ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

ΧΑΙΡΕ ΘΕΟΔΩΡΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑ ΜΟΥ ΕΥΦΡΑΙΝΟΥ

 

 

Επί τη μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών Θεοδώρου του Τύρωνος και το θαύμα των κολλύβων.Σάββατο 15 [28] Φεβρουαρίου 2015 Πάτριο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο

 

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων,ο ένδοξος μάρτυς αυτός του Χριστού,κατήγετο από την Αμάσεια της Καππαδοκίας και μάλιστα από το χωριό Χουμιαλιά.Έζησε δε στα χρόνια του Ρωμαίου χριστιανομάχου αυτοκράτορα Διοκλητιανού,που βασίλευε στη Δύση το 264 - 285 μ.Χ.Ο μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ο Τήρων δεν παρουσιαζόταν σαν χριστιανός να ομολογήσει την πίστη στον Αληθινό Θεό,όχι από φόβο για χα μαρτύρια,αλλά γιατί νόμιζε,πως δεν ήταν ακόμη ενδεδειγμένο από το Θεό να μαρτυρήσει. Θέλησε, λοιπόν να εξακριβώσει, αν ήταν θέλημα Θεού να μαρτυρήσει τότε. ι αυτό έκαμε το έξης:Ο Θεόδωρος ήταν νεοσύλλεκτος και υπηρετούσε στο Τάγμα των Τηρώνων,δηλαδή των νεοσυλλέκτων.Ήταν δε έξυπνος και γενναίος.Το τάγμα αυτό ήταν εκλεκτό και το στείλανε στην Ανατολή, δια να φυλάξει τα ανατολικά σύνορα χου κράτους.Στο τάγμα των Τηρώνων τοποθέτησαν τον Θεόδωρο,λίγο προτού ξεκινήσουν για την Ανατολή.Αρχηγός του τάγματος ήτο ένας Βρίγκας ονόματι.Φθάσανε στην πόλη των Ευχαΐτων.

 

 

Από τα Ευχάϊτα,κατήγετο ο άλλος άγιος Θεόδωρος,ο Στρατηλάτης,που μαρτύρησε και αυτός λίγο αργότερα το 323 μ.Χ.Κοντά,λοιπόν,στα Ευχάϊτα,πενήντα περίπου χιλιόμετρα ήτανε ένα δάσος.Σ’ αυτό είχε εμφανιστεί ένα φίδι πολύ μεγάλο και ένεκα αυτού δεν τολμούσε να περάσει κανείς από εκεί.Πολλοί δε από το φόβο τους εγκατέλειψαν τα κτήματα τους, που είχαν εκεί κοντά.Ο Άγιος Θεόδωρος,θέλοντας να δοκιμάσει εάν είναι θέλημα Θεού να μαρτυρήσει,πήγε καβαλάρης στο δάσος.Έψαξε πολύ να βρει το θηρίο εκείνο,αλλά δεν το βρήκε. Κουρασμένος τώρα βγήκε στην άκρη από το δάσος και κοιμήθηκε κάτω από τον ίσκιο ενός δένδρου.Την ώρα εκείνη διάβαινε από εκεί μια πλούσια γυναίκα, που την λέγανε Ευσεβία.Ήταν πονόψυχη.Γι’ αυτό τον ξύπνησε και του είπε:—Παλληκάρι μου, αν θέλεις τη ζωή σου,φεύγα από τον καταραμένο αυτόν τόπο.Πως κοιμάσαι ξένοιαστος;Εδώ μέσα έχει κάπου τη φωλιά του το θηρίο.—Ποιά είσαι συ; ρώτησε την γυναίκα ο Άγιος.—Εγώ,του αποκρίθηκε,είμαι μια Χριστιανή.Εδώ έχω κτήμα, αλλά θα το αφήσω,διότι πολλούς εδώ τους έφαγε το φίδι αυτό, ο δράκοντας.Γι’ αυτό σε παρακαλώ,φύγε και συ,διότι κινδυνεύεις.—Μη φοβάσαι,της είπε ο Άγιος. Σήμερα θα λήξει η ιστορία αυτή.Ο Χριστός μας θα σας απαλλάξει από τον πειρασμό αυτόν.Τότε ο Άγιος έκαμε το Σταυρό του,καβαλλίκεψε το άλογό του και μπήκε πάλι μέσα στο δάσος.Εκεί σ’ ένα μέρος άκουσε θόρυβο.Κατευθύνεται προς τα εκεί και βλέπει το ερπετό να βγαίνει από τη φωλιά του.Ήταν φοβερό και έκαμε ένα σφύριγμα τρομερό.Ο Άγιος κάνει το σταυρό του,ορμά κατ’ επάνω του και το κτυπά στο κεφάλι με το κοντάρι του. Το θηρίο από τον πόνο σύριξε δυνατά,στριφογύρισε την ούρα του,σφάδασε και ψόφησε.Τότε ο Άγιος βγήκε χαρούμενος από το δάσος,γιατί κατάλαβε,ότι ήταν θέλημα Θεού να μαρτυρήσει. Διότι, όπως νίκησε τον αισθητό δράκοντα,έτσι θα νικούσε και τον νοητό δράκοντα τον διάβολο.Αφού, λοιπόν,απάλλαξε τον τόπον εκείνον ο Άγιος, πήγε κατ’ ευθείαν στο τάγμα του.Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο αρχηγός τους Βρίγκας,μαζί με τους στρατιώτες του θέλησε να θυσιάσουν στα είδωλα.Οι άλλοι στρατιώτες πηγαίνανε και θυσιάζανε.  Θεόδωρος όμως έμενε στη σκηνή του. Αυτό ήταν η αιτία να φανερωθεί, ότι ήταν Χριστιανός.Ο Βρίγκας μάζεψε όλο το τάγμα του και ρώτησε τον Άγιο εάν είναι Χριστιανός.Ο Άγιος τους απάντησε με θάρρος ότι είναι Χριστιανός.Τότε ο αρχηγός τους προσπάθησε να πείσει τον Άγιο να θυσιάσει στα είδωλα ώστε να μην ρεζιλευτεί και να μην γίνει παραβάτης των Βασιλικών διαταγών.Ο Άγιος όμως του αποκρίθηκε καθαρά:—Είμαι Χριστιανός και δεν αρνούμαι. Σου το επαναλαμθάνω και πάλιν,ότι Χριστιανός είμαι,τον Χριστό μου προσκυνώ και Αυτού είμαι στρατιώτης.χριστιανος.Ο Βρίγκας σκέφτηκε τότε να του δώσει μία μέρα να το σκεφτεί καλύτερα. Πίστευε με αυτόν τον τρόπο πως θα άλλαζε ο Άγιος και θα θυσίαζε στα είδωλα.Κατόπιν καλέσανε και εξέτασαν άλλους Χριστιανούς.Ο Θεόδωρος όμως ερχότανε κοντά τους και τους έδινε θάρρος, για να μη αρνηθούν τον Χριστό.Οι τύραννοι την νύκτα εκείνη τους άλλους Χριστιανούς τους φυλάκισαν.Ο Θεόδωρος όμως πήγε δια νυκτός και έβαλε φωτιά σε ένα ειδωλολατρικό βωμό της θεάς Ρέας.Και τούτο δια να δείξει και δια των πραγμάτων,ότι αυτός μεν είναι χριστιανός, οι ειδωλολατρικοί δε θεοί, τους οποίους προσκυνούσαν εκείνοι,ήσαν ξύλα αναίσθητα.O εμπρησμός αυτός έδωσε αφορμή να γίνει μεγάλη σύγχυσης στα Ευχάϊτα.Τον Άγιο όμως, όταν έβαλε τη φωτιά,τον είδε ο υπηρέτης χου βωμού, ονόματι Κρονίδης.Αυτός, λοιπόν, συνέλαβε τον Άγιο και τον πήγε στον αρχηγό χου τόπου,τον Πόπλιο.Ο Θεόδωρος πήγε ευχαρίστως.Όταν ο Πόπλιος έμαθε για τον Άγιο,για την πίστη του και για το ότι έκαψε τον ωμό της Ρέας με πολύ θυμό του είπε:—Ασεβέστατε, αυτή είναι η τιμή που δίδεις στους μεγάλους θεούς;Αντί να θυσιάσεις στο βωμό της μεγάλης Ρέας,συ τον έκαψες;Και πως τόλμησες,ανόητε, και έκαμες την παρανομία;Δεν φοβήθηκες τα βασιλικά διατάγματα;—Αρχηγέ Πόπλιε,του είπε με θάρρος ο Άγιος.Ομολογώ,ότι έκαψα τον βωμό της Ρέας,διότι θέλησα να δοκιμάσω,εάν είναι αληθινή θεά.Αλλά είδα,ότι ήταν ξύλο ξερό και αναίσθητο.Επομένως τέτοια τιμή πρέπει στα είδωλα,αφού μάτια έχουν και δεν βλέπουν,αυτιά και δεν ακούνε, στόμα και δεν μιλούνε.Τι θεοί είναι τα άλαλα ξύλα;Ο ηγεμόνας επειδή δεν μπορούσε να πη τίποτε σ’ αυτά, διέταξε και τον έδειραν.Αφού τον έδειραν πολύ, του είπε:—Για να φανώ επιεικής εγώ, εσύ το πήρες επάνω σου.Αλλά θα σε βάλω στα βάσανα και στις τιμωρίες και τότε θα υποταχθείς και μη θέλοντας στις βασιλικές διαταγές.—Όπως δεν δέχεσαι συ,του αποκρίθηκε ο Άγιος,τα δικά μου λόγια,έτσι δεν δέχομαι και εγώ τα δικά σου.Οι φοβερισμοί σου δεν με φοβίζουν. Οι απειλές σου τα μικρά παιδιά φοβίζουν,όχι όμως και μένα, που έχω τη δύναμη χου Χριστού μου.Για μένα αυτά είναι χαρά και αγαλλίασης.Τις τιμωρίες σου δεν τις λογαριάζω, διότι η δύναμις του Χριστού μου θα τις ελαφρώσει.Ότι θέλεις κάμε μου.Εγώ τον Χριστό μου δεν τον αρνούμαι.Όταν άκουσε αυτά ο ηγεμόνας, έξω φρενών έγινε και έτριζε τα δόντια του από τα νεύρα του.Διέταξε δε τους υπηρέτες να τον φυλακίσουν και να μην του δώσουν ούτε νερό, ούτε ψωμί, ούτε τίποτε άλλο ώσπου να πεθάνει.Οι στρατιώτες τον έδεσαν και τον έκλεισαν στη φυλακή.Ο Χριστός όμως, επειδή όλα αυτά χα υπέμεινε, για την αγάπη Του, δεν τον άφησε, αλλά την ίδια εκείνη νύχτα χου φανερώθηκε και του είπε:— Χαίρε Θεόδωρε, στρατιώτα μου.Μη στενοχωρείσαι καθόλου, γιατί σε έδειραν για την αγάπη μου.Εγώ,όπως πάντοτε,είμαι μαζί σου.Σε λίγες μέρες θα ‘ρθείς στη Βασιλεία μου.Πρόσεξε να μη πάρεις τροφή από τα χέρια τους.Η Χάρις μου θα σε τρέφει.Χαίρε λοιπόν και ευφραίνου.Μετά ταύτα ο Κύριος αναλήφθηκε και ο Άγιος έμεινε πάλι μόνος χου στη φυλακή, χαίροντας και ψάλλοντας.Μαζί του όμως ψέλνανε και Άγγελοι.Απ’ έξω οι φύλακες,που τους άκουγαν,νομίζανε όχι ήσαν Χριστιανοί στη φυλακή και ψάλλανε μαζί.Είδανε όμως, ότι η φυλακή ήταν κλειστή και σφραγισμένη με τη βασιλική σφραγίδα.Απαραβίαστη.Κοιτάζανε τότε από την κλειδαρότρυπα και είδανε μέσα πολλούς άνδρες λευκοντυμένους, που ψάλλανε μαζί με τον Άγιο.Τρέχουν τότε αμέσως στον ηγεμόνα και του λένε:—Μέσα στη φυλακή βρίσκονται πολλοί Χριστιανοί.Δεν ξέρουμε όμως από που μπήκαν. χριστιανος.Όταν το άκουσε αυτό ο Ηγεμόνας, φοβήθηκε.Πήρε μαζί του όλη την φρουρά χου και μετέβη στη φυλακή.Τοποθέτησε γύρω της τους στρατιώτες με την εντολή να προσέχουν και αν μεν είναι Χριστιανοί να τους συλλάβουν.Αυτός μπήκε μέσα στη φυλακή.Άκουσε μεν πολλούς να ψάλλουν,αλλά δεν έβλεπε κανένα, έκτος από τον Θεόδωρο,που ήταν δεμένος και ασφαλισμένος στο ξύλο.Φοβήθηκε,βγήκε έξω και έκλεισε τη φυλακή πάλι.Διέταξε όμως να δίνουν εις τον Θεόδωρο κάθε μέρα λίγο νερό και μια ουγκιά ψωμί,δηλαδή είκοσι πέντε γραμμάρια.Οι φύλακες, σύμφωνα με τη διαταγή,πήγανε την τροφή στον Άγιο.Αυτός όμως δεν την δέχτηκε.Το πρωί διέταξε ο ηγεμόνας και βγάλανε τον Άγιο από τη φυλακή. Όταν τον πήγανε μπροστά του και αυτός με κολακείες και ψευδολογίες προσπάθησε να πείσει τον Άγιο να θυσιάσει στα είδωλα.Και ο Άγιος του απάντησε:—Πόπλιε, μη νομίζεις,όχι με τέτοιες κολακείες και ψευδολογίες θα μου αλλάξεις την πίστη μου.Μάθε το καλά,όχι καν πυρ με κάψει,καν θάλασσα με πνίξει, καν ξίφος με κόψει, καν θηρία με φάγουν, καν το σώμα μου κατακόψεις σε χίλια δυο κομμάτια,εγώ τον Χριστό μου δεν τον αρνούμαι και γι’ αυτόν θέλω να τιμωρούμαι.Ο ηγεμών ακούγοντας αυτά,θαύμασε δια την τόλμη και αποφασιστικότητα του Αγίου.Κατόπιν έδωσε διαταγή να τον κρεμάσουν με το κεφάλι κάτω.Με χέρια δε σιδερένια του έξυναν το σώμα, ώστε φανήκανε τα πλευρά του.Ο Άγιος υπέμενε καρτερικά τους τρομερούς πόνους,ψάλλοντας το: «Εὐλογήσω τόν Κύριον ἐν παντί καιρῶ, διά παντός ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου».Ο ηγεμόνας,όταν είδε ότι ούτε με αυτά τα βασανιστήρια κατόρθωσε να του αλλάξει την πίστη,διέταξε να τον ξεκρεμάσουν και του είπε:—Δεν ντρέπεσαι, άθλιε, να ελπίζεις ακόμη, όχι θα σε σώσει ένας κακοθάνατος, ο Ναζωραίος; Σε εκείνον πιστεύεις, που δεν μπόρεσε να βοηθήσει τον εαυτόν του;—Τέτοια ντροπή, ασεβέστατε,μακάρι να την έχω πάντοτε εγώ και όλοι οι Χριστιανοί,του αποκρίθηκε ο Μάρτυς.Την στιγμή εκείνη έγινε σύγχυσης και αναταραχή από τον λαό και ο Πόπλιος φοβήθηκε μήπως γίνει στάση και λέγει στον Άγιο Θεόδωρο:—Ας αφήσουμε τα πολλά λόγια και πες μου καθαρά:Θέλεις να θυσιάσεις στους θεούς ή να βασανισθείς ακόμη.—Ασεβέστατε άνθρωπε,απάντησε ο Μάρτυς, δεν φοβάσαι, το Θεό.Ο Θεός σου έδωσε την εξουσία,και συ με διατάζεις να τον αρνηθώ και να προσκυνήσω τα αναίσθητα ξύλα.—Σε αφήνω λίγη ώρα να σκεφθείς,του είπε.Και όταν πέρασε η λίγη αυτή ώρα του λέγει:—Καλλίτερα θέλεις να είσαι με μας ή με τον Χριστό σου;—Με τον Χριστό μου ήμην, είμαι και θα είμαι, του απάντησε σταθερά ο Μάρτυς.Μετά την απάντησι αυτή ο ηγεμών έβγαλε τη θανατική απόφαση.«Επειδή ο Θεόδωρος αντετάχθη εις τα βασιλικά προστάγματα,αρνήθηκε τους θεούς μας και πιστεύει εις τον Ιησούν,να τον κάψετε,επειδή και αυτός έκαψε τον ναό της θεάς Ρέας».Παρέλαβαν τότε δεμένο τον Άγιο οι στρατιώτες και τον μετέφεραν εις τον τόπο της εκτελέσεως.Εκεί ο Άγιος έβγαλε την ζώνη,τα ρούχα και τα υποδήματά του.Οι στρατιώτες δια να μη ταραχθεί και φύγει θέλησαν να τον καρφώσουν στη γη,αλλά ο Μάρτυς τους είπε:—Αφήστε με ακάρφωτο.Ο Χριστός μου,που μου έδωκε τη δύναμη και υπέμεινα τις άλλες τιμωρίες,θα με δυναμώσει και τώρα να βαστάξω το πυρ.Οι στρατιώτες, πράγματι,δεν τον καρφώσανε,αλλά απλώς τον έδεσαν.Ο Άγιος είπε τότε την εξής προσευχή:—Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ μονογενές του Αθανάτου Πατρός, ο οποίος δια την σωτηρία μας ήλθες εις την Γή, Σε ευχαριστώ, διότι με αξίωσες να υποστώ βάσανα και τιμωρίες για Σένα. Σε δοξολογώ, διότι με αξίωσες να μιμηθώ το πάθος Σου.Σε υμνολογώ, διότι με ενδυνάμωσες να μαρτυρήσω, για την αγάπη Σου. Αξίωσε με της Βασιλείας Σου. Αλλά και τους στρατιώτες, που βρίσκονται τώρα στη φυλακή για το όνομά Σου, αξίωσέ τους να μαρτυρήσουν και να πεθάνουν για Σένα, όπως εγώ. Την ώρα δε,που ο Άγιος Θεόδωρος προσευχόταν, ένας Χριστιανός, ονόματι Κλεόβουλος,τον κοίταζε και δάκρυζε.Του λέγει τότε ο Άγιος:—Κλεόβουλε αδελφέ, σε περιμένω.Έλα.Συνέχισε δε ο Άγιος την προσευχή του για λίγο ακόμη και κατόπιν πήδησε μέσα στη φωτιά, που έκαιε, δοξάζοντας τον Θεό!Θαύμα εξαίσιο τότε έγινε:Η φλόγα έγινε αψίδα και περιεκύκλωσε το σώμα του Αγίου,χωρίς να το θίξει καθόλου!Ο Άγιος όμως προσευχόμενος, παρέδωσε την αγία του ψυχή εις χείρας του Θεού.Παρουσιάσθηκε τότε η Ευσεβία.Αυτή κατόρθωσε, αφού έδωσε αρκετά χρήματα,να πάρει το άγιο λείψανο του και να το ενταφιάσει εις τα Ευχάϊτα.Κάθε δε χρόνο τον εόρταζε και τον είχε βοηθό της σε κάθε δύσκολη περίσταση της ζωής της.Και όχι μόνον αυτή, αλλά και όλοι οι ασθενείς του τόπου εκείνου τον είχανε γιατρό των ψυχών και των σωμάτων.Εις τα Ευχάϊτα κτίσθηκε μεγαλοπρεπής Ναός, όπου φυλλάσσετο και το τίμιό του λείψανο.Από τα Ευχάϊτα κατόπιν ξαπλώθηκε η τιμή του Μάρτυρος Θεοδώρου σε δλη τη χριστιανοσύνη.Στην Κωνσταντινούπολη κτίσθηκαν πολλοί Ναοί εις τιμήν του.Ο σπουδαιότερος ήτο «εν τοις Σφωρακίοις». Και εις τας Αθήνας, εις το κέντρον της πόλεως ύπάρχει περικαλλής Βυζαντινός Ναός τιμώμενος επ’ ονόματι των «Αγίων Θεοδώρων» του Θεοδώρου του Τήρωνος και του Θεοδώρου του Στρατηλάτου.Ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων ονομάζεται και «Φανερωτής».Και τούτο, διότι φανερώνει σε όσους τον παρακαλούν με πίστη τα πραγματα,που έχουν χαμένα.Όταν έγινε βασιλιάς ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-363) έκανε πολλά και διάφορα εναντίον των Χριστιανών καί προσπάθησε να αναστήσει την παλαιά ειδωλολατρική θρησκεία των Ελλήνων.Στην εποχή του είχαν ουσιαστικά ξαναρχίσει οι διωγμοί των Χριστιανών καί τα βασανιστήρια.Ο Ιουλιανός, γνώριζε πολύ καλά τα ήθη των Χριστιανών καί ότι την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τηρούν αυστηρή νηστεία καί εξαγνίζονται μ’ αυτή καί τη θερμή προσευχή.Θέλησε, λοιπόν, να τους μιάνει με τις ειδωλολατρικές θυσίες.Γι’ αυτό καί κάλεσε τον έπαρχο της πόλεως καί του ανέθεσε να επιβλέψει στην εκτέλεση της εξής εντολής του:Να σηκωθούν από την αγορά όλα τα τρόφιμα καί να μην υπάρχουν σ’ αυτήν παρά μόνον εκείνα πού θα ήταν ραντισμένα με το αίμα των θυσιών πού έγιναν στα είδωλα. Με τον τρόπο αυτό αναγκαστικά, ή θα αγόραζαν όλοι να φάνε καί έτσι να γευθούν από τη θυσία προς τους θεούς, ή αν δεν υπακούσουν, να πεθάνουν από την πείνα.Ο έπαρχος έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τη διαταγή του Ιουλιανού καί αποσύρθηκαν από την αγορά τα τρόφιμα.Αντικαταστάθηκαν βέβαια από τα μιασμένα από τις θυσίες τρόφιμα. Φάνηκε έτσι -προς στιγμήν- ότι κέρδιζε ο διάβολος, ο υποκινητής καί εμπνευστής καί πατέρας του Ιουλιανού. Ο Θεός όμως είναι καί Παντοδύναμος καί Πάνσοφος. Δεν άφησε,ούτε εγκατέλειψε το λαό Του.Για τη σωτηρία του από τις μεθοδείες του διαβόλου έστειλε το Μεγαλομάρτυρά Του Θεόδωρο, πραγματικά ως δώρο Θεού για να Τον δοξάσει με ένα θαύμα.Του ζήτησε να εξαφανίσει όλα τα τρόφιμα και να παραμείνουν μόνο εκείνα που θα ήταν ραντισμένα με το αίμα των θυσιών που έγιναν προς τιμή των ειδώλων (ειδωλόθυτα).Με αυτό το τρόπο οι Χριστιανοί ή θα αναγκάζονταν να αγοράσουν αυτά τα τρόφιμα ή θα πέθαιναν από την πείνα.Ο έπαρχος έθεσε αμέσως σε εφαρμογή το σχέδιο του Ιουλιανού και αποσύρθηκαν από την αγορά της Κωνσταντινούπολης όλα τα τρόφιμα και παραμείναν μόνο τα ειδωλόθυτα.Προς στιγμή φάνηκε να νικά ο Ιουλιανός.Ο Θεός, όμως δεν εγκατέλειψε το λαό Του. Έστειλε το Μεγαλομάρτυρά Του Θεόδωρο τον Τήρωνα (μαρτύρησε στις 17 Φεβρουαρίου 306/07), για να προστατεύσει τους πιστούς.Ο Άγιος εμφανίστηκε στον Πατριάρχη Ευδόξιο (360-369) και του απεκάλυψε το σχέδιο του Ιουλιανού με τα εξής λόγια:«Σήκω γρήγορα, Πατριάρχη, συγκέντρωσε το Χριστεπώνυμο πλήρωμα και διαφύλαξε το από τον μολυσμό των ειδώλων,δίνοντάς του τη συμβουλή να μην αγοράσει κανείς από τα τρόφιμα που υπάρχουν στην αγορά».Ο Πατριάρχης απορώντας είπε προς τον Μεγαλομάρτυρα:«Πώς είναι δυνατόν, Κύριέ μου, να γίνει αυτό;Διότι οι μεν πλούσιοι μπορεί να το εφαρμόσουν,γιατί έχουν τρόφιμα στις αποθήκες τους,οι φτωχοί όμως, οι οποίοι δεν θα έχουν ούτε μιας μέρας τρόφιμα, τι θα κάνετε μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη;».Ο Άγιος του απάντησε:«Να τους προσφέρεις κόλλυβα,για να καλύψεις την ανάγκη τους».Επειδή ο Πατριάρχης άκουγε για πρώτη φορά για τα κόλλυβα,τον ρώτησε με απορία: «Τι είναι αυτά τα κόλλυβα, δεν τα γνωρίζω».Ο μεγαλομάρτυρας τότε του αποκρίθηκε:« Είναι σιτάρι.Να το βράσεις και να το μοιράσεις στους Χριστιανούς».Και για να φανερώσει ο Άγιος τον τόπο τιμής του,πρόσθεσε:«Γι’ αυτό το βρασμένο σιτάρι στα Ευχάϊτα συνηθίζουμε να το λέμε κόλλυβα.Κάνε, λοιπόν,έτσι και σώσε το ποίμνιο του Χριστού από το μιασμό».

 
 

Λέει ο Πατριάρχης προς τον Άγιο:«Ποιος είσαι εσύ Κύριε μου,που φροντίζεις με τόση αγάπη και ευσπλαχνία για τη σωτηρία μας;».Και ο Μεγαλομάρτυρας του αποκρίθηκε: «Εγώ είμαι ο Μάρτυρας του Χριστού Θεόδωρος ο Τήρων και με έστειλε για βοήθειά σας».Με αυτά τα λόγια ο Άγιος εξαφανίστηκε. Ο Πατριάρχης τότε σηκώθηκε με θαυμασμό και συγκέντρωσε το λαό του Θεού και του απεκάλυψε την εμφάνιση και τη βοήθεια του Μεγαλομάρτυρος.Συγχρόνως εφάρμοσε τη συμβουλή του Αγίου,έβρασε σιτάρι και το μοίρασε στο λαό και προστάτευσε έτσι το ποίμνιο του Χριστού.Ξημέρωσε Σάββατο και στην αγορά της Κωνσταντινούπολης,αν και τελείωνε η εβδομάδα,κανένας Χριστιανός δεν πήγε.Χάρη στην εμφάνιση του Αγίου το σατανικό σχέδιο του Ιουλιανού απέτυχε οικτρά,γιατί κανένας Χριστιανός δεν αγόρασε από τα ειδωλόθυτα.Γι’ αυτό και οι Χριστιανοί ύμνησαν και δοξολόγησαν το Θεό και το Μεγαλομάρτυρά του Θεόδωρο και για χάρη του καθιέρωσαν λαμπρή εορτή.Έτσι καθιερώθηκε, από τα μέσα περίπου του τετάρτου αιώνα, το πρώτο Σάββατο των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας να τιμά το θαύμα δια κολλύβων του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος!

 
Πηγή:Πενταπόσταγμα.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου