ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

ΑΓΙΟΤΗΣ,ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΩΣΗΣ


 

''Κατά την ορθόδοξη πίστη,η θέωση είναι ουσιώ­δης μετοχή στη θεότητα, όχι βέβαια στην υπερβατική και αμέθεκτη ου­σία του Θεού, αλλά στην άκτιστη θεία του ενέργεια, η οποία πηγάζει αϊδίως από τη θεία ουσία, ως ο άφθαρτος και εγγενής πλούτος της, εί­ναι θεοπρεπής διάκριση, όπως είναι και οι τριαδικές υποστάσεις στη θεότητα, χωρίς να επιφέρει σύνθεση στην απλότητα εκείνης.''



Η αγιότητα είναι βασική ιδιότητα της ενέργειας και της φύσε­ως του Θεού. Σημαίνει απουσία κάθε ίχνους κακίας, στην οποιαδήποτε μορφή της, από την πανακήρατη φύση. Ο Θεός είναι οντολογικά άγιος, διότι η ουσία του είναι «φύσει αγα­θή». Η κακία αφ’ έτερου είναι οντολογικά ανύπαρκτη. Δεν ανήκει στην κλίμακα των υπαρκτών όντων, αλλά είναι επιφαινόμενο. Φαίνεται, δεν είναι, και λαμβάνει την υπόστασή της εκεί, όπου τα λογικά όντα απομακρύνονται ελεύθερα από το Θεό. Όπου απουσιάζει το αγαθό, εκεί εμφανίζεται η αμαρτία, η όποια εξαφανίζεται, όταν εμφανιστεί πάλιν εκείνο (το αγαθό). Έτσι και το φως, όταν αναχωρεί, παραχωρεί τη θέση του στο σκοτάδι, το οποίο με τη σειρά του αφανίζεται, όταν επανεμφανιστεί ε­κείνο.Στο στάδιο της θείας οικονομίας, η αγιότητα του Θεού είναι η θεία του ενέργεια στην πολλαπλή σχέση της προς τις ελεύθερες πράξεις των λογικών κτισμάτων. Από τη θεία ενέργεια απορρέει και προς αυ­τήν αναφέρεται κάθε ιδέα κτιστής αγιότητας. Ο Θεός, ως δημιουργός, έθεσε στα όντα την ηθική τάξη και τους ηθικούς νόμους του την τήρη­ση των οποίων απαιτεί, τιμωρώντας τις όποιες παραβάσεις τους.

 


Από την άποψη αυτή ο Θεός είναι δίκαιος, και κατ’ επέκταση κριτής των ηθικών ενεργειών των πλασμάτων του.Στο μυαλό μας η αγιότητα του Θεού νοείται σε συνδυασμό με την ηθική ποιότητα των ενεργειών του ανθρώπου. Ό,τι κακό παρατηρείται σ’ αυτόν, το απομακρύνουμε από την καθαρή και αμόλυντη θεία φύ­ση.Ως γνωστόν, με τον τρόπο αυτό δουλεύει η άποφατική θεολογία, η όποια αφαιρεί από την ουσία του Θεού κάθε τι το κακό, ατελές και άναγνο, που παρατηρείται στην ηθική περιοχή του όντος.Διά των α­φαιρέσεων φθάνουμε στην απόλυτη τελειότητα του Θεού. Η αγιότη­τα είναι έκφραση της τελειότητας αυτής.Ο Θεός είναι άγιος. Έτσι τον είδαν και τον έψαλλαν οι άγγελοι σύμ­φωνα με το όραμα του Ησαΐα: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Και επειδή ο Θεός δεν αρέσκεται σε υπερβολές (προς τί άλλωστε;), η αγιότητα του είναι εκφρασμένη απλά σε θετικό βαθμό. Όπως είναι εκφρασμένη και η α­γιότητα του Χριστού: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Α΄ Πέτρου α’, 16 [για τις παραπομπές στην Καινή Διαθήκη, μπορείς να μπεις εδώ]), και όπως και του Πνεύματος του Θεού, το οποίο προσωνυμείται απλά «άγιον» («Πνεύμα άγιον»), τόσο στη σειρά της Αγ. Τριάδος, όσο και στις πολλές μαρτυρίες της θείας Γραφής. Βέβαια υπάρχουν και προ­σωνυμίες σε βαθμό υπερθετικό: την Τριάδα αποκαλούμε «Παναγίαν» («Παναγία Τριάς ελέησον ήμας…»), όπως «Παναγία» προσαγορεύεται και η Μητέρα του Χριστού.Τα επισημαίνω αυτά, γιατί εδώ στη γη συμ­βαίνουν άλλα πράγματα…Το ιερό Σύμβολο της Πίστεως αποκαλεί την Εκκλησία «αγίαν»: «Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Την αγιότητά της η Εκκλησία αντλεί από την αόρατη και μυστική της κεφαλή, το Χριστό: «καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση…, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη εχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιού­των, αλλ’ ίνα η αγία και άμωμος» (Εφεσίους ε’ 26, 27). Περαιτέρω είναι αγία η Εκκλησία, γιατί και η χάρη του Αγ. Πνεύματος, που την εμπνέ­ει και την οδηγεί είναι αγία, όπως άγιος είναι και ο σκοπός της, δηλα­δή η αγιοποίηση των αμαρτωλών μελών της. Τη μεταφυσική αγιότητα της Εκκλησίας δεν μειώνει το γεγονός, ότι τα μέλη της, άνθρωποι α­τελείς και έμπερίστατοι, είναι αμαρτωλά. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει η Εκ­κλησία, για ν’ αγιάζει τα ασθενή μέλη της και να τα οδηγεί στην ηθική και πνευματική τους τελειοποίηση.Άγια, τέλος, είναι και άλλα μεγέθη πνευματικά και υλικά. Άγιος είναι ο Νόμος του Θεού (Ρωμαίους ζ’, 12), ως συγκεκριμένη έκφραση του αγίου του θελήματος, η τήρηση του οποίου δεσμεύει κάθε άνθρωπο. Άγιες είναι οι θείες Γραφές (Ρωμ. α’ 2), στις οποίες είναι καταχωριμένη η αλήθεια, την οποία φανέρωσε στον κόσμο ο σαρκωθείς Λό­γος του Θεού. Άγιος είναι και ο χριστιανικός ναός μαζί με όσα υπάρ­χουν σ’ αυτόν, τα αφιερωμένα στη λατρεία του Θεού. Άγια είναι και τα ιερά μυστήρια, και προ πάντων η θεία Ευχαριστία, διά των οποίων αναγεννάται και τρέφεται πνευματικά ο άνθρωπος, και άλλα πολλά.Στο ηθικοπνευματικό πεδίο η αγιότητα εκφράζεται ως κατάσταση, στην οποία φτάνει ο άγιος, ως τέλειος και ολοκληρωμένος χριστια­νός. Είναι αγιότητα σχετική, συγκρινόμενη με την απόλυτη αγιότητα του Χριστού, τον οποίο δεν εσπίλωσε κανένα ίχνος αμαρτίας (Α΄ Πέτρ, β’ 22), και ο οποίος δεν είχε καν τη δυνατότητα ν’ αμαρτήσει, λόγω της συνθέσεως του θεανδρικού προσώπου του.Όπως εύκολα νοείται, η αγιότητα δεν είναι τέλεια από την αρχή και στατική, φυτευμένη στη φύση του ανθρώπου, αλλά κατάσταση δυνα­μική και εξιλεωτική. Δεν γεννιέται κανείς άγιος, αλλά γίνεται.Το πρώ­το αποτελεί αντίφαση.Αρετή και στάση είναι πράγματα αντιφατικά Για να γίνεις άγιος πρέπει να διανύσεις πολύ δρόμο να δουλέψεις ε­πίμονα κι εντατικά, φυσικά πάντοτε με τα όπλα του φωτός (Ρωμ. ιγ’ 12) και με τη χάρη του Θεού να πολεμήσεις την ευπερίστατη αμαρτία (Εβραίους ιβ’ 1) και τις μεθοδείες του διαβόλου (Εφεσίους ζ’ 11)· να καθαρί­σεις επιμελώς το σώμα και τη ψυχή σου από πάθη αμαρτωλά (Α’ Κορινθίους ζ’ 1), από επιθυμίες και σκέψεις και λογισμούς πονηρούς, από τη φι­ληδονία της σάρκας και την κακία στην όποια μορφή της, που κουβα­λάει μέσα του κάθε άνθρωπος, για να φθάσεις «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσίους δ’ 13). Παράλληλα πρέπει να κοσμή­σεις τη ψυχή σου με τις ουρανοδρόμες αρετές, την ταπείνωση, την πίστη και την αγάπη. Όταν φτάσει κανείς ν’ αγαπά σωστά το Θεό (Ματθ. κβ’ 37), τότε αγγίζει τα όρια της σχετικής αγιότητας.Με άλλα λόγια, η θεία «εικών», που υπάρχει στην πλάση κάθε ανθρώπου (Γένεσις, α’ 27) και εντοπίζεται στο λογικό, το νοερό και το αυτεξούσιο της ψυχής του στη θετική της φορά στο αγαθό και το Θεό, πρέ­πει να γίνει «ομοίωσις», που σημαίνει να μοιάσει κανείς, σε μια πορεία εξελικτική, μ’ εκείνο που είναι ο Θεός, το οποίο απηχείται στη ψυχή του και δημιουργεί πνευματική συγγένεια με τον πλαστουργό του. Αυτό ισοδυναμεί με τη χαρισματική θέωση του πιστού. Ο άγιος είναι ο θεωμένος άνθρωπος, ο θείας φύσεως κοινωνός (Β΄ Πέτρ. α’ 4), ο οικείος Θεού (Εφεσίους β’ 20). Η θέωση είναι το όριο στο οποίο εξαντλεί­ται, και με το οποίο ταυτίζεται η αγιότητα του ηθικού όντος. Το μέγε­θος αυτό, αρχόμενο από την παρούσα ζωή, θα ολοκληρωθεί μελλον­τικά στην αιώνια θεία βασιλεία.Στο ζήτημα της θεώσεως των αγίων είναι πολύ ευαίσθητη η ορθό­δοξη ψυχή. Πώς όμως νοούμε τη θέωση; Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ σημαντική διασάφηση. Η θέωση δεν σημαίνει αφομοίωση της ουσίας του ανθρώπου με την ουσία του Θεού, πράγμα που πολλοί νομίζουν, ότι διαβλέπουν στο ορθόδοξο δόγμα. Η κτιστή ανθρώπι­νη φύση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ν’ αφομοιωθεί με την άκτιστη θεία. Δεν μπορούν να χαθούν οι κτιστοί χαρακτήρες της, που την προσδιορίζουν ως πεπερασμένο δημιούργημα. Η μετάπτωση της αν­θρώπινης φύσεως στη θεία είναι αδύνατο να γίνει, δεδομένης της α­πειρίας και της απόλυτης υπερβατικότητος της ουσίας του Θεού, η όποια είναι απρόσιτη, ακοινώνητη και αμέθεκτη. Η θέωση δεν ση­μαίνει πανθεϊστική ανάχυση και απορρόφηση του κτιστού από το άκτιστο (παράδειγμα: μια σταγόνα ξύδι στον απέραντο ωκεανό), ένα εί­δος μονοφυσιτικής ουσιώσεως στο πέλαγος της θείας απειρίας. Ο άν­θρωπος σ’ αυτήν παραμένει άνθρωπος και ο Θεός, Θεός. Το πράγμα είναι τόσο σαφές, ώστε να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Κι όμως η θέωση, για την οποία μιλάμε, δεν είναι απλό σχήμα λόγου, ιδέα διά­κενη ή ψιλός συμβολισμός της ηθικής τελειώσεως του ανθρώπου, αλ­λά θέωση πραγματική, μεταφέρουσα όλο το σημαινόμενο της λέξεως. Ο άνθρωπος γίνεται θεός (με μικρό βέβαια θ). Και φυσικά δεν πρό­κειται περί παραδοξολογήματος, ούτε περί αντιφάσεως προς όσα ση­μειώσαμε πιο πάνω. Κατά την ορθόδοξη πίστη, η θέωση είναι ουσιώ­δης μετοχή στη θεότητα, όχι βέβαια στην υπερβατική και αμέθεκτη ου­σία του Θεού, αλλά στην άκτιστη θεία του ενέργεια, η οποία πηγάζει αϊδίως από τη θεία ουσία, ως ο άφθαρτος και εγγενής πλούτος της, εί­ναι θεοπρεπής διάκριση, όπως είναι και οι τριαδικές υποστάσεις στη θεότητα, χωρίς να επιφέρει σύνθεση στην απλότητα εκείνης. Η θεία ενέργεια είναι αληθινός Θεός, εκφράζει την απρόσιτη και ανέκφραστη θεία φύση και είναι εξωτερικά κοινωνητή και μεταδότη. Δι’ αυτής φα­νερώνεται ο Θεός στον κόσμο, αγιάζονται οι λογικές φύσεις και συ­νάπτεται ο άνθρωπος με το Θεό. Άκτιστη χάρη και άκτιστη θεία ε­νέργεια είναι ταυτόσημες. Ο άνθρωπος, μετά από μακρά κάθαρση από την αμαρτία και την κόσμηση της ψυχής του διά των ουρανοδρόμων αρετών, ενούται με τη φωτεινή ακτίνα της θείας ενέργειας, με τη χάρη δηλαδή, λαμπρύνεται και θεοποιείται. Η ένωση αυτή του κτιστού με το άκτιστο δεν είναι απλή ηθική επαφή (αυτό στη χριστολογία έλεγε ο Νεστοριανισμός), αλλ’ ανάκραση πραγματική, περιχώρηση της αν­θρώπινης ουσίας από τη φωτεινή ενέργεια του Θεού. Με αυτή την έν­νοια θα λάμψουν οι δίκαιοι στη βασιλεία των ουρανών, όπως ο ήλιος (Ματθ. ιγ’ 43). Είναι θέωση κυριολεκτική, χωρίς αυτό να σημαίνει και πανθεϊστική ανάχυση των φύσεων. Έχουμε και παράδειγμα διασαφητικό, το οποίο χρησιμοποιούμε και στο πεδίο της χριστολογίας. Όπως στον πυρακτωμένο σίδηρο η φύση του μετάλλου με τη φύση της φωτιάς ενώνονται τόσο στενά μεταξύ τους, ώστε να μη μπορείς να τα διαχωρίσεις, και ωστόσο παραμένουν καθ’ εαυτές αλώβητες (ο σίδηρος παραμένει σίδηρος και η φωτιά, φωτιά), έτσι κι εδώ το κτιστό πλάσμα ενώνεται βαθιά με την άκτιστη θεία ενέργεια, χωρίς να αποβάλει τη φύση του, προσλαμβάνοντας τη φωτιά του Θεού, στην οποία και θεοποιείται. Ο άνθρωπος γίνεται «χάριτι» θεός, αποκτά «κα­τά χάριν» εκείνο, που είναι «φύσει» ο Θεός.Η θέωση είναι το τέρμα της πνευματικής εξελίξεως και τελειώσε­ως του άνθρωπου.




Η Θέωση αρχομένη από την παρούσα ζωή, θα τελειωθεί στα έσχατα, στο χώρο της θείας βασιλείας, στον οποίο ολόλαμπρες κι ασ­τραφτερές στήλες θεώσεως θα είναι οι καταξιωμένες μορφές των αγίων. Όχι βέβαια κι οι φύσεις των αγγέλων, γιατί η θέωση άφορα μόνο τους ανθρώπους, για τους οποίους ο Χριστός απέθανε (Ρωμ. ε’ 8). Οι άγγελοι βρίσκονται ήδη στο στάδιο της αφθορης θείας δόξας.Οι άνθρωποι, θείας φύσεως κοινωνοί (Β΄ Πετρ. α’ 4), και οι άγγε­λοι, τα λειτουργικά πνεύματα του Θεού (Εβρ. α’ 14), είναι το πνευ­ματικό επιτελείο της θείας βασιλείας. Οι πρώτοι, οι άγιοι, είναι σεπτά σκηνώματα της χάριτος. Τα λείψανα τους είναι ιερά, άξια ευλαβικής προσκυνήσεως και τιμής από μέρους των πιστών. Σ’ αυτά παραμένει η χάρη (=ενέργεια) του Θεού, η οποία τα κάνει άφθαρτα και θαυματουρ­γά. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιερές εικόνες των αγίων, που κοσμούν τους χώρους της θείας λατρείας. Οι άγιοι είναι αποδέκτες της προ­σευχής της Εκκλησίας, που μεταφέρουν τα αιτήματα των πιστών στο Θεό, προσευχόμενοι συγχρόνως και οι ίδιοι για τους επί γης αδελφούς τους, που αποτελούν τα μέλη της στρατευόμενης του Χριστού Εκκλη­σίας.




                                   

     Ανδρέας Θεοδώρου 

                                                      

ΓΕΡΟΝΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΗΒΑΙΔΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

 

 

 

'' Και του λέει ο γέροντας: «Κάθισε επτά χρόνια στο αναχωρητικό κελλί και μετά έρχομαι και σου λέω τι να κάνεις». Κι όταν εξεπλήρωσε κι αυτή την εντολή, ήλθε ο γέροντας και του λέει ο αββάς Παύλος: «Τι ορίζεις να κάμω»; Τότε του λέει ο γέροντας: «Δεν με χρειάζεσαι πια· το άγιο Πνεύμα που κατοικεί μέσα σου θα σου τα διδάξει όλα.''

 

 

Το ωμοφόριο Ορθοδόξου επισκόπου, που θαυματουργικά μένει ανέπαφο από τη φωτιά, επιστρέφει πρώην Σεβηριανό μοναχό.Μας διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες για το μακάριο Εφραίμιο, πατριάρχη Αντιοχείας, ότι είχε πολύ ζήλο και θέρμη για την ορθόδοξη πίστη. Όταν λοιπόν άκουσε κάποτε για κάποιο στυλίτη στα μέρη της Ιεραπόλεως ότι ανήκει στους αιρετικούς Σεβηριανούς και Ακεφάλους, οι οποίοι είχαν αποκοπεί από την Εκκλησία, πήγε προς αυτόν με σκοπό να τον μεταστρέψει. Μόλις λοιπόν έφτασε κοντά του, άρχισε ο θείος Εφραίμιος να παρακαλεί και να νουθετεί το στυλίτη να προστρέξει στον αποστολικό θρόνο και να έρθει σε μυστηριακή κοινωνία με την αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία. Του αποκρίθηκε ο στυλίτης και είπε: «Εγώ δεν θα δεχτώ τη σύνοδο στην τύχη». Του λέει ο θείος Εφραίμιος: «Και με τί τρόπο θέλεις να σε θεραπεύσω πλήρως και να σου αποδείξω ότι, με τη χάρη του Χριστού Ιησού και Κυρίου Θεού μας, είναι ελεύθερη η αγία Εκκλησία από κάθε ακαθαρσία αιρετικής διδασκαλίας;»

 

 

Του λέει ο στυλίτης: «Ν’ ανάψουμε φωτιά, κύριε πατριάρχη, και να μπούμε μέσα εγώ και σεις κι όποιος βγει αβλαβής, αυτός είναι ορθόδοξος κι αυτόν οφείλουμε να ακολουθήσουμε». Το είπε αυτό, για να τρομάξει τον πατριάρχη. Τότε ο θείος Εφραίμιος αποκρίνεται στο στυλίτη: «Έπρεπε, παιδί μου, να μ’ ακούσεις σαν πατέρα και τίποτε περισσότερο να μη ζητήσεις από μας. Επειδή όμως ζήτησες πράγμα που ξεπερνά την αθλιότητά μου, θαρρώ στους οικτιρμούς του Υιού του Θεού ότι για τη σωτηρία της ψυχής σου κάνω κι αυτό». Τότε λέει ο θείος Εφραίμιος στους παρευρισκομένους: «Ευλογητός Κύριος, φέρτε εδώ μερικά ξύλα». Κι ήρθαν τα ξύλα. Τα άναψε λοιπόν ο πατριάρχης μπροστά στο στύλο και λέει στο στυλί¬τη: «Κατέβα κι ας μπούμε κι οι δυο, κατά την απόφασή σου». Επειδή όμως ο στυλίτης έμεινε έκπληκτος από την πίστη του πατριάρχη στο Θεό και δεν ήθελε να κατεβεί, του λέει ο πατριάρχης: «Δεν πρότεινες εσύ να γίνει αυτό; και πώς τώρα δεν θέλεις να το κάνεις;» Τότε έβγαλε ο αρχιεπίσκοπος το ωμοφόριο που φορούσε, ήρθε κοντά στη φωτιά και προσευχήθηκε και είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μας, ο οποίος καταξίωσες να σαρκωθείς αληθινά για μας από τη Δέσποινά μας, την αγία Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, δείξε μας την αλήθεια». Κι όταν τελείωσε την ευχή, τίναξε το ωμοφόριό του στη μέση της φωτιάς. Αφού λοιπόν η φωτιά κράτησε τρεις ώρες και κατάφαγε τα ξύλα, πήραν το ωμοφόριο σώο, αβλαβές και ακέραιο, χωρίς να βρεθεί σ’ αυτό ίχνος καψίματος.Τότε ο στυλίτης, είδε το γεγονός, πληροφορήθηκε, αναθεμάτισε το Σεβήρο και την αίρεσή του, προσήλθε στην αγία Εκκλησία, κοινώνησε από τα χέρια του μακαρίου Εφραιμίου και δόξασε το Θεό.Κάποτε στη Θηβαΐδα κάποιος που τον έλεγαν Παύλο και ήταν ευλαβής και φιλακόλουθος. Μέρα και νύκτα παρακολουθούσε την εκκλησία κι έκανε με προθυμία και τις υπόλοιπες διατεταγμένες ακολουθίες. Βλέποντας τον έτσι οι γνωστοί του ευλαβείς και φιλακόλουθοι του λένε: «Κυρ-Παύλε, αφού ούτε γονείς έχεις ούτε γυναίκα θέλεις να πάρεις, γιατί δεν γίνεσαι μοναχός;» Κι αυτός τους απάντησε: «Καλά λέτε. Θα πάω να γίνω μοναχός». Έφυγε λοιπόν και ησύχασε σε κελλί μόνος του και δόθηκε στην άσκηση και τους λοιπούς κόπους και ήταν στο φρόνημα ακμαιότερος.Βλέποντας τον ο πονηρός δαίμονας έτσι αγωνιστή, άρχισε να του παρουσιάζεται κατά φαντασίαν ως άγγελος, να του προλέγει κάποια πράγματα και να τον εμπαίζει. Κι όταν ο δαίμονας κατάλαβε ότι τον έχει υποχείριο, του λέει: «Ο Χριστός αγάπησε υπερβολικά την αγία βιοτή σου και αύριο θα σε επισκεφθεί για να σου δώσει ένα χάρισμα ασκητικής διαγωγής. Εσύ λοιπόν βγες από το κελλί σου και προσκύνησε τον και, αφού λάβης το χάρισμα, μπαίνεις πάλι στο κελλί σου.Την επομένη λοιπόν βγαίνει από το κελλί του και βλέπει μία παράταξη, τάχα, από αγγέλους λαμπαδηφόρους και ένα πύρινο τροχό και στο μέσον του τροχού να φαίνεται το σχήμα κάποιου, τον οποίο υπέθεσε ότι είναι ο Χριστός. Και μόλις επρόκειτο να κλίνη τον αυχένα για να τον προσκύνησει, τότε ένα χέρι, που φάνηκε μέχρι τον καρπό, τούδωσε ένα ράπισμα και τον έσπρωξε προς τα πίσω, για να μη προσκύνησει. Και πέφτοντας στη γη κοιτάζει προσεκτικά και δεν βλέπει ούτε τους λαμπαδηφόρους αγγέλους ούτε τον πύρινο τροχό. Κατάλαβε τότε τον εμπαιγμό του δαίμονος και έμεινε σ' εκείνη την θέσι κλαίγοντας επί δύο μερόνυχτα και λέγοντας ενώπιον του Θεού: «Αλλοίμονο σε μένα τον αμαρτωλό, αμάρτησα και έχασα όλους τους κόπους της ζωής μου και τι να κάμω δεν ξέρω».Είχε ακούσει λοιπόν ότι στην ανώτερη (νοτιώτερη) Θηβαΐδα ζούσε από πολλά χρόνια μόνος σ' ένα αγρό ένας γέροντας αναχωρητής. Σκέφθηκε λοιπόν να πάει σ' αυτόν και να του εμπιστευθεί αυτά που του συνέβησαν. Όταν λοιπόν έφτασε κοντά στον τόπο του αγίου έπεσε με το πρόσωπο στη γη και έκλαιγε λέγοντας: «Αμάρτησα, συγχώρεσε με και προσευχήσου για μένα». Ο γέροντας όμως του φώναζε: «Δεν μπορείς να έλθης εδώ, χλεύη των δαιμόνων. Μη πλησίασης προς τα 'δω». Και τον επέπληττε. Αυτός όμως παρέμενε πεσμένος στο έδαφος κλαίγοντας. Τον συμπάθησε λοιπόν ο άγιος και του λέει: «Αν είχες ξεκινήσει να μάθεις μια οποιαδήποτε τέχνη, δεν θα έπρεπε πρώτα να βρεις ένα τεχνίτη και να μάθεις από αυτόν τα μυστικά της; Εσύ όμως έφυγες και κατοίκησες μόνος σου χωρίς να εμπιστευθής τους λογισμούς σου σε κανέναν. Κι αν δεν σε βοηθούσε ο Θεός και η δεξιά του αγίου αγγέλου, θα προσκυνούσες τον δαίμονα και θάχανες τα λογικά σου και θα τριγύριζες στις πόλεις σαν τους δαιμονισμένους. Αλλά από 'δω και στο εξής ευχαρίστησε τον Θεό που σε βοήθησε και έλα να μπεις μέσα στο κοινόβιο».Και τον πήρε ο γέροντας σ' ένα απ’ τα κοινόβια της Θηβαΐδος και τον παρέδωσε στον Ηγούμενο λέγοντας: «Δος του το μαγειρείο για επτά χρόνια, για να δουλεύσει στην εντολή του Χριστού και να υπηρετήση τους αδελφούς». Στον δε Παύλο είπε: «Μετά από επτά χρόνια έρχομαι και σου λέω τι να κάνεις». Κι όταν συμπλήρωσε τα επτά χρόνια, έρχεται ο γέροντας και λέγει στον αββά: «Δος του ένα κελλί έξω από το κοινόβιο». (Γιατί τα μοναστήρια της Θηβαΐδος έχουν μικρά αναχωρητικά κελλιά, ώστε όταν γεράσουν κάποιοι στην άσκηση, να περνούν σ' αυτά τις πέντε μέρες της εβδομάδος· το Σαββατοκύριακο όμως έρχονται μέσα στο κοινόβιο με τους αδελφούς). Και του λέει ο γέροντας: «Κάθισε επτά χρόνια στο αναχωρητικό κελλί και μετά έρχομαι και σου λέω τι να κάνεις». Κι όταν εξεπλήρωσε κι αυτή την εντολή, ήλθε ο γέροντας και του λέει ο αββάς Παύλος: «Τι ορίζεις να κάμω»; Τότε του λέει ο γέροντας: «Δεν με χρειάζεσαι πια· το άγιο Πνεύμα που κατοικεί μέσα σου θα σου τα διδάξει όλα».Επειδή λοιπόν τον τίμησαν πολύ εξ αιτίας αυτού του λόγου, έφυγε στη Σκήτη. Και ήλθαν εκεί οι πατέρες του κοινοβίου και τον παρεκάλεσαν και τον πήραν πίσω. Και αφού επέστρεψε και είδε ότι αυξάνεται πολύ η τιμή που του γίνεται από την αδελφότητα, έφυγε πάλι στη Σκήτη.

 
 

Αφού λοιπόν έμεινε στην έρημο της Σκήτεως, συνέβη να τον επισκεφθούμε εγώ κι άλλοι τρεις πατέρες, μεταξύ των οποίων ήταν κι ο Γέροντάς μου που ήταν σε προχωρημένη ηλικία. Δεν είχε ούτε ψωμί ούτε χύτρα ούτε τίποτε άλλο για τις ανάγκες του σώματος, αλλά καθώς μας επληροφόρησε ο γείτονας του ασκητής (γιατί σ' εκείνον διανυκτερεύσαμε λόγω του κόπου της οδοιπορίας), ο αββάς Παύλος, όπου πήγαινε, δεν είχε τίποτε από αυτόν εδώ τον κόσμο, ούτε εργόχειρο ούτε βιβλίο ούτε γευόταν τίποτε τις πέντε μέρες της εβδομάδος —και ήταν και μεγαλόσωμος. Είπαμε λοιπόν στον αδελφό: «Κάνε εσύ αγάπη και πάρε από το κελλί σου ό,τι χρειαζόμαστε για να έχουμε κάτι να βάλουμε στο στόμα μας, όταν φθάσουμε στο κελλί του καλόγηρου». Πήρε λοιπόν τα αναγκαία και ήλθε μαζί μας προς αυτόν. Μας έλεγε δε ότι ούτε νερό δεν είχε ποτέ στο κελλί του. Κι όταν κάποτε τον επισκέφθηκαν σε καιρό καύσωνος κάποιοι που είχαν διασχίσει την πανέρημο και διψούσαν πολύ, μη έχοντας νερό τους σπλαχνίσθηκε και σηκώθηκε και προσευχήθηκε- και, ω του θαύματος, ο Θεός έδωσε νερό εκεί όπου προσευχόταν και ήπιαν και ξεδίψασαν.Πήγαμε λοιπόν και τον χαιρετήσαμε και χαρήκαμε με τις συμβουλές του και τα κατορθώματά του, κι αφού πήραμε την ευχή του, επιστρέψαμε ευχαριστώντας τον Θεό, που δοξάζει όσους Τον λατρεύουν με καθαρότητα. Αυτός ας αξιώση και μας να κερδίσουμε την αιώνια ζωή ακολουθώντας στα ίχνη εκείνων που τον ευηρέστησαν.

 

 


 

 Ιωάννου Μόσχου,Λειμωνάριον και ''Αγιορείτικη Μαρτυρία'',Τριμηνιαία έκδοση της Μονής Ξηροποτάμου.,τεύχη 11-13.


 

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


 

Εορτή της Κοίμησης της Υπεραγίας Θεοτόκου.Πέμπτη 15 [28] Αυγούστου 2014,Πάτριο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο.



 '' Είσαι ωραία, λένε οι ουράνιες δυνάμεις, σαν το φεγγάρι, κι όλα τα Χερουβείμ εκπλήσσονται και τα Σεραφείμ Σε δοξάζουν, Εσένα που δεν ανέβηκες μονάχα ως τον ουρανό, σαν τον προφήτη Ηλία, ούτε μονάχα μέχρι τον τρίτο ουρανό, σαν τον απόστολο Παύλο, αλλά έφτασες μέχρις αυτόν τον θρόνο του Υιού Σου και στέκεις κοντά Του με πολλή κι ανείπωτη παρρησία! '' 

                                                                                                                                 Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός

 

Τι είναι αυτό το μυστήριο το μέγα, που συντελείται γύρω από το πρόσωπό σου, ιερή Μητέρα και Παρθένε; «Ευλογημένη σύ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα σε μακαρίζουν, γιατί μονάχα Συ είσαι άξια για μακαρισμό!Και να που όλες οι γενιές Σε μακαρίζουν. Εσένα είδαν οι θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, δηλαδή της Εκκλησίας, και σε μακάρισαν οι βασίλισσες, δηλαδή οι ψυχές των δικαίων, και θα σε υμνούν αιώνια. Γιατί Συ είσαι ο θρόνος ο βασιλικός, στον οποίον παραστέκονται Άγγελοι κοιτάζοντας τον Βασιλέα και Δημιουργό να κάθεται επάνω του. Συ έγινες Εδέμ νοητή, πιο ιερή και πιο θεϊκή από την παλιά. Γιατί σ' εκείνη την Εδέμ έμεινε ο Αδάμ ο γήϊνος, ενώ σ' Εσένα ο Κύριος του ουρανού. Εσένα προεικόνισε η κιβωτός, γιατί Συ γέννησες τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, που καταπόντισε την αμαρτία και κατασίγασε τα κύματά της.Εσένα προεικόνισε η βάτος. Εσένα είχαν επιγράψει προφητικώς οι θεοχάρακτες πλάκες. Εσένα προζωγράφισε η κιβωτός του Νόμου κι Εσένα είχαν φανερά προτυπώσει η στάμνα η χρυσή και η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος του Ααρών που 'χε βλαστήσει.



Από Σένα προήλθε η φλόγα της θεότητος, το μέτρο και ο Λόγος του Πατρός, το γλυκύτατο και ουράνιο μάννα, το όνομα το απερίγραπτο και πάνω απ' όλα τα ονόματα, το φως το αιώνιο και απρόσιτο, ο άρτος της ζωής ο ουράνιος, ο καρπός που δεν γεωργήθηκε, αλλά βλάστησε από Σένα με σώμα ανθρώπινο.Εσένα δεν προμηνούσε το καμίνι που έβγαζε φωτιά και ταυτόχρονα δρόσιζε αλλά και έκαιγε κι ήταν αντίτυπο της θείας φωτιάς που μέσα Σου κατοίκησε; Παρά λίγο όμως θα ξεχνούσα τη σκάλα του Ιακώβ. Τι δηλαδή; Δεν είναι φανερό σε όλους ότι Εσένα προεικόνιζε κι ήταν προτύπωσή Σου; Όπως ο Ιακώβ είχε δει τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη και να ανεβοκατεβαίνουν σ' αυτήν άγγελοι, έτσι κι Εσύ ένωσες αυτά που ήσαν πριν χωρισμένα, αφού μπήκες στη μέση Θεού και ανθρώπων κι έγινες σκάλα, για να κατεβεί σ' εμάς ο Θεάς, που πήρε το αδύναμο προζύμι μας και το ένωσε με τον εαυτό Του κι έκανε τον ανθρώπινο νου να βλέπει τον Θεό.Πού θα αποδώσουμε ακόμη τα κηρύγματα των Προφητών; Σ' Εσένα, αν θέλουμε να δείξουμε ότι είναι αληθινά! Γιατί, ποιό είναι το Δαυϊτικό μαλλί του προβάτου που πάνω του έπεσε σαν βροχή ο Υιός του Θεού, που είναι συνάναρχος με τον Πατέρα; Δεν είσαι Συ ολοφάνερα; Ποιά είναι επίσης η παρθένος που ο Ησαΐας προορατικώς προφήτευσε ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιόν, δηλ. τον Θεό που είναι μαζί μας; Και ποιό είναι το βουνό του Δανιήλ, από το οποίο κόπηκε πέτρα, αγκωνάρι, χωρίς να υποκύψει σε ανθρώπινο εργαλείο; Ας έρθει ο Ιεζεκιήλ ο θεϊκότατος κι ας δείξει την κλειστή πύλη που πέρασε από μέσα της μόνο ο Κύριος και παραμένει κλειστή.Εσένα, λοιπόν, κηρύττουν οι Προφήτες. Εσένα διακονούν οι Άγγελοι και υπηρετούν οι Απόστολοι. Εσένα σήμερα, καθώς αναχωρούσες πρός τον Υιό Σου, περιτριγύριζαν ψυχές Δικαίων και Πατριαρχών και το άπειρο πλήθος των θεοφόρων Πατέρων, που συγκεντρώθηκαν από τα πέρατα της γης, σαν μέσα σε σύννεφο, ψάλλοντας ύμνους ιερούς σ' Εσένα, την πηγή του ζωαρχικού σώματος του Κυρίου, πλημμυρισμένοι από τα θεία συναισθήματα.Ώ, πώς η πηγή της ζωής μεταφέρεται πρός την ζωή διά μέσου του θανάτου! Πώς να ονομάσουμε το μυστήριο τούτο που σχετίζεται μ' Εσένα; Θάνατο; Μα, αν και η πανίερη και μακαρία ψυχή Σου χωρίζεται από το αμίαντο σώμα Σου και αυτό το σώμα Σου παραδίδεται στήν ταφή, όμως δεν παραμένει στό θάνατο κι ούτε διαλύεται από τη φθορά. Όπως ο ήλιος, ο ολόλαμπρος και πάντα φωτεινός, όταν σκεπαστεί για λίγο από το σώμα της σελήνης, φαίνεται σαν να χάνεται και το σκοτάδι να παίρνει τη θέση της λάμψης του, μα αυτός δεν χάνει το φως του, αλλά έχει μέσα του την πηγή του φωτός. Έτσι κι Εσύ, αν και καλύπτεσαι σωματικά από τον θάνατο για κάποιο χρονικό διάστημα, εντούτοις αναβλύζεις πλούσια, καθαρά κι ατελείωτα τα νάματα του θείου φωτός και της αθάνατης ζωής, ποταμούς χάριτος και πηγές ιαμάτων.Εσύ άνθισες σαν δένδρο γλυκύτατο κι είναι ο καρπός Σου ευλογία στό στόμα των πιστών! Γι' αυτό και δεν θα ονομάσω θάνατο την ιερή μετάστασή Σου, αλλά κοίμηση ή αποδημία ή ενδημία, για να εκφρασθώ καλύτερα, αφού, φεύγοντας από την κατοικία του σώματος, πηγαίνεις να κατοικήσεις στα καλύτερα, στα δεξιά του θρόνου του Υιού Σου.Άγγελοι μαζί με Αρχαγγέλους Σε μεταφέρουν από τη γη στούς ουρανούς. Καθώς περνάς ευλογείται ο αέρας και ο αιθέρας καθαγιάζεται. Χαίροντας υποδέχεται ο ουρανός την ψυχή Σου. Σε προϋπαντούν οι ουράνιες δυνάμεις με ύμνους ιερούς και τελετή χαρμόσυνη: «τις αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη, εγκύπτουσα ὡσεί όρθρος;». Είσαι ωραία, λένε οι ουράνιες δυνάμεις, σαν το φεγγάρι, κι όλα τα Χερουβείμ εκπλήσσονται και τα Σεραφείμ Σε δοξάζουν, Εσένα που δεν ανέβηκες μονάχα ως τον ουρανό, σαν τον προφήτη Ηλία, ούτε μονάχα μέχρι τον τρίτο ουρανό, σαν τον απόστολο Παύλο, αλλά έφτασες μέχρις αυτόν τον θρόνο του Υιού Σου και στέκεις κοντά Του με πολλή κι ανείπωτη παρρησία.Έγινες λοιπόν ευλογία για όλον τον κόσμο, αγιασμός για το σύμπαν, άνεση για τους κουρασμένους, παρηγοριά για τους πενθούντες, θεραπεία για τους αρρώστους, λιμάνι για τους θαλασσοδαρμένους, συγχώρηση για τους αμαρτωλούς, παρηγοριά για τους λυπημένους, πρόθυμη βοήθεια για όλους που σε επικαλούνται, αρχή και μέση και τέλος όλων των αγαθών που ξεπερνούν τον νου μας.


Πώς υποδέχθηκε ο ουρανός Αυτήν που έγινε πλατύτερη απ' αυτόν; Και πώς ο τάφος δέχθηκε Αυτήν που δέχθηκε μέσα Της τον Θεό; Ώ, μνήμα ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και προσκυνητό, που και τώρα το περιποιούνται Άγγελοι, παρευρισκόμενοι με πολύν σεβασμό και φόβο, και άνθρωποι που έρχονται σ' αυτό με πίστη, τιμώντας το, προσκυνώντας το, φιλώντας το με μάτια και χείλια και με πόθο ψυχής, αντλώντας πλούτο αγαθών.Εμπρός, λοιπόν, ας ταξιδέψουμε νοερά μακριά απ' τη ζωή αυτή μαζί με την Παρθένο που φεύγει απ' τη γη αυτή. Ελάτε όλοι με πόθο καρδιακό, ας κατεβούμε στον τάφο μαζί με την Παρθένο που κατέρχεται σ' αυτόν. Ας παρασταθούμε ολόγυρα στό ιερότατο κρεβάτι της. Ας ψάλλουμε ύμνους ιερούς, τέτοια περίπου λέγοντας μελωδικά άσματα:«Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου. Χαίρε αμνάς που γέννησες τον Αμνό του Θεού. Χαίρε Συ που είσαι πάνω από τις αγγελικές δυνάμεις. Χαίρε η δούλη και Μητέρα του Θεού. Αμήν.

 

 

 

 
'' Η Παναγία είναι η πικραμένη χαρά της Ορθοδοξίας, «το χαροποιόν πένθος», «η χαρμολύπη» μας, «ο ποταμός ο γλυκερός του ελέους», «ο χρυσοπλοκώτατος πύργος και η δωδεκάτειχος πόλις». Η υμνωδία της εκκλησίας μας είναι ένας παράδεισος, ένα μυστικό περιβόλι που μοσκοβολά από λογής λογής μυρίπνοα άνθη, και τα πιο μυρουδικά, τα πιο εξαίσια, είναι αφιερωμένα στην Παναγία.Όλος ο κόσμος θλίβεται μαζί της και μαζί της χαίρεται με μια χαρά πνευματική:«Επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις, αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος, ηγιασμένε ναέ και παράδεισελογικέ, παρθενικόν καύχημα, εξ ης Θεός εσαρκώθη και παιδίον γέγονεν ο προ αιώνων υπάρχων Θεός ημών». Απορείς τι να πρωτοδιαλέξεις απ' αυτή την υμνολογία της Θεοτόκου!Θαρρείς πως ο αγέρας, τα βουνά, oι θάλασσες της Ελλάδας, τα χωριά oι πολιτείες, γεμίσαvε ευωδία πνευματική απ' αυτό «το χρυσούν θυμιατήριον», απ' αυτή «την μανναδόχον στάμνον που έχει μέσα «μύρον το ακένωτον».Οι γυναίκες μας είναι στολισμένες με τ' όνομά της, τα βουνά μας, οι κάμποι, τα νησιά, τ' ακροθαλάσσια είναι αγιασμένα από τα ξωκκλήσια της, τα καράβια μας έχουν γραμμένο απάνω στη μάσκα και στην πρύμη το γλυκύτατο τ' όνομά της. Αληθινά στην Ελλάδα μας «επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις». «Για Σένα, χαίρεται όλη η πλάση. Σήμερα που κοιμήθηκες, θαρρείς πως η χαρά γίνηκε πιο μεγάλη, η θλίψη άλλαξε σε αγαλλίαση, η ελπίδα ζωήρεψε αντί να αποσκιάσει και πλημμύρησε τις καρδιές μας.Σήμερα τ' αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δέντρα σαν να γενήκανε πιο χλωρά, τ' αυγουστιάτικο κύμα σαν να αρμενίζει πιο δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει κι' αγάλλεται..''

                                                                                                                                Φώτης Κόντογλου 

 

                                                                                                                              Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός

ΤΑ ΔΙΠΛΟΚΑΜΠΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΕΟΡΤΑΖΑΝ

 

 

 

'' Σπαρμένη η εκκλησιά με λεμονόφυλλα, στη μέση το μακρύ βελούδινο κόκκινο χαλί, που άρχιζε απ΄την αυλή και έφτανε μέχρι το Ιερό και ως το θρόνο του Δεσπότη, που όπου και ΄να τανε θα ΄ρχόταν με τα΄ αμαξι του και θα τον υποδεχόταν τα διπλοκάμπανα και μπρος στην πόρτα διάκοι, παπάδες με χρυσοκεντημένες φορεσιές, τρικέρια και θυμιατά στα χέρια…''

                                                                                                                

                                                                                                                                   Ρίτα Μπούμη-Παππά

 

 Άκουσα τα διπλοκάμπανα της Κοίμησης που γιόρταζε. Μαζί με τις καμπάνες χτυπούσε και η καρδία μου. Α, πουθενά δε χτυπάνε έτσι γλύκα οι καμπάνες. Γιατ’ είναι ρούσικες και κρατάν τον ήχο. Δε σβει αμέσως όπως σ΄άλλες εκκλησίες. Σαν χτίζανε την εκκλησιά λέει ο πατέρας μου, τις φέρανε παραγγελία απ΄τη Ρωσία!Κοίταζα αχόρταγα το πανύψηλο μαρμάρινο καμπαναριό με τον γαλάζιο του τον τρούλο που έσμιγε με τα ουράνια. Έλεγες πως ο σταυρός του, που ακτινοβολούσε από το χέρι του ίδιου του θεού.Με αληθινή ευσέβεια μα και συγκίνηση, έβγαλα απ΄το κεφάλι το κόκκινο φεσάκι μου και έκανα το σταυρό μου. Αυτή τη στιγμή, σας λέω, δεν ήμουνα το διαολόπαιδο. Ήμουν σωστός άγγελος. Αν είχα δυο φτερούγες, θα πέταγα να πάω στον ουρανό...Ο πατέρας μου στο σημείο αυτό έριξε μία διπλή ματιά στη μάνα μου, που τυλιγμένη στον πράσινο κρουστό μποξά της, έμοιαζε το ξανθό κεφάλι της κι η χλομορόδινη μορφή της σαν ένα γιγάντιο χρυσό τριαντάφυλλο προφυλαγμένη από τον άνεμο μ΄ένα πυκνό δροσερό φύλλωμα.

 
 

Την είδε τρομερά συγκινημένη απ΄τη διήγηση του και ικανοποιήθηκε. Την τύλιξε με βλέμμα ερωτικό που το δέχτηκε και το ΄νιωσε να διατρέχει σαν ζέφυρος όλο της το σώμα. Ω, αν δεν ήταν ο καπετάν Λεούσης, οι ναύτες της Αργώς σίγουρα η Χρυσώ θα σηκωνόταν απ΄τη θέση της, θα τον πλησίαζε με εμπιστοσύνη και θα άπλωνε το κοριτσίστικο άσπρο χέρι της ως τα μαλλιά του. Μα κι έτσι του δείξε την έκπληξη της και το θαυμασμό της με κείνα τα μεγάλα στοχαστικά της μάτια, που ΄χαν τα χρώματα και τους ίσκιους όλων των νερών του κόσμου. Γαλάζια, πράσινα, μαβιά.Πια, με ζεστή οικειότητα τον ρώτησε:- Η Κοίμησης της Θεοτόκου είναι ενορία σας;- Ναι, είπε χαρούμενος εκείνος, και από δω και πέρα και η δική σου. Η νιόνυφη Χρυσώ χαμογέλασε στον άντρα της που ακτινοβολούσε με την αρσενική του χάρη, το λέγειν του, και, λες για να τον ευχαριστήσει, τον τύλιξε ολόκληρο, πρώτη φορά με βλέμματα βελούδινης αγάπης.Της ανταπόδωσε αμέσως και βλέμμα και χαμόγελο, συνεπαρμένος από τη δύναμη της, και για μια στιγμή, γοργή σαν αστραπή, αρμένισε στο πέλαγος εκείνο των ματιών της.Άφησα τη βαλίτσα με τα ρούχα μου στο καράβι , πετάχτηκα έξω στο μουράγιο και ίσα τον ανήφορο. Τρία τρία δρασκελούσα τα πέτρινα σκαλιά που βγάζουν μπρος στο Δημοτικό Νοσοκομείο. Κολλητά πλάι την εκκλησία μας. Ολάνθιστο σαν να ΄ταν Μάης. Έχωσα το μουσούδι μου στα κάγκελα και πήρα τρείς βαθιές ανάσες. Θε , μου, πώς μύριζαν κείνα τα γιασεμιά τα΄αράπικα, άσπρα σαν χιόνι!Η Κοίμηση. Η μια της πόρτα στον αμαξιτό. Η άλλη, η απάνω, στο δρόμο με το καλντερίμι, αντίκρυ από την πόρτα του σπιτιού μας. Όλη στολισμένη μέσα κι όξω με κισοκλώναρα, μυρτιές και δάφνες. Και να μοσκοβολάει ο πρωινός αέρας από τα γιασεμιά, τα μοσχολίβανα, τα μύρια που ΄καιγαν στις μυροδόχες, άλλα κι απ΄την αρμύρα του γιαλού.Δυο τρεις διαβάτες πρωινοί σταμάτησαν και με κοίταξαν ξαφνιασμένοι. Ένας μάλιστα γέλασε. ΄΄ Μας βρήκε αποκριά Αύγουστο μήνα; ΄΄ Εγώ έκανα πως δεν άκουσα.Πριν μπω βόλεψα το φεσάκι μου, έσιαξα την κελεμπία και μπήκα στην λαμπροστόλιστη εκκλησία που μ΄είχανε βαφτίση. Παράστανα τον ξενοφερμένο. Κοίταζα εδώ, κοίταζα κει, απάνω στους γυνεκονίτες, και προσποιόμουνα τον ξαφνιασμένο με όσα βλέπανε τα μάτια μου. Ενώ εγώ τα ΄ξερα όλα, επειδή μ΄άρεσε η εκκλησία και πήγαινα να ακούσω χωροδία, ν΄ακούσω λειτουργεία ή σπερινό. Τι πολυέλαιοι, τι τοιχογραφίες, τι θόλοι γαλανοί, με αμ΄τρητα χρυσά αστέρια! Τι μανουάλια αστραφτερά, καντήλια από ασήμια και μαλάματα. Σπαρμένη η εκκλησιά με λεμονόφυλλα, στη μέση το μακρύ βελούδινο κόκκινο χαλί, που άρχιζε απ΄την αυλή και έφτανε μέχρι το Ιερό και ως το θρόνο του Δεσπότη, που όπου και ΄να τανε θα ΄ρχότα με τα΄ αμαξι του και θα τον υποδεχόταν τα διπλοκάμπανα και μπρος στην πόρτα διάκοι, παπάδες με χρυσοκεντημένες φορεσιές, τρικέρια και θυμιατά στα χέρια… Ήταν πρωί. Δεν είχε ακόμα πολύ κόσμο και οι ψαλτούδες τερετίζανε κείνα τα ορθρινά, που τα βαριόμουνα παίδι, γιατί δεν καταλάβαινα τι λέγαν. Πόσες εικόνες! Φτιαγμένες από ζωγράφους Ιταλούς και Ρώσους. Ύστερα απ΄την Ισμαηλία, την Αραπία και τα΄αναχώματα, η Κοίμηση στα παίδικα μου μάτια, μου φαίνονταν ένας παράδεισος. Πετούσαν μέσα άγγελοι, άκουγα των φτεών τους το φουρφούρισμα κι απ΄τα χρωματιστά παράθυρα κάθε υπερρώουκάθε υπερώου χυνόταν μες στην εκκλησία χρωματιστές οι ηλιαχτίδες, στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Σαν μαγεμένος προχορούσα προς την ωραία πύλη. Τότε ο πατέρας που που ήταν επίτροπος και πήγαινε στην εκκλησία πριν απ΄ τους άλλους, γιατί το σπίτι μας ήτανε, πες, μέσα στην εκκλησιά, κάλεσε τον καντηλανάφτη. Τον πήρε το μάτι μου. Το αραιό εκκλησίασμα είχε κιόλας αναταραχτεί. Όλοι κοιτούσαν αυστηρά, περίεργα αλλά και με απέχθεια το ‘’τουρκόπουλο’’. Σταμάτησε κι ο αριστερός ψάλτης. Τότε ένας παπάς, ο πάτερ Άνθιμος, θεός ΄σχορέστον, πρόβαλε στην ωραία Πύλη και φώναξε με θυμό.- Προς θεού! Βγάλτε το αμέσως έξω!Τρέξαν ακόμα δυο καντηλανάφτες, μ΄αρπάξανε και μ΄έσερναν έξω από τον ναό.

 
 

Περνώντας μπρος απ΄το παγκάρι, και βλέποντας να με κοιτάζει καρφοτά ο πατέρας μου, τινάχτικα, ξέφυγα απ΄τους καντηλανάφτες και με ένα σάλτο βρέθικα στα επιτροπικά επίσιμα στασίδια και μες στην πατρική αγκαλιά.- Εσύ ΄σαι, βρε μασκαρά; Μου ΄βγαλε ευθύς το φέσι και με καταφιλούσε. Για να μηγίνει ολωσδιόλου θέατρο η εκκλησία ανήμερα της Πναγίας, με πήρε απ΄το χέρι και έτρεξε στη μάνα μου κατουρημένος απ΄τη χαρα του.Αυτή πάλι σαν μ΄είδε, έβγαλε μια φωνή, και τι θαρρείτε έκανε; Μ΄αγκάλιασε και με σκέπασε μ΄ένα σωρό γλυκόλογα αραβανίτικα:- Γιαλίμ, γιαλίμ, Νικολάκη μου, καρδία μου "..Το αρχοντικό μας, που το'χτισε ο πατέρας μου πριν γεννηθώ, είναι μεγάλο.Απέναντι ακριβώς είναι η Κοίμηση, μια μεγαλόπρεπη εκκλησία, χτισμένη στα 1832 απ'τους Υδραίους και τους Ψαριανούς, μόλις πατήσανε στη Σύρα πρόσφυγες, ύστερα απ'τις σφαγές της Χίου, των Ψαρών, της Σμύρνης.Μία εκκλησιά ζωγραφισμένη ολόκληρη από σπουδαίους ζωγράφους.Περίλαμπρη.Γεμάτη ασήμι και χρυσάφι.Στη λειτουργία, οι ψαλμωδίες ακούγονται μέσα στο σπίτι μας."

 
 

 
 

                                                     

Σημείωση Ιστολογίου.Η  λογοτέχνης Ρίτα Μπούμη - Παπά γεννήθηκε στην Σύρο το 1906 και πέθανε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 1984.Ήταν ποιήτρια και μεταφράστρια, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.Ήταν σύζυγος του επίσης λογοτέχνη Νίκου Παπά. Έγραψε ποιήματα και πεζά, ενώ ασχολήθηκε και με την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό "Κυκλάδες".Γεννήθηκε στη Σύρο και στα 20 της χρόνια εγκαταστάθηκε στις Συρακούσες στη Σικελία. Στη διάρκεια της παραμονής της στην Ιταλία σπούδασε Παιδαγωγικά,ενώ συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εργάστηκε σε αρκετές εφημερίδες της Αθήνας.Στη λογοτεχνία έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1929 με το ποίημα "Μικρέ μου Αλήτη..." που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της  ''Νέας Εστίας''. Μετέφρασε έργα πολλών ξένων συγγραφέων, όπως ο Σάμιουελ Μπέκετ και ο Βίκτορ Ουγκό. Τα ποιήματά της μεταφράστηκαν και σε ξένες γλώσσες.                                

                                                             
 
                                                                   

 

                                                                                                                           Ρίτα Μπούμη-Παππά

 

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΣΠΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ

 


Οι τελευταίες στιγμές της Παναγίας.(Ιωάννου Γεωμέτρου - 10ος αιώνας)

 

Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, "χαίρετε", λέγουσα, "τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και θεω­ρείτε εαυτούς μακάριους,όπου ηξιώθητε τοιούτου διδασκάλου και Δεσπότου και διακονίας τοιούτων μυστηρίων και της κοινωνίας των διωγμών και παθημάτων Του, διά να γίνετε κοινωνοί της δόξης και Βασιλείας Του".Αφού τους ανήγγειλε περί των τελευταίων γεγονότων, τους εζήτησε να ψάλλουν τους επιταφίους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεόν ευχαριστίες της.Η προσευχή της Θεοτόκου.«Ευλογώ σε", έλεγε, "Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου Σου Πατρός και υιέ ιδικέ μου, της δούλης Σου, χάρις εις την φιλανθρωπίαν Σου. Ευλογώ σε, οπού μας λύτρωσες εκ της κατάρας και αντ' αυτής μάς έδωσες την ευλογίαν. Ευλογώ σε τον αίτιον όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητος να γνωρίσωμε τον Πατέρα Σου και το συνάναρχόν Σου και ζωοποιόν Πνεύμα. Ευλογώ σε Λόγε, όπου ευλόγησες την γαστέρα μου κατοίκων εν αυτή δι' ανεκφράστου τρόπου. Ευλογώ σε, όπου τοιουτοτρόπως μας αγάπησες ώστε και υπέρ ημών να σταυρωθείς και να αποθάνεις.

 

 

Ευλογώ σε, όπου κατέστησες μακαρία την κοιλία μου και πι­στεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, περί των οποίων μου έχεις μιλήσει.Εις τούτα τα λόγια ακολούθησε ευθύς η παράδοξος κάθοδος του Υιού της συνοδευομένου υπό των Προφητών, των Πατριαρχών και όλων των Δικαίων, προπορευόμενων των Αγγέλων και Αρχάγγελων και των λοιπών Αγγελικών δυνάμεων. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα όπου η Παρθένος προεγνώριζε, τότε τα έβλεπε οφθαλμοφανώς, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος αυτών των θαυμασίων, ο καθείς αναλόγως της αγιότητός του. Έτσι η δευτέρα κατάβασις έγινε ενδοξοτέρα και φρικωδεστέρα της πρώτης, και προφανεστέρα δι' όσους διέθεταν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρίσταντο μετά φόβου, ιεραρχικώς κατά τάξιν. Θεωρούσαν μετά φόβου όχι μικροτέρου (ίσως μεγαλυτέρου εκείνου θα έλεγα, αν επετρέπετο), εκπληττόμενοι διά την δευτέρα Αυτού κένωση και συγκατάβαση. Ό,τι έγινε άλλοτε προς χάριν ολοκλήρου του γένους των ανθρώπων, τώρα για μία μόνον ψυχή, για μία μόνον γυναίκα συντελείτο ένα τοιούτο θαύμα.Η συνοδεία ήταν λαμπρά και πολυάριθμος, όπως άρμοζε διά την άφιξη του Δεσπότου και την αναχώρηση της Δεσποίνης, αλλά η θέασις των συντελουμένων, ως είπα ήδη, εγίνετο μόνον από τους καθαρθέντας, αν και η παρουσία του Δεσπότου ήταν ακατανόητος και εις αυτούς τους Μαθητάς και Αποστόλους που ήσαν πεπληρωμένοι από την δύναμη της κατοικούσης εις αυτούς χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Παρίστατο εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως τεθεωμένη, λαμπροτέρα της αστραπής και της λάμψεώς της εις το Θαβώρ, αλλά μικροτέρα της φυσικής της λαμπρότητος ενώ οι Απόστολοι ήσαν ωσάν νεκροί. Ο Κύριος ευθύς τους λέγει "ειρήνη υμίν", όπως άλλοτε όταν εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, εις τον ίδιον αυτόν οίκον όπου συνήχθησαν και τότε και τώρα, τον οίκον του Ιωάννου, όπου τότε τους συγκέντρωσε διά τον φόβον των Ιουδαίων και σήμερον τους συνήγαγε διά την γεννήσασα τον Κύριον, η οποία και κατοικούσε εις αυτόν μετά του ηγαπημένου και παρθένου μαθητού, του δευτέρου και θετού υιού της.Ακούοντες οι Μαθηταί αυτήν την γλυκεία, την πραεία και γνώριμο φωνή, ανέλαβαν θάρρος εις το σώμα και εις την ψυχή και, όσο τους ήτο δυνατόν, ύψωσαν τα μάτια τους ως προς τον δίσκον του ηλίου, την ώρα όπου Εκείνος χαμήλωνε ολίγο την λαμπρότητα της ανατολής Του και τους περιέλαμπε μετά φωτισμού μετριοτέρου.Αλλά ας σταθούμε ολίγον εις τα επιθανάτια Αυτής. Η ψυχή της ευρίσκεται σε μία συγκίνηση πελώρια και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητος και σπεύδει να απομακρυνθεί από του σώματος ώστε το γρηγορότερον να ευρεθεί μετά του Υιού της και να προσπέσει εις τας χείρας Του και να αναχωρήσει μετ' Αυτού. Πώς ήτο δυνατόν να υπομείνει την χαράν αυτήν, όπως την λύπην τον καιρόν του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να ειπούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέγομεν αυτό για να μην πούμε καινοφανή διδάγματα.Εδάκρυσε, και πάλι έγινε ανωτέρα των δακρύων από την μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, βλέπουσα μετά σώματος Εκείνον, όπου ολίγο παλαιότερον τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπάται, και ενώ περιεβάλλετο υπό τόσων μυριάδων Αγγέλων, υπό τόσης λαμπρότητος και τόσης δόξης. Έβλεπε το πρόσωπον και την μορφήν Εκείνου, του άλλοτε εμπαιζομένου και καταπτυομένου, του περιβαλλομένου την πορφυράν χλαίναν της εντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόσην αξία και λαμπρότητα. Αυτόν όπου δεν είχεν είδος ουδέ κάλλος, τώρα να αστράπτει από το κάλλος της καλλοποιού θεότητός Του, τον άλλοτε νεκρόν όπου κατεδικάσθη ως αντίθεος, τον έβλεπε Θεόν και Βασιλέα και Κριτήν των πάντων, αθάνατον και ανίκητον. Ω, πώς διεμοιράζετο και πάλι μεταξύ των αντιθέτων, όπως και εν τω καιρώ της Σταυρώσεως. Το δράμα την εγέμιζεν ευφροσύνη, υπερέχαιρεν η ψυχή της, αλλά συνεστέλλετο αναχωρούσα προς εκείνη την δόξα και λαμπρότητα.Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν Εκείνον όπου την εδόξασε. Προσηύχετο διά τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντας, ικέτευε για τους απανταχού πιστούς ή μάλλον υπέρ παντός του κόσμου και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από τον Δεσπότην κάποιο λόγον ή κάποιο σημείον ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνουσα ικετευτικώς τα χέρια εκείνα με τα οποία Τον ενηγκαλίζετο, κινούσα την γλώσσαν εκείνη και τα χείλη με τα οποία Τον ησπάζετο, υπενθυμίζουσα τον θηλασμόν Του, και κλαίουσα από ευτυχία, έκαμε το παν, μιγνύουσα αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές.

 
 

 Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά, οι Απόστολοι αντιφωνούν με την δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιον στόμα η υπεραγία ψυχή της, ωσάν σε ύπνο, παραδίδεται εις τον Υιόν της, διαφεύγουσα τις ωδίνες του θανάτου, όπως τις διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλυτέρα χαρά και όπως τότε, όταν ανεκφράστως προήρχετο εξ αυτής ο Υιός και Θεός της, και τώρα όπου αυτή εξήρχετο προς τον Θεόν ο οποίος παρίστατο όχι μόνο νοερώς αλλά και αισθητώς.Ευθύς, όλοι οι Άγγελοι και μερικές άλλες αγγελικές δυνάμεις άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν εξήρχετο κάποια άφθονος και ανεξήγητος ευωδία, ενώ το σώμα περιεβάλλετο από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστον ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένον, οι μαθηταί και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετ' ολίγον ο ουρανός και ο παράδεισος!

 

 


 

                                

                                                                                                              Ιωάννης Γεωμέτρης ή Κυργιώτης                                  

 

 

Σημείωση Ιστολογίου.Ο Ιωάννης Γεωμέτρης ή Κυργιώτης ήταν βυζαντινός λόγιος και μαθηματικός.Σπούδασε μαθηματικά κοντά στον πατρίκιο Νικηφόρο.Διακρίθηκε,ως λόγιος στις ημέρες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννη Τσιμισκή και Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου. Αρχικά είχε το αξίωμα του πρωτοσπαθάριου, έπειτα χειροτονήθηκε ιερέας σε γεροντική ηλικία και μετά επίσκοπος,ίσως στην Καππαδοκία. Κατά το τέλος της ζωής του αποσύρθηκε ως μοναχός στην περίφημη μονή Στουδίου, όπου και πέθανε.Το φιλολογικό του έργο είναι ποικίλο.Τα ποιήματά του παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον.Τα πεζά του συγγράμματα, που μόνο μέρος τους έχει εκδοθεί, είναι κυρίως θεολογικά και αναφέρονται στη ρητορική και στην ερμηνευτική.Έργα του είναι ένας ύμνος στον Νικηφόρο Φωκά, τέσσερις ελεγείες στην Παρθένο Μαρία, μία συλλογή επιγραμμάτων σε τρίμετρο και εξάμετρο, ένας αλφαβητικός ύμνος στην Παρθένο (παράθεση διαφόρων επιθέτων με αλφαβητική σειρά), μία μετάφραση σε ιαμβικούς στίχους των Ψαλμών, μία συλλογή 99 τετράστιχων ελεγειών με τίτλο Παράδεισος, καθώς επίσης σχόλια στα έργα διαφόρων συγγραφέων και κυρίως των Ιωάννη Δαμασκηνού και Γρηγορίου Ναζιανζηνού.Κοιμήθηκε το περί 989 μ.Χ.

 
 
 
 Πηγή.'' Άγια Μετέωρα'',επιμέλεια,διασκευή ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''.
 

ΓΑΒΡΙΗΛ ΘΑ ΔΩΣΩ Σ' ΕΣΕΝΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΥ

 

 

 

''Κάποιο βράδυ, το έτος 1004, ημέρα Τρίτη της Διακαινησίμου, παρουσιάστηκε στη θάλασσα ένα εξαιρετικό φαινόμενο. Οι μοναχοί πλησίασαν στην παραλία και έβλεπαν καθαρά ένα πύρινο στύλο να στέκεται πάνω σε μια εικόνα της Παναγίας.Θερμά παρακαλούσαν την Παναγία να τους χαρίσει την αγία εικόνα Της. Μα όσο πλησίαζαν με τα πλοιάρια, τόσο εκείνη απομακρυνόταν.''

 
 

Η διαταγή ήταν ξεκάθαρη. Την ήξεραν όλοι. Πώς όχι; Άλλωστε τη διαλαλούσε συχνά ο ντελάλης στους δρόμους και τις πλατείες.Ο κραταιός αυτοκράτορας, ο μεγάλος Θεόφιλος, τους ξαναθύμιζε τη βασιλική διαταγή.«Όποιος εξακολουθούσε να έχει στο σπίτι του εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων της Εκκλησίας και να προσκυνά τα μπογιατισμένα ξύλα σαν τους ειδωλολάτρες, να συλλαμβάνεται, να φυλακίζεται, να δημεύεται η περιουσία του και να εξορίζεται. Κι αν δεν μετανοιώνει, να θανατώνεται χωρίς έλεος.Το νόμο του Αυτοκράτορα τον γνώριζαν πόσο σκληρός ήταν, μα της καρδιάς και της πίστης το νόμο δε γνώριζε ο Αυτοκράτορας πόσο ήταν δυνατός.Είχε νυχτώσει για τα καλά, στη Νίκαια, την ένδοξη πόλη της Μεγάλης Αυτοκρατορίας. Με το σκοτάδι σιγά-σιγά χάνονταν οι θόρυβοι του κόσμου και της βιοπάλης. Τρεμόσβηναν τα φώτα, κι ο ύπνος ερχόταν να παραλάβει τις κουρασμένες ψυχές, να τις αναπαύσει για λίγο, Μα αυτοί αντιστέκονταν στον ύπνο. Κάθε βράδυ, μόλις το σκοτάδι έπεφτε για τα καλά, ξεκινούσαν. Ήταν δύο. Μια γυναικεία φιγούρα μαυροντυμένη, με κατεβασμένο χαμηλά το μαντήλι, κι ένα παλληκάρι. Οι δυο σκιές γλιστρούσαν βιαστικά στο σοκάκι και έμπαιναν με προφύλαξη μέσα σ’ ένα μικρό χτίσμα. Αναζητούσαν μες στο σκοτάδι το μεγάλο θησαυρό τους. Μια γλυκύτατη και θαυματουργή εικόνα της μεγάλης Μάνας, της Υπεραγίας Θεοτόκου.

 
 

 

Ο νέος άναψε ένα κερί. Σεβαστικά πλησίασαν και οι δύο. Το γλυκύτατο πρόσωπο φωτίστηκε. Ξεπρόβαλαν τα μεγάλα μάτια με τη χαρμολύπη στις κόγχες τους, το πάνσεπτο μικρό στόμα, το ποθεινότατο πρόσωπο του Υιού της.Η χήρα μάνα γονάτισε. Από πίσω κι ο γιος. «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησέ μας». Είπαν κι άλλα. Είπαν πολλά με την καρδιά και τα χείλη. Σ’ Εκείνη και το Γλυκύτατο Υιό της είχαν αποθέσει όλη τους τη μέριμνα και την ελπίδα. Εκεί έρχονταν κάθε βράδυ αψηφώντας τη διαταγή. Μόνο εκεί, μόνοι, με το Θεό μόνο, ένοιωθαν ότι ζούσαν πραγματικά.Δεν έμειναν όμως για πάντα αόρατοι. Οι άνθρωποι του Αυτοκράτορα έκαναν καλά τη δουλειά τους. Τους είδαν; Τους πρόδωσαν; Πάντως την άλλη μέρα ήρθε διαταγή να παρουσιαστούν.Σπάραξε η καρδιά της μάνας. Όχι για κείνη. Μα για την εικόνα, για το παιδί της. Η ίδια ήταν αποφασισμένη. Μεσολαβούσε μια νύχτα ακόμη. Ίσως η τελευταία σωτήρια νύχτα. Έπρεπε να παρθούν σκληρές, μα δυναμικές αποφάσεις. Γονάτισε. Έκανε την προσευχή της. Ο αέρας σφύριζε δυνατά. Πέρα μακριά το κύμα ξεσπούσε αγριεμένο. Ήταν σαν να την προκαλούσε. Η μεγάλη απόφαση πάρθηκε- «Πάμε», είπε στο γιο της. «Πάμε ν’ αποχαιρετήσουμε την Παναγία».Γλίστρησαν ξανά και χώθηκαν στα σκοτάδια. Μετά από πολλή ώρα, τρεις σκιές στέκονταν στην παραλία. Η μία ήταν η Παναγία. Αγκάλιασαν την εικόνα. Την ασπάστηκαν. Την αποχαιρέτησαν χύνοντας δάκρυα πικρά. Ύστερα τη σήκωσε στην αγκαλιά της η μάνα. Έβαλε όση της απέμεινε δύναμη, ανέβηκε σε μια πέτρα και πέταξε την εικόνα στο κύμα.- «Συγχώρα με, Παναγιά μου. Όσο μπόρεσα σε φύλαξα. Τώρα φυλάξου μόνη σου».Βαρύς ακούστηκε ο παφλασμός στα νερά. Η μεγάλη Εικόνα στροβιλίστηκε δυο τρεις φορές και ύστερα σηκώθηκε ορθή. Ήταν σαν να περπατούσε στα κύματα γυρισμένη προς το μέρος τους. Φαινόταν καθαρά στο σκοτάδι, σα φωτεινή στήλη. Έφευγε προς τα δυτικά. Έμεναν ακίνητοι με θολωμένα από τα δάκρυα μάτια να τη βλέπουν να αρμενίζει και να μακραίνει. Κι όταν στο τέλος έμεινε μια φωτεινή κουκίδα, ένα πολύ μικρό αστεράκι και χάθηκε στο βάθος του ορίζοντα, «στο καλό, Παναγία μου» σιγομουρμούρισαν κάνοντας το σταυρό τους και κοιτάχτηκαν μάνα και γιος στο πρόσωπο.Και τώρα; Τι θα γινόταν τώρα; Πρώτη έλυσε η μάνα τη σιωπή.- «Φύγε, παιδί μου. Φύγε να σωθείς. Δεν υπάρχει τόπος εδώ για μας. Εγώ θα μείνω να μαρτυρήσω την πίστη στο Χριστό. Εσύ όμως είσαι νέος. Πρέπει να ζήσεις. Φύγε. Από χωριό σε χωριό κι από βουνό σε βουνό. Η Παναγία θα σου δείξει τόπο να σταθείς».Στανικώς και με παρακάλια έκανε το παιδί της να φύγει. Η μάνα έμεινε να κοιτάζει μια τη στράτα που χάθηκε ο γιος, μια τα κύματα που κρύψαν την εικόνα.«Παναγία μου, φύλαξέ τον, και φυλάξου», ήταν ο τελευταίος της λόγος. Ύστερα πήρε το δρόμο για τον Κριτή.Ο γιος σώθηκε. Πέρασε τόπους πολλούς, χωριά και πολιτείες. Πουθενά δεν αναπαύτηκε. Ήθελε να ριζώσει κάπου με ξάγναντο τη θάλασσα, ν’ αντικρίζει απέναντι την πατρίδα, να αναζητεί στα κύματα την Παναγία, που πίστευε πως θα ‘ρχόταν κάποτε από το πέλαγος.Έφτασε στο Άγιο Όρος. Έγινε μοναχός και ηγούμενος στη μονή Ιβήρων. Μεγάλωσε, άσπρισαν τα μαλλιά και τα γένια του και η Παναγία δεν είχε ακόμη φανεί. Έκλεισε μια μέρα τα μάτια του μ’ αυτή τη λαχτάρα και προσμονή.Οι πατέρες στη Μονή των Ιβήρων ήταν προϊδεασμένοι. Γνώριζαν για το μεγάλο Θησαυρό που είχε πέσει στη θάλασσα. Δεν ήξεραν όμως πού βρήκε αραξοβόλι. Ώσπου κάποιο βράδυ, το έτος 1004, ημέρα Τρίτη της Διακαινησίμου, παρουσιάστηκε στη θάλασσα ένα εξαιρετικό φαινόμενο. Οι μοναχοί πλησίασαν στην παραλία και έβλεπαν καθαρά ένα πύρινο στύλο να στέκεται πάνω σε μια εικόνα της Παναγίας.Θερμά παρακαλούσαν την Παναγία να τους χαρίσει την αγία εικόνα Της. Μα όσο πλησίαζαν με τα πλοιάρια, τόσο εκείνη απομακρυνόταν.Ο Γέροντας Γαβριήλ ήταν Ιβηρίτης.Αυτόν διάλεξε η Παναγία. Εμφανίστηκε σε όραμα λέγοντάς του:- «Γαβριήλ, πιστέ δούλε του ηγαπημένου Υιού και Θεού μου, κοινοποίησον τω προεστώτι και τοις αδελφοίς ότι βούλομαι να δώσω αυτοίς την εικόνα μου, όπως σκέπη και βοηθή αυτοίς. Είσελθε εις την θάλασσαν και περιπάτησον επί των κυμάτων, επεί φέρεις το όνομα του νυμφαγωγού μου Αρχαγγέλου Γαβριήλ, και τότε γνωρίσουσι πάντες την εμήν θέλησιν και ευδοκίαν προς το μοναστήρι σας».Κόντευε να ξημερώσει. Αγνάντεψε κατά τη θάλασσα. Ένα φως ακίνητο έφεγγε στα νερά της. Γρήγορα πήρε τον κατήφορο. Δεν κατάλαβε πότε έφτασε στην παραλία. Περπάτησε με τα γόνατα πάνω στα κύματα και παρέλαβε τον ανεκτίμητο Θησαυρό.

 

 

Στο μεταξύ είχαν κατέβει και οι άλλοι πατέρες. Όλη η συνοδεία με τα εξαπτέρυγα και τα θυμιατά. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα. Τέτοια χαρά δεν είχε ξαναγίνει στην Ιβήρων. Την απέθεσαν στην Εκκλησία. Γύρω της όλα λαμποκοπούσαν. Οι μοναχοί και οι ιερομόναχοι. Οι Άγιοι απ’ τις τοιχογραφίες. Τα έμψυχα και τα άψυχα. Όλα τραγουδούσαν: «Καλώς όρισες, Κυρά, στο σπίτι το δικό μας».Μα η χαρά τους δοκιμάστηκε πολύ, όταν την άλλη μέρα δε βρήκαν την εικόνα στη θέση της. Έψαξαν με πόνο και αγωνία, ώσπου τη βρήκαν στα τείχη της Μονής πάνω από την πόρτα. Τη μετέφεραν και πάλι στο ναό. Μα εκείνη επέστρεψε ξανά στα τείχη.Την απορία τους έλυσε η ίδια η Παναγία σε όραμα του Οσίου Γαβριήλ.- «Ειπέ τοις αδελφοίς ίνα μη με ενοχλούν του λοιπού, καθότι εγώ δεν επιθυμώ να φυλάττωμαι από υμάς, αλλ’ ίνα εγώ φυλάττω υμάς, ου μόνον εις την παρούσαν ζωήν, αλλά και εις την μέλλουσαν και να ελπίζωσιν εις την ευσπλαγχνίαν του Υιού μου και Δεσπότου άπαντες οι εν τω όρει τούτω εναρέτως μετ’ ευλαβείας και φόβου Θεού ζώντες μοναχοί».Γέμισαν οι πατέρες από ανεκλάλητη χαρά και ψυχική αγαλλίαση, σαν άκουσαν το λόγο αυτό.Έχτισαν παρεκκλήσιο δίπλα στην πύλη της Μονής και τοποθέτησαν εκεί, σε ιδιαίτερο λαμπρό προσκυνητάρι, τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας.Και από τότε όποιος Αγιορείτης ή προσκυνητής περνάει την πόρτα της Μονής των Ιβήρων σταματά με σέβας και ευγνωμοσύνη μπροστά στην Υπεραγία Θεοτόκο χαιρετίζοντάς την αγαπητικά.«Χαίρε, Πύλη Αδιόδευτε,Χαίρε, η Θύρα του Παραδείσου,Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε».

 
 


 

 

 

Σημείωση Ιστολογίου.Στην Ιερά Μονή των Ιβήρων βρίσκεται η θαυματουργή Εικόνα Πορταΐτισσα, η οποία κατά την παράδοση είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Έχει διαστάσεις 137 εκατοστά ύψος και 94 πλάτος, το δε βάρος 96 κιλά, μαζί με τα αναθήματα και τα λοιπά. Η αυστηρή έκφραση του ιερού προσώπου Της, τονιζόμενη από την επιβλητική, καθηλωτική ματιά Της, προξενεί το δέος.Δόθηκε το προσωνύμιο τούτο στην Παναγία, επειδή είναι τοποθετημένη η ιερά εικόνα στο παρεκκλήσιο της μονής Ιβήρων που ευρίσκεται αριστερά της κεντρικής Πύλης. Αυτή η εικόνα ήταν κτήμα μιας ευλαβούς χήρας στη Νίκαια, όταν εικονομάχοι στρατιώτες την ανακάλυψαν στο σπίτι της, μπροστά απ' την οποία έκαιγε ακοίμητη καντήλα. Με την υπόσχεση χρημάτων η σώφρων χήρα πήρε μια μέρα παράταση και τη νύχτα έριξε, με το γιό της μαζί, την Εικόνα στη θάλασσα, η οποία ξαφνικά στάθηκε όρθια και έπλεε προς την Ελλάδα. Εκείνος ο γιος, για να μη τον συλλάβουν, ήρθε στη Θεσσαλονίκη και μετά στο Άγιο Όρος. Κανείς δεν ξέρει που βρισκόταν 170 χρόνια η Εικόνα, απ' το 829 που έπεσε στη θάλασσα ως το 1004 που βγήκε στην Ιβήρων.

 


Πηγή:Χριστιανική Φοιτητική Δράση,επιμέλεια,διασκευή ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''.
 

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ,ΠΤΩΧΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,ΕΚΠΤΩΤΑ ΗΘΗ


 

 

 ''Αὐτὸ τὸ ὁποῖο προηγουμένως ἦταν ἰδίωμα τῶν ξεπεσμένων γυναικῶν,οἱ ὁποῖες, στὴν ἐνάσκησι τοῦ ἐπαισχύντου ἐπαγγέλματός τους ἐνεδύοντο προκλητικὰ γιὰ νὰ προκαλέσουν αἰσθησιακὰ τοὺς ἄνδρες, ἔχει πλέον γίνει ἡ μόδα καὶ κανόνας ἀκόμη καὶ γιὰ σεμνές γυναίκες,οἱ ὁποῖες σὲ πολλὲς περιπτώσεις δὲν λαμβάνουν κἄν ὑπ᾿ ὄψιν τους τὸ νόημα καὶ τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς μόδας ποὺ τὶς ἐσκλάβωσε.῎Αν ἡ ἐλαχιστοποίησις τοῦ μάκρους τοῦ φορέματος ἤ ὁ ἰδιαίτερος τονισμὸς τῶν «γραμμῶν» τοῦ σώματος ἀντιτίθενται πρὸς τὴν σεμνότητα,ἡ ὁποία θὰ πρέπει γενικὰ νὰ στολίζη τὶς Χριστιανὲς παρθένες καὶ γυναῖκες,τότε ἀκόμη πιὸ ἀκατάλληλη εἶναι ἡ ἐμφάνισίς τους μὲ τέτοιου εἴδους ἐνδυμασία στὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ.''

                        

   Άγιος Φιλάρετος της Εκκλησίας των Ρώσων της Διασποράς.



Οι ακάθαρτες παρορμήσεις τοῦ νοῦ καὶ οἱ φαντασίες ποὺ γεννιοῦνται στὴν καρδία, ἀποτελοῦν τὴν ἀρχὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ αὐτές, ὡς ἐκδηλώσεις συμπαθείας πρὸς τὴν ἁμαρτία, δηλητηριάζουν τὴν καρδία καὶ τὴν ψυχή.῾Ο Σωτήρας ἐτόνισε τοῦτο μὲ τοὺς ἀκόλουθους λόγους: «᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις.Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐ- τοῦ» (Ματθ. ε´ 27-28).Αὐτὸς ὁ νόμος τῆς ψυχοσωματικῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καλῶς γνωστὸς ἀπὸ τοὺς συγχρόνους διαστροφεῖς, οἱ ὁποῖοι πασχίζουν συνειδητὰ νὰ διαβρώσουν τὴν νεολαία μας.Ενθυμούμεθα στὴν Ρωσία μὲ ποιὸ τρόπο αὐτοὶ ποὺ προετοίμασαν τὴν ἐπανάστασι,καὶ κατόπιν οἱ κομμουνισταί, ἄρχισαν τὴν πνευματικὴ ἐξασθέ- νησι τοῦ ἔθνους μας διαποτίζοντες τὴν νεολαία μὲ ἀδιαντροπιὰ καὶ διαφθορά. Εἰδικοὶ κύκλοι ὠργανώνονταν πρὸς τοῦτο, οἱ ὁποῖοι διέσπειραν τὴν περιφρόνησι γιὰ τοὺς κανονικοὺς νόμους τῆς ἠθικῆς. Αὐτὴ ἡ προπαγάνδα γιὰ τὰ «ἐλεύθερα ἤθη», ἡ ὁποία μᾶς περιβάλλει, εἶναι πλέον ἀκόμη μεγαλύτερη, ἐπηρεάζουσα συνεχῶς ἀκόμη καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ τῆς σχολικῆς ἡλικίας.



Στὶς ἡμέρες μας, ὅπως κατὰ τὸν καιρὸ τῆς προεπαναστατικῆς Ρωσίας, αὐτὴ ἡ προπαγάνδα ἔχει τὸν τελικὸ σκοπὸ νὰ διαφθείρη τὴν σύγχρονη κοινωνία. Αὐτὴ εἶναι μία παλαιὰ μέθοδος.Η ἱστορία εἶναι γεμάτη μὲ παραδείγματα ἐθνῶν,τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν ἐξ αἰτίας τῆς διαδόσεως τῆς διαφθορᾶς. ῾Ο Κύριος κατέκαυσε τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα.῾Η Βαβυλώνα ἔπεσε.Η Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία κατεστράφη.Η ἐλεύθερη Δύσις ὑπόκειται στὴν ἴδια διαφθορά...῎Οχι τυχαίως, αὐτὴ ἡ προπαγάνδα τοῦ λεγομένου «ἐλεύθερου ἔρωτα» καὶ τοῦ πολέμου κατὰ τῆς ἐντροπῆς προέρχεται εἰδικῶς ἀπὸ τοὺς ἀθέους, διότι ἡ αἴσθησις τῆς ἐντροπῆς εἶναι ἀκριβῶς ἡ πρώτη ἄμυ- να τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῆς ἠθικῆς πτώσεως.᾿Εξ ἀντιθέτου, κάθε ἐπαφή, ἀκόμη καὶ ἡ μικρότερη, μὲ τὸ πάθος, ἤδη εἰσάγει ἀσθένεια στὴν καρδία μας καὶ τὴν δηλητηριάζει. Μπορεῖ κάποιος ἄνθρωπος νὰ θέση πῦρ στὸν κόρφο του, καὶ νὰ μὴ κατακαοῦν τὰ ἱμάτιά του; (πρβλ. Παροιμ. στ´ 27)...Τί βλέπουμε στὴν ζωή, ἡ ὁποία μᾶς περιβάλλει;᾿Απρέπεια καὶ ἀδιαντροπιὰ στὴν ἐνδυμασία· ἀδιάντροποι ἀσπασμοὶ καὶ περιπτύξεις στοὺς δρόμους καὶ στὰ δημόσια μέρη· ἀδιάντροπες διαφημίσεις, εἰκόνες, φωτογραφίες καὶ παραστάσεις στὰ περιοδικὰ καὶ τὶς ἐφημερίδες· ἀνόητη, ἀκάθαρτη, ἀπωθη- τικὴ πορνογραφία... ῞Ολη αὐτὴ ἡ διαφθορὰ καὶ διαστροφὴ περιχύνεται στὴν ζωὴ σὰν μεγάλο κῦμα. ᾿Αληθινά, δὲν ὑπάρχει πλέον ὀλιγότερη ἀδιαντροπιά, ἄν ὄχι περισσότερη, ἀπὸ τοὺς χρόνους τῶν παγανιστῶν, ὅταν οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι καὶ οἱ διάδοχοί τους ἔπρεπε νὰ προτρέπουν τοὺς Χριστιανοὺς μὲ εἰδικὸ ζῆλο στὴν διατήρησι τῆς σεμνότητος.Η φύσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τέτοια, ὥστε στὰ ἁμαρτήματα τῆς σαρκός, ὁ ἐνεργητικὸς ρόλος νὰ ἀνήκη ἀφ᾿ ἑνὸς στοὺς ἄνδρες, ἐνῶ ἀφ᾿ ἑτέρου νὰ προκαλῆται σ᾿ αὐτοὺς ἀπὸ τὸν πειρασμὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὶς γυναῖκες.᾿Εξ αἰτίας αὐτοῦ, οἱ Χριστιανικοὶ πολιτισμοὶ παντοῦ καθώρισαν ἔθιμα, τὰ ὁποῖα νὰ βοηθοῦν στὴν διατήρησι τῶν εὐπρεπῶν ἠθῶν, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν σεμνὴ ἐνδυμασία γιὰ τὶς γυναῖκες, ὥστε ἡ ἐμφάνισίς τους νὰ μὴ προκαλῆ ἁμαρτωλοὺς λογισμοὺς καὶ πειρασμικὲς τάσεις σὲ κανέναν. ῞Οσο ὑψηλότερος ἦταν ὁ πνευματικὸς πολιτισμός,τόσο σεμνότερη ἦταν καὶ ἡ ἐνδυμασία τῶν γυναικῶν.῾Η σεμνότης στὴν ἐνδυμασία εἶναι ἡ πρώτη μας γραμμὴ ἄμυνας. Πρέπει νὰ προφυλάξη τὴν καθαρότητα τῶν γυναικῶν καὶ νὰ προστατεύση τοὺς ἄνδρες ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῶν ἁμαρτωλῶν κλίσεων.Εν τῷ μεταξύ, ἡ πρόκλησις ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τάσεων ἀποτελεῖ τὸν σκοπὸ αὐτῆς τῆς ἡμι-γυμνότητος, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν σύγχρονη μόδα,φθάνουσα, παρεπιπτόντως, μέχρι σχεδὸν τὴν πλήρη γυμνότητα στὴν ἀδιάντροπη ἐμφάνισι στὶς παραλίες.Αὐτὸ τὸ ὁποῖο προηγουμένως ἦταν ἰδίωμα τῶν ξεπεσμένων γυναικῶν, οἱ ὁποῖες, στὴν ἐνάσκησι τοῦ ἐπαισχύντου ἐπαγγέλματός τους ἐνεδύοντο προ- κλητικὰ γιὰ νὰ προκαλέσουν αἰσθησιακὰ τοὺς ἄνδρες, ἔχει πλέον γίνει ἡ μόδα καὶ ὁ κανόνας ἀκόμη καὶ γιὰ σεμνές γυναίκες,οἱ ὁποῖες σὲ πολλὲς περιπτώσεις δὲν λαμβάνουν κἄν ὑπ᾿ ὄψιν τους τὸ νόημα καὶ τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς μόδας ποὺ τὶς ἐσκλάβωσε.῎Αν ἡ ἐλαχιστοποίησις τοῦ μάκρους τοῦ φορέματος ἤ ὁ ἰδιαίτερος τονισμὸς τῶν «γραμμῶν» τοῦ σώματος ἀντιτίθενται πρὸς τὴν σεμνότητα,ἡ ὁ- ποία θὰ πρέπει γενικὰ νὰ στολίζη τὶς Χριστιανὲς παρθένες καὶ γυναῖκες, τότε ἀκόμη πιὸ ἀκατάλληλη εἶναι ἡ ἐμφάνισίς τους μὲ τέτοιου εἴδους ἐνδυμασία στὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ.Ο σεβασμὸς πρὸς τὴν ᾿Εκκλησία θὰ πρέπει νὰ ἐπιδεικνύεται πρωτίστως μὲ τὴν σεμνότητα τῆς ἐνδυμασίας.Δὲν εἶναι μάλιστα τυχαῖο ὅτι τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα,ἀκόμη καὶ πολλὲς ἑτερόδοξες ἐκκλησίες ἀπαιτοῦσαν ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ εἰσήρχοντο εἰς αὐτὲς νὰ καλύπτουν τὴν κεφαλή τους καὶ τοὺς ὤμους τους, ἄν ἡ ἐνδυμασία τους δὲν ἦταν ἡ ἐνδεδειγμένη.Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐκφράζεται ἡ καθαρὴ ἀπόδοσις τιμῆς σὲ κάτι τὸ ἱερὸ καὶ ἡ πεποίθησις ὅτι τίποτε τὸ ἀνοικτὰ ἁμαρτωλὸ καὶ πειρασμικὸ γιὰ τὸν πλησίον μας δὲν θὰ πρέπει νὰ εἰσέρχεται στὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ.Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω καὶ ἐν συμφωνίᾳ πρὸς σχετικὴν Συνοδικὴν ἀπόφασιν, στρεφόμεθα πρὸς τὸ Θεοπόθητο ποίμνιό μας, στὸ ὁποῖο οἱ Ποιμένες καὶ οἱ ἡλικιωμένοι ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ θὰ πρέπει νὰ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνη τῆς ὑπενθυμίσεως στοὺς νέους νὰ παύσουν νὰ καταπατοῦν τοὺς νόμους τῆς φυσικῆς σεμνότητος ἀκολουθοῦντες τὶς σύγχρονες μόδες.Τὸ καθῆκον διδασκαλίας σεμνότητος στοὺς νέους ἐναπόκειται εἰδικῶς στοὺς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ δίδουν ἕνα παράδειγμα αὐτῆς καὶ ἐπιμόνως νὰ ἐξηγοῦν στὰ τέκνα τους τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς συγχρόνου ἀδιαντροπιᾶς.Γνωρίζουμε, ὅτι ἡ μάχη κατὰ τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μᾶς περιβάλλει πανταχόθεν, δὲν εἶναι ἕνα εὔκολο θέμα.Η ὁδὸς τῆς σωτηρίας γίνεται ὅλο καὶ στενώτερη κατὰ ἀναλογίαν τῆς ἐπικρατήσεως στὸν κόσμο τῆς πονηρίας καὶ τῆς ἀποστασίας.῞Ομως, ὁ ἀρχαῖος παγανιστικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος περιέβαλε τοὺς ὀλιγοστοὺς πρώτους Χριστιανοὺς δὲν ἦταν ὀλιγότερο διεφθαρμένος.᾿Εκεῖνοι, ἐν τούτοις, δὲν ὑπέκυπταν στοὺς πειρασμοὺς τῶν παγανιστικῶν ἠθῶν, ὅπως καὶ τώρα ἀκόμη κάποιοι δὲν ὑποκύπτουν στοὺς συγχρόνους πειρασμούς.Η ἀρετὴ καὶ ἡ σεμνότης τῶν Χριστιανῶν γυναικῶν ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ φαινόμενα, τὸ ὁποῖο κατέκτησε τὸν παγανιστικὸ κόσμο.Τώρα, ποὺ ἡ ἀπιστία καὶ ἡ διαφθορά, ἡ ὁποία τὴν συνοδεύει, ἀνανεώνονται μὲ νέα δύναμι, ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς μας ἀπαιτεῖται μὲ μεγαλύτερη ἔντασι, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν δογματικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινὴ ζωή, ἐνθυμούμενοι τὴν κλῆσιν τοῦ Σωτῆρος μας, «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. ε´ 16).


 

Ο ῞Αγιος ᾿Απόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολή του γράφει ὅτι πρέπει νὰ λάμπουν σὰν φωστῆρες ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης (Φιλιπ. β´ 15). Μία ὑψηλὴ πνευματικὴ κατάστασις καὶ μία ἀκατηγόρητη, καθαρή, αὐστηρὰ σώφρων ζωή,ἀποτελοῦσαν τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῶν Χριστιανῶν τῶν Φιλίππων, γιὰ τὰ ὁποῖα ὁ ᾿Απόστολος τοὺς ἐπαινεῖ. Ζοῦμε σὲ πολὺ μεταγενέστερη ἐποχή· δεκαεννέα αἰῶνες μᾶς χωρίζουν ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, στὶς ὁποῖες ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ἔγραψε τὶς ἐπιστολές του. ῞Ομως τώρα, ἀκριβῶς, ὅπως οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων, εἴμεθα κυκλωμένοι ἀπὸ ἕνα περιβάλλον πλήρους ἀδιαντροπιᾶς καὶ διαστροφῆς.Εἴθε τὸ ὑψηλὸ καὶ ἅγιο παράδειγμα τῆς καθαρᾶς καὶ σώφρονος ζωῆς τῶν ἀρχαίων Χριστιανῶν νὰ μᾶς διδάσκη νὰ εἴμεθα τὸ ἴδιο σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν διακράτησι τῶν νόμων τῶν Χριστιανικῶν ἠθῶν, καὶ νὰ μὴ ὑποκύπτουμε στοὺς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς περιβάλλουν.

 

 

Εἴθε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι ἐφ᾿ ὑμᾶς

 

                                                                                                             

                                                                                                              † Μητροπολίτης Φιλάρετος

 

 

 


Πηγή.Περιοδικό «῞Αγιος Κυπριανός»,ἀριθμός 338,Μάϊος-᾿Ιούνιος 2007,σελ. 44-46.Επιμέλεια κειμένου ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.''
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...