ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

 


Ορθοδοξίας ὁ φωστὴρ,Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε,τῶν μοναστῶν ἡ καλλονὴ,τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος· Γρηγόριε θαυματουργὲ Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα,κήρυξ τῆς χάριτος· ἱκέτευε διὰ παντός,σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 
 

Ο έν Αγίοις πατὴρ ἡμῶν Γρηγόριος ἐγεννήθη στὴν Κωνσταντινούπολι,κατὰ τὸ ἔτος 1296.Οἱ γονεῖς του, ἀριστοκράτες ποὺ εἶχαν μετοικήσει ἀπὸ τὴν Μικρὰ ᾿Ασία, λόγῳ τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων, ἀνῆκαν στὴν Αὐλὴ τοῦ εὐσεβοῦς Αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Βʹ Παλαιολόγου (1282-1328).Παρὰ τὸ ὑψηλό του ἀξίωμα, ὁ πατέρας του Κωνσταντῖνος ἦταν ἄνθρωπος ἀφωσιωμένος στὸν Θεὸ καὶ τὴν προσευχή. Κάποτε, τοῦ συνέβη τὴν ὥρα ποὺ εὑρίσκετο στὴν Σύγκλητο, νὰ μὴν ἀκούση τὸν Αὐτοκράτορα,ὅταν τοῦ ἀπηύθυνε τὸν λόγο·τόσο πολὺ βυθισμένος ἦταν ὁ εὐλογημένος Κωνσταντῖνος στὴν προσευχή.Εκοιμήθη, ὅταν ὁ Γρηγόριος ἦταν ἀκόμη νέος, ἀφοῦ ἐνεδύθη τὸ μοναχικὸ Σχῆμα.Η σύζυγός του Καλλονὴ ἐπιθυμοῦσε ἐπίσης νὰ γίνη Μοναχή, ἀλλὰ ἀνέμενε νὰ ἐξασφαλίση πρωτίστως τὴν μόρφωσι τῶν πέντε τέκνων της. ᾿Εμπιστεύθηκε τὸν μεγαλύτερο, τὸν Γρηγόριο, στοὺς καλυτέρους διδασκάλους τῶν θύραθεν ἐπιστημῶν.Ο Γρηγόριος, σὲ μερικὰ χρόνια ἀπέκτησε τέλεια γνῶσι τῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως· σὲ τέτοιο βαθμὸ μάλιστα, ὥστε ὁ διδάσκαλός του, ὅταν τὸν ἄκουγε νὰ ρητορεύη, ἐνόμιζε ὅτι ἄκουγε τὸν ἴδιο τὸν ᾿Αριστοτέλη.Παρὰ τὶς διανοητικές του ἐπιτυχίες, ὁ νέος εἶχε ἐστραμμένο τὸ ἐνδιαφέρον του μόνο στὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ.

 
 

Σύχναζε στοὺς ὀνομαστοὺς Μοναχοὺς τῆς Βασιλευούσης και έκανε πνευματικό του Πατέρα τὸν ἁγιώτατο Θεόληπτο Φιλαδελφείας,ο ὁποῖος τὸν εἰσήγαγε στὰ μυστήρια τῆς ἱερᾶς νήψεως καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς.Περί τὸ 1316, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν,ὁ Γρηγόριος ἔλαβε τὴν ἀπόφασι νὰ ἐγκαταλείψη τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου.Στὴν ἀφιέρωσί του στὸν Μοναχικὸ Βίο, τὸν ἀκολούθησαν ἡ μητέρα του Καλλονή, δύο ἀδελφές του, οἱ δύο ἀδελφοί του Θεοδόσιος καὶ Μακάριος, ὡς καὶ πλῆθος ὑπηρετῶν του.Στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ὁ Γρηγόριος καὶ οἱ δύο ἀδελφοί του μετέβησαν πεζῇ καὶ ἐγκατεστάθησαν στὴν περιοχὴ τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου, ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Γέροντος Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὸ ὄρος τοῦ Αὐξεντίου στὴν Νικομήδεια.Γυμνασμένος παιδιόθεν νὰ βάζη σὲ πρᾶξι θεμελιώδεις ἀρετές, ὅπως ἡ ὑπακοή, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ πραότης, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ οἱ διάφορες σκληραγωγίες, οἱ ὁποῖες συμβάλλουν στὴν καθυπόταξι τῆς σαρκὸς στὸ πνεῦμα, ὁ νέος προώδευσε στὴν ἄσκη- σι τῆς προσευχῆς. Νυχθημερὸν ἀπευθυνόταν ἀκαταπαύστως πρὸς τὸν Θεὸν μὲ λυγμούς, λέγοντας: «Φώτισόν μου τὸ σκότος!».Μετὰ ἀπὸ ὀλίγο καιρό, ἡ Θεοτόκος, πρὸς τὴν ὁποία προσέφευ- γε ἤδη ἀπὸ τὴν νεότητά του, τοῦ ἔστειλε σὲ ὅραμα τὸν ῞Αγιο ᾿Ιωάν- νη τὸν Θεολόγο, γιὰ νὰ τοῦ ὑποσχεθῆ τὴν προστασία Της στὴν παροῦσα καὶ τὴν μέλλουσα ζωή.Τρία ἔτη μόλις ἀργότερα, ἡ πρόωρος κοίμησις τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδοσίου, τὴν ὁποία σύντομα ἀκολούθησε ἡ κοίμησις τοῦ Γέροντος Νικοδήμου, ὤθησε τὸν Γρηγόριο καὶ τὸν ἄλλο ἀδελφό του Μακάριο νὰ εἰσέλθουν στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ ῾Οσίου ᾿Αθανασίου.᾿Εκεῖ, ὡρίσθηκε ὡς ψάλτης καὶ προκάλεσε τὸν θαυμασμὸ τῶν συμμοναστῶν του, λόγῳ τοῦ ζήλου του στὴν ἄσκησι ὅλων τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν. ῾Ο βίος του ἦταν τόσο αὐστηρός, ὥστε ἔμοιαζε σὰν νὰ ἦταν ἄσαρκος, ἐφ᾿ ὅσον κατώρθωνε, χάριτι Θεοῦ, νὰ παραμείνη ἕως καὶ τρεῖς μῆνες χωρὶς ὕπνο!Παρ᾿ ὅτι τέλειος στὴν Κοινοβιακὴ Πολιτεία, ἡ ψυχή του ποθοῦσε τὸ μέλι τῆς ῾Ησυχίας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀποσύρθηκε μετὰ ἀπὸ τρία ἔτη στὴν ῾Ιερὰ Σκήτη τῆς Γλωσσίας (σημ. Προβάτα),ὑπὸ την καθοδήγησι τοῦ περιβοήτου Μοναχοῦ Γρηγορίου ἀπὸ τὸ Βυζάντιο.Απὸ τὸν καθαρισμὸ τῶν παθῶν, μέσῳ τῆς πράξεως τῶν ἀρετῶν, ἀξιώθηκε νὰ ὑψωθῆ μὲ τὴν προσευχὴ πρὸς τὴν θεωρία τῶν μυστηρίων τῆς κτίσεως. Χάρις στὴν μόνωσι καὶ τὴν ἡσυχία, ὁ Γρηγόριος συγκρατοῦσε διαρκῶς προσηλωμένο τὸ νοῦ του στὰ βάθη τῆς καρ- διᾶς του, ἐπικαλούμενος ἐκεῖ τὸν Κύριο ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ μὲ κατάνυξι·ἔτσι, ἐγίνετο ὅλος μία προσευχὴ καὶ γλυκύτατα δάκρυα ἔρρεαν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς του, ὡσὰν ἀπὸ δύο ἀστείρευτες πηγές.Οι αδιάκοπες ὅμως ἐπιδρομὲς τῶν Τούρκων πειρατῶν, ἀνάγκασαν σύντομα τὸν Γρηγόριο μὲ τὴν συνοδία του νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ῎Ερημο καὶ νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος.Μὲ δώδεκα Μοναχούς, ὁ ῞Αγιος ἀπεφάσισε νὰ μεταβῆ γιὰ προσκύνημα στοὺς ῾Αγίους Τόπους καὶ νὰ καταφύγη στὸ ῎Ορος Σινᾶ, ἀλλὰ ἐμποδίσθηκε στὸ σχέδιό του αὐτὸ καὶ ἔμεινε ἐπ᾿ ὀλίγον στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου συμμετεῖχε στὶς δραστηριότητες ἑνὸς πνευματικοῦ κύκλου, ἐμπνευστὴς τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ μελλοντικὸς Πατριάρχης ῞Αγιος ᾿Ισίδωρος (Βουχέρας).ο ὁποῖος τότε προσπαθοῦσε νὰ διαδώση εὐρύτερα τὴν πρακτικὴ τῆς νοερᾶς προσευχῆς στοὺς πιστοὺς ἐν τῷ κόσμῳ καὶ νὰ τοὺς δώση τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν Μοναχῶν.Τὸ 1326, ὁ Γρηγόριος χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, ἀφοῦ ἔλαβε σὲ μία ὀπτασία τὴν διαβεβαίωσι ὅτι ἦταν θέλημα Θεοῦ.Κατόπιν, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν περιοχὴ τῆς Βεροίας καὶ συνέστησε ῾Ιερὰ Σκήτη σὲ ἕναν τόπο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἤδη ἁγιασμένος ἀπὸ τὸν ῞Οσιο ᾿Αντώνιο τὸν Νέο.Εκεῖ, ἐπὶ πέντε ἔτη ἀποδύθηκε σὲ μία πλέον αὐστηρότερη ἄσκησι: παρέμενε ἔγκλειστος κατὰ τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, νηστεύων, ἀγρυπνῶν καὶ προσευχόμενος λουσμένος στὰ δάκρυα· ἐμφανιζόταν μόνον τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, γιὰ νὰ τελέση τὴν θεία Λειτουργία, νὰ συμμετάσχη σὲ ἕνα ἀδελφικὸ γεῦμα καὶ νὰ συζητήση γιὰ κάποια πνευματικὰ θέματα μὲ τοὺς συνασκητές του.Ετσι, συνέχιζε νὰ ἀναβιβάζη τὸν νοῦ του στὴν θεωρία καὶ νὰ ἔρχεται σὲ ἄμεση κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ μέσα στὴν καρδιά του.Οταν ἐκοιμήθη ἡ μητέρα του, μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ ἔφερε ἀπὸ ἐκεῖ τὶς ἀδελφές του, τὶς ὁποῖες καὶ ἐγκατέστησε σὲ ἕνα ᾿Ασκητήριο πλησίον τοῦ ἰδικοῦ του.Ωστόσο δὲν κατώρθωσε νὰ εὕρη τὴν ποθουμένη ἀνάπαυσι γιὰ πολὺ χρόνο, διότι ἡ περιοχὴ ἐρημωνόταν τακτικὰ ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Σέρβων.Τότε, ἔλαβε τὴν ἀπόφασι νὰ ἐπιστρέψη στὸν ῾Ιερὸ ῎Αθωνα, ὅπου καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ Κελλὶ τοῦ ῾Αγίου Σάββα, ὀλίγο πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν Μεγίστη Λαύρα.Η νέα αὐτὴ διαμονή του ἦταν γι᾿ αὐτὸν εὐκαιρία νὰ ἀπομονωθῆ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, προκειμένου νὰ συνομιλῆ μὲ τὸν Θεό. Μόνο σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις κατήρχετο στὸ Μοναστήρι καὶ μὲ τοὺς σπάνιους ἐπισκέπτες του ἐπικοινωνοῦσε μόνο τὴν Κυριακὴ καὶ τὶς ῾Εορτές.Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁ θεῖος Γρηγόριος ἔφθασε στὴν θεοπτία μέσα στὸ φῶς τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ στὴν ἐπαγγελθεῖσα, ἀπὸ τὸν Χριστὸ στοὺς τελείους μαθητάς Του, θέωσι.Μία ἡμέρα εἶδε σὲ ὄνειρο, ὅτι κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα ἀγγεῖο γεμᾶτο γάλα· αὐτὸ ἄρχισε νὰ ἀναβλύζη σὰν πηγή, ξεχείλισε καὶ καθὼς χυνόταν μεταβλήθηκε αἴφνης σὲ κρασὶ ποὺ γέμισε τὰ χέρια του, τὰ ἐνδύματά του καὶ τὸν γύρω χῶρο μὲ θεϊκὴ εὐωδία. ῏Ηταν ἕνα σημάδι, ὅτι εἶχε φθάσει πλέον ὁ καιρὸς νὰ διδάξη στοὺς ἀδελφούς του τὰ μυστήρια, τὰ ὁποῖα τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὁ Θεός, καὶ τότε συνέταξε μερικὲς ἀσκητικὲς πραγματεῖες.Τὸ 1335, ὡρίσθηκε ῾Ηγούμενος τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς ᾿Εσφιγμένου.Ο ζῆλος του ὅμως καὶ οἱ ἀπαιτήσεις του δὲν κατενοήθησαν ἀπὸ τοὺς διακόσιους Μοναχοὺς τῆς Μονῆς καὶ ἔτσι, μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἐπέστρεψε στὸ ᾿Ερημητήριό του.Την εποχή ἐκείνη,ἕνας Μοναχὸς καταγόμενος ἀπὸ τὴν Καλαβρία, ὁ Βαρλαάμ, ἀπέκτησε λαμπρὰ φήμη στοὺς κύκλους τῶν λογίων τῆς Πρωτευούσης, ἐξ αἰτίας τῆς ἱκανότητός του στὶς φιλοσοφικὲς ἀφηρημένες καὶ θεωρητικὲς εἰκοτολογίες. ᾿Αρεσκόταν ἰδιαιτέρως στὸν σχολιασμὸ τῶν συγγραμμάτων τοῦ ῾Αγίου Διονυσίου τοῦ ᾿Αρεοπαγίτου, ἔδιδε ὅμως σὲ αὐτὰ μία φιλοσοφικὴ ἑρμηνεία, καθιστώντας τὴν γνῶσι τοῦ Θεοῦ ἀντικείμενο ὄχι ἐμπειρίας, ἀλλὰ στοχασμοῦ καὶ ψυχρῶν συλλογισμῶν.Ο Μοναχὸς Βαρλαάμ, ὁ ἐκλεπτυσμένος αὐτὸς Οὑμανιστής, εἶχε σκανδαλισθῆ ἀπὸ τὶς μεθόδους προσευχῆς κάποιων ἁπλῶν Μοναχῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε γνωρίσει, λόγῳ τῆς θέσεως ποὺ αὐτοὶ παραχωροῦσαν στὸ αἰσθητὸ στοιχεῖο ἐντὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς· ἔτσι, βρῆκε τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ διαβάλη τοὺς Μοναχοὺς καὶ νὰ τοὺς κατηγορήση γιὰ αἵρεσι (1337).Οἱ ῾Ησυχαστὲς ἀπευθύνθησαν τότε στὸν ῾Ιερὸ Γρηγόριο νὰ τοὺς ὑποστηρίξη, ὁ ὁποῖος ἔγραψε πολλὲς ἀντιρρητικὲς πραγματεῖες, στὶς ὁποῖες ἀπαντοῦσε στὶς κατηγορίες τοῦ Βαρλαάμ,τοποθετών- τας τὴν μοναχικὴ πνευματικότητα σὲ μία εὐρεῖα δογματικὴ σύνθεσι.Απεδείκνυε, ὅτι ἡ ἄσκησις καὶ ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ ἀπόληξις ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς Σωτηρίας καὶ ἀποτελοῦν τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου σὲ κάθε πιστὸ ἀνθίζει ἐντός αὐτοῦ ἡ χάρις, ἡ ὁποία τοῦ ἔχει χορηγηθῆ κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα.᾿Επίσης, ὑπερασπιζόταν τὸ βάσιμο τῶν μεθόδων ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ῾Ησυχαστὲς γιὰ νὰ προσηλώσουν τὸν νοῦ μέσα στὴν καρδιά, διότι, μετὰ ἀπὸ τὴν ᾿Ενανθρώπησι τοῦ Θεοῦ, ὀφείλουμε νὰ ἀναζητοῦμε τὴν χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐντὸς τοῦ σώματός μας, τὸ ὁποῖο ἔχει καθαγιασθῆ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια καὶ ἐνοφθαλ- μισθῆ διὰ τῆς θείας Εὐχαριστίας στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.Η Χάρις αὐτὴ εἶναι ἡ ἴδια ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀνέβλυσε ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν θεία Μεταμόρφωσι στὸ ῎Ορος Θαβὼρ καὶ ἐθάμβωσε τοὺς Μαθητάς· αὐτὴ ἡ Χάρις, ἀπαστράπτουσα τώρα μέσα στὴν καθαρισμένη ἀπὸ τὰ πάθη καρδιά, μᾶς ἑνώνει πραγματικὰ μὲ τὸν Θεό, μᾶς φωτίζει, μᾶς θεώνει καὶ ἀποτελεῖ τὸν ἀρραβῶνα τῆς δόξης, ἡ ὁποία θὰ λάμψη στὰ σώματα τῶν ῾Αγίων μετὰ τὴν ἀνάστασι τῶν πάντων.Μὲ τὶς θεολογικὲς αὐτὲς ἀπόψεις του, ὁ ἱερὸς Γρηγόριος βεβαιώνει μὲν τὴν πραγματικότητα τῆς θεώσεως, δὲν ἀρνεῖναι ὅμως, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀπολύτως ὑπερβατικὸς καὶ ἀπερινόητος κατὰ τὴν οὐσία Του.Ακολουθῶν τοὺς προγενεστέρους ῾Αγίους Πατέρες, ἀλλὰ μὲ σαφέστερο τρόπο, χωρὶς νὰ εἰσάγη κανένα μερισμὸ στὴν ἑνότητα τῆς θείας Φύσεως, διακρίνει στὸν Θεὸ τὴν ἀμέθεκτη Οὐσία καὶ τὶς αἰώνιες, δημιουργικὲς καὶ προνοιακὲς ῎Ακτιστες ᾿Ενέργειες, διὰ μέσου τῶν ὁποίων ὁ Κύριος καθιστᾶ τὰ κτιστὰ ὄντα ἱκανὰ νὰ μετέχουν στὸ θεῖο Εἶναι Του, στὴν Ζωή Του καὶ στὸ Φῶς Του.Γιὰ τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο, λοιπόν, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἡ ἀφηρημένη ἔννοια τῶν φιλοσόφων, ἀλλὰ εἶναι ᾿Αγάπη, Πρόσωπο ζῶν καὶ «πῦρ καταναλίσκον», ὅπως διδάσκει ἡ Γραφή, ὁ ῾Οποῖος κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ μᾶς θεώση.Οἱ λαμπρὲς καὶ ὄντως θεόπνευστες ἀπαντήσεις τοῦ ῾Αγίου, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθησαν πρῶτα ἀπὸ τοὺς ἡγέτες τῆς ᾿Αθωνικῆς Πολιτείας στὸν ῾Αγιορειτικὸ Τόμο (1340), ὁ ὁποῖος εἶχε συνταχθῆ ἀπὸ τὸν θεοφόρο Γρηγόριο, υἱοθετήθησαν ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸν Μοναχὸ Βαρλαὰμ (καὶ μαζί του τὸν φιλοσοφικὸ Οὑμανισμό, ὁ ὁποῖος ἔμελλε σύντομα νὰ ἐμπνεύση τὴν εὐρωπα- ϊκὴ ᾿Αναγέννησι), σὲ δύο Συνόδους, συγκληθεῖσες στὴν ῾Αγία Σοφία, κατὰ τὸ ἔτος 1341. Ο Βαρλαάμ,μετὰ τὴν καταδίκη του, κατέφυγε στὴν ᾿Ιταλία, ἡ θεολογικὴ ὅμως διαμάχη δὲν εἶχε ὁριστικὰ κλείσει.Ο θεῖος Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ συντάξη τὶς πρα- γματεῖες του εἶχε ζήσει γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα ἔγκλειστος σὲ ἕναν οἶκο στὴν Θεσσαλονίκη, δὲν πρόφθασε νὰ ἐπιστρέψη στὸ ᾿Ασκητήριό του στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ὅταν ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς γνωστούς του, ὁ ᾿Ακίνδυνος, υἱοθετώντας τὴν οὐσία τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Καλαβροῦ Βαρλαάμ, κατηγόρησε τὸν Γρηγόριο, ὅτι εἰσήγαγε δῆθεν νεωτερισμοὺς μὲ τὴν διάκρισι Οὐσίας καὶ ᾿Ενεργειῶν στὸν Θεό.Διαιτητὴς κατ᾿ ἀρχὴν μεταξὺ Βαρλαὰμ καὶ Γρηγορίου, ὁ ᾿Ακίνδυνος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς συντηρητικοὺς τυπολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἀρκοῦνται νὰ ἐπαναλαμβάνουν ἁπλὲς διατυπώσεις γιὰ νὰ καταδικάσουν τοὺς Οὑμανιστές, χωρὶς ὅμως νὰ διεισδύσουν στὸ πνεῦμα τῆς ῾Ιερᾶς Παραδόσεως.Κατὰ τὴν κρίσιμη ἐκείνη χρονικὴ περίοδο, ξέσπασε ἕνας τρομερὸς ἐμφύλιος πόλεμος, ὁ ὁποῖος ὀφείλετο στὴν ἀντιζηλία μεταξὺ τοῦ Μεγάλου Δούκα ᾿Αλεξίου ᾿Αποκαύκου καὶ τοῦ φιλοδόξου Καντακουζηνοῦ, φίλου τοῦ Παλαμᾶ (1341-1347).Ο Πατριάρχης ᾿Ιωάννης Καλέκας ἔλαβε τὸ μέρος τοῦ ᾿Αποκαύκου καὶ διὰ μέσου τοῦ ᾿Ακινδύνου ἐκίνησε δίκη κατὰ τοῦ ἱεροῦ Γρηγορίου, ἡ ἔκβασις τῆς ὁποίας ἦταν νὰ ἀφορισθῆ ὁ ῞Αγιος καὶ νὰ καταδικασθῆ σὲ φυλάκισι.Κατὰ τὰ τέσσερα ἔτη τοῦ ἐγκλεισμοῦ του, ὁ Γρηγόριος δὲν ἐχαλάρωσε τὴν δραστηριότητά του: διετήρησε ἐκτεταμένη ἀλληλογραφία καὶ συνέταξε σημαντικὴ πραγματεία ἐναντίον τοῦ ᾿Ακινδύνου.Κατὰ τὸ 1346, καθὼς ὁ Καντακουζηνὸς ἄρχισε νὰ ὑπερισχύη, ἡ ῎Αννα τῆς Σαβοΐας (Παλαιολογῖνα) ποὺ ἀσκοῦσε τὴν ᾿Αντιβασιλεία, ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισι τοῦ Γρηγορίου καὶ τὴν κατάκρισι τοῦ πατριάρχου ᾿Ιωάννου Καλέκα, τὴν παραμονὴ τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Καντακουζηνοῦ στὴν Βασιλεύουσα.Ο Καντακουζηνὸς ὥρισε τὸν Μητροπολίτη Μονεμβασίας ᾿Ισίδωρο (Βουχέρα),῾Ησυχαστὴ καὶ ἀκόλουθο τοῦ θείου Γρηγορίου, ὡς Πατριάρχη (1347-1350) καὶ συνεκάλεσε νέα Σύνοδο (1347), προκειμένου νὰ δικαιώση τοὺς ῾Ησυχαστάς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μὲν πατριάρχης ᾿Ιωάννης Καλέκας καθηρέθη, ὁ δὲ ᾿Ακίνδυνος κατεδικάσθη.Η διένεξις, ὡστόσο, δὲν ἔλαβε ὁριστικὸ τέλος, παρὰ κατὰ τὸ ἔτος 1351, μὲ τὴν σύγκλησι μιᾶς τρίτης ῾Ιερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔκρινε καὶ κατεδίκασε τὸν Οὑμανιστὴ Νικηφόρο Γρηγορᾶ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀναλάβει τὴν συνέχεια τοῦ ἀντιησυχαστικοῦ ἀγῶνος, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσι τοῦ ᾿Ακινδύνου, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε ἐν ἐξορίᾳ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1348-50.Στὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς λίαν σημαντικῆς αὐτῆς Συνόδου (1351), τὸ δόγμα τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου γιὰ τὶς ῎Ακτιστες ᾿Ενέργειες καὶ τὴν Θεία Χάρι ἀνεγνωρίσθη ὡς Κανὼν Πίστεως γιὰ τὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία.Ο Πατριάρχης ᾿Ισίδωρος προχώρησε στὴν χειροτονία μιᾶς σειρᾶς νέων ᾿Επισκόπων καὶ ἐμπιστεύθηκε στὸν θεῖο Γρηγόριο τὸν θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης (Μάρτιος 1347).Επειδὴ ὅμως ἡ πόλις εὑρίσκετο στὰ χέρια τῶν Ζηλωτῶν πολιτικῶν, ἀντιπάλων τοῦ Καντακουζηνοῦ, ὁ νέος Μητροπολίτης αὐτῆς Γρηγόριος δὲν κατώρθωσε νὰ ἐγκατασταθῆ στὴν ἕδρα του καὶ κατέφυγε στὴν Λῆμνο προσωρινῶς, ὅπου ἐπέδειξε ἡρωικὴ ἀφοσίωσι κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς ἐπιδημίας.Τελικὰ ὁ Γρηγόριος κατέστη δυνατὸν νὰ ἐπιστρέψη στὴν Θεσσαλονίκη, ἀνευφημούμενος ὡς εἰκόνα τοῦ τροπαιούχου Χριστοῦ μὲ πασχάλιους ὕμνους.Κατά τὶς πολυάριθμες ποιμαντικές του δραστηριότητες, ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στοὺς πιστοὺς νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὰ ἄφθονα χαρίσματα ποὺ ἀπέκτησε στὴν ᾿Ερημία.Αφησε νὰ λάμψη στὴν πόλι τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου τὸ φῶς ποὺ φώτιζε τὴν καρδιά του καὶ ἐμοίρασε ἀφειδῶς τὶς θεόπνευστες διδαχές του.Επέμενε στὸν στενὸ δεσμό, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἑνώνη τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μυστηριακὴ ζωὴ στὸν βίο κάθε Χριστιανοῦ, ταυτοχρόνως δέ, μὲ τὴν δύναμι τοῦ Χριστοῦ, ἔκαμνε πλῆθος θαυμάτων καὶ ἐθεράπευε πολλούς.Κατὰ τὴν διάρκεια ἑνὸς ταξιδίου του πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολι, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἐκρατήθη αἰχμάλωτος στὴν Μικρὰ ᾿Ασία ἐπὶ ἕνα ἔτος. Κατ᾿ ἀπαίτησιν τῶν ᾿Οθωμανῶν κυριάρχων, ὁ ῞Αγιος εἶχε ὁμολογιακὲς θεολογικὲς συζητήσεις μὲ μουσουλμάνους ἱεροδιδασκάλους καὶ μὲ τὸν γυιὸ τοῦ ᾿Εμίρη ᾿Ορχὰν (1354-1355).Τελικά, ἀπελευθερώθηκε χάρις στὰ λύτρα, τὰ ὁποῖα ἦλθαν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀπὸ τὴν Σερβία, καὶ ἐπέστρεψε στὴν Θεσσαλο- νίκη, ὅπου συνέχισε τὸ θεοφιλὲς ἔργο τοῦ Ποιμενάρχου καὶ Θαυματουργοῦ.Κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1354, ὁ ᾿Ιωάννης Εʹ Παλαιολόγος εἰσῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ ἀνάγκασε τὸν Καντακουζηνὸ νὰ παραιτηθῆ. Καθήρεσε τὸν Πατριάρχη ῞Αγιο Φιλόθεο καὶ ἐστράφη ἐναντίον τῶν ὀπαδῶν τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου.Ο Νικηφόρος Γρηγορᾶς, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν ῾Αγία Σύνοδο τοῦ 1351, ἐπανέλαβε τὶς κατηγορίες του, ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποδίδεται στὸν Θεὸ παρὰ μία ἁπλῆ Οὐσία.

 
 

Ο Αὐτοκράτωρ διωργάνωσε δημόσια συζήτησι μεταξὺ τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ καὶ τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου, παρουσίᾳ ἑνὸς Λεγάτου τοῦ Πάπα (1355),ἡ ὁποία κατέληξε στὴν ἐκ νέου ἐπιβεβαίωσι τῆς θεοπνεύστου ᾿Αποφάσεως τῆς Συνόδου τοῦ 1351.Όταν ἐπέστρεψε στὴν Θεσσαλονίκη, ὁ ῞Αγιος ἀνέλαβε ἐκ νέου τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα.Δοκιμαζόμενος ἀπὸ μία μακροχρόνια καὶ βαρειὰ ἀσθένεια τῶν σπλάγχνων, τοῦ φανερώθηκε ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ τὸν προσεκάλεσε νὰ τὸν συναντήση ἐν μέσῳ τοῦ χοροῦ τῶν ῾Αγίων ῾Ιεραρχῶν, τὴν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς του.Πράγματι, ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος, ὁ Φωστὴρ τοῦ ῎Αθωνος καὶ τῆς Θεσσαλονίκης, παρέδωσε τὴν ἁγία αὐτοῦ ψυχή στὸν Θεὸ κατὰ τὴν 14η Νοεμβρίου 1359.Οταν ἐκοιμήθη, τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε φῶς ὅμοιο μὲ ἐκεῖνο ποὺ καταύγαζε τὸν Πρωτομάρτυρα ῞Αγιο Στέφανο (Πράξ. ϛʹ 15), τοιουτοτρόπως δὲ ὁ Θεὸς ἔδειξε μὲ τὸν ἀναμφισβήτητο αὐτὸν τρόπο, στὸ πρόσωπο τοῦ δούλου Του, τὴν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας του γιὰ τὴν πραγματικότητα τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου, μέσῳ τοῦ ᾿Ακτίστου Φωτὸς τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.Ο θεῖος Γρηγόριος ἀνακηρύχθηκε πολὺ σύντομα ῞Αγιος, κατὰ τὸ ἔτος 1368, γιὰ τὸ πλῆθος δὲ τῶν θαυμάτων του τιμᾶται ἕως σήμερα ὡς συμπολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης μαζὶ μὲ τὸν ῞Αγιο Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο.
 

 
 
Πηγή.Περιοδικό Άγιος Κυπριανός.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου