ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΑΓΑΘΗΣ

 

Μνήμη Αγίας μάρτυρος Αγάθης.Τετάρτη 5 [18] Φεβρουαρίου 2015,Πάτριο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο

 

Το καύχημα των παρθένων και δόξα των μαρτύρων,η Αγία Αγάθη, έζησε κατά τον 3ο αιώνα, όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Δέκιος και έπαρχος της γενέτειράς της νήσου Σικελίας, ο Κουϊντιανός. Την ίδια περίοδο στην πόλη των αποστόλων και αναρίθμητων μαρτύρων, Ρώμη, επίσκοποι ήταν οι ενάρετοι Φαβιανός (236-250) και Κορνήλιος (251-253).Η Αγία Αγάθη υπήρξε τέκνο οικογενείας που διακρινόταν για την ευγενή καταγωγή, τον πλούτο και την ευσέβειά της ανάμεσα στις άλλες οικογένειες της ελληνικής αποικίας του Πανόρμου στα βορειοδυτικά παράλια της νήσου Σικελίας που σήμερα είναι γνωστή με το όνομα Palermo. Οι δε γονείς της ονομάζονταν Rao και Apolla.Η νεαρή Αγάθη ηύξανε κατά την ηλικία και την αρετή. Την συνετή της διαγωγή ώφειλε στην σωστή διαπαιδαγώγηση των γονέων της και την ευσέβειά της. Από τα παιδικά της χρόνια η ψυχή της επιθυμούσε να βιώσει την πνευματική ζωή και έτσι τον χρόνο της εκδαπανούσε στην προσευχή και την μελέτη των θείων Γραφών, προσπαθώντας να εφαρμόζει το θείον θέλημα στην καθημερινότητά της.

 

 

«Διψούσε» τον Χριστό και ζούσε μόνο για Εκείνον. Ο αγώνας της ήταν οι πράξεις της να αποτελούν εφαρμογή των πιστεύω της.Στα 251 μ.Χ. έπαρχος της νήσου έγινε ο Κουϊντιανός ο οποίος προσβλέποντας στην άνοδό του στα ύπατα αξιώματα, έσπευδε να πραγματοποιεί τις εντολές του αυτοκράτορος Δεκίου που αγωνιζόταν να εξαφανίσει τους χριστιανούς από την Ρώμη και την περιφέρειά της. Η Αγάθη ήταν μόλις 15 ετών όταν ακούστηκε ότι ξέσπασε ο διωγμός κατά των χριστιανών στην πρωτεύουσα και ότι σιγά-σιγά το απάνθρωπο διάταγμα φθάνει μέχρι και τις εσχατιές της αυτοκρατορικής επικράτειας, μέχρι και την γενέτειρά της.Η μικρή κοπέλα δεν δείλιασε στο άκουσμα της είδησης. Οπλισμένη με την ακράδαντη πίστη της στον Ιησού Χριστό και περισσή τόλμη που είχε την ρίζα της στην αιματηρή θυσία του εσταυρωμένου Νυμφίου της ψυχής της, έσπευσε να στερεώσει στην πίστη και να νουθετήσει τους χριστιανούς του νησιού, τονίζοντας την αξία της αιώνιας ζωής.Η δραστηριότητά της αυτή δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητο τον έπαρχο Κουϊντιανό ο οποίος καθώς έμαθε πληροφορίες για την καταγωγή και την οικονομική της επιφάνεια, προσπάθησε να κερδίσει την εύνοιά της. Όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να πράξει τίποτε, έστειλε απόσπασμα να την συλλάβει και να την οδηγήσει ενώπιόν του, στην πόλη της Κατάνης στο ίδιο νησί, όπου είχε την έδρα της διοικήσεώς του.Επειδή η νύμφη του Χριστού κατάλαβε ότι το μαρτυρικό της τέλος πλησίαζε προσευχόταν με ιδιαίτερη πίστη στον Θεό ζητώντας υπομονή και καρτερία σε ότι επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Βάδιζε πλέον το στενό και δύσβατο μονοπάτι το οποίο θα την έφθανε ως την ουράνια δόξα...Ο νους της ήταν συγκεντρωμένος στα λόγια του Κυρίου: «Θέσθε ούν εις τας καρδίας υμών μη προμελετάν απολογηθήναι∙ εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν, ή ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ. ΚΑ’, 14-15). Δεν φοβόταν τίποτε∙ με έμπυρα λόγια προσευχής και θεοφιλείς στοχασμούς ανέμενε την έξοδό της από τον κόσμο της φθοράς και της αμαρτίας και την συνάντηση με τον γλυκύτατο Νυμφίο της ψυχής της.Όργανο συνεργασίας του Κουϊντιανού με τον μισόκαλο διάβολο ανέλαβε η φημισμένη για την αμαρτωλή ζωή της γυναίκα, η Αφροδισία με τις κόρες της. Σαν άλλη Αιγυπτία γυναίκα του Φαραώ «έσπευδε κολακείαις» (δοξαστικό αποστίχων όρθρου Μεγάλης Δευτέρας) να πείσει την νεαρή μάρτυρα να ξεστρατίσει από τον δρόμο της ενάρετης ζωής.Προσπαθούσε λοιπόν να ξυπνήσει μέσα της την γυναικεία φιλαρέσκεια∙ τι άλλο μπορούσε να θέλει μια γυναίκα αφημένη στις ηδονές του κόσμου και τα πάθη της από αναζήτηση κι άλλης ηδονής, δόξα και πλούτο; Όλα αυτά θα ανήκαν στην Αγάθη αν υποχωρούσε και θυσίαζε στα είδωλα. Οι αμαρτωλές γυναίκες χρησιμοποίησαν την γλώσσα της διπλωματίας με την επίπλαστη ευγένεια που απέχει από την αληθινή αρετή. Η μικρή Αγάθη αντιστεκόταν σ’αυτήν την κατάσταση ενατενίζοντας τον Ιησού Χριστό και θεωρώντας τα ταξίματά τους, σκύβαλα του κόσμου τούτου.Τότε εκείνες μανιασμένες την απειλούσαν λέγοντας ότι μόνο ο θάνατος μπορεί να την συνετίσει για την «απείθειά» της στο αυτοκρατορικό διάταγμα και την ειδωλική θρησκεία…Αγανακτισμένες οι γυναίκες έδωσαν αναφορά για τα πεπραγμένα τους στον Κουϊντιανό ο οποίος εξοργισμένος κάλεσε την Αγάθη σε απολογία. Όταν παραστάθηκε μπροστά του εκείνος θαμπώθηκε από την ομορφιά της και σκέφτηκε να την κάνει γυναίκα του∙ έπρεπε όμως να ακολουθήσει την δική του πίστη. Για να το πετύχει έπρεπε να την πείσει να ακολουθήσει την παραδομένη θρησκεία του δωδεκάθεου ξεκινώντας από τον εκφοβισμό της κατά την ανάκριση…Στις φοβερές απειλές και τις προσβολές του, η παρθένος παρέμενε ακλόνητη. Η μεγάλη πίστη της, η υπομονή της καθώς και η έμπυρη προσευχή της, της έδιναν την δύναμη να αντιστέκεται στην εντολή να θυσιάσει στους ψευδοθεούς της πλάνης και της απώλειας. Προσβεβλημένος από την στάση της έδωσε εντολή να την βασανίσουν με σπαθισμό και να την φυλακίσουν. Αδύναμη και εξαντλημένη από τα βασανιστήρια την έριξαν στην φυλακή όπου η Αγία επιδόθηκε σε εκτενή προσευχή.Και την επόμενη ημέρα η Αγία αντιμετώπισε με θάρρος τον έπαρχο Κουϊντιανό δηλώνοντας το αμετάθετο της γνώμης της. Η εντολή του πλέον ήταν αποτρόπαια: Αφού την γυμνώσουν, να ξεριζώσουν οι δήμιοι με την πυράγρα (πυρωμένη σιδερένια τανάλια) τον ένα μαστό της (κατ’άλλους βιογράφους και τους δύο). Προσπαθούσε έτσι να ρεζιλέψει την παρθένο με την έκθεση σε δημόσια θέα του γυμνού σώματός της και ακολούθως να την πονέσει σωματικά και ψυχικά αφαιρώντας από το σώμα της ένα από τα ιερότερα μέλη του γυναικείου κορμιού, τον μαστό, ο οποίος μακαρίσθηκε από την Αγία Μαρία την Μαγδαληνή (Λουκ. ΙΑ, 27) και από τον οποίο εθήλασε και ο ίδιος ο Κύριος της δόξης κατά την βρεφική του ηλικία.Η μαστεκτομή δεν ήταν ένα συνηθισμένο μαρτύριο∙ συνήθως γινόταν με σπαθί ή μαχαίρι.Επί του προκειμένου, οι δήμιοι με την πυράγρα συνέστρεφαν τον μαστό μέχρι να τον ξεριζώσουν από την θέση του. Τον φρικτό πόνο διαδεχόταν η αιμορραγία...Το αμείωτο θάρρος της και η ακλόνητη συμπεριφορά της εξόργισαν τον Κουϊντιανό, ο οποίος αμέσως μετά έδωσε εντολή να την κλείσουν στην φυλακή μαζί με τους ειδεχθέστερους εγκληματίες βαρυποινίτες. Φυσικά το αθώο κορίτσι αισθανόταν ανάμεσα στους κακούργους, ως «πρόβατον εν μέσω λύκων» (Ματθ. Ι’, 16).Προσευχόμενη η Αγία προσπαθούσε να ηρεμήσει από τους πόνους του μαρτυρίου της όταν ξαφνικά το κελλί της φυλακής γέμισε από ουράνιο φως. Τότε αντίκρυσε ένα παιδί που κρατούσε λαμπάδα αναμμένη που φώτιζε όλο τον χώρο. Πίσω του ακολουθούσε ένας ηλικιωμένος άνδρας κρατώντας ένα κιβωτίδιο με πολλά φάρμακα. Όταν όμως της ζήτησε να του δείξει τις πληγές της, εκείνη αρνήθηκε την βοήθειά του. Ο γέροντας αναγκάστηκε να της αποκαλύψει την ταυτότητα και την αποστολή του: ήταν ο Απόστολος Πέτρος συνοδευόμενος από Άγιο Άγγελο και εστάλη κατ’εντολήν του Ιησού Χριστού για να την θεραπεύσει και να την ενισχύσει στον αγώνα της για την κατάκτηση της αιώνιας ζωής. Αμέσως εξαφανίστηκε ενώ η Παρθένος διεπίστωσε ότι θεραπεύτηκαν οι πληγές της και αποκαταστάθηκαν οι μαστοί της. Όχι μόνον αυτά αλλά και τα δεσμά της λύθηκαν…Αυτά τα συγκλονιστικά θαύματα ήταν η αιτία οι φρουροί να εγκαταλείψουν την φυλακή έντρομοι.Έτσι η Αγία γονάτισε και επιδόθηκε σε εκτενή δοξολογία του Θεού για τα θαυμάσια που εποίησε σ’αυτήν την αναξία και ταπεινή δούλη Του,αν και οι συνδέσμιοι της Αγίας την προέτρεπαν να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία και να εγκαταλείψει το κελλί της.Ενισχυμένη από την χάρη του Παναγίου Πνεύματος η νεαρή κόρη ζητούσε την βοήθεια του Νυμφίου της Ιησού Χριστού να αξιωθεί του μαρτυρικού στεφάνου…Μετά την παρέλευση τεσσάρων ημερών ο Κουϊντιανός την κάλεσε εκ νέου σε απολογία στο μικρό αμφιθέατρο της πόλεως. Ο έπαρχος την θαύμασε σαν την είδε θεραπευμένη θεωρώντας ότι την βοήθησαν οι Ολύμπιοι θεοί. Η κοπέλλα όμως δεν δίστασε να αποκαλύψει με παρρησία ενώπιον όλων τον Ιησού Χριστό ως θεράποντά της. Η επιμονή της στην ομολογία αυτή εξόργισε τον έπαρχο που διέταξε επί τόπου να ανάψουν κάρβουνα και να ρίξουν σ’αυτά σπασμένα κεραμίδια και αφού πυρακτωθούν καλά να σύρουν πάνω τους την μάρτυρα η οποία υπέμενε αγόγγυστα και αυτό το μαρτύριο…Ξαφνικά έγινε μέγας σεισμός ενώ από το ηφαίστειο της Αίτνας άρχισε να βγαίνει φωτιά, πυρωμένες πέτρες και λάβα που στο διάβα τους απειλούσαν να καταστρέψουν τα πάντα. Όλοι θεώρησαν το γεγονός σαν παρέμβαση της θείας δίκης για την άδικη μεταχείριση της παρθένου και κλαίγοντας ικέτευαν τον έπαρχο να σταματήσει τα βασανιστήρια της μικρής κοπέλλας. Εκείνος σκεπτόμενος την πιθανή εξέγερση του λαού διέταξε να φυλακίσουν και πάλι την Αγάθη. Αποκαμωμένη από τα φρικτά μαρτύρια, με όση δύναμη είχε, ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό και πρόφερε την τελευταία της προσευχή. Ακολούθως παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα της στον Κύριο της δόξης. Ήταν τότε η 5η Φεβρουαρίου του έτους 251.Οι χριστιανοί της πόλεως έσπευσαν στην φυλακή και παρέλαβαν το ιερό σκήνωμα της Αγίας για να το ενταφιάσουν. Όταν τοποθετούσαν το λείψανο στην προετοιμασμένη σαρκοφάγο, εμφανίστηκε ένας λαμπροφορεμένος νέος συνοδευόμενος από εκατό παιδιά, όλοι τους άγνωστοι στην πόλη της Κατάνης. Ο νέος κρατούσε μια μαρμάρινη πλάκα την οποία τοποθέτησε επάνω στον τάφο της Αγίας και η οποία έγραφε στα λατινικά τα εξής λόγια: «Mentem sanctam, spontaneam, honorem Deo et patriae liberationem» δηλαδή : «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εις Θεόν και πατρίδος λύτρωσις». Αυτό σημαίνει ότι η Αγία διέθετε νού όσιο, ενάρετο, αποχωρισμένο από την σαρκικότητα, που με ιδία της προαίρεση προχώρησε στο μαρτύριο∙ η θυσία της αποτέλεσε αναφορά τιμής στον αληθινό Θεό και σήμανε την λύτρωση της πατρίδος της από τον ζόφο της ειδωλολατρίας….Τότε όλοι κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τον Φύλακα Άγγελο της Αγίας και απέδωσαν δόξα και αίνο στον Θεό.Αμετανόητος ο Κουϊντιανός προσπάθησε να οικειοποιηθεί την περιουσία της Αγίας∙ όμως τον πρόλαβε φρικτός θάνατος γιατί τα άλογά του αφηνίασαν και έπεσε η καρότσα στην οποία επέβαινε στα ορμητικά ύδατα του ποταμού της πόλεως…Κατά την πρώτη επέτειο του μαρτυρίου της Αγίας, εξερράγη η Αίτνα και απειλούσε την Κατάνη με ολοσχερή καταστροφή. Τότε οι ειδωλολάτρες μαζί με τους χριστιανούς έσπευσαν στον τάφο της Αγίας και αφού αφαίρεσαν το μεταξένιο πέπλο που κάλυπτε το σκήνωμά της, το’βαλαν μπροστά στον ποταμό της λάβας. Το θαύμα ήταν μεγάλο : η λάβα σταμάτησε και το πέπλο παρέμεινε άθικτο. Το ίδιο θαύμα επαναλήφθηκε πολλές φορές και έκτοτε θεωρείται πολιούχος και προστάτης της Κατάνης η Αγία Αγάθη.Η πέτρινη σαρκοφάγος στην οποία ενταφιάστηκε το σκήνωμα της Αγίας σώζεται μέχρι τις ημέρες μας στην ίδια κρύπτη επάνω από την οποία ανηγέρθη ο Ιερός Ναός της «Santa Agata la Vetere». Το τίμιο λείψανο της Αγίας, άφθαρτο και ευωδιάζον, παρέμεινε στην κρύπτη μέχρι την άνοιξη του 1040, ενώ το 593 μόνο ένα μικρό του μέρος μεταφέρθηκε στην Ρώμη κατ’εντολή του Πάπα Ρώμης,Αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου, στον Ιερό Ναό «Santa Agata dei Gotti». Από το ίδιο τεμάχιο, το έτος 597 ο ίδιος Άγιος δώρισε ένα κομμάτι στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου στο Κάπρι. Έτερο τεμάχιο εστάλη στην Βασιλεύουσα κατά τα τέλη του 10ου αιώνα επί βασιλείας των Αυτοκρατόρων Βασιλείου Β’ και του αδελφού του Κωνσταντίνου του Η’.Όταν κατά το 1040 οι Σαρακηνοί εξεστράτευσαν εναντίον της Σικελίας, οι Βυζαντινοί έσπευσαν να βοηθήσουν στον αγώνα. Στις μάχες διέπρεψε ο στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ο οποίος όμως ήρθε σε σύγκρουση με τον αρχηγό του στόλου Στέφανο που ήταν συγγενής του Αυτοκράτορος Ιωάννου Β’ του Κομνηνού. Ως είναι επόμενο ο Μανιάκης έχασε την βασιλική εύνοια και εκλήθη στην Πόλη να απολογηθεί. Εκείνος σκέφθηκε ότι για να ανακτήσει την εύνοια του αυτοκράτορα θα έπρεπε να μεταφέρει στην Βασιλεύουσα τους δύο θησαυρούς της περιφέρειας, δηλαδή τα άφθαρτα σκηνώματα των Αγίων Μεγαλομαρτύρων Αγάθης της Κατάνης και Λουκίας των Συρακουσών.Έτσι το λείψανο της Αγίας αποθησαυρίστηκε στον ομώνυμο Ναό της στο Τρίκογχο μέχρι το καλοκαίρι του 1126 όταν ο Γάλλος αξιωματικός της αυτοκρατορικής φρουράς Gisliberto μαζί με τον Καλαβρό φίλο του Goselmo έκλεψαν το λείψανο της Αγίας κατόπιν εντολής που έλαβε από την Αγία καθ’ύπνους ο πρώτος και του ζητούσε να επιστρέψει το λείψανο στην Κατάνη.

 
 

Ταξίδευσαν δια Σμύρνης, Κορίνθου, Τάραντα και στάθμευσαν στην επαρχία του Lecce, στην πόλη Galatina, όπου δώρισαν τον ένα μαστό της Αγίας στον ναό της Αγίας Αικατερίνας, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα. Στην συνέχεια έφθασαν στην Μεσσίνα απ’όπου ειδοποίησαν τον Επίσκοπο της Κατάνης Maurizio να υποδεχθεί το άγιο λείψανο.Έτσι στις 17 Αυγούστου του 1126 ο Επίσκοπος Maurizio ξεκίνησε πομπή με τον κλήρο και τον λαό ανυπόδητος για να υποδεχθούν την Αγία περπατώντας προς το Acicastello. Ταυτόχρονα άλλη πομπή από το Acicastello με επικεφαλής δύο μοναχούς αντιπροσώπους του Επισκόπου όπου πήγαν για να επαληθεύσουν την χαρμόσυνη είδηση, τους δύο αξιωματούχους και πλήθος λαού, ξεκινούσαν με κατεύθυνση την Κατάνη. Οι δύο πομπές συναντήθηκαν στο ψαροχώρι Ognina και ψάλλοντας συνέχισαν ως τον Καθεδρικό Ναό της Κατάνης όπου εναπέθεσαν το λείψανο.Το μεγάλο θαύμα θεραπείας μιας τυφλής και παράλυτης γυναίκας επισφράγισε την ευαρέσκεια της Αγίας για την σωματική της επιστροφή στον χώρο που μαρτύρησε…

Πηγή:Πεμπτουσία.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

 

Αγία Αγάθη

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...