ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

ΟΡΘΙΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟΥΣ ΑΝΟΙΓΜΕΝΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ



Λαὸς πολὺς καταφτάνει στὴν ἐκκλησία.Θέλουν νὰ κλάψουν μπροστὰ στὴν ἄδεια κορνίζα...Τοὺς διώχνουν μὲ τὴν ἀπειλὴ τῶν ὅπλων.Ἐκεῖνοι κάνουν πίσω,μὰ δὲν φεύγουν.Ὅταν σὲ λίγο οἱ Ἱερόσυλοι βγάζουν τὶς εἰκόνες καὶ τὶς πετᾶνε στὸ καλντερίμι, ἡ λαϊκὴ ὀργὴ ξεσπάει.Ὁρμᾶνε πάνω στοὺς βέβηλους,πιάνονται στὰ χέρια,τοὺς παίρνουν τὶς εἰκόνες...Αὐτοὶ τότε ὑψώνουν ἀπειλητικὰ τὶς χειροβομβίδες καὶ οὐρλιάζουν:—Σκορπιστεῖτεεεεε!...Τώρα θὰ τὶς βροντήξουμε!...Ἄδειασαν τὸ ναό.Ὕστερα τὸ ρίξανε στὸ γλέντι καὶ τὸ μεθύσι.Τὸ ἅγιο Ποτήριο,γεμάτο κρασί,ἔφερνε γύρω τὴν «παρέα».—Θεέ μου!Οἱ νεαροὶ ἐπαναστάτες κλωτσούσανε στοὺς δρόμους τὶς εἰκόνες καὶ τραγουδοῦσαν:«Ἄχ, παῖξε...ὀργανάκι μου!Χτύπα τὸ Θεὸ καὶ τοὺς παπάδες!»Σ᾿ ἕνα ἀπόμερο σημεῖο ὁ Σάββας Γρηγόριεβιτς βρῆκε τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ διάτρητη ἀπὸ σφαῖρες.


Μετὰ ἀπὸ καιρό,κατορθώνω νὰ καταπιαστὼ καὶ πάλι μὲ τὶς σημειώσεις μου.Πολλὲς οἱ πίκρες ποὺ δοκιμάσαμε...Δὲν μπορέσαμε νὰ κρατήσουμε γιὰ πάντα μυστική τη σπηλιά μας.Τὴν Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως,τὴν ὥρα ποὺ βγάζαμε τὸν τίμιο Σταυρό...νά τους ξαφνικὰ μπροστά μας!Μᾶς εἶχαν παρακολουθήσει...Μὲ πλησίασαν μὲ βαριὰ βήματα δυὸ πανύψηλοι στρατιῶτες,ποὺ βρωμοῦσαν ἀπαίσια.Μὲ δέσανε σφιχτά.Δὲν μ᾿ ἄφησαν νὰ βγάλω τ᾿ ἄμφιά μου— ἔτσι μὲ πῆραν,ντυμένο μ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἱερατικὴ στολή.Δοξάζω τὸ Θεό,γιατὶ δὲν πείραξαν τουλάχιστον κανέναν ἀπὸ τοὺς πιστούς, ποὺ μᾶς ἀκολούθησαν μὲ δάκρυα καὶ στεναγμούς.Προσπάθησαν νὰ μὲ ὑπερασπίσουν,ἀλλὰ τοὺς φοβέρισαν μὲ τὶς χειροβομβίδες.Ἕνας λογισμὸς μὲ βασάνιζε:θὰ σκεφτοῦν ἄραγε οἱ ἀδελφοὶ νὰ σώσουν τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας;Ὁ Σάββας Γρηγόριεβιτς φαίνεται πὼς κατάλαβε τί εἶχα στὸ νοῦ μου. Κι ἀπὸ μακριά,μέσα στὸ σκοτάδι,μοῦ φώναξε:-Μὴν ἀνησυχεῖς!...Ἔνιωσα ἀνακούφιση—λὲς καὶ μοῦ φώναξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ πυκνὸ δάσος.Κάποια στιγμὴ γλίστρησα στὸν πάγο κι ἔπεσα.Οἱ στρατιῶτες ἔβαλαν τὰ γέλια.Ἔπιασαν τὴν ἄκρη τοῦ σκοινιοῦ κι ἄρχισαν νὰ μὲ σέρνουν καταγῆς,τραγουδώντας:- Ἔϊ, κουτσουράκι,προχώρα,προχώρα!Ὅταν εἶδαν πὼς μωλωπίστηκα καὶ καταματώθηκα,σὰ νὰ μὲ λυπήθηκαν.Μὲ σήκωσαν.Ἀργὰ τὸ βράδυ μὲ ὁδήγησαν στὸν ἀνακριτή.Στάθηκα μπροστὰ στὸ γραφεῖο του.Ἦταν σκυμμένος καὶ κάτι ἔγραφε,χωρὶς νὰ μοῦ δίνει σημασία.Πρόσεξα,πὼς εἶχε κατάλευκα,περιποιημένα χέρια·πρόσωπο νεανικὸ καὶ ροδοκόκκινο·χαρακτηριστικὰ κανονικά...Μόνο τ᾿αὐτιά του ἦταν τόσο ἀλλόκοτα:τεράστια,μαυριδερά,κρέμονταν σὰν πανιά, σκεπάζοντας τοὺς ἀκουστικοὺς πόρους.Πέρασαν ἔτσι κάπου εἴκοσι λεπτά,καὶ δὲν σήκωσε κἂν τὰ μάτια του νὰ μὲ κοιτάξει.Μέσα στὸ γραφεῖο,ποὺ φωτιζόταν ἀπὸ τὸ καταθλιπτικό,γκρίζο φῶς μιᾶς γυμνῆς λάμπας,τὴν ἡσυχία δὲν τάραζαν παρὰ δυὸ σιγανοὶ ἦχοι:τῆς πέννας,ποὺ σερνόταν πάνω στὸ χαρτί·καὶ τοῦ αἵματος,ποὺ ἔσταζε ρυθμικὰ πάνω στὸ ξύλινο πάτωμα ἀπὸ τὶς πληγὲς τῶν χεριῶν μου...Ὁ ἀνακριτὴς ἔβαλε ἤρεμα τὴν πέννα του στὴ θήκη της καὶ σήκωσε ἀργὰ τὸ κεφάλι του.Μὲ κοίταξε.«Τί ὡραῖα γαλάζια μάτια!»,σκέφτηκα γιὰ μία στιγμὴ—ἀλλὰ τὸ βλέμμα του μ᾿ ἔκανε ν᾿ἀνατριχιάσω.Γιὰ πέντε λεπτὰ εἶχε στυλώσει πάνω μου ἐκεῖνο τὸ παγερό,ἀνελέητο,ἀπειλητικὸ βλέμμα.Ὕστερα τὰ μάτια του πέσανε στὰ ματωμένα χέρια μου.Χαμογέλασε...Κάθε τόσο ἔφερνε τὸ λεπτό,φίνο χέρι του στὸ πρόσωπό του κι ἔκανε μία κίνηση δυσφορίας—σὰν νὰ τὸν σκέπαζε ἕνας ἱστὸς ἀράχνης καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἀπομακρύνει.Μοῦ ζήτησε νὰ ὁμολογήσω,πὼς ἤμουν ἀνακατεμένος σὲ συνωμοσία κατὰ τῆς ἐξουσίας.Ἡ ἄρνησή μου ἦταν σταθερή.-Ἐγὼ προσεύχομαι γιὰ τὴν ἐξουσία—νὰ μὴ χύνει αἷμα! ἔλεγα.Δὲν μὲ πίστευε.Μοῦ ἔκανε ἀπανωτὲς ἐρωτήσεις,γιὰ πολλὴ ὥρα,μὲ τὴν ψυχρή, μεταλλική,διαπεραστικὴ φωνή του.Δὲν ἔβγαζε τίποτα.Ξαφνικά,χωρὶς νὰ τὸ περιμένω,πετάχτηκε ἀπ᾿ τὴ ρὸζ βελούδινη πολυθρόνα του.Μ᾿ ἕνα σβέλτο,γατίσιο πήδημα βρέθηκε μπροστά μου.Τὸ πρόσωπό του εἶχε γίνει βυσσινί.Τὰ γαλάζια μάτια του ἦταν ἕτοιμα,λές,νὰ πεταχτοῦν ἔξω ἀπ᾿ τὶς κόγχες τους. Ἅρπαξε τὸ λαιμό μου μὲ τ᾿ ἄσπρα,παγωμένα χέρια του καὶ οὔρλιαξε μανιασμένα:—Ὁμολόγησε!... Ψοφίμι!...Θὰ σὲ σκοτώσω!...Ἀκούμπησε στὸν κρόταφό μου τὴν κάνη ἑνὸς πιστολιοῦ.Τὸ κεφάλι μου καιγόταν ἀπὸ μίαν ἀφόρητη ἔξαψη—ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ ψυχρὸ μέταλλο τοῦ ὅπλου μ᾿ ἔκανε νὰ νιώσω ἀνακούφιση!Ἤμουνα συγκλονισμένος.Ὄχι,δὲν μὲ φόβιζε ὁ θάνατος.Μὲ τρόμαξε ὅμως,εἶν᾿ ἀλήθεια,ἡ ἀναπάντεχη τούτη ἐμπειρία: Γιὰ πρώτη φορὰ τόσο ἄμεσα,ἀντίκριζα τὸ ἀληθινό, θηριῶδες πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου...Μ᾿ ἔκλεισαν στὴ φυλακή,μαζὶ μὲ κοινοὺς ἐγκληματίες.Μὲ ὑποδέχθηκαν βίαια:Ξέσκισαν τὰ ἱερατικά μου ἄμφια.Μὲ βρίζανε. Μὲ φτύνανε...Βαρέθηκαν καὶ σταμάτησαν.Μοῦ ἔδωσαν λίγο χῶρο στὸ πέτρινο, βρώμικο δάπεδο—στὸ πιὸ σκοτεινὸ σημεῖο,δίπλα στὸ ἀποχωρητήριο.Σβήσανε τὸ φῶς καὶ πέσανε γιὰ ὕπνο.Τότε ἐγὼ ἄρχισα νὰ προσεύχομαι...Εἶχα μόλις σταματήσει τὴν προσευχή μου,ὅταν,μέσα στὸ σκοτάδι,μὲ πλησίασε κάποιος ἄγνωστος καὶ μοῦ ψιθύρισε:—Ξάπλωσε στὸ στρατιωτικὸ κρεβάτι μου.Εἶναι πιὸ ζεστὰ ἐκεῖ...Ἐγὼ θὰ μείνω στὴ θέση σου!...Ἀνακουφίστηκα:Κι ἐδῶ ὁ Χριστός!...Ἡ πρώτη μου νύχτα στὴ φυλακή...Πῶς νὰ κοιμηθῶ;Σκεφτόμουνα τὶς δοκιμασίες ποὺ μὲ περίμεναν,καί, δὲν τὸ κρύβω,κάπου-κάπου λιποψυχοῦσα. Θυμόμουνα τί εἶχαν πάθει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ κάποιοι ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μένα:Στὸ Ἀστραχάν,τὸν ἀρχιεπίσκοπο Μητροφάνη καὶ τὸν ἐπίσκοπο Λεόντιο τοὺς ἔθαψαν στὴ γῆ ζωντανούς.Στὸ Σβιάζσκυ,τὸν ἐπίσκοπο Ἀμβρόσιο τὸν ἔδεσαν στὴν οὐρὰ ἑνὸς ἀφηνιασμένου ἀλόγου.Στὸ Μπελγκράντ-Κοῦρσκομ,τὸν ἐπίσκοπο Νικόδημο τὸν σκότωσαν μὲ σιδερόβεργες,κι ἔπειτα πέταξαν τὸ σῶμα του στὸ σκουπιδόλακκο.Στὴν Πέρμ,βγάλανε τὰ μάτια καὶ κόψανε τὰ μάγουλα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρονίκου, πρὶν τὸν πομπέψουνε στοὺς δρόμους καὶ τὸν θάψουνε ζωντανό...Ἔσφιγγα στὸ χέρι μου τὸν ἐπιστήθιο βαφτιστικὸ σταυρό μου,καὶ παρακαλοῦσα νοερά,μὲ γεθσημανικὴ ἀγωνία:—Κύριε!Δίδαξόν με τὰ διακαιώματά σου!...Ἡ καθημερινὴ τροφή μας ἦταν ἑκατὸ γραμμάρια ψωμὶ καὶ λίγη ρεγγόσουπα.Δυὸ φορὲς τὴ μέρα μᾶς ἔδιναν ἀπὸ δυὸ κύπελλα νερό.Τὸ ψωμί μου,πάντως δὲν τὸ ἔτρωγα δωρεάν.Μ᾿ἔβαζαν νὰ καθαρίζω τ᾿ ἀποχωρητήρια,νὰ σφουγγαρίζω τὸ πάτωμα,νὰ πλένω τὰ ροῦχα τῶν φρουρῶν...Καλὰ τὰ πήγαινα σὲ ὅλα αὐτά.Σιγὰ-σιγὰ ἔπιασα φιλίες μὲ τοὺς τροφίμους τῆς φυλακῆς—δολοφόνους, κλέφτες.Μὲ ἀγάπησαν,γιατὶ τοὺς ἔδειχνα στοργή,κατανόηση...Καθόμουνα καὶ συζητοῦσα μαζί τους πολύ,ἤρεμα καὶ συγκαταβατικά.Καὶ συμπέρανα:Ὅσο πιὸ βαθιὰ ἔχεις χαραγμένη μέσα σου τὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσο πιὸ πολὺ ὁπλίζεσαι μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, τόσο εὐκολότερα φέρνεις τὸ φῶς στὴ σκοτεινὴ καρδιὰ ἑνὸς ἀνθρώπου,ὅσο ἀποθηριωμένος κι ἂν εἶναι.Φτάνει νὰ εἶσαι συνέχεια δίπλα του,ὥστε ὁ Χριστός,ποὺ ζεῖ καὶ λάμπει μέσα σου,νὰ φωτίσει καὶ τὸ συνάνθρωπό σου...Τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα οἱ συγκρατούμενοί μου ζήτησαν νὰ ἐξομολογηθοῦν!Μέσα σε μία νύχτα,ἄδειασαν τὴ μαυρίλα καὶ τὸ βοῦρκο τῶν ψυχῶν τους μπροστὰ στὰ πόδια μου.Τί μετάνοια,τί συντριβή!...Στὸ τέλος ἀσπάζονταν μὲ δάκρυα τὸν ἐπιστήθιο σταυρό μου.Τὴ νύχτα τοῦ Πάσχα φόρεσα τὰ ξεσκισμένα μου ἄμφια κι ἔψαλα ὅλο τὸν ἀναστάσιμο ὄρθρο.Ἀνταλλάξαμε τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης...Πέντε μῆνες ἔμεινα ἐκεῖ μέσα.Τὴν ἡμέρα τῶν γενεθλίων μου (ἔκλεινα τὰ πενηνταδύο) μὲ πῆραν.Μὲ ὁδήγησαν μὲ τὸ τραῖνο στὴ νομαρχιακὴ φυλακή.Μ᾿ ἔσπρωξαν γιὰ νὰ μπῶ σ᾿ ἐκεῖνο τὸ ὑπόγειο.Σκοτάδι καὶ ὑγρασία.Μετὰ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου,ποὺ μ᾿ ἔλουζε σ᾿ ὅλη τὴ διαδρομή,τὰ μάτια μου δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν τίποτα.Στεκόμουν γιὰ πολλὴ ὥρα ἀκίνητος,σὰν τυφλός. Κάποιος μὲ πλησίασε,πρόφερε τ᾿ ὄνομά μου καὶ μ᾿ ἀγκάλιασε.Ποιὸς ἦταν;...Ἄρχισα νὰ βλέπω λίγο:ὁ ἀρχιεπίσκοπος Πλάτων!Τὸν ἀναγνώρισα πολὺ δύσκολα—μόνο ἀπ᾿ τὰ ἐκφραστικά του μάτια.Ὁ μεγαλόπρεπος ρῶσος δεσπότης δὲν ἦταν τώρα παρὰ ἕνα κυρτωμένο καὶ σκελετωμένο γεροντάκι.Τὸ ράσο του ἦταν γεμάτο τρῦπες.Στὰ πόδια του φοροῦσε λιωμένες μπότες.Τὰ ψαρά,βρώμικα μαλλιά του θύμιζαν τὴ «σποδό» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.Τοῦ ἔβαλα βαθιὰ μετάνοια.Ἀπ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὑπογείου ξεφύτρωσαν ψυχὲς γνωστὲς καὶ ἄγνωστες,φιγοῦρες τραγικές,καὶ μὲ περικύκλωσαν.Ψηλός,ἀδύνατος,κίτρινος καὶ ἀναμαλλιασμένος ἦρθε νὰ μὲ ἀσπασθεῖ ὁ Στανισλὰβ Λαμπούνσκυ!Ἕνας μικρόσωμος καὶ ξερακιανὸς-πῶς ἔμοιαζε μὲ τὸ φιλόσοφο Κάντ!—ἔπιασε τὰ χέρια μου καὶ τὰ ἔσφιξε δυνατὰ μέσα στὰ δικά του.—Ιερέας Κέλλερ!συστήθηκε.Μὲ ἀργά,γεροντικὰ βήματα ἦρθε κοντά μου κι ὁ παλιὸς πνευματικός μου,ἡγούμενος Ἀμβρόσιος.Σιωπηλὰ μ᾿ ἀγκάλιασε,σιωπηλὰ μὲ σταύρωσε...Ἐκεῖ μέσα ἦταν κι ὁ συμμαθητής μου στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ π. Μιχαὴλ Ἀσκόλντωφ.Στὰ μαθητικά μας χρόνια τὸν ἔλεγα «ἀντιοχειανὸ ἐρημίτη».Ἦταν τότε ρωμαλέος,ἐπιβλητικός,χρυσόμαλλος...Μὰ τώρα εἶχα μπροστά μου ἕνα γέρο μὲ τρεμάμενο,βασανισμένο σῶμα.Τί τραβήξαμε...Ἀργὰ τὸ βράδυ,γύρω στὰ μεσάνυχτα,ἀκούστηκε τὸ κλειδὶ στὴν κλειδαριά.Ἡ σιδερένια πόρτα ἄνοιξε,καὶ στὸ κάτωφλι φάνηκαν οἱ «σύντροφοι». Μπροστὰ ὁ Μπρόντζα—ψηλός,μυώδης,μαλλιαρός, μὲ δερμάτινη πάντα στολή... Τὸ πρόσωπο καὶ τὰ κοντὰ βαριὰ χέρια του εἶχαν λὲς κάτι τὸ μπρούτζινο...Δίπλα του δυὸ γεροδεμένοι κινέζοι μὲ θολὰ μάτια,ἱδρωμένοι καὶ βρώμικοι,τυλιγμένοι σὲ λιγδιασμένες ζακέτες.—Ντυθεῖτε!ἀκούστηκε ἡ χηνίσια φωνὴ τοῦ συντρόφου Μπρόντζα.Μᾶς βγάζουν ἀπ᾿ τοὺς θαλάμους.Περνᾶμε τοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους καὶ βγαίνουμε στὴ μεγάλη,ἀσφαλτοστρωμένη αὐλή.—Σταθεῖτε στὸν τοῖχο!Ἡ διαταγὴ μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε σὰν φαντάροι,καὶ προσπαθοῦμε αὐθόρμητα νὰ στοιχισθοῦμε στρατιωτικά.Βγάζουν τὰ πιστόλια τους ἀπὸ τὶς θῆκες.Τὰ κρατᾶνε στὰ χέρια,τὰ παίζουν,τὰ περιεργάζονται...καὶ μετὰ ἀρχίζουν νὰ μᾶς σημαδεύουν. Γιὰ τρία λεπτὰ ἔχουν στραμμένες ἐπάνω μας τὶς κάννες.Χλωμιάζουμε. Σταυροκοπιόμαστε.Ἀφοῦ τὸ γλέντησαν,βλέποντας τὴν ἀγωνία τῶν μελλοθανάτων, κούνησαν ἀδιάφορα τὰ ὅπλα.—Ἡ ἄσκηση τελείωσε!σκορπιστεῖτε!Δυὸ-τρεῖς φορὲς τὸ μήνα σκαρώνανε τέτοιες «ἀσκήσεις».Μίαν ἄλλη φορά,ἀργὰ τὸ βράδυ,ἀνοίγει πάλι ἡ πόρτα.Εἴχαμε μόλις τελειώσει τὸ ἀπόδειπνο,καὶ συζητούσαμε χαμηλόφωνα,καθισμένοι στὸ ξερὸ χορτάρι τῶν κρεβατιῶν μας.-Ντυθεῖτε!...Μᾶς δώσανε ἀπὸ μία σιδερένια τσάπα.Μᾶς ἔβγαλαν ἔξω ἀπ᾿ τὴ φυλακή.Πῶς μύριζε τὸ φρέσκο χορτάρι! Καιρὸ εἶχε νὰ φτάσει στὰ ρουθούνια μου αὐτὴ ἡ θεσπέσια εὐωδιά.—Ἡ γῆ τοῦ Θεοῦ!...Ἡ γῆ τοῦ Θεοῦ!...μουρμούρισα κάμποσες φορές.Μᾶς ὁδήγησαν ἔξω ἀπ᾿ τὴν πόλη,στὰ χωράφια.Θυμήθηκα τὰ παιδικά μου χρόνια...τὶς νύχτες,ποὺ ἀνάβαμε φωτιὲς στοὺς ἀγρούς...τὸ πλατάγιασμα ποὺ ἔκανε κανένα μεγάλο ψάρι στὸ ποτάμι...τὸ χαριτωμένο χλιμίντρισμα τοῦ πουλαριοῦ...—Ἀνοίξτε ἕνα λάκκο!...πρόσταξε ὁ Μπρόντζα.Ἔτσι... γιὰ ἑφτά!...Νὰ ποὺ ἦρθε καὶ τὸ τέλος...Ὁ ἡγούμενος Ἀμβρόσιος μόλις ποὺ μπορεῖ νὰ σηκώσει τὸ τσαπί. Ὁ κινέζος τοῦ δίνει μία δυνατὴ σπρωξιὰ στὴν πλάτη.Πέφτει.Μιὰ κοφτερὴ πέτρα τοῦ σκίζει τὸ σαγόνι.Ἡ λευκὴ γενειάδα του βάφεται στὸ αἷμα,ἀλλ᾿ ἀπὸ τὸ στόμα του δὲν βγαίνει οὐτ᾿ ἕνα βογγητό.Μόνο χαμογελάει...Ὁ λάκκος ἀνοίχθηκε.Ἤμασταν κατάκοποι.—Ἔ... πᾶρτε μίαν ἀνάσα!...εἶπε ὁ Μπρόντζα,ἀνάβοντας τὸ τσιγάρο του.Μετὰ σταθεῖτε στὴ σειρά,μὲ τὶς πλάτες πρὸς τὸ λάκκο!...

Ἑτοιμαστήκαμε γιὰ τὸ θάνατο.Ἀγκαλιαζόμασταν, ἀσπαζόμασταν καὶ εὐλογούσαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο γιὰ τὸ μακρινὸ ταξίδι....Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούστηκε ἕνα μεταλλικὸ ξεφωνητό,καὶ γέλια...γέλια...τρανταχτὰ γέλια... Ὁ ιερέας Κέλλερ ξεκαρδιζόταν!...Πέσαμε πάνω του.Δὲν καταλάβαινε τίποτα. Εἶχε χάσει τὰ λογικά του...Τὸν ἀγκαλιάζαμε,τὸν παρηγορούσαμε,τοῦ γλυκομιλούσαμε....Τίποτα.Γρατσούνιζε τὸ πρόσωπό του μὲ τὰ μακριά,βρώμικα νύχια του,καὶ φώναζε—πότε γελώντας,πότε κλαίγοντας:—Ἱερουσαλήμ! Ἱερουσαλήμ!...Λιποθύμησε καὶ σωριάστηκε καταγῆς.Τότε ἔφτασε ἕνα φορτηγὸ βαρυφορτωμένο,σκεπασμένο μὲ νωτισμένο καραβόπανο—ὑποψιάστηκα ποιὸ ἦταν τὸ μακάβριο φορτίο του...—Νὰ τὸ ξεφορτώσετε!μᾶς προστάξανε.Βγάλαμε τὸ καραβόπανο.Νεκρὰ κορμιά!...Τὸ φορτηγὸ ἦταν γεμάτο πτώματα! Ἀνάμεσά τους πρόσεξα κι ἕνα ἀγοράκι,δέκα χρονῶν πάνω-κάτω,μὲ ναυτικὸ κοστοῦμι.Τὸ κρανίο του ἦταν τσακισμένο καὶ τὰ μυαλά του εἶχαν χυθεῖ ἔξω...Μᾶς διέταξαν νὰ τοὺς θάψουμε.Τὸ κάναμε.—Καὶ τώρα στὰ κελιά σας!Σὲ παράταξη!Τον ιερέα τὸν ἀνεβάσαμε στὸ φορτηγό.Πέθανε σύντομα.Λίγα λεπτὰ πρὶν ξεψυχήσει,συνῆλθε.Τὰ τελευταῖα του λόγια ἦταν:— Δόξα τῷ Θεῷ γιὰ ὅλα!...Τὸ σῶμα του ἔμεινε ἄταφο μία βδομάδα...


Σημείωση:Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο ''ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ'' του Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν.Ἀπὸ τὸ 1921 ὁ νεαρὸς ἐμιγκρὲς ἄρχισε νὰ δημοσιεύει ἄρθρα καὶ δοκίμια σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες μὲ τὸ ψευδώνυμο Βόλγιν (ἐπειδὴ ὁ μεγάλος ρωσικὸς ποταμὸς Βόλγας σχετιζόταν μὲ τὶς παιδικές του ἀναμνήσεις).Τὸ 1937 κυκλοφόρησε τὸ βιβλίο του «Τὰ ὀνομαστήρια τῆς γῆς» καὶ τὸ 1938 «Τὸ ὁδοιπορικὸ ραβδί».Ἡ ἐπιβολὴ του κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος καὶ στὴν Ἐσθονία,μετὰ τὴν κατάληψή της ἀπὸ τὰ σοβιετικὰ στρατεύματα (1940),τὸν ἀναγκάζει νὰ σταματήσει τὴ δημοσιογραφικὴ-συγγραφικὴ δραστηριότητά του. Ἕνα τρίτο βιβλίο του μὲ τὸν τίτλο «Ἀρχαία πόλη», ποὺ ἀπὸ τὸ 1939 ἑτοιμαζόταν νὰ ἐκδοθεῖ, δὲν θὰ δεῖ τελικὰ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας.Τὸ Μάιο τοῦ 1941,ἐνῷ δουλεύει σὲ ναυπηγεῖο,συλλαμβάνεται ἀπὸ τὴ μυστικὴ ἀστυνομία καὶ φυλακίζεται μὲ τὴν κατηγορία τῆς ἀντισοβιετικῆς προπαγάνδας.Λίγο ἀργότερα μεταφέρεται στὸ Κύρωφ (Βιάτκα),ὅπου δικάζεται καὶ καταδικάζεται σὲ θάνατο.Ἐκτελέστηκε μὲ τουφεκισμὸ στὶς 14 Δεκεμβρίου τοῦ 1941 σὰν ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ...!Τὸ πρῶτο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει τὸ αὐτοτελὲς ἔργο τοῦ συγγραφέα «Τὸ ὁδοιπορικὸ ραβδί».Πρόκειται γιὰ ἄτακτες ἡμερολογιακὲς σημειώσεις ἑνὸς ἀγνώστου ρώσου ἱερέα,ποὺ ἔζησε στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνα,καὶ ποὺ ἀποτύπωσε στὸ χαρτὶ βιώματα καὶ γεγονότα τῆς ζωῆς του λίγο πρὶν καὶ μετὰ τὴν ὀκτωβριανὴ ἐπανάσταση!...Τὸ δεύτερο μέρος περιέχει τέσσερα κείμενα-μαρτυρίες, ὅπου ὁ συγγραφέας περιγράφει,εἴτε προσωπικὲς μετεπαναστατικὲς ἐμπειρίες του, εἴτε ἄλλα περιστατικά,ποὺ πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστές τους ἢ ἀπὸ αὐτόπτες μάρτυρες-τὸ τελευταῖο μάλιστα,ἔχει γίνει πλατιὰ γνωστὸ ἐδῶ καὶ δεκαετίες,ὄχι μόνο μέσα στὴ Ρωσία,ἀλλὰ κι ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορά της.Εισαγωγή κειμένου στο μονοτονικό σύστημα,τίτλος και επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.Συνεχίζεται...


Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου