ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ



Κάθε νέο χρόνο τὸν ὑποδέχομαι μὲ ἀνησυχία.Κάτι τὸ ἀπειλητικὸ ἁπλώνεται πάνω ἀπ᾿ τὴ χώρα μας.Τί εἶν᾿ αὐτό,δὲν μπορῶ νὰ τὸ προσδιορίσω-μόνο,ποὺ ἡ ψυχή μου θλίβεται θανάσιμα!...Παρατηρῶ ὅτι πότε-πότε σκοτεινιάζουν οἱ εἰκόνες. Ὁ Ἐσταυρωμένος,πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα,ἔγινε μαῦρος.Τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου πῆρε ἔκφραση βλοσυρή, ὀργισμένη...οἱ γεροντότεροι λένε,πὼς οἱ εἰκόνες σκοτεινιάζουν πάντα πρὶν ἀπὸ τὶς μεγάλες συμφορές.Μὰ καὶ στὴ φύση κάτι τὸ ἀνήσυχο ὑπάρχει...Βγαίνεις στὸ δάσος ἢ στὸν κάμπο,καὶ στ᾿ αὐτιά σου φτάνουν ἀπὸ παντοῦ θόρυβοι ἀνησυχητικοί,ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν ἄκουγες.Τὰ ὄνειρα ἔγιναν βαριά.


Ὅλο πυρκαγιὲς καὶ καταστροφὲς βλέπω.Εἶδα καὶ τὸν ἑαυτό μου πολλὲς φορὲς ντυμένο μὲ τ᾿ ἄμφια,νὰ τρέχει γεμάτος φόβο στὰ χωράφια,μέσα στ᾿ ἄγριο σκοτάδι τῆς νύκτας,μὲ τὰ τίμια Δῶρα στὰ χέρια...Ἔτρεχα,ἔτρεχα... καὶ μὲ κυνηγοῦσαν,σφυρίζοντας ἀπειλητικά,ἀναμαλλιασμένοι χωρικοί,ποὺ φοροῦσαν ἀρχαϊκοὺς Εἰδωλολατρικοὺς χιτῶνες.Τὸν τελευταῖο καιρὸ νιώθω τόση πίκρα,τόση θλίψη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους -γιὰ ὅλους μας!Ἔχω τὴ μόνιμη αἴσθηση,ὅτι βρισκόμαστε ὅλοι σ᾿ ἕνα σταυροδρόμι,καὶ ὅτι πολὺ σύντομα δὲν θὰ βλέπουμε πιὰ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.Λές,πάλι, ὅλη αὐτὴ ἡ ἀνησυχία μου νὰ μὴν εἶναι παρὰ μία ἀρρωστημένη ὑποψία;...Μακάρι νά ᾿ναι ἔτσι. Κύριε!...Παραμονὴ Θεοφανίων.Χιονίζει.Τὸ χωριό μας σκεπάζεται ἀργὰ καὶ ἀθόρυβα ἀπὸ ἕνα παχὺ ὁλόλευκο στρῶμα.Μόλις τελείωσα τὴν ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ. Κάθε φορὰ ποὺ βλέπω τὸ νερό,συλλογίζομαι τὴν καθαρότητα. Ὤ! Νὰ βοηθοῦσε ὁ Κύριος,ὥστε τὰ Ἰορδάνεια νάματα νὰ ξέπλεναν τὸ σκοτεινιασμένο πρόσωπο τῆς γῆς μας!Πολλὴ βρωμιὰ ἔχει ἡ ζωή μας, θόλωσαν ἀπ᾿ αὐτὴν καὶ τὰ ποτάμια τοῦ Θεοῦ…Αὔριο θ᾿ ἀρχίσω τὸ κήρυγμα μὲ τοῦτα τὰ λόγια:Ὁ κόσμος σὰν ν᾿ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα βιβλίο μὲ δυὸ μονάχα φύλλα. Τὸ ἕνα φύλλο εἶν᾿ ὁ οὐρανός.Τὸ ἄλλο,ἡ γῆ.Καὶ γράμματα,ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου.Ἐμεῖς μολύναμε τὸ μεγάλο βιβλίο τοῦ Θεοῦ...»Σύμφωνα μὲ μία λαϊκὴ παράδοση,σήμερα τὴ νύκτα θὰ κατέβει ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γιὰ ν᾿ ἁγιάσει τὰ νερά,ποὺ θὰ σκιρτήσουν κάτω ἀπ᾿ τὶς παγωμένες ἐπιφάνειες τῶν ποταμῶν καὶ τῶν λιμνῶν.Τὰ μεσάνυκτα οἱ γέροντες θὰ πᾶνε μὲ κουβάδες νὰ πάρουν νερό, θὰ ραντιστοῦν ὅλοι μ᾿ αὐτό... Ἀλλ᾿ αὔριο,μετὰ τὴ θεία λειτουργία,τὸ δυνατὸ τὸ κρασὶ θὰ παλέψει σκληρὰ μὲ τ᾿ ἁγιασμένο νερό...Πολλὲς καὶ διάφορες ἁμαρτίες θὰ γίνουν...Κύριε, ἀπάλλαξε τὴ γῆ Σου ἀπ᾿ τὴ βαθιὰ νύκτα!.»«Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων...»Ψάλλοντας,φτάσαμε λιτανευτικὰ στὸ ποτάμι,στὸ σημεῖο ποὺ θὰ τελούσαμε τὸν ἁγιασμό.Ἡ μέρα ἦταν σκοτεινὴ ἀπ᾿ τὰ βαριά,μολυβένια σύννεφα.Κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια μας ἔτριζε ὁ πάγος.Τί ὑπέροχα ποὺ εἶναι,ὅταν ὁ ρωσικὸς λαὸς λιτανεύει καὶ ψάλλει!Τὰ πρόσωπά τους εἶναι φωτεινά-λαμποκοποῦν ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Κυρίου.Ἁγιάσαμε τὰ νερά,ἀνοίγοντας μία τρῦπα στὴν παγωμένη ἐπιφάνεια καὶ καταδύοντας τρεῖς φορὲς τὸν τίμιο Σταυρό.Μὲ τί φλογερὴ πίστη ὁ κάθε χριστιανὸς ἔπινε τὸ ἁγιασμένο νερό,ραντιζόταν μ᾿ αὐτὸ καὶ τό ᾿βαζε σὲ δοχεῖα,γιὰ νὰ τὸ ᾿χει τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του,γιὰ νὰ τὸ πιεῖ μ᾿ εὐλαβικὸ πόθο,σὰν θεία κοινωνία!Στὴν ἐπιστροφὴ ξέσπασε χιονοθύελλα. Ἡ πομπή μας μέσα στὴ θύελλα ἐκείνη εἶχε κάτι τὸ παλαιορωσικό.Ὁ δυνατὸς βοριᾶς ἀνέμιζε τὰ λάβαρα.Τὸ χιόνι ἔπεφτε πάνω στὶς εἰκόνες.Ὅλοι μας εἴχαμε ἀσπρίσει.Ἡ θύελλα ἀπὸ τὴ μιὰ-τὸ ἀρχαῖο ἐκκλησιαστικὸ μέλος ἀπὸ τὴν ἄλλη...Τί ὡραῖα!...Κι ἐκείνη ἡ κίτρινη φλογίτσα τοῦ φαναριοῦ,ποὺ πήγαινε μπροστά, πὼς τρεμόσβηνε,χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ σβήνει...Μέχρι ἀργὰ τὸ βράδυ γύριζα στὶς καλύβες τῶν χωρικῶν καὶ ἁγίαζα τὸ ποίμνιό μου μὲ τὸν μεγάλο ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανίων.Ὅλο τὸ χωριὸ ἦταν μεθυσμένο!...Πάλι καυγάδες;Πάλι σκοτωμοί;Εἶναι δυνατόν;».Τὴ νύκτα μ᾿ ἔπιασε πονοκέφαλος. Βγῆκα στὸν ἐξώστη.Ἡ θύελλα μαινόταν.Ἀνατρίχιαζες ἀκούγοντας τὴ φοβερὴ βοή της.-Μὴν ἐπιτρέψεις,Κύριε,νὰ βρεθεῖ κανένας μ᾿ αὐτὸ τὸν καιρὸ στὸν κάμπο ἢ στὰ μονοπάτια τοῦ δάσους!...Α,οἱ καμπανάρηδες τὸ παραγλέντησαν ἀπόψε!Ἀναγκάστηκα ν᾿ ἀνέβω ὁ ἴδιος στὸ καμπαναριό,νὰ κτυπήσω τὶς καμπάνες γι᾿ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονταν στὸ δρόμο...Κτυποῦσα ὥρα πολλή.Πάγωσα. Σταμάτησα.Μὰ δὲν κατέβηκα ἀμέσως κάτω.Ἔμεινα ἐκεῖ ἀρκετὴ ὥρα ἀκόμα,σὰν μαγνητισμένος,κοιτάζοντας τὴ θύελλα...Μήπως ἦταν κι αὐτὴ μιὰ προτύπωση ἐκείνης τῆς ἀπειλῆς,ποὺ ἔχει ἁπλωθεῖ πάνω στὴ ρωσικὴ γῆ;Ὁ γιατρὸς κουνοῦσε τὸ κεφάλι του ἀποδοκιμαστικά.-Μὰ εἶναι λογικό, π. Ἀθανάσιε,νὰ βγαίνεις ἔξω,στὴν παγωνιὰ καὶ τὴ θύελλα,ἀφοῦ ξέρεις,πὼς ἔχεις τόσο ἀδύνατους πνεύμονες;Ὅλοι ἀνησυχοῦσαν γιὰ μένα.Ἔλεγαν πὼς ὁ θάνατος κρεμόταν πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι μου, μὰ ὁ Χριστὸς τὸν ἔδιωξε καὶ μοῦ χαμογέλασε...Ὅταν ὁ παπὰς εἶναι καλὰ καὶ δὲν ἀντιμετωπίζει δοκιμασίες καὶ θλίψεις, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ ὄχι μόνο δὲν τὸν πολυσέβονται,μὰ καὶ τὸν εἰρωνεύονται,τοῦ πετᾶνε ἄπρεπες κουβέντες,τραγουδᾶνε μπροστά του ἄσεμνα τραγούδια...Ὅταν ὅμως ἀρρωστήσει -τί ἀντίθεση!-Εἶναι ἕτοιμοι καὶ τὴν ψυχή τους νὰ δώσουν γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν...Κακὰ τὰ ψέματα,ὁ ρῶσος νιώθει ἀπ᾿ ὅλους ἐγκαταλειμμένος,καὶ μόνο τὸν Ἱερέα θεωρεῖ ἀκόμα σὰν «πατέρα του»...πατέρα συχνὰ ἀνάξιο,ὅμως οἰκεῖο καὶ ἀχώριστο...Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ μὲ μένα:Ὅταν ἤμουνα καλά, ὑπέμενα συχνὰ τὶς εἰρωνεῖες καὶ τὶς ἀπρέπειές τους.Μόλις ἀρρώστησα βαριά,ἄρχισαν νὰ κλαῖνε,νὰ προσεύχονται γιὰ μένα, νὰ μοῦ φιλᾶνε τὰ χέρια!Τώρα γιὰ μένα ὅλος ὁ κόσμος ἔγινε ναὸς τοῦ Θεοῦ.Νὰ τί σημαίνει ἀρρώστια!Πάνω στὸ τραπέζι ἔπεσαν οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου.Ἀκούμπησα ἐκεῖ τὰ χέρια μου κι ἔνιωσα πολλὴ χαρὰ -ἡ ζωὴ συνεχίζεται!Βγῆκα ἔξω,στὸν καθαρὸ ἀέρα, γιὰ πρώτη φορά.Ὁ Μάρτης περπατάει πάνω στὸ χιόνι καὶ πίσω του χοροπηδᾶνε καὶ φτερουγίζουν τὰ σπουργίτια.Ἄχ,αὐτὰ τὰ σπουργίτια!Τί χαριτωμένα ποὺ εἶναι!Σὲ γεμίζουν εὐθυμία καὶ εὐφροσύνη μὲ τὴ ζωηράδα τους,τὰ καμώματά τους,τὴν ἱκανοποίησή τους...«Καλὴ λίαν» εἶναι ἡ γῆ τοῦ Θεοῦ! Σὲ λίγο θά ᾿ρθει ἡ ἄνοιξη,καί, ὅπως λέει ὁ λαός μας,θ᾿ ἀρχίσει νὰ κεντάει τὴν καινούργια νυφιάτικη φορεσιὰ τῆς γῆς μὲ τὰ πολύχρωμα λουλούδια,τὰ χορτάρια καὶ τὰ ποικιλόσχημα φύλλα.Ὁ διακο-Ζαχαρίας μὲ βοήθησε νὰ σηκωθῶ ἀπὸ τὸ κρεβάτι.Ἡ ἔκφρασή του,τὸ χαμόγελό του-μαρτυροῦν πὼς εἶναι πολὺ εὐχαριστημένος γιὰ τὴ βελτίωσή μου.Παρατηρῶ τὸ πλατύ,φωτεινό του πρόσωπο καὶ συλλογίζομαι:«Τί καλὰ ποὺ θά ᾿ταν,ἂν ἔτσι πάντα πορεύονταν οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ τοῦ Θεοῦ,βοηθώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ χαμογελώντας τόσο γλυκά...μὲ τόση εὐχαρίστηση...ποὺ ξεπηδάει ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς...».Δὲν εἶναι καλὸ γιὰ ἕναν ἱερέα νὰ σκέφτεται τὰ γήινα...Μὰ σήμερα ᾖρθαν στὸ νοῦ μου γήινες ἀναμνήσεις,ποὺ μ᾿ ἔκαναν νὰ μελαγχολήσω:θυμήθηκα τὴ μακαρίτισσα τὴν πρεσβυτέρα μου-πόσο θὰ χαιρόταν τώρα γιὰ τὴν ἀνάρρωσή μου!...θὰ μὲ στήριζε γιὰ νὰ περπατήσω...Ἦταν κι ἐκείνη ψυχὴ στοχαστική...Ἂν ζοῦσε,θ᾿ ἀναπολούσαμε τοὺς νεανικούς μας περιπάτους στὴ Μόσχα...,τὶς ἀναβάσεις στὶς βουνοπλαγιὲς τοῦ Βορομπίεβι...,τὸ θεῖο πόθο ποὺ γεννοῦσε στὶς καρδιές μας τὸ ἄκουσμα τῆς σαρακοστιανῆς καμπάνας...Κάθε ἄνοιξη μᾶς θύμιζε τὴν ἁγνὴ νιότη-το «χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε».Μὰ δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει μέσα του ἀπόλυτη,ἀθόλωτη χαρά!Μεγάλη Σαρακοστή.Μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως.Μὲ βαρειὲς ἁμαρτίες εἶναι φορτωμένος ὁ ἄνθρωπος.Ἀλίμονο,κάθε χρόνο τὰ ἁμαρτήματά του εἶναι πιὸ μεγάλα καὶ πιὸ μαῦρα...Ἀσήκωτος ὁ ζυγὸς στοὺς ὤμους τοῦ Ἱερέα:Νὰ λύνει τοὺς ἀνθρώπους ἀπ᾿ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας!Σὲ πολλοὺς πρέπει νὰ βάλω ἐπιτίμια, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς ἐκκλησίας,ἀλλὰ δὲν τὸ ἀντέχω... Δὲν μπόρεσα ποτὲ νὰ γίνω αὐστηρός!Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι,πόση συμπάθεια νιώθω,ὅταν βλέπω τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιά τους! Αὐτὴ ἡ μετάνοια εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ ρωσικοῦ λαού,τὸ μοναδικό του ὅπλο μπροστὰ στὸ κακό,ποὺ ὅλο καὶ πλησιάζει...Ἁμαρτάνει μὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ κλάψει πικρά, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ λόγια του ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης στὸν Μεγάλο Κανόνα:«Ἀπώλεσα τὸ πρωτόκτιστον κάλλος καὶ τὴν εὐπρεπειάν μου· καὶ ἄρτι κεῖμαι γυμνὸς καὶ καταισχύνομαι».Τ᾿ ἀνοιξιάτικα νερὰ κυλᾶνε στὴ γῆ, σχηματίζοντας ρυάκια.Μετὰ τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο πῆγα ἕναν περίπατο στὸ δάσος κι ἔκοψα μερικὰ κλαδιὰ ἀπὸ τὶς λυγαριές, τὶς στολισμένες μὲ τὰ κόκκινα λουλούδια τους.Θαρρῶ πώς, ὅταν θὰ πεθαίνω,δὲν θὰ ὀνειρεύομαι ἀπ᾿ τὰ γήινα τίποτ᾿ ἄλλο, παρὰ μονάχα τοῦτες τὶς ἀνθισμένες κόκκινες λυγαριές!...Τὰ δάση μας τὰ κόβουν!Καὶ τὰ κόβουν ἀσυλλόγιστα,μὲ καταστροφικὴ μανία.Ὁλόγυρα στὸ χωριό μας ὑπῆρχαν τόσα πυκνά,παρθένα δάση... Καὶ ζοῦσαν ἐκεῖ μέσα τόσα πουλιά,τόσα ἀγρίμια...


Μὰ τώρα,ἐρημιά...Παρατηρῶ,πὼς ὅσο περισσότερο καταστρέφεται ἡ φύση,τόσο χειροτερεύει ἡ ζωὴ πάνω στὴ γῆ, τόσο σκοτεινιάζουν τὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων...θελήσαμε νὰ δείξουμε τὴν ψευτοπαλληκαριά μας πάνω στὴ φύση! Βαλθήκαμε νὰ τὴν κατακτήσουμε,νὰ τὴν ὑποτάξουμε,νὰ τὴν ἐξουσιάσουμε,νὰ τὴν «ἀξιοποιήσουμε»...Πόσες φορές,ἀπὸ ἀλαζονικὴ ἐπιδεκτικότητα καὶ μόνο,δὲν κάψαμε τεράστια δάση, δὲν σκοτώσαμε τόσα ζῷα καὶ πουλιά...Μὲ τρόμο ἀντιμετωπίζει πιὰ ἡ φύση τὸν ἄνθρωπο,σὰν τὸν χειρότερο ἐχθρό της.Μήπως ἀπ᾿ αὐτὸ θὰ ἔρθει ἡ μεγάλη θλίψη;


Σημείωση:Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο ''ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ'' του Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν.Ἀπὸ τὸ 1921 ὁ νεαρὸς ἐμιγκρὲς ἄρχισε νὰ δημοσιεύει ἄρθρα καὶ δοκίμια σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες μὲ τὸ ψευδώνυμο Βόλγιν (ἐπειδὴ ὁ μεγάλος ρωσικὸς ποταμὸς Βόλγας σχετιζόταν μὲ τὶς παιδικές του ἀναμνήσεις).Τὸ 1937 κυκλοφόρησε τὸ βιβλίο του «Τὰ ὀνομαστήρια τῆς γῆς» καὶ τὸ 1938 «Τὸ ὁδοιπορικὸ ραβδί».Ἡ ἐπιβολὴ του κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος καὶ στὴν Ἐσθονία,μετὰ τὴν κατάληψή της ἀπὸ τὰ σοβιετικὰ στρατεύματα (1940),τὸν ἀναγκάζει νὰ σταματήσει τὴ δημοσιογραφικὴ-συγγραφικὴ δραστηριότητά του. Ἕνα τρίτο βιβλίο του μὲ τὸν τίτλο «Ἀρχαία πόλη», ποὺ ἀπὸ τὸ 1939 ἑτοιμαζόταν νὰ ἐκδοθεῖ, δὲν θὰ δεῖ τελικὰ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας.Τὸ Μάιο τοῦ 1941,ἐνῷ δουλεύει σὲ ναυπηγεῖο,συλλαμβάνεται ἀπὸ τὴ μυστικὴ ἀστυνομία καὶ φυλακίζεται μὲ τὴν κατηγορία τῆς ἀντισοβιετικῆς προπαγάνδας.Λίγο ἀργότερα μεταφέρεται στὸ Κύρωφ (Βιάτκα),ὅπου δικάζεται καὶ καταδικάζεται σὲ θάνατο.Ἐκτελέστηκε μὲ τουφεκισμὸ στὶς 14 Δεκεμβρίου τοῦ 1941 σὰν ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ...!Τὸ πρῶτο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει τὸ αὐτοτελὲς ἔργο τοῦ συγγραφέα «Τὸ ὁδοιπορικὸ ραβδί».Πρόκειται γιὰ ἄτακτες ἡμερολογιακὲς σημειώσεις ἑνὸς ἀγνώστου ρώσου ἱερέα,ποὺ ἔζησε στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνα,καὶ ποὺ ἀποτύπωσε στὸ χαρτὶ βιώματα καὶ γεγονότα τῆς ζωῆς του λίγο πρὶν καὶ μετὰ τὴν ὀκτωβριανὴ ἐπανάσταση!...Τὸ δεύτερο μέρος περιέχει τέσσερα κείμενα-μαρτυρίες, ὅπου ὁ συγγραφέας περιγράφει,εἴτε προσωπικὲς μετεπαναστατικὲς ἐμπειρίες του, εἴτε ἄλλα περιστατικά,ποὺ πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστές τους ἢ ἀπὸ αὐτόπτες μάρτυρες-τὸ τελευταῖο μάλιστα,ἔχει γίνει πλατιὰ γνωστὸ ἐδῶ καὶ δεκαετίες,ὄχι μόνο μέσα στὴ Ρωσία,ἀλλὰ κι ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορά της.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.Συνεχίζεται...


Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ

1 σχόλιο: