ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ


 

Ὅταν παιδίον διηρχόμην ἐκεῖ πλησίον,ἐπὶ ὁναρίου ὀχούμενος,διὰ νὰ ὑπάγω νὰ ἀπολαύσω τὰς ἀγροτικάς μας πανηγύρεις τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα,τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Πρωτομαγιᾶς,ἐρρέμβαζον γλυκὰ μὴ χορταίνων νὰ θαυμάζω περικαλλὲς δένδρον μεμονωμένον,πελώριον,μίαν βασιλικὴν δρῦν.Οποῖον μεγαλεῖον εἶχεν!Οἱ κλάδοι της χλωρόφαιοι,κατάμεστοι,κραταιοί·οἱ κλῶνοι της γαμψοὶ ὡς ἡ κατατομὴ τοῦ ἀετοῦ,οὖλοι ὡς ἡ χαίτη τοῦ λέοντος,προεῖχον ἀναδεδεμένοι εἰς βασιλικὰ στέμματα.Καὶ ἦτο ἐκείνη ἅνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς,βασίλισσα τῆς δρόσου...Ἀπὸ τὰ φύλλα της ἐστάλαζε καὶ ἔρρεεν ὁλόγυρά της «μάννα ζωῆς,δρόσος γλυκασμοῦ,μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Ἔθαλπον οἱ ζωηφόροι ὀποί της ἔρωτα θείας ἀκμῆς καὶ ἔπνεεν ἡ θεσπεσία φυλλάς της ἵμερον τρυφῆς ἀκηράτου.Καὶ ἡ κορυφή της βαθύκομος ἠγείρετο ὡς στέμμα παρθενικόν,διάδημα θεῖον.



ᾘσθανόμην ἄφατον συγκίνησιν νὰ θεωρῶ τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐκεῖνο δένδρον.᾽Εφάνταζεν εἰς τὸ ὄμμα,ἔμελπεν εἰς τὸ οὗς, ἐψιθύριζεν εἰς τὴν ψυχὴν φθόγγους ἀρρήτου γοητείας.Οἱ κλῶνοι,οἱ ράμνοι,τὸ φύλλωμά της,εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν σεῖσιν,ἐφαίνοντο ὡς νὰ ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν,τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθην...».Μ’ ἔθελγε,μ’ ἐκάλει ἐγγύς της.᾽Επόθουν νὰ πηδήσω ἀπὸ τοῦ ὑποζυγίου,νὰ τρέξω πλησίον της,νὰ τὴν ἀπολαύσω,νὰ περιπτυχθῶ τὸν κορμὸν της,ὅστις θὰ ἦτο ἀγκάλιασμα διὰ πέντε παιδιὰ ὡς ἐμέ, καὶ νὰ τὸν φιλήσω.Νὰ προσπαθήσω ν’ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸ πελώριον στέλεχος,τὸ ἀδρὸν καὶ ἀμαυρόν, ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ σταύρωμα τῶν κλάδων της ν’ ἀνέλθω εἰς τοὺς κλώνους,νὰ ὑψωθῶ εἰς τοὺς ἀκρέμονας.Καὶ ἄν δὲν μ’ ἐδέχετο καὶ ἄν μ’ ἀπέβαλλεν ἀπὸ τὸ σῶμα της καὶ μ’ ἔρριπτε κάτω,ἂς ἔπιπτον νὰ κυλισθῶ εἰς τὴν χλόην της,νὰ στεγασθῶ ὑπὸ τὴν σκιάν της,ὑπὸ τὰ ἀετώματα τῶν κλώνων της,τὰ ὅμοια μὲ στέμματα Δαβὶδ θεολήπτου.Ἐπόθουν,ἀλλ’ ἡ συνοδεία τῶν οἰκείων μου, μεθ’ ὧν ἐτέλουν τὰς ἐκδρομὰς ἐκείνας ἀνὰ τὰ ὄρη,δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ.Καὶ μίαν χρονιάν,ἦτο κατὰ τὰς ορτὰς τοῦ σωτηρίου ἔτους 18...,καθὼς εἴχομεν διέλθει πλησίον τοῦ δένδρου,ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Μέγα Μανδρί· ἦτο δὲ τὸ Μέγα Μανδρὶ μικρὸς συνοικισμός,θερινὸν σκήνωμα τῶν βοσκῶν τοῦ τόπου. Ἐκατοίκουν ἐκεῖ ἑπτὰ ἤ ὀκτὼ οἰκογένειαι ἀγροτῶν.Δύο ἐκ τῶν οἰκογενειῶν τούτων συνεδέοντο πρὸς τοὺς γονεῖς μου διὰ δεσμῶν βαπτίσματος,κολιγοσύνης κτλ. καὶ ὅλοι ἦσαν φίλοι καὶ συμπατριῶται μας.Κατηρχόμεθα ἐκεῖ συνήθως τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα,εἶτα πάλιν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου ἤ τὴν Πρωτομαγιάν,ἄλλοτε δὲ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου ἤ τῆς Ἀναλήψεως.Επὶ τερπνοῦ λόφου ὑπῆρχε τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγ. ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου,ὅπου ἐλειτουργούμεθα.Ἤγοντο ἐκεῖ χοροὶ καὶ πανηγύρεις,δρόσος καὶ ἀναψυχὴ καὶ χάρμα ἐβασίλευεν.Ἐθύοντο ἀρνία καὶ ἐρίφια,καὶ σπονδαὶ ἐγίνοντο πυροξάνθου ἀνθοσμίου.Ἐτελοῦντο ἀγῶνες ἀμίλλης,δισκοβολίαι καὶ ἅλματα.῎Επληττε τὰς πραείας ἠχοῦς ὁ φθόγγος τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς λύρας,συνοδεύων τὸ ἔρρυθμον βῆμα τῶν παρθένων πρὸς κύκλιον χορόν.Καὶ ξανθαὶ ἐρυθρόπεπλοι βοσκοποῦλαι ἐπήδων,ἐπέτων,ἐκελάδουν.Καθὼς εἴχομεν φθάσει ἐκεῖ,τὴν χρονιὰν ἐκείνην,μὲ εἶχε κυριεύσει ζωηρότερον ἡ ἐντύπωσις ἡ μαγικὴ τῆς δρυός.Διηρχόμεθα ἑκάστοτε οὐχὶ μακρὰν τοῦ δένδρου, ἀπέχοντος ἡμισείας ὥρας ὁδὸν ἀπὸ τὸ Μέγα Μανδρί.Ὁ δρόμος μας ἦτο ἐπὶ τῆς κλιτύος,ὀλίγον ὑψηλότερον τῆς θέσεως,ὅπου ἵστατο τὸ δένδρον,ἔτεμνε δὲ πλαγίως τὸ βουνόν,καὶ ἡ δρῦς ἡ μαγική,καθὼς ἐξηκολούθουν νὰ τὴν βλέπω ἐπὶ ἱκανὴν ὥραν,μὲ ἐγοήτευε καὶ μὲ ἐκάλει,ὡς νὰ ἦτο πλάσμα ἔμψυχον,κόρη παρθενικὴ τοῦ βουνοῦ.Κατὰ τὰς ποικίλας κυμάνσεις τῆς ὁδοῦ,σύμφωνα μὲ τὰ κοιλώματα ἤ τὰς προεξοχὰς τοῦ ἐδάφους καὶ κατὰ τὰς κινήσεις τοῦ ὀναρίου τὰς ἰδιοτρόπους καὶ πείσμονας-καθὼς ἐξάνοιγα τὸ πρῶτον τὴν δρῦν,καθόσον ἐπλησίαζα ἤ ἀπεμακρυνόμην ἀπ’ αὐτῆς,-τόσας θέας,ἀπόψεις καὶ φάσεις ἐλάμβανε τὸ δἑνδρον. Ἐκ πλαγίου καὶ μακρόθεν εἶχεν ὄψιν λιγυρᾶς χάριτος,ἐγγύθεν καὶ κατὰ μέτωπον προέκυπτεν ὅλη μεστὴ καὶ ἀμφιλαφής,βαθύχλωρος,ἐπιβάλλουσα ὡς νύμφη.Ὅλην τὴν νύκτα,κοιμώμενος καὶ ἀγρυπνῶν,ὠνειρευόμην τὴν δρύν,τὴν θεσπεσίαν καὶ ὑψηλήν...Τὴν πρωίαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου,καθὼς εἶχεν εὐωδιάσει ὁ ναΐσκος ἀπὸ δάφνας καὶ λιβανωτίδας καὶ εἶχε κρουσθῆ τρελὰ ἀπὸ παιδικὰς χεῖρας ὁ μικρὸς κώδων ὁ ὑπεράνω τοῦ γείσου τῆς στέγης τῆς πλακοσκεποῦς, χαιρετίζων τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός»,τὸ ὁποῖον ἔψαλλεν ὁ παπὰς ραίνων τοὺς πιστοὺς μὲ πέταλα ρόδων καὶ ἴων...εἶτα, πρὶν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία ἐγὼ ἔγινα ἄφαντος.Διὰ πλαγίου κρυφοῦ δρομίσκου,τὸν ὁποῖον εἶχον ἀνακαλύψει τὴν προτεραίαν,ἤρχισα νὰ ἀνέρχωμαι τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ διευθυνόμενος πρὸς τὸ μέρος,ὅπου εὑρίσκετο ἡ βασιλικὴ δρῦς.Επίστευα,ὅτι ἐγνώριζον καλὰ τὸν δρόμον.ᾞτο ὅλη ἡ ὁδὸς ἀνωφερὴς κι ἐγὼ ἔτρεχον, ἔτρεχον,διὰ νὰ φθάσω ταχέως, ν’ ἀσπασθῶ τὴν ἀγαπημένην μου καὶ ταχέως πάλιν νὰ ἐπιστρέψω,φανταζόμενος, ὅτι ἡ ἀπουσία μου τότε δὲν θὰ παρετηρεῖτο καὶ δὲν θὰ εἶχον ν’ ἀκούσω ἐπιπλήξεις ἀπὸ τοὺς οἰκείους.Πρὸ ἐμοῦ εἶχον ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ ποιμενικὸν σκήνωμα ὀλίγοι ἐκ τῆς τάξεως τῶν βοσκῶν,ἀπερχόμενοι εἰς τὴν πολίχνην,διὰ νὰ κομίσωσιν ἀρνία καὶ τυρίον εἰς τοὺς κολίγας,ἀποφέρωσι δὲ ἄλλα ὁψώνια ἐκ τῆς πόλεως.Οὗτοι θὰ ἐπέστρεφον πρὸς ἑσπέραν καὶ δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ συναντήσω τινάς καθ’ ὁδόν. Πλὴν παρ’ ἐλπίδα εἶδον μακρόθεν ἄλλους ἐρχομένους πρὸς τὰ ἐδῶ,συνοδείᾳ γυναικῶν καὶ παιδίων καὶ ὑποζυγίων·οὗτοι ἤρχοντο ἐκ τῆς πόλεως,διὰ νὰ συνεορτάσωσιν ἐν τῇ ἐξοχῇ πλησίον τῶν συγγενῶν των,τῶν βοσκῶν.Πάραυτα ἐξετράπην τῆς ὁδοῦ καὶ ἔσπευσα νὰ κρυβῶ ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων.Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἄν μὲ συνήντων μεμονωμένον μακρὰν τῶν γονέων μου,πορευόμενον ἄγνωστον ποῦ,θὰ ἐπαραξενεύοντο καὶ ἄν δὲν μ’ ἔπειθον νὰ κατέλθω μετ’ αὐτῶν εὐθὺς ὀπίσω,ἐξ ἅπαντος θὰ μὲ κατήγγελλον κάτω εἰς τὸ Μέγα Μανδρί.Ἤμην ἕνδεκα ἐτῶν παιδί.Ἐκεῖνοι ταχέως ἀντιπαρῆλθον κι ἐγὼ ἀνέλαβα τὸν δρόμον μου, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον τὸν ἔχασα.Εἰς ἕν σταυροδρόμιον,ὅπου ἔφθασα,ἐπῆρα τὸν δρόμον ἀριστερά,τὸν ὑψηλότερον,καὶ ἀσθμαίνων ἔφθασα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. Πλὴν ἡ μεγάλη δρῦς ὑπῆρξεν εὐεργέτις μου καὶ κηδεμών μου.Αὕτη μ’ ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀπάτης,ἐφαίνετο δὲ ὡς νὰ μοῦ ἔνευε μακρόθεν καὶ μὲ ὡδήγει νὰ ἔλθω πλησίον της.Καθὼς τὴν εἶδα χαμηλότερα,δεξιόθεν,ἀρκετὰ μακράν,ἄφησα τὸν δρομίσκον εἰς τὸν ὁποῖον ἔτρεχα καὶ στραφεὶς πρὸς δυσμὰς ἤρχισα νὰ κατέρχωμαι μέσῳ τῶν ἀγρῶν,ὑπερπηδῶν αἰμασιάς,χάνδακας,φραγμοὺς θάμνων καὶ βάτων,σχίζων τὰς σάρκας μου,αἱμάσσων χεῖρας καὶ πόδας...Τέλος ἔφθασα πλησίον τῆς ποθητῆς νύμφης τῶν δασῶν.Ἤμην κατάκοπος,κάθιδρος καὶ πνευστιῶν.Ἅμα ἔφθασα,ἐρρίφθην ἐπὶ τῆς χλόης,ἐκυλίσθην ἐπάνω εἰς παπαροῦνες καὶ χαμολούλουδα.Ἀλλ’ ὅμως ᾐσθανόμην κρυφὴν εὐτυχίαν,ὀνειρώδη ἀπόλαυσιν. Ἐρρέμβαζον,ἀναβλέπων εἰς τοὺς κλώνους της τοὺς κραταιοὺς καὶ ἀνοιγόκλειον ἡδυπαθῶς τὰ χείλη εἰς τὴν πνοὴν τῆς αὔρας της,εἰς τὸν θροῦν τῶν φύλλων της. ῾Εκατοντάδες πουλιῶν ἀνεπαύοντο εἰς τοὺς κλώνους της,ἔμελπον τρελὰ τραγούδια...Δρόσος,ἄρωμα καὶ χαρμονὴ ἐθώπευον τὴν ψυχήν μου.Ἤμουν ἀποσταμένος καὶ δὲν εἶχον κοιμηθῆ καλὰ τὴν νύκτα.῾Ο ὕπνος μοῦ ἔλειπεν.Εἰς τὴν σκιὰν τοῦ πελωρίου δένδρου,ἐν μέσῳ τῶν μηκώνων του τῶν κατακοκκίνων,ὁ Μορφεὺς ἦλθε καὶ μ’ ἐβαυκάλισε καὶ μοὶ ἔδειξεν εἰκόνας ὡς εἰς περίεργον παιδίον.Μοῦ ἐφάνη,ὅτι τὸ δένδρον-ἔσῳζον καθ’ ὕπνον τὴν ἔννοιαν τοῦ δένδρου-μικρὸν κατὰ μικρὸν μετέβαλλεν ὄψιν,εἶδος καὶ μορφήν.Εἰς μίαν στιγμὴν ἡ ρίζα του μοῦ ἐφάνη ὡς δύο ὡραῖαι κνῆμαι,κολλημέναι ἡ μία ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην,εἶτα μετ’ ὀλίγον ἐξεκόλλησαν καὶ ἐχωρίσθησαν εἰς δύο˙ὁ κορμὸς μοῦ ἐφάνη,ὅτι διεπλάσσετο καὶ ἐμορφοῦτο εἰς ὀσφύν,εἰς κοιλίαν καὶ στέρνον·οἱ δύο παμμέγιστοι κλάδοι μοῦ ἐφάνησαν ὡς δύο βραχίονες,χεῖρες ὀρεγόμεναι τὸ ἄπειρον,εἶτα κατερχόμεναι συγκαταβατικῶς πρὸς τὴν γῆν,ἐφ’ ἧς ἐγὼ ἐκείμην καὶ τὸ βαθύφαιον,ἀειθαλὲς φύλλωμα μοῦ ἐφάνη ὡς κόμη πλουσία κόρης,ἀναδεδημένη πρὸς τ’ ἄνω,εἶτα λυομένη,κυματίζουσα,χαλαρουμένη πρὸς τὰ κάτω.Τὸ πόρισμά μου τὸ ἐν ὀνείρῳ ἐξαχθὲν καὶ εἰς λῆρον ἐν εἴδει συλλογισμοῦ διατυπωθέν,ὑπῆρξε τοῦτο.«Ἄ! δὲν εἶναι δένδρον,εἶναι κόρη καὶ τὰ δένδρα,ὅσα βλέπομεν εἶναι γυναῖκες!»῞Οταν μετ’ ὀλίγον ἐξύπνησα,ὡς συνέχειαν τοῦ ὀνείρου ἔσχον ἐν νῷ,τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἱστορίας τοῦ τυφλοῦ,τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἐθεράπευσε,καθὼς εἶχον ἀκούσει τὸν διδάσκαλόν μας εἰς τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν:«Κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ὡς δένδρα·δεύτερον δὲ τοὺς εἶδε καθαρά...».Πλὴν δὲν ἐξύπνησα ἀκόμη,πρὶν ἀκούσω τί ἔλεγε τὸ φάσμα.Ἡ κόρη-ἡ δρῦς-εἶχε λάβει φωνὴν καὶ μοὶ ἔλεγε:-Εἰπὲ νὰ μοῦ φεισθοῦν,νὰ μὴ μὲ κόψουν...,διὰ νὰ μὴ κάμω ἀκουσίως κακόν.Δὲν εἶμ’ ἐγὼ νύμφη ἀθάνατος·θὰ ζήσω ὅσον αὐτὸ τὸ δένδρον....Ἐξύπνησα ἔντρομος κι ἔφυγον...Ἦτο ἤδη μεσημβρία καὶ ὁ ἥλιος ἐμεσουράνει.'Εκαιεν ὑψηλά,ὑπεράνω τῆς κορυφῆς τῆς δρυός,ἥτις ἦτο σκιὰ ἀδιαπέραστος...Ἀπὸ τὸν ἀντικρυνὸν λόφον ἤκουσα φωνὴν νὰ μὲ καλῇ ἐξ ὀνόματος.Ἦτο εἷς μικρὸς βοσκὸς μὲ τὴν κάπαν του,μὲ τὴν στραβολέκαν του καὶ μὲ δέκα αἶγας,τὰς ὁποίας ὡδήγει. Μοῦ ἐφώναξεν,ὅτι ὁ πατήρ μου μὲ ἀνεζήτει ἀνήσυχος καὶ νὰ τρέξω νὰ φθάσω ταχέως ἐκεῖ κάτω...



Δὲν ἐννόησα τίποτε ἀπὸ τὸ μαντικὸν ὄνειρον.Ἀργὸτερα ἐδιδάχθην ἀπὸ ἐγχειρίδιον Μυθολογίας,ὅτι ἡ Ἁμαδρυὰς συναποθνῄσκει μὲ τὴν δρῦν,ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἐνσαρκωμένη...Μετὰ πολλὰ ἔτη,ὅταν ξενιτευμένος ἀπὸ μακροῦ ἐπέστρεψα εἰς τὸ χωρίον μου κι ἐπεσκέφθην τὰ χωρία ἐκεῖνα,τὰ προσκυνητάρια τῶν παιδικῶν ἀναμνήσεων,δὲν εὗρον πλέον οὐδὲ τὸν τόπον,ἔνθα ἦτο ποτὲ ἡ Δρῦς ἡ Βασιλική,τὸ πάγκαλον καὶ μεγαλοπρεπὲς δένδρον,ἡ νύμφη ἡ ἀνάσσουσα τῶν δρυμώνων.Μία γραῖα μὲ τὴν ρόκαν της,μὲ δύο προβατίνας,τὰς ὁποίας ἔβοσκεν ἐντὸς ἀγροῦ πλησίον,εὑρίσκετο ἐκεῖ,καθημένη ἔξωθεν τῆς μικρᾶς καλύβης της.῞Οταν τὴν ἠρώτησα τί εἶχε γίνει τὸ « Μεγάλο Δένδρο »,τὸ ὁποῖον ἦτο ἕναν καιρὸ ἐκεῖ,μοῦ ἀπήντησεν:-Ὁ σχωρεμένος ὁ Βαργέντης τὸ ἔκοψε...μὰ κι ἐκεῖνος δὲν εἶχε κάμει νισάφι μὲ τὸ τσεκούρι του,ὅλα θεόρατα δένδρα,τόσα σημαδιακὰ πράματα.Σὰν τόκοψε κι ὕστερα,δὲν εἶδε προκοπή.Ἀρρώστησε καὶ σὲ λίγες μέρες πέθανε...Τὸ Μεγάλο Δένδρο ἦταν στοιχειωμένο.


Το κείμενο του Αλέξανδρου Παπαδαμάντη ''ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ'' πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό των Αθηνών ''ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ'' το 1901.Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο ''ΟΙ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ''.Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου