ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΠΑΣΧΑ

 

 

 Η εγκύκλιος ὑπ᾿ αὔξ. ἀριθ. 150/πρωτ. 420/26.5.1995 τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἀναφερομένη «εἰς τὸν καθορισμὸν κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ ὑφ᾿ ἁπάντων τῶν Χριστιανῶν τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ ῾Αγίου Πάσχα», ἔθεσε ἐπὶ τάπητος μίαν σειρὰ προβλημάτων ἱστορικοῦ, κανονικοῦ καὶ δογματικοῦ χαρακτῆρος.᾿Επίσης, ἡ ἀνακίνησις τοῦ ὅλου ζητήματος ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ κατανοηθῆ πλήρως, ὅτι ὁ ἀπὸ κοινοῦ παγχριστιανικὸς ἑορτασμὸς τοῦ ῾Αγίου Πάσχα δὲν ἀπετέλεσε ποτὲ ἐσωτερικὸ ποιμαντικὸ πρόβλημα τῆς ῾Αγιωτάτης ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ προέκυψε σαφῶς ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι ἐντεῦθεν τοῦ 1920· αὐτὴ βλέπει, ὅτι - μέσῳ σταθερῶν πρακτικῶν βημάτων - ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐξωτερικὴ (ὁμοσπονδιακὴ) ἑνότης τῶν διϊσταμένων Χριστιανῶν καὶ τοιουτοτρόπως προκαλεῖται στὸν κόσμο ἡ ψευδαίσθησις μιᾶς κοινῆς χριστιανικῆς μαρτυρίας, παρὰ τὶς ὑφιστάμενες ἀκόμη ἀγεφύρωτες δογματικὲς διαφορές.

 
 

Δύο ἔτη μετὰ τὴν ἀνωτέρω ᾿Εγκύκλιο, ἕνα Δελτίο Τύπου τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν ᾿Εκκλησιῶν» («Π.Σ.Ε.») (24.3.1997), μὲ τίτλο «῾Η ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα: ἡ ἐπιστήμη προσφέρει λύσι σὲ ἕνα ἀρχαῖο θρησκευτικὸ πρόβλημα», ὑπογραμμίζει τὴν ἡγετικὴ συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ αὐτοῦ ᾿Οργανισμοῦ τῆς Γενεύης, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τῶν Οἰκουμενιστικῶν ᾿Οργανισμῶν, στὴν προώθησι τοῦ ζητήματος.῾Η ὀργάνωσι μιᾶς παγχριστιανικῆς συσκέψεως, ὅπως ἀναφέρει τὸ Δελτίο Τύπου, στὸ Χαλέπιο τῆς Συρίας (5-10.3.1997) ἀπὸ τὸ «Π.Σ.Ε.» καὶ τὸ «Συμβούλιο ᾿Εκκλησιῶν Μέσης ᾿Ανατολῆς» («Σ.Ε.Μ.Α.») μὲ ἀντικείμενο τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα ἀπὸ τοῦ 2001 καὶ ἑξῆς, μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ προβοῦμε σὲ μίαν σύντομο ἱστορικὴ ἀναφορὰ σὲ μερικὲς πρόσφατες πτυχὲς τοῦ ζητήματος.1. Εἶναι γνωστό, ὅτι μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο τρόπο τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς ἐτέθη μὲ πρωτοβουλία τοῦ «Π.Σ.Ε.» καὶ τῆς Γραμματείας ἐπὶ τῆς ῾Ενότητος τῶν Χριστιανῶν τοῦ Βατικανοῦ, κατὰ τὸ ἔτος 1975 στὴν Ε´ Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ «Π.Σ.Ε.» στὴν Ναϊρόμπι τῆς Κένυας (23.11- 10.12.1975).(βλ. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, ῾Ιστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἔκδοσις β´, σελ. 213-14, 223-24, 365-66, Θεσσαλονίκη 1984).2. Τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1994, ἐκπρόσωποι τῆς «Συνελεύσεως Εὐρωπαϊκῶν ᾿Εκκλη- σιῶν» («Σ.Ε.Ε.»/«Κ.Ε.Κ.») (συμμετέχουν ὀρθόδοξοι καὶ προτεστάνται τῆς Εὐρώπης) καὶ τοῦ «Συμβουλίου Καθολικῶν ᾿Επισκοπικῶν Συνόδων Εὐρώπης» («Σ.Κ.Ε.Σ.Ε.»/ «C.C.E.E.») συνῆλθαν στὸ Λεανυφάλου τῆς Οὑγγαρίας, γιὰ τὴν προετοιμασία καὶ ὀργά- νωσι τῆς «Β´ Οἰκουμενικῆς Συναντήσεως ᾿Εκκλησιῶν Εὐρώπης» στὸ Γκρὰτς τῆς Αὐστρίας τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1997.Η προπαρασκευαστικὴ Μικτὴ ᾿Επιτροπὴ ἀσχολήθηκε ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μετὰ τὸ ἔτος 2001 καὶ ἔθεσε τοῦτο ὡς θέμα συζητήσεως στὴν «Οἰκουμενικὴ Συνάντησι» τοῦ Γκράτς.(βλ. ἐφημερ. «Καθολική», ἀριθ. 2744/21.6.1994, σελ. 1).3. Μετὰ ἀπὸ πέντε μῆνες (1-4.9.1994), πραγματοποιήθηκε στὸ Φανάρι ἡ «Β´Σύναξις τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ῾Ιεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου».Ο ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανὸς κατέκλεισε τὴν Εἰσήγησί του «Λειτουργικὰ προβλήματα ἐν τῇ Διασπορᾷ», μὲ τὴν ἑξῆς χαρακτηριστικὴ ἀποστροφή:«Κατακλείοντες, θὰ ἔπρεπεν ἴσως ἐκ τοῦ ὅλου κύκλου τῶν ἐν τῇ Διασπορᾷ λειτουργικῶν προβλημάτων, νὰ ὑπενθυμίσωμεν ἐνταῦθα ἰδιαιτέρως τὸ συνεχῶς μετὰ ηὐξημένου ἐνδιαφέροντος ἐπανατιθέμενον αἴτημα τῶν ἀποδήμων διὰ κοινὸν ἑορτασμὸν τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, ὅπερ διὰ τοῦτο καὶ ἀποβαίνει ἰδιαιτέρας ποιμαντικῆς ἀνάγκης ζήτημα.Τὸ κατ᾿ ἀρχὴν δικαιώτατον καὶ ἱερὸν τοῦτο αἴτημα, ἀπασχολεῖ ζωηρῶς τὸ πλῆθος καὶ τῶν ᾿Ορθοδόξων ἐν τῇ Διασπορᾷ πιστῶν, ὡς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι, ζῶντες οὗτοι ὡς μειονότης ἐν μέσῳ πολυανθρώπων καὶ συμπαγῶν κοινωνιῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν, ἀπὸ κοινοῦ ἑορταζόντων τὸ Πάσχα, ὄχι μόνον αἰσθάνονται περιθωριοποιούμενοι ἤ καὶ πλήρως ἀποκεκομμένοι, ἀλλὰ καὶ ὑφίστανται ὀδυνηρὰς πολλάκις πρακτικὰς συνεπείας εἰς τὰς ἐπαγγελματικάς, κοινωνικὰς καὶ ἄλλας σχέσεις των ἐν γένει. Καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα ἀπε- ριφράστως ὅτι εἶναι αὐτόχρημα τραγελαφικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι, τὴν μὲν Κυριακὴν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος - ἥτις εἶναι τὸ ἐπαναλαμβανό- μενον ἀντίγραφον τῆς μοναδικῆς ἡμέρας τῆς ᾿Αναστάσεως - δεχόμεθα νὰ ἑορτάζωμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ πάντων τῶν ἑτεροδόξων, τῶν ἀλλοθρήσκων, ἀκόμη δὲ καὶ τῶν ἀθέων, αὐτὴν δὲ ταύτην τὴν ἡμέραν τῆς ᾿Αναστάσεως, ἥτις ἀποτελεῖ καὶ τὸ “πρωτότυπον”, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀρνούμεθα νὰ ἑορτάσωμεν ἀπὸ κοινοῦ».(περιοδ. «᾿Εκκλησία», ἀριθ. 2/1.2.1995, σελ. 76· βλ. καὶ περιοδ. «᾿Επίσκεψις», ἀριθ. 509/30.9.1994, σελ. 3-12).4. Τὸν ἴδιο μῆνα (14-19.9.1994), συνῆλθε στὸ Βουκουρέστι τῆς Ρουμανίας ἡ ᾿Εκτελεστικὴ ᾿Επιτροπὴ τοῦ «Π.Σ.Ε.», ἡ ὁποία ἀπεφάσισε, μεταξὺ ἄλλων, ὅπως τὸ Τμῆμα «Πίστις καὶ Τάξις» καὶ ἡ Γραμματεία ἐπὶ τῆς Λατρείας καὶ τῆς Πνευματικότητος «μελε- τήσουν ἐκ νέου τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα», μάλιστα δὲ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ «Π.Σ.Ε.» Δρ Κ. Ρέϊζερ πρότεινε, ὅτι πρέπει νὰ σχεδιασθῆ μία σειρὰ «εὐκαιριῶν γιὰ κοινὴ μαρτυρία καὶ ἑορτασμό, ἐκκινώντας ἀπὸ τὴν ῾Εβδομάδα Προσευχῆς τὸν ᾿Ιανουάριο τοῦ 2000 καὶ διὰ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τῶν Χριστουγέννων νὰ φθάσωμε στὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα τὸ ἔτος 2001».(περιοδ. «᾿Ενημέρωσις», Ι-1994/9, σελ. 6 καὶ περιοδ. «MECC News - Report», Νο 11-12/November-December 1994, p. 4).5. Μετὰ ἀπὸ δύο μῆνες (15-20.11.1994) συνῆλθε στὴν Λεμεσὸ τῆς Κύπρου ἡ ΣΤ´ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ «Συμβουλίου ᾿Εκκλησιῶν Μέσης ᾿Ανατολῆς» («Σ.Ε.Μ.Α.») καὶ στὰ πλαίσια τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Τμήματος «Πίστις καὶ ῾Ενότης» συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τελικῶς δὲ ἐγκρίθηκε σχετικὸ μήνυμα τοῦ Πάπα ᾿Ιωάννου Παύλου Β´.Εκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ, ὁ Καρδινάλιος ᾿Εδουάρδος Κάσσιντυ, Πρόεδρος τοῦ Ποντιφικίου Συμβουλίου γιὰ τὴν προώθησι τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος, «πρότεινε συνάντηση τῶν Προκαθημένων τῶν ᾿Εκκλησιῶν κατὰ τὸ ἔτος 2000 μὲ σκοπὸ τὴ λήψη ἀποφάσεως γιὰ κοινὴ ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ γιὰ ἐργασία γιὰ τὴ χριστιανικὴ ἑνότητα».᾿Επίσης ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ «Π.Σ.Ε.» Δρ Κ. Ρέϊζερ ὡμίλησε σχετικῶς καὶ «ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ τὸ ἔτος 2001» «νὰ γίνει αἰτία ἐξευρέσεως κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου».(βλ. περιοδ. «᾿Απόστολος Βαρνάβας» Κύπρου, Μάρτιος 1995, σσ. 120-130· περιοδ. «᾿Ενημέρωσις», Ι-1994/11-12, σσ. 3-4· ἐφημερ. «Καθολική», ἀριθ. 2765/17.1.1995, σελ. 1· περιοδ. «Πάνταινος» ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1994, σελ. 29· περιοδ. «MECC News - Report»,Νο 11-12/November-December 1994, p. 9· περιοδ. «Ecumenical News International»-Bulletin,Νο 6/21.11.1994, p. 15-17).6. Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ σχετικὴ ᾿Εγκύκλιος τῶν Οἰκουμενιστῶν τοῦ Φαναρίου (150/420/26.5.1995) μετὰ παρέλευσι ἕξι μηνῶν ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω διεργασίες δὲν ἔπεσε ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, οὔτε ἔφερε στὸ φῶς ἕνα ἐνδοορθόδοξο ζήτημα, ἀλλὰ ἀποτελεῖ «ὁδηγία» τῶν διπλωματῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς Γενεύης, τοῦ Βατικανοῦ καὶ τοῦ Φαναρίου, οἱ ὁποῖοι σύρουν τὴν ᾿Ορθοδοξία σὲ νέα σχίσματα καὶ τραγωδίες.Επομένως, καὶ ἐν κατακλεῖδι, προκαλεῖ τοὐλάχιστον ἔκπληξι, ἡ ἑξῆς δήλωσις μαχητικοῦ ἀρθρογράφου, ἡ ὁποία ἀφορᾶ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς, τοὺς σπεύδοντας στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ κοινοῦ Πάσχα:

 
 

«῾Ωστόσο καὶ συγκρατούμεθα νὰ χρησιμοποιήσουμε, τό γε νῦν ἔχον, τοὺς ἁρμόζοντας ἁγιογραφικούς, ἱεροκανονικοὺς καὶ ἁγιοπατερικοὺς χαρακτηρισμοὺς περὶ τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν “κοινωνούντων ἐκείνοις” Οἰκουμενιστῶν... ῞Οταν χρειασθῆ, θὰ τὸ κάνουμε καὶ αὐτό, πιστεύοντας ὅτι θὰ βοηθήσουμε καὶ προλάβουμε κάποιους ἀνυπόπτους ᾿Ορθοδόξους νὰ εὑρεθοῦν ἀπαγόμενοι ἀπὸ τοὺς θεωρουμένους ποιμένες τους στὴν ἑτεροδοξία καὶ αἵρεση... ἀνίδεοι».(῾Αγιορείτου Μοναχοῦ Νικοδήμου [Μπιλάλη],«Καὶ ἀλλαγὴ Πασχαλίου;»,ἐφημερ. «᾿Ορθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 1163/1.3.1996, σελ. 4).Αρά γε ἔχει ἐπίγνωσι ὁ συμπαθὴς ἀρθρογράφος τοῦ τί λέγει;Πότε «θὰ χρειασθῆ» τελικῶς ἡ βοήθειά του, γιὰ τὴν ἀποτροπὴ τῆς ἀπαγωγῆς τῶν «ἀνίδεων» «στὴν ἑτεροδοξία καὶ αἵρεση», ὅταν ληφθῆ ὑπ᾿ ὄψιν - καὶ τὸ γνωρίζει λίαν καλῶς - ὅτι οἱ «θεωρούμενοι ποιμένες» τῶν «ἀνυπόπτων ᾿Ορθοδόξων» ἔχουν πρὸ πολλοῦ παύσει νὰ εἶναι ᾿Ορθόδοξοι μὲ τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους των καὶ τὴν συνεχῆ διακήρυξι πληθύος αἱρετικῶν δοξασιῶν, ἔναντι τῶν ὁποίων τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ Πάσχα κυριολεκτικῶς ὠχριᾶ;

 

Περιοδικό «᾿Ορθόδοξος ᾿Ενημέρωσις»,ἀριθ. 23,Ιανουάριος-Μάρτιος 1997,σελ. 83-84.Έκδοση Ι.Μ.Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,Φυλής Αττικής.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου