ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΑΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ

 


Οι άνθρωποι κατεδίκασαν τὸν Θεὸν εἰς θάνατον·ὁ Θεὸς ὅμως διὰ τῆς ᾿Αναστάσεώς Του «καταδικάζει» τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν.Διὰ τὰ κτυπήματα τοὺς ἀνταποδίδει τοὺς ἐναγκαλισμούς· διὰ τὰς ὕβρεις τὰς εὐλογίας· διὰ τὸν θάνατον τὴν ἀθανασίαν.Ποτὲ δὲν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρὸς τὸν Θεόν,ὅσον ὅταν τὸν ἐσταύρωσαν· καὶ ποτὲ δὲν ἔδειξεν ὁ Θεὸς τόσην ἀγάπην πρὸς τοὺς ἀνθρώπους,ὅσην ὅταν ἀνέστη.Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νὰ καταστήσουν τὸν Θεὸν θνητόν,ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς διὰ τῆς ᾿Αναστάσεώς Του κατέστησε τοὺς ἀνθρώπους ἀθανάτους.᾿Ανέστη ὁ σταυρωθεὶς Θεὸς καὶ ἀπέκτεινε τὸν θάνατον.Ο θάνατος οὐκ ἔστι πλέον.Η ἀθανασία κατέκλυσε τὸν ἄνθρωπον καὶ ὅλους τοὺς κόσμους του.Διὰ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀθανασίας, καὶ ἔγινε φοβερὰ καὶ δι᾿ αὐτὸν τὸν θάνατον.Διότι πρὸ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερὸς διὰ τὸν ἄνθρωπον, ἀπὸ δὲ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερὸς διὰ τὸν θάνατον.

 
 

Εὰν ζῇ διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον.Ο θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»:«Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου,ᾅδῃ,τὸ νῖκος;»(πρβλ. Αʹ Κορινθ. ιεʹ 55-56).Ούτως,ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφίνει ἁπλῶς τὸ ἔνδυμα τοῦ σώματός του διὰ νὰ τὸ ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.Μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου· ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καὶ ὁ θάνατος ἡ δευτέρα.Ο ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τὸν θάνατον ὡς κάτι τὸ φυσικόν.᾿Αλλὰ μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τὰ πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τὸ φυσικὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, καὶ τὸ ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος.῞Οπως μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸ νὰ εἶναι θνητοί,οὕτω μετὰ τὴν ᾿Ανάστασιν ἔγινε φυσικὴ δι᾿ αὐτοὺς ἡ ἀθανασία.Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητὸς καὶ πεπερασμένος· διὰ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος.Εἰς αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Αναστάσεως.Καὶ διὰ τοῦτο ἄνευ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός.Μεταξὺ τῶν θαυμάτων, ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερον θαῦμα.῞Ολα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται εἰς αὐτὸ. ᾿Εξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια.Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακρὰν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρὸς Αὐτὸν ὅταν ἀνέστῃ.Καὶ ὁ Ρωμαῖος ἐκατόνταρχος,ὅταν εἶδε τὸν Χριστὸν νὰ ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου,Τὸν ὡμολόγησεν ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ὅλοι οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ ἔγιναν χριστιανοί,διότι ἀνέστη ὁ Χριστός,διότι ἐνίκησε τὸν θάνατον.Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο,τὸ ὁποῖον ἀνυψώνει τὸν Κύριον ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν.Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τρόπον μοναδικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον δεικνύει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος εἰς ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους κόσμους.Χάρις εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τὴν νίκην ἐπὶ τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καὶ γίνονται καὶ θὰ γίνωνται πάντοτε χριστιανοί.῞Ολη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ἱστορία ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ θαύματος, τοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Αναστάσεως, τὸ ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τὰς καρδίας τῶν χριστιανῶν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀπὸ αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.Ο άνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τὸν φέρῃ εἰς τὸν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾿ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τὴν ἀθάνατον καὶ αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τὸ παιδὶ πρὸς θάνατον, διὰ τὸν τάφον.῾Η ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων.Διὰ τῆς πίστεως εἰς τὴν ᾿Ανάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διὰ τὴν αἰωνιότητα.Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον!παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής.Καὶ ὁ ᾿Αναστὰς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατὰ τῶ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. θʹ 23).Καὶ ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ ὅλην τὴν καρδίαν, μὲ ὅλην τὴν ψυχήν, μὲ ὅλον τὸ εἶναι του ζῇ κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ ᾿Αναστάντος Κυρίου ᾿Ιησοῦ.῾Η πίστις μας εἶναι ἡ νίκη, διὰ τῆς ὁποίας νικῶμεν τὸν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδὴ εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον;», «τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Αʹ Κορινθ. ιεʹ 55-56).Διὰ τῆς ᾿Αναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τὸ κέντρον». ῾Ο θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δὲ ἁμαρτία εἶναι τὸ κεντρί του. Διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τὸ δηλητήριον εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.῞Οσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος,τόσον περισσότερα εἶναι τὰ κέντρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τὸ δηλητήριόν του εἰς αὐτόν.῞Οταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τὸν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατὴν προσπάθειαν διὰ νὰ ἐκβάλῃ τὸ κεντρὶ ἀπὸ τὸ σῶμα του.῞Οταν δὲ τὸν κεντρίσῃ ἡ ἁμαρτία —τὸ κέντρον αὐτὸ τοῦ θανάτου— τί πρέπει νὰ κάμῃ; Πρέπει μὲ τὴν πίστιν καὶ προσευχὴν νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν ᾿Αναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διὰ νὰ ἐκβάλῃ Αὐτὸς τὸ κεντρὶ τοῦ θανάτου ἀπὸ τὴν ψυχήν του. Καὶ Αὐτὸς ὡς πολυεύσπλαγχνος θὰ τὸ κάμῃ,διότι εἶναι Θεὸς τοῦ ᾿Ελέους καὶ τῆς ᾿Αγάπης.῞Οταν πολλαὶ σφῆκαι πέσουν ἐπὶ τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν τραυματίσουν πολὺ μὲ τὰ κέντρα τους,τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καὶ ἀποθνήσκει.Τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου,ὅταν τὴν τραυματίσουν τὰ πολλὰ κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν.᾿Αποθνήσκει οὗτος θάνατον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάστασιν.Νικών διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τὸν θάνατον.Εὰν περάσῃ μία ἡμέρα καὶ σὺ δὲν ἔχῃς νική- σει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου,γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός.᾿Εὰν ὅμως νικήσῃς μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἁμαρτίας σου,ἔγινες περισσότερον νέος μὲ τὴν νεότητα, ἡ ὁποία δὲν γηράσκει, τὴν ἀθάνατον καὶ αἰωνίαν!῎Ας μὴ τὸ λησμονῶμεν ποτέ:τὸ νὰ πιστεύῃ κανεὶς εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Χριστόν,τοῦτο σημαίνει νὰ ἀγωνίζεται διαρκῶς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ θανάτου.Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Κύριον τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν· καὶ ἄν μὲν ἀγωνίζεται,πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διὰ τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν αἰωνίαν ζωήν.᾿Εὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του!Διότι,ἐὰν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγὼν διὰ τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι;᾿Εὰν μὲ τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν δὲν φθάνῃ κανεὶς εἰς τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρὸς τί ἡ πίστις ἡμῶν;᾿Εὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθῆ.᾿Εὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθῆ, τότε διὰ τί νὰ πιστεύῃ κανεὶς εἰς τὸν Χριστόν;Εκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Χριστὸν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του,αὐτὸς ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τὴν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη,ὄντως ἤμβλυνε τὸ κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τὸν θά- νατον εἰς ὅλα τὰ μέτωπα μάχης.῾Η ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν πλησιάζει πρὸς τὸν θάνατον, τὴν μεταβάλλει ἀπὸ ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπὸ ἀφθάρτου καὶ ἀπεράντου εἰς φθαρτὴν καὶ εἰς πεπερασμένην.῞Οσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. Καὶ ἐὰν ὁ ἄνθρωπος δὲν αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερὸν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τὰς ἁμαρτίας,εἰς σκέψεις μυωπικάς,εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα.῾Ο Χριστιανισμὸς εἶναι μία κλῆσις εἰς τὸν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδὴ τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾿ αὐτοῦ.Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν,κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν.Δεν πρέπει νὰ διερωτᾶται κανεὶς διατί καὶ οἱ χριστιανοὶ ἀ- ποθνήσκουν τὸν σωματικὸν θάνατον.Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά.

Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος (πρβλ. Αʹ Κορινθ. ιεʹ 42 ἐξ.),καὶ βλαστάνει, αὐξάνει καὶ γίνεται ἀθάνατον.Οπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καὶ τὸ σῶμα διαλύεται, διὰ νὰ τὸ ζωοποιήσῃ καὶ τελειοποιήσῃ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα.᾿Εὰν ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς δὲν εἶχεν ἀναστήσει τὸ σῶμα, τί ὄφελος θὰ εἶχε τοῦτο ἀπὸ Αὐτόν; Οὗτος δὲν θὰ εἶχε σώσει ὁλόκληρον τὸν ἄνθρωπον.Εὰν δὲν ἀνέστησε τὸ σῶμα, τότε διὰ τί ἐσαρκώθη,διὰ τί ἀνέλαβε τὸ σῶμα, ἀφοῦ δὲν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπὸ τὴν Θεότητά Του;᾿Εὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη, διὰ τί τότε νὰ πιστεύῃ κανεὶς εἰς Αὐτόν;Ομολογῶ εἰλικρινῶς,ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε θὰ ἐπίστευον εἰς τὸν Χριστόν, ἐὰν δὲν εἶχεν ἀναστῆ καὶ δὲν εἶχε νικήσει τὸν θάνατον, τὸν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας.᾿Αλλ᾿ ὁ Χριστὸς ἀνέστη καὶ ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἀθανασίαν. ῎Ανευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν.Μόνον μὲ τὴν ἔνδοξον ᾿Ανάστασίν Του ὁ θαυ- μαστὸς Κύριος καὶ Θεός μας ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς ἀπὸ τὸ παράλογον καὶ τὴν ἀπελπισίαν.Διότι χωρὶς τὴν ᾿Ανάστασιν δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸν οὐρανὸν οὔτε ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τίποτε περισσότερον παράλογον ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν· οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν.Δι᾿ αὐτό, εἰς ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύει εἰς τὴν ᾿Ανάστασιν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Αʹ Κορινθ. ιεʹ 19).«Καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. κϛʹ 24).Εἰς τὸν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τὸ μεγαλύτερον βάσανον καὶ ἡ πλέον φρικιαστικὴ ἀπανθρωπία.῾Η ἀπελευθέρωσις ἀπὸ αὐτὸ τὸ βάσανον καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία.Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ ᾿Αναστὰς Θεάνθρωπος. Διὰ τῆς ᾿Αναστάσεώς Του Αὐτὸς μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τὸ μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τὸ νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν ἀθανασία καὶ αἰωνία ζωή.Πῶς δὲ κατορθώνεται τοῦτο;Μόνον διὰ τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ ᾿Αναστάντι καὶ διὰ τὸν ᾿Αναστάντα Χριστόν!Δι᾿ ἡμᾶς τοὺς χριστιανοὺς ἡ ζωὴ αὐτὴ ἐπὶ τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν αἰωνίαν ζωήν.Διότι, τί ὄφελος ἔχομεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωήν, ἐὰν μὲ αὐτὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν αἰωνίαν;᾿Αλλά, διὰ νὰ ἀναστηθῇ μετὰ τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νὰ συναποθάνῃ μετ᾿ Αὐτοῦ καὶ νὰ ζήσῃ τὴν ζωὴν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του.᾿Εὰν κάμῃ τοῦτο, τότε τὴν ἡμέραν τῆς ᾿Αναστάσεως θὰ δυνηθῇ μετὰ τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νὰ εἰπῇ:«Χθὲς συνεσταυρούμην Χριστῶ, σήμερον συνδοξάζομαι· χθὲς συνενεκρούμην, συζωοποιοῦμαι σήμερον· χθὲς συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»2.Εις τέσσερας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καὶ τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ:Χριστὸς ἀνέστη!...᾿Αληθῶς ἀνέστη!...Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπὸ ἕνα Εὐαγγέλιον, καὶ εἰς τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τὸ νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων.Καὶ ὅταν ὅλα τὰ αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τὴν βροντὴν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστὸς ἀνέστη!», τότε ἡ χαρὰ τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τὰ ὄντα, καὶ αὐτὰ ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦντα τὸ πασχάλιον θαῦμα: «᾿Αληθῶς ἀνέστη!».Ναι, ᾿Αληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος!...Καὶ μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ,μάρτυς κάθε χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους ᾿Αποστόλους μέχρι καὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας.Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ ᾿Αναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθη νὰ δώσῃ —καὶ συνεχῶς δίδει καὶ συνεχῶς θὰ δίδῃ— τὴν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανὸν —ἀπὸ τὸν πρῶτον μέχρι τὸν τελευταῖον— νὰ νικήσῃ πᾶν τὸ θνητὸν καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν θάνατον· πᾶν τὸ ἁμαρτωλὸν καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἁμαρτίαν· πᾶν τὸ δαιμονικὸν καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν διάβολον.Διότι μόνον μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ὁ Κύριος, κατὰ τὸν πλέον πειστικὸν τρόπον, ἔδειξε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία ᾿Αλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία ᾿Αγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία ᾿Αγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καὶ ἐπίσης ἔδειξε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ δίδει Αὐτός, κατὰ τὴν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανὸν εἰς ὅλας τὰς ἐποχάς.Πρὸς τούτοις, δὲν ὑπάρχει ἕνα γεγονὸς ὄχι μόνον εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, ἀλλὰ οὔτε εἰς ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους,τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι μεμαρτυρημένον κατὰ τρόπον,τόσον δυνατόν,τόσον ἀπρόσβλητον,τόσον ἀναντίρρητον,ὅσον ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.᾿Αναμφιβόλως, ὁ Χριστιανισμὸς εἰς ὅλην του τὴν ἱστορικὴν πραγματικότητα, τὴν ἱστορικήν του δύναμιν καὶ παντοδυναμίαν, θεμελιοῦται ἐπὶ τοῦ γεγονότος τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς αἰωνίως ζώσης ῾Υποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.Καὶ περὶ τούτου μαρτυρεῖ ὅλη ἡ μακραίων καὶ πάντοτε θαυματουργικὴ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ.Διότι, ἄν ὑπάρχῃ ἕνα γεγονός, εἰς τὸ ὅποιον θὰ ἠδύνατο νὰ συνοψισθοῦν ὅλα τὰ γεγονότα, ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ᾿Αποστόλων καὶ γενικῶς ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὸ γεγονὸς τοῦτο θὰ ἦτο ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.᾿Επίσης, ἄν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύναντο νὰ συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ εὐαγγελικαὶ ἀλήθειαι, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.Καὶ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχῃ μία πραγματικότης, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύναντο νὰ συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ καινοδιαθηκικαὶ πραγματικότητες, ἡ πραγματικότης αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.Καὶ τέλος, ἂν ὑπάρχῃ ἕνα εὐαγγελικὸν θαῦμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύναντο νὰ συνοψισθοῦν ὅλα τὰ καινοδιαθηκικὰ θαύματα, τότε τὸ θαῦμα τοῦτο θὰ ἦτο ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.Διότι μόνον ἐν τῶ φωτὶ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναδεικνύεται θαυμασίως σαφὲς καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου ᾿Ιησοῦ καὶ τὸ ἔργον Του. Μόνον ἐν τῇ ᾿Αναστάσει τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τὴν πλήρη ἐξήγησίν των ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλαι αἱ ἀλήθειαί Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.Μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεώς Του ὁ Κύριος ἐδίδασκε περὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ ῎Ιδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή.Μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεώς Του ἐδίδασκε περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ ῎Ιδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν.Μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεώς Του ἐδίδασκεν ὅτι ἡ πίστις εἰς Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν,ἀλλὰ μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ ῎Ιδιος ἐνίκησε τὸν θάνατον καὶ ἐξησφάλισε τοιουτοτρόπως εἰς τοὺς τεθανατωμένους ἀνθρώπους τὴν μετάβασιν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ἀνάστασιν.Ναί, ναί, ναί: ὁ Θεάνθρωπος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ἔδειξε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεάνθρωπος εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρωπίνους κόσμους.Και κάτι ἀκόμη:ἄνευ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ,οὔτε ἡ ἀποστολικότης τῶν ᾿Αποστόλων, οὔτε τὸ μαρτύριον τῶν Μαρτύρων, οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν ῾Ομολογητῶν,οὔτε ἡ ἁγιότης τῶν ῾Αγίων, οὔτε ἡ ἀσκητικότης τῶν ᾿Ασκητῶν, οὔτε ἡ θαυματουργικότης τῶν Θαυματουργῶν, οὔτε ἡ πίστις τῶν πιστευόντων, οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων, οὔτε ἡ ἐλπὶς τῶν ἐλπιζόντων, οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων, οὔτε ἡ προσευχὴ τῶν προσευχομένων, οὔτε ἡ πραότης τῶν πράων, οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων, οὔτε ἡ εὐσπλαγχνία τῶν εὐσπλάγχνων, οὔτε οἱαδήποτε χριστιανικὴ ἀρετὴ ἢ ἄσκησις.᾿Εὰν ὁ Κύριος δὲν εἶχεν ἀναστῆ καὶ ὡς ᾿Αναστὰς δὲν εἶχε γεμίσει τοὺς μαθητάς Του μὲ τὴν ζωοποιὸν δύναμιν καὶ τὴν θαυματουργικὴν σοφίαν, ποῖος θὰ ἠδύνατο αὐτοὺς τοὺς φοβισμέ- νους καὶ δραπέτας νὰ τοὺς συγκεντρώσῃ καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν σοφίαν διὰ νὰ δυνηθοῦν τόσον ἄφοβα καὶ μὲ τόσην δύναμιν καὶ σοφίαν νὰ κηρύττουν καὶ νὰ ὁμολογοῦν τὸν ᾿Αναστάντα Κύριον καὶ νὰ πηγαίνουν μὲ τόσην χαρὰν εἰς τὸν θάνατον δι᾿ Αὐτόν;Καὶ ἂν ὁ ᾿Αναστὰς Σωτὴρ δὲν τοὺς εἶχε γεμίσει μὲ τὴν θείαν δύναμίν Του καὶ σοφίαν, πῶς θὰ ἠδύναντο νὰ ἀνάψουν μέσα εἰς τὸν κόσμον τὴν ἄσβεστον πυρκαϊὰν τῆς καινοδιαθηκικῆς πίστεως αὐτοὶ οἱ ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καὶ πτωχοὶ ἄνθρωποι;

 

Εὰν ἡ χριστιανικὴ πίστις δὲν ἦτο ἡ πίστις τοῦ ᾿Αναστάντος καὶ κατὰ συνέπειαν τοῦ αἰωνίως ζῶντος καὶ ζωοποιοῦντος Κυρίου,ποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ τοὺς Μάρτυρας εἰς τὸν ἆθλον τοῦ μαρτυρίου,καὶ τοὺς ῾Ομολογητὰς εἰς τὸν ἆθλον τῆς ὁμολογίας, καὶ τοὺς ᾿Ασκητὰς εἰς τὸν ἆθλον τῆς ἀσκήσεως,καὶ τοὺς ᾿Αναργύρους εἰς τὸν ἆθλον τῆς ἀναργυρίας,καὶ τοὺς Νηστευτὰς εἰς τὸν ἆθλον τῆς νηστείας καὶ ἐγκρατείας, καὶ ὁποιονδήποτε χριστιανὸν εἰς ὁποιονδήποτε εὐαγγελικὸν ἆθλον;Όλα αὐτὰ εἶναι λοιπὸν ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ καὶ δι᾿ ἐμὲ καὶ διὰ σὲ καὶ διὰ κάθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν.Διότι ὁ θαυμαστὸς καὶ γλυκύτατος Κύριος ᾿Ιησοῦς,ὁ ᾿Αναστὰς Θεάνθρωπος,εἶναι ἡ μόνη ῞Υπαρξις ὑπὸ τὸν οὐρανόν,μὲ τὴν ὁποίαν δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ εἰς τὴν γῆν νὰ νικήσῃ καὶ τὸν θάνατον καὶ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν διάβολον, καὶ νὰ καταστῇ μακάριος καὶ ἀθάνατος, συμμέτοχος εἰς τὴν Αἰωνίαν Βασιλείαν τῆς ᾿Αγάπης τοῦ Χριστοῦ...Διὰ τοῦτο, διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὁ ᾿Αναστὰς Κύριος εἶναι τὰ πάντα ἐν πᾶσιν εἰς ὅλους τοὺς κόσμους:ὅ,τι τὸ ῾Ωραῖον, τὸ Καλόν,τὸ ᾿Αληθές,τὸ Προσφιλές,τὸ Χαρμόσυνον,τὸ Θεῖον,τὸ Σοφόν,τὸ Αἰώνιον.Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ ᾿Αγάπη μας,ὅλη ἡ ᾿Αλήθειά μας,ὅλη ἡ Χαρά μας,ὅλον τὸ ᾿Αγαθόν μας,ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ εἰς ὅλας τὰς θείας αἰωνιότητας καὶ ἀπεραντοσύνας.Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν, καὶ πολλάκις, καὶ ἀναρίθμητες φορές:


 

Χ ρ ι σ τ ὸ ς ᾿Αν έ σ τ η !
 

(*)᾿Αρχιμανδρίτου ᾿Ιουστίνου Πόποβιτς,''῎Ανθωπος καὶ Θεάνθρωπος'', Μελετήματα ᾿Ορθοδόξου Θεολογίας,Μετάφρασις ῾Ιερομονάχου ᾿Αθανασίου Γιέβτιτς,σελ. 40-49,ἔκδοσις ε,«ΑΣΤΗΡ»,᾿Αθῆναι 1987.῎Αρθρον πασχαλινόν, δημοσιευμένον εἰς τὸ περιοδικὸν «Hriscanska Misao» (Beograd),2 (1936). ᾿Επιμέλεια ἡμετέρα.Εφέτος μὲ τὸ ῞Αγιο Πάσχα συνεορτάζεται καὶ ὁ Εὐαγγελισμός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπέτειος τῆς γεννήσεως καὶ κοιμήσεως τοῦ ᾿Αββᾶ ᾿Ιουστίνου (25.3.1894- 25.3.1979 ἐκ. ἡμ.).Τὸ κοσμικὸ ὄνομά του ἦταν Εὐάγγελος (Blagovoj) καὶ ὅλη του ἡ ζωὴ ἦταν Εὐαγγελισμὸς τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ᾿Αναστάσεως.1. Πρβλ.῾Ι. Χρυσοστόμου, εἰς Αʹ Κορινθ.῾Ομιλία 39, 2, PG 61, 334:«Εἰ δὲ οὐκ ἐγείρονται (τὰ σώματα), διὰ τί ἠγέρθη ὁ Χριστός; διὰ τί ἦλθε; διὰ τί σάρκα ἀνέλαβεν, εἰ μὴ ἔμελλεν ἀναστήσειν σάρκα; οὐ γὰρ ἐδεῖτο Αὐτός, ἀλλὰ δι᾿ ἡμᾶς».2.Λόγος εἰς τὸ Πάσχα, PG 35, 397.Πρβλ. καὶ Κανὼν τοῦ Πάσχα, ᾿Ωδὴ γʹ.Αναδημοσίευση από το περιοδικό ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
 
 

Μακαριστός Αρχιμανδρίτης π.Ιουστίνος Πόποβιτς

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου