειακὴ ἀνακούφισι· ἀλλά, νὰ φροντίζη, ὥστε νὰ ἀναδεικνύωνται καὶ ἐξαίρωνται ἡ ἁγιο-πνευματικὴ ᾿Ελευθερία ἀπὸ τὴν αὐτο-κόλασι τῆς φιλαυτίας, ἡ ὑπευθυνότης, ἡ ἁγία τόλμη καὶ ἐπιμονὴ στὴν καλλιέργεια τῶν Χαρισμάτων· καὶ ὅλα αὐτὰ βεβαίως, στὴν προοπτικὴ τῆς Συναντήσεως μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας. 3. Ἂς προσέχη ὁ πνευματικὸς Πατέρας, ὥστε νὰ μὴ λησμονῆ, ὅτι αὐτὸς πρῶτος, ὡς «Διάκονος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ», εἶναι ῾Υποτακτικὸς τῆς ᾿Εκκλησίας· ἑπομένως, δὲν ἐνσαρκώνει ἕνα εἶδος ᾿Εξουσίας ἐπὶ τοῦ πνευματικοῦ Τέκνου· ἄρα, ὀφείλει νὰ ἀσκῆ αὐτὸς τὴν τέλεια Αὐταπάρνησι μὲ τὴν αὐτοπαράδοσί του στὸν κατ᾿ ἐξοχὴν καὶ κατ᾿ ἀκρίβειαν μόνον ἀληθινὸ Πνευματικὸ Ὁδηγὸ τῆς ᾿Εκκλησίας, δηλαδὴ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 4. Ἂς προσέχη ὁ πνευματικὸς Πατέρας, ὥστε νὰ ἔχη πάντοτε ὡς κανόνα δράσεως τὴν ἀντιεξουσιαστικὴ προτροπὴ τοῦ Μεγάλου Γέροντος Βαρσανουφίου (᾿Απόκρισις λεʹ): «Μὴ ἀναγκάσῃς τὴν προαίρεσιν (τοῦ Τέκνου), ἀλλ᾿ ἐλπίδι σπεῖρον· καὶ γὰρ, ὁ Κύριος ἡμῶν οὐκ ἠνάγκασέ τινα, ἀλλ᾿ εὐηγγελίσατο· καὶ εἴ τις ἤθελεν ἤκουσεν». 5. Ἂς προσέχη ὁ Πνευματικός, ὥστε νὰ μὴν ἰδιοποιῆται τὸ Τέκνον· ἀλλά, ἐὰν τοῦτο προοδεύη πνευματικὰ καὶ χρειάζεται κάτι ἀνώτερο, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ τοῦ προσφέρη Αὐτός, τότε ὁ ἴδιος, μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι, νὰ ὑποδείξη ἕναν περισσότερο ἔμπειρο Πνευματικό, ἕναν καλύτερο ᾿Ιατρὸ-Θεραπευτή. 6. Ἂς προσέχη ἐπίσης, μὲ τὴν σειρά του, τὸ πνευματικὸ Τέκνο, ὥστε νὰ μὴν ἐπαναπαύεται στὴν ὑπαρκτὴ ἢ ὑποτιθέμενη ἁγιότητα τοῦ Πνευματικοῦ του, νὰ καυχᾶται γι᾿ αὐτὴν καὶ νὰ ἀμεριμνᾶ· ἀλλά, νὰ ἀγωνίζεται μὲ ζῆλο τὸ κατὰ δύναμιν, διότι οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε ὁ Πνευματικὸς θὰ τὸ σώση, ἂν αὐτὸ δὲν ἀσκῆ ὑπεύθυνα τὴν ᾿Ελευθερία του. Ἕνας Ἀδελφὸς ἐπισκέφθηκε κάποτε τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ προσευχηθῆ γι᾿ αὐτόν. Ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «Οὐδὲ ἐγώ σε ἐλεῶ, οὐδὲ ὁ Θεός, ἐὰν μὴ σὺ αὐτὸς σπουδάσῃς, καὶ αἰτήσῃ τὸν Θεὸν» (ἐὰν ἐσὺ ὁ ἴδιος δὲν σπεύσης μὲ προθυμία καὶ σοβαρότητα νὰ παρακαλέσης τὸν Θεό). 



7. Ἂς προσέχουν γενικὰ οἱ Πιστοί μας, ὥστε νὰ μὴν ἀλλάζουν πνευματικὸ Πατέρα, στὴν συνήθως μάταιη προσπάθειά τους νὰ ἀνακαλύψουν ἕναν Πνευματικὸ ὑψηλοτάτης ἁγιότητος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβη δῆθεν ὅλη τὴν εὐθύνη καὶ θὰ λύση δῆθεν ἀμέσως καὶ θαυματουργικῶς τὰ ὑποτιθέμενα προβλήματά τους· διότι, μέσῳ ἑνὸς Πνευματικοῦ ἁπλοῦ καὶ μὲ φόβο Θεοῦ, εἶναι δυνατόν, ἐξορκίζοντες τὸν αὐτοδικαιωτισμό, νὰ ἐνεργοποιήσουν τὸν θεῖο ζῆλο, νὰ ὑπερβοῦν τὴν φιλαυτία, νὰ θυσιασθοῦν γιὰ τὸν ᾿Αδελφὸ καὶ νὰ γίνουν Πρόσωπα ἐν ᾿Αγάπῃ καὶ ᾿Ελευθερίᾳ, μέσα στὴν ἄρρητη φωτοχυσία τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Αμήν!


Εὐχαριστῶ!


† ὁ Ὠ.Κ.


 2/15.11.2012 ᾿Αχαρναὶ ᾿Αττικῆς


Εκ της Τριμηνιαίας Ἔκδοσις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος, '' ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ ''. Ἀριθμὸς τεύχους 2. Ἰούνιος - Ἰούλιος - Αὔγουστος 2014. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου