ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

ΣΥΝΕΡΓΟΙ ΧΡΙΣΤΟΥ

 
 
 

 Δημοσιεύουμε σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση,τὴν ῾Ομιλία τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου Μαξίμοβιτς, τὴν ὁποίαν ἐξεφώνησε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς εἰς ᾿Επίσκοπον Χειροτονίας του, τὴν 27.5.1934, στὸ Κάρλοβιτς τῆς Γιουγκοσλαβίας, ὡς ἐλάχιστο δεῖγμα συμμετοχῆς μας στὴν 70ὴ ἐπέτειο τῆς εἰς ᾿Επίσκοπον Χειροτονίας του καὶ στὴν 10η ἐπέτειο τῆς ἐπισήμου Διακηρύξεως τῆς ῾Αγιότητός του.Ως γνωστόν, ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης, ὁ σύγχρονος αὐτὸς μέγας ἀσκητὴς καὶ θαυματουργός, ἐχειροτονήθη ᾿Επίσκοπος Σαγγάης τῆς Κίνας ἀπὸ τὸν Πρωθιεράρχη τῆς Ρωσικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς Διασπορᾶς Σεβ. Μητροπολίτη Κιέβου ᾿Αντώνιο Κραποβίτσκυ, σὲ ἡλικία 38 μόλις ἐτῶν.᾿Αργότερα, τὸ 1950, μετεφέρθη στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη, ὡς ᾿Αρχιεπίσκοπος, καὶ ἀπὸ τοῦ 1962 μέχρι τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς (19.6.1966) διετέλεσε ᾿Αρχιεπίσκοπος τοῦ Σὰν Φραντσίσκο στὴν Δυτικὴ ᾿Αμερική, ἐκεῖ ὅπου ἐπαναπαύεται πλέον τὸ ἁγιασμένο ἀδιάφθορο Λείψανο Αὐτοῦ.

 
 

ΔΕΥΤΕ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΩ ΥΜΑΣ ΑΛΙΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

Με αυτούς,τους λόγους,ὁ Κύριος ἐκάλεσε τοὺς πρώτους ᾿Αποστόλους Του. ῾Ως παιδί, ὀλίγο εἶχα σκεφθῆ ὅτι αὐτὴ ἡ ἴδια κλῆσις θὰ ἀπευθύνετο καὶ σὲ μένα κάποια ἡμέρα, παρ᾿ ὅλον ὅτι, ἀπὸ ὅσο ἠμπορῶ νὰ ἐνθυμηθῶ, ἡ ἐπιθυμία μου ἦταν νὰ ὑπηρετήσω τὴν ἀλήθεια. Οἱ γονεῖς μου ἐκαλλιέργησαν μέσα μου τὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ἀσάλευτη παραμονὴ στὴν ἀλήθεια, καὶ ἡ ψυχή μου αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὰ παραδείγματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὴν ζωή τους χάριν αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι ἀνταγωνίσθησαν Βασιλεῖς ποὺ ἐδίωκαν τὴν σωτήρια Πίστι, καὶ ἐπίσης καὶ ἄλλους Βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι παρουσίαζαν τοὺς ἑαυτούς των ὅτι ἦσαν φορεῖς καὶ ὑπερασπισταὶ τῆς εὐσεβείας.Σὲ ἐκεῖνα τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἡλικίας μου εἶχα μία πτωχὴ ἀντίληψι γιὰ τὸν δρόμο ποὺ θὰ ἐδιάλεγα στὴν ζωή μου. ῞Οσο μεγάλωνα, σκεπτόμουν τὴν εἴσοδό μου στὸν στρατιωτικὸ ἤ τὸν πολιτικὸ τομέα καὶ πάντως τὴν ἀφιέρωσί μου στὴν ὑπηρεσία τῆς πατρίδος μου, ἡ ὁποία ἦταν κατὰ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ἔπαλξις καὶ φύλαξ τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας.Εἰσῆλθα σὲ γυμνάσιο ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα μιᾶς ἀπὸ τὶς πιὸ ἔνδοξες σελίδες τῆς Ρωσικῆς ἱστορίας: στὴν Στρατιωτικὴ ᾿Ακαδημία Πετρὸβσκ τῆς Πολτάβας· ὅμως ἐκεῖ, αἰσθάνθηκα ὅτι πρέπει νὰ διαλέξω ἄλλον δρόμο. ᾿Ενθαρρυντικὴ γιὰ τὴν πραγμάτωσι αὐτῆς τῆς νέας σκέψεώς μου ἦταν ἡ ἐπαφή μου μὲ τὸν διδάσκαλό μας τῶν θρησκευτικῶν, τὸν Πρωθιερέα Σέργιο Τσετβέρικοφ, καὶ τὸν διευθυντὴ τοῦ Σεμιναρίου - τώρα ᾿Αρχιεπίσκοπο Βαρλαάμ.῾Η ἡμέρα τῆς ἀποφοιτήσεώς μου ἀπὸ τὸ γυμνάσιο, συνέπεσε μὲ τὴν ἡμέρα ποὺ ἕνας νεοχειροτονημένος ᾿Αρχιεπίσκοπος ἀνελάμβανε τὴν θέσι του ὡς Ποιμενάρχης τῆς πόλεως, στὴν ὁποίαν ἤμουν καὶ ἐγὼ γιὰ τὴν ἐπιδίωξι τῆς ἀνωτέρας μορφώσεώς μου. ῾Ο ᾿Αρχιποιμένας αὐτός, τώρα Μητροπολίτης Κιέβου ᾿Αντώνιος καὶ τότε ᾿Αρχιεπίσκοπος Χάρκοβ, ἔγινε καὶ παρέμεινε ὁ πνευματικός μου ὁδηγός. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν μου στὴν θύραθεν παιδεία, ἐνεβάθυνα ὅλο καὶ περισσότερο στὴν σπουδὴ τῆς ἐπιστήμης τῶν ἐπιστημῶν, στὴν πνευματικὴ ζωή. ῾Ο Ναὸς καὶ ἡ Μονή, ὅπου ὁ ᾿Αρχιποιμένας διέμενε, εἶχαν γιὰ μένα μεγαλύτερη ἕλξι ἀπὸ ὅτι τὸ μέρος ὅπου ἐσπούδαζα.῾Η ἐπακολουθήσασα κατάρρευσις τῆς κυβερνητικῆς δυνάμεως τῆς χώρας μας, μὲ ἔπεισε ἅπαξ διὰ παντὸς γιὰ τὴν ἐφήμερη ὕπαρξι κάθε τι τοῦ γηΐνου καὶ γιὰ τὴν ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης δυνάμεως καὶ τῶν ἀνθρωπίνων ἱκανοτήτων, καὶ ἔτσι ἀπεφάσισα νὰ διακόψω τὶς σχέσεις μου μὲ τὶς ματαιότητες τοῦ ἐφήμερου κόσμου καὶ νὰ ἀφιερωθῶ ἀποκλειστικὰ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ.῞Ομως, ἡ κλῆσις νὰ ὑπηρετήσω τὸν Θεό, ἡ ὁποία ὑπαγόρευσε στὴν ψυχή μου νὰ ἀρνηθῆ ἑαυτὴν καὶ νὰ σηκώση τὸν σταυρό της καὶ νὰ ἀκολουθήση τὸν Χριστὸ (Ματθ. ιστ´ 24), ἔφερε ἐπίσης καὶ μία ἄλλη ἀπαίτησι: νὰ γίνω ἁλιεὺς ἀνθρώπων. Πρὶν νὰ διαρρηχθοῦν ἐντελῶς οἱ ἐξωτερικοὶ δεσμοί μου μὲ τὸν κόσμο, ἡ δῖψα μου γιὰ θεολογικὴ μάθησι μὲ ὡδήγησε σὲ κατάλληλη Σχολὴ στὸ Βελιγράδι ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ μεγάλου ῾Ιεράρχου ῾Αγίου Σάββα Σερβίας, καὶ κατόπιν στὸν δρόμο ποὺ Αὐτὸς ὑπέδειξε.Σήμερα, μὲ τὴν φωνὴ τῶν ᾿Αρχιποιμένων τῆς ᾿Εκκλησίας, καλοῦμαι νὰ εἰσέλθω στὴν ἀρχιποιμαντικὴ διακονία. Δὲν θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου ἄξιο ἑνὸς τοιούτου ἀξιώματος, ἐφ᾿ ὅσον ἔχω ἐπίγνωσι τῆς ἁμαρτωλότητός μου· ὅμως, φοβοῦμαι νὰ τὸ ἀρνηθῶ, ἀκούων τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἀπηύθυνε στὸν ᾿Απόστολο Πέτρο, ποὺ εἶχε ἁμαρτήσει τόσο θανάσιμα, ἄν καὶ ἀργότερα μετανόησε: Εἰ φιλεῖς με, ποίμαινε τὰ ἀρνία μου, ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. ᾿Εξηγῶν αὐτὸ τὸ Εὐαγγελικὸ χωρίο ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, στρέφει τὴν προσοχὴ στὸ γεγονός, ὅτι ὡς ἀπόδειξι ἀγάπης.Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ἅμα τῇ ἀφίξει του ὡς ᾿Επισκόπου στὴν Σαγγάη τῆς Κίνας τὸν Νοέμβριο τοῦ 1934,ποὺ ὁ Κύριος ἐζήτησε δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ πνευματικὴ ἄσκησις τῆς «ποιμαντι- κῆς διακονίας». Γιατί εἶναι ἡ ποιμαντικὴ διακονία τόσο μεγάλη στὰ μάτια τοῦ Κυρίου; Διότι, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, οἱ ποιμένες εἶναι συνεργοὶ τοῦ Θεοῦ (βλ. Α´ Κορ. γ´ 9). ῾Ο Χριστὸς ἦλθε στὴν γῆ γιὰ νὰ ἀποκατα- στήση στὸν ἄνθρωπο τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶχε ἀμαυρωθῆ, νὰ καλέση τοὺς ἀνθρώπους, νὰ τοὺς συνενώση ὁμοῦ, ὥστε μὲ ἕνα στόμα καὶ μία καρδιὰ νὰ δοξάζουν τὸν Δημιουργό τους.Τὸ καθῆκον τοῦ κάθε ποιμένος εἶναι νὰ φέρη τοὺς ἀνθρώπους σὲ αὐτὴ τὴν ἑνότητα, νὰ τοὺς ἀνακαινίση καὶ νὰ τοὺς φωτίση. Τί μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀναδημιουργῆς τὴν δημιουργία τοῦ Θεοῦ! Τί μεγαλύτερο καλὸ μπορεῖ κάποιος νὰ ἐπιφέρη στὸν πλησίον του ἀπὸ τὸ νὰ τὸν προετοιμάση γιὰ τὴν αἰώνια ζωή! ῾Η ἐκπλήρωσις αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος δὲν εἶναι εὔκολη, ἀπαιτεῖται μάχη μὲ τὴν μολυσμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύσι τοῦ ἀνθρώπου, ἀπαντᾶται συχνὰ ἡ παρανόησις, καὶ κάποτε ἡ συνειδητὴ ἀντίδρασις ἤ ἀκόμη καὶ τὸ μῖσος ἀπὸ μέρους ἐκείνων ποὺ ἀγαπᾶς καὶ φροντίζεις νὰ βοηθήσης. Μεγάλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ αὐτοθυσία τοῦ ποιμένος, καὶ μεγάλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸ ποίμνιό του.Πρὸς χάριν του, πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποφέρη τὰ πάντα, καὶ κάθε πρόβατο πρέπει νὰ εὕρη μία θέσι στὴν καρδιά του. Πρέπει νὰ ἐφαρμόση κατάλληλη μεταχείρισι γιὰ τὸν κάθε ἕνα ξεχωριστά, λαμβάνων ὑπ᾿ ὄψιν του τὸν εἰδικὸ χαρακτῆρα καὶ τὶς περιστάσεις τοῦ καθενός.Αν τὰ καθήκοντα ἑνὸς συνήθους ποιμένος εἶναι τόσο δύσκολα καὶ περίπλοκα, καὶ ἡ ὑπευθυνότητά του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ποιμνίου του τόσο μεγάλη, τότε τί μποροῦμε νὰ εἰποῦμε γιὰ τὸν ἀρχιποιμένα! Πράγματι, ὁ Κύριος σ᾿ αὐτὸν ὁμιλεῖ ὅταν λέγη ἐκ προοιμίου στὸν Προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ: Υἱὲ ἀνθρώπου, σκοπὸν δέδωκά σε τῷ οἴκῳ ᾿Ισραήλ, καὶ ἀκούσῃ ἐκ στόματός μου λόγον καὶ διαπειλήσῃ αὐτοῖς παρ᾿ ἐμοῦ (γ´ 17).Ο ἀρχιποιμένας εἶναι ὑπεύθυνος ὄχι μόνον γιὰ ὅλα τὰ πρόβατα, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς τοῦ ἐνεπιστεύθη, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ γιὰ τοὺς ποιμένες. Καλεῖται νὰ λογοδοτήση γιὰ κάθε ἁμαρτωλό, γιὰ τὸν ὁποῖον ἀμέλησε νὰ διαφωτίση ἐγκαίρως, γιὰ κάθε ψυχὴ ποὺ ἐνῶ βάδιζε τὴν ὁδὸ τῆς ἀληθείας, ξεστράτισε.Καλεῖται νὰ αἰσθανθῆ τὸν πόνο τῶν ἀρρώστων προβάτων του, ὥστε νὰ τὰ θεραπεύση, ὅπως τὸν ᾿Αρχιποιμένα Χριστό, Οὗ τὸ μώλωπι Αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν (῾Ησ. νγ´ 5). Αὐτὸς δὲν ἔχει προσωπικὴ ζωή· πρέπει νὰ δώση τὸν ἑαυτό του ἐξ ὁλοκλήρου στὴν ἐργασία τῆς σωτηρίας ψυχῶν καὶ στὴν καθοδήγησί τους στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Πρέπει νὰ εἶναι προετοιμασμένος νὰ ὑποφέρη κάθε εἴδους βάσανο, διωγμὸ καὶ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο χάριν τῆς ἀληθείας, νὰ πίη τὸ ποτήριον τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ βαπτισθῆ μὲ τὸ Βάπτισμά Του (βλ. Ματθ. κ´ 23, Μάρκ. ι´ 39). Πρέπει νὰ ἐνδιαφέρεται ὄχι μόνον γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησιάζουν, ἀλλὰ πρέπει ἐνεργητικὰ νὰ ἀναζητᾶ νὰ ἐπιστρέψη στὴν μάνδρα τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο, μεταφέροντάς το στοὺς ὤμους του. Εἶναι καθῆκον του νὰ κηρύσση τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅσους εἶναι ἄσχετοι μὲ αὐτήν: Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πᾶσι τῇ κτίσει (Μάρκ. ιστ´ 15). Διακατεχόμενος ἀπὸ τὴν ἐπίγνωσι τῆς καθολικότητος τῆς ᾿Εκκλησίας, δὲν θὰ περιορίζη τὸ ἐνδιαφέρον του σὲ ὅσους τοῦ ἐνεπιστεύθησαν ἄμεσα στὴν φροντίδα του, ἀλλὰ μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας του θὰ ἐπιβλέπη ὅλη τὴν καθολικὴ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ φωτισθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη καὶ νὰ αὐξηθοῦν στὴν ᾿Αληθινὴ Πίστι, διότι ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος ἤ ῞Ελλην, βάρβαρος ἤ Σκύθης, ἀλλὰ ὅλοι εἶναι τὸ ἴδιο ἀγαπημένα τέκνα τοῦ Οὐρανίου Πατρός.Στὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὁ ποιμένας πρέπει νὰ προσαρμόζεται στὴν νοοτροπία τους, ὥστε νὰ ὁδηγήση ὅλους τοὺς ἀνθρώπους στὸν Χριστό, κατὰ μίμησιν τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ λέγη μαζί του:Καὶ ἐγενόμην τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὡς ᾿Ιουδαῖος, ἵνα ᾿Ιουδαίους κερδίσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδίσω... τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδίσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω (Α´ Κορ. θ´ 20, 22).Στὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν, ὁ ποιμένας πρέπει νὰ ἐνθυμῆται ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐπίσης ἔχουν φυσικὲς ἀνάγκες, οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦν ἀντιμετώπισι. Δὲν μποροῦμε νὰ κηρύσσουμε τὸ εὐαγγέλιο χωρὶς νὰ δείχνουμε ἀγάπη στὴν πρᾶξι. Ταυτόχρονα, πρέπει νὰ ἐπιδεικνύουμε ἐπιφυλακτικότητα, ὥστε νὰ μὴ ἐξαντληθῆ ἐντελῶς ἡ προσοχὴ καὶ ἡ διακονία τοῦ ποιμένος στὴν φροντίδα τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τῶν συνανθρώπων του καὶ τὸν ἀποσπάση ἀπὸ τὰ πνευματικά του ἐνδιαφέροντα. Πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας τοὺς ᾿Αποστολικοὺς λόγους: Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις (Πράξ. στ´ 2). ῞Ολα θὰ πρέπει νὰ κατευθύνωνται πρὸς τὴν ἀπόκτησι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐκπλήρωσι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀληθινὸς Χριστιανισμὸς δὲν συνίσταται σὲ διανοητικὰ ἀφηρημένους διαλογισμοὺς καὶ διδασκαλίες· μᾶλλον, εἶναι ἐνσαρκωμένη ζωὴ ὁ ἴδιος. ῾Ο Χριστὸς κατῆλθε στὴν γῆ ὄχι γιὰ νὰ διδάξη τοὺς ἀνθρώπους μὲ νέες μορφὲς γνώσεως, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς καλέση σὲ μία νέα ζωή. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας προετοιμαζόμεθα γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Οἱ διάφορες περιστάσεις καὶ τὰ συμβάντα τῆς ἐφήμερης ζωῆς ἐπιδροῦν στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ δυνατοὶ χαρακτῆρες μποροῦν νὰ ὑπερβαίνουν τὴν ἐπίδρασι τοῦ περιβάλλοντός τους, ἐνῶ οἱ ἀσθενεῖς δὲν τὸ καταφέρνουν αὐτό. Οἱ ἰσχυροὶ στὸ πνεῦμα εἶναι στοὺς πειρασμοὺς γλυκύθυμοι, ἐνῶ οἱ ἀσθενεῖς πίπτουν. Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖο, κατὰ τὸ δυνατόν, νὰ δημιουργοῦνται οἱ συνθῆκες πνευματικῆς διαμορφώσεως ὅσο τὸ δυνατὸν περισσοτέρων ἀνθρώπων.Ο ποιμένας δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀποφεύγη ἐπαφὴ μὲ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ ἡ συμμετοχή του πρέπει νὰ εἶναι ὡς αὐτοῦ ποὺ φέρει τὸν νόμο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο Κληρικὸς δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τὸν ἑαυτό του δημόσιο πρόσωπο ἤ πολιτικό, λησμονώντας τὸν οὐσιώδη χαρακτῆρα τῆς διακονίας του καὶ τοῦ σκοποῦ της. ῾Η Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου (᾿Ιωάν. ιη´ 36), καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἐγκαθίδρυσε μία ἐπίγεια βασιλεία. Χωρὶς νὰ γίνη πολιτικὸς ἡγέτης καὶ χωρὶς νὰ ἀναμιχθῆ σὲ πολιτικὲς διαμάχες, ὁ ποιμένας μπορεῖ νὰ κομίζη μία πνευματικὴ προοπτικὴ στὶς ἐμπειρίες τῆς ζωῆς, οὕτως ὥστε νὰ γνωρίζη στὸ ποίμνιό του τί ὁδὸ νὰ ἀκολουθήση καὶ πῶς νὰ συμπεριφέρωνται ὡς Χριστιανοί, ὄχι μόνον στὴν προσωπική τους ζωή, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ μέσα στὸν κόσμο. ῾Ο ἀρχιποιμένας πρέπει νὰ μπορῆ νὰ δίδη πνευματικὴ συμβουλὴ σὲ ὅλους: στὸν ἐρημίτη ποὺ καθαρίζει τὸν νοῦ του ἀπὸ μάταιους λογισμούς, στὸν βασιλέα ποὺ διευθετεῖ τὶς ὑποθέσεις τῆς κυβερνήσεως, στὸν στρατιωτικὸ ποὺ προετοιμάζεται γιὰ μάχη, καὶ στὸν ἁπλὸ πολίτη. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ γιὰ ἕνα Ποιμένα τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας, τοῦ ὁποίου ἡ προσωπικὴ ζωὴ εἶναι σήμερα στενὰ συνδεδεμένη μὲ ὅ,τι συμβαίνει στὴν πατρίδα.Μεταξὺ τῶν Ρώσων δύσκολα ἔχει παραμείνει κάποιος ἀνέγγιχτος ἀπὸ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τόσο βαθειὰ ἐπιδροῦν στὶς ψυχὲς ὅλων ὅσων τὰ σκέπτονται. Εἶναι ἀδύνατον νὰ κοιτάξης ἀδιάφορα αὐτὸ ποὺ ἔχει συμβῆ στὸ Κρεμλῖνο, τὸ ὁποῖο ἐδοκίμασε τὴν ἐκπλήρωσι τῶν πικρῶν λόγων τοῦ Προφήτου ῾Ησαΐου: Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστὴ Σιών, πλήρης κρίσεως,ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δὲ φονευταὶ (α´ 21). Ποιά πιστὴ ψυχὴ δὲν φρικιᾶ ἀναλογιζομένη τὴν ἔκτασι τῆς ἱεροσυλίας καὶ τοὺς ἀνηκούστους διωγμούς! ῞Ολα τὰ τέκνα τῆς Ρωσίας, μὲ τὸν ἕνα ἤ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο, αἰσθάνονται πάνω τους τὰ χνῶτα τοῦ κόκκινου θηρίου, ποὺ πολεμᾶ κατὰ τῆς Νύμφης τοῦ Χριστοῦ.Απὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες, οἱ Χριστιανοὶ ὑπέφεραν διωγμοὺς χάριν τοῦ Χριστοῦ· αὐτοὶ ποτὲ δὲν ἔχαιραν γι᾿ αὐτὲς τὶς δοκιμασίες, ἀλλὰ ὕψωναν τὶς φωνές του ἐναντίον αὐτῶν. Πολλοὶ ᾿Απολογηταὶ καὶ Μάρτυρες κατεδίκασαν τοὺς διώκτας στοὺς πρώτους αἰῶνες, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς ἦλθε ἕνα μέγα πλῆθος ῾Ιεραρχῶν καὶ ῾Ομολογητῶν. Σὲ εἰρηνικοὺς καιρούς, οἱ ῾Ιεράρχες καὶ οἱ Δίκαιοι ἔδιδαν προσοχὴ στὴν κήρυξι καὶ διάδοσι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ σὲ πονηροὺς καιρούς, αὐτοὶ κατήγγειλαν τοὺς ἰσχυρούς. ῾Η Ρωσία ἱδρύθηκε ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐπίδρασι τῶν μεγάλων της Ποιμένων καὶ τῶν ἀνδρῶν της καὶ τῶν γυναικῶν της τῆς προσευχῆς. Δὲν ἠμποροῦμε παρὰ νὰ λυπούμεθα, βλέποντες τὴν καταστροφὴ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου «Οἴκου τῆς Θεοτόκου», ὅπως ἐκαλεῖτο ἄλλοτε ἡ Ρωσικὴ Αὐτοκρατορία.Δὲν ἠμποροῦμε παρὰ νὰ δοκιμάζουμε πόνο, ὅταν οἱ ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τῶν ἰδικῶν μας ἀνθρώπων βασανίζωνται, ὅταν οἱ Ποιμένες καὶ οἱ ᾿Αρχιποιμένες στὴν πατρίδα ὑποχρεώνωνται νὰ σωπάσουν μὲ τὸν φόβο τοῦ θανάτου. ᾿Ακόμη καὶ ἐκτὸς τῶν συνόρων της, παραμένουμε τέκνα τῆς Ρωσίας. ᾿Εξόριστοι ἀπὸ τὴν ἐπίγεια πατρίδα μας, ἐξακολουθοῦμε νὰ εἴμεθα τὸ πνευματικὸ ποίμνιο τῶν ῾Ιεραρχῶν Πέτρου, ᾿Αλεξίου, ᾿Ιωνᾶ, Φιλίππου, ῾Ερμογένους καὶ Τύχωνος. Εἴμεθα ἀκόμη τμῆμα τῆς πασχούσης καὶ διωκομένης Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας, διαβρεγμένης τώρα μὲ τὸ αἷμα τῶν ῾Ιερομαρτύρων Βλαδιμήρου τοῦ Κιέβου, Βενιαμὶν τῆς Πετρουπόλεως, ῾Ερμογένους τοῦ Τομπόλσκ, Μητροφάνους τοῦ ᾿Αστραχάν, ᾿Ανδρονίκου τῆς Πέρμης καὶ ἑνὸς ἀμετρήτου νέφους ἄλλων Νεομαρτύρων καὶ ῾Ιερομαρτύρων. ῾Η διαθήκη τους εἶναι ὁ ἱερὸς θησαυρός μας, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διατηρήσουμε μέχρι τὸν καιρὸ τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ, ὅταν θὰ ἀποκαλύψη τὴν δύναμί Του καὶ θὰ ὑψώση τὸ κέρας τῶν ᾿Ορθοδοξων Χριστιανῶν. Μέχρι τότε, πρέπει νὰ παραμείνουμε σὲ πνευματικὴ ἕνωσι μὲ τοὺς διωκομένους καὶ νὰ τοὺς ἐνδυναμώνουμε μὲ τὶς προσευχές μας.Αν καὶ ἀπόντες ἀπὸ αὐτούς, ἀσπαζόμεθα τὰ δεσμά τους, καὶ λυπούμεθα γιὰ ἐκείνους ποὺ ἐκάμφθησαν. Γνωρίζομε, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ παλαιοὶ ὁμολογηταὶ τῆς ἀληθείας κάποτε ἐκάμπτοντο. ῞Ομως, ἔχουμε παραδείγματα σταθερότητος: τὸν ῞Αγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος κατεδίκασε κάθε παρέκκλισι ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας, τὸν ῞Αγιο Μάξιμο τὸν ῾Ομολογητή, τὸν Πατριάρχη ῾Ερμογένη. Φοβούμεθα νὰ ὀλισθήσουμε ἀπὸ τὸν δρόμο ποὺ αὐτοὶ ἐβάδισαν, διότι ἄν ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία ἠμπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῆ ὡς δικαιολογία γιὰ τοὺς ὑπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ τρόμου, τι ἠμποροῦμε ἐμεῖς νὰ εἰποῦμε ἄν πτοηθοῦμε ἀπὸ ἁπλὲς ἀπειλές; Ζῶντες σὲ σχετικὴ ἀσφάλεια, πρέπει νὰ ἐνδυναμωνώμεθα πνευματικά, ὥστε νὰ ἀναδημιουργοῦμε ὅσα ἔχουν καταστραφῆ, νὰ ἀπελευθερώσουμε τὴν αἰχμαλωσία τῆς Σιών, ἄν ὁ Θεὸς τὸ ἐπιστρέψη, ἤ νὰ ἀκολουθήσωμε οἱ ἴδιοι τὰ βήματα ὅσων πάσχουν γιὰ τὴν ἀλήθεια - ἄν κριθῆ ἀναγκαῖο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, πρέπει ἐμεῖς πρὸ πάντων νὰ διατηροῦμε μεταξύ μας ὁμόνοια καὶ ἑνότητα, παρουσιάζοντες μία ἐνωμένη Ρωσικὴ ᾿Εκκλησία, καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐξακολουθοῦμε τὸ οὐσιῶδες ἔργο της μεταξὺ τῶν ἄλλων λαῶν. ᾿Απὸ τοὺς πρώτους κιόλας αἰῶνες τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὴν Ρωσία, αὐτὴ ἀπέστελλε ῾Ιεραποστόλους σὲ μακρυνὲς χῶρες. Οἱ πρῶτοι ποὺ διέλαμψαν ἦσαν ὁ δίκαιος Κούκσα καὶ ὁ Λεόντιος τοῦ Ροστώβ, κατόπιν ὁ Στέφανος τῆς Περμίας, ὁ ᾿Ιννοκέντιος τοῦ ᾿Ιρκούτσκ, καὶ στὰ χρόνια μας ὁ Μακάριος - ᾿Απόστολος τοῦ ᾿Αλτάϊ, καὶ ὁ Νικόλαος τῆς ᾿Ιαπωνίας. Τώρα, ὁ διασκορπισμένος Ρωσικὸς λαὸς ἔχει γίνει κήρυκας τῆς Πίστεως σὲ ὅλα τὰ μήκη τοῦ κόσμου. Τὸ καθῆκον τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας ᾿Εκτὸς Ρωσίας εἶναι νὰ ἀσχολῆται μὲ τὸ ἔργο τοῦ φωτισμοῦ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσοτέρων ἀνθρώπων ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη.

 
 

Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἡ Σύνοδος τῶν Ρώσων ῾Ιεραρχῶν τῆς Διασπορᾶς μὲ ἀποστέλλει σὲ μία χώρα ἀπ᾿ ὅπου ἀνατέλει ὁ ὑλικὸς ἥλιος, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει ἀνάγκη τῶν φωτιστικῶν ἀκτίνων τοῦ νοητοῦ ῾Ηλίου τῆς Δικαιοσύνης.Γνωρίζων τὶς ἀσθενικὲς δυνάμεις μου, ὑποτάσσομαι στὴν ἐκλογὴ αὐτὴ ἀπὸ ὑπακοὴ στοὺς ὑπευθύνους τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ στὸν πνευματικό μου ὁδηγὸ - ὄχι χάριν τιμῆς καὶ δυνάμεως, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοθῶ ἐξ ὁλοκλήρου στὴν διακονία τῆς ᾿Εκκλησίας.Ικετεύω τὸν Κύριο καὶ Θεὸ νὰ μὲ βοηθήση καὶ νὰ μὲ ἐνδυναμώση, γιὰ νὰ ἐργάζωμαι δραστήρια ἕως θανάτου χάριν τῆς ἀληθείας.Στὴν σημαντικὴ αὐτὴ ὧρα τῆς ζωῆς μου, προσεύχομαι γιὰ ὅσους μὲ ἐμόρφωσαν καὶ μὲ ὠφέλησαν μὲ τὶς διδασκαλίες τους· προσεύχομαι γι᾿ αὐτούς, μὲ τοὺς ὁποίους παρέμεινα ἕως τώρα κατὰ τὰ ἔτη τῆς διακονίας μου στὴν ᾿Εκκλησία· προσεύχομαι γιὰ τοὺς νέους, τοὺς ὁποίους ἐξέθρεψα πνευματικά, γιὰ τὸ μελλοντικὸ ποίμνιό μου, γιὰ τὴν Καθολικὴ ᾿Εκκλησία, γιὰ τὴν πάσχουσα Ρωσικὴ γῆ! ᾿Ανατίθεμαι στὶς προσευχὲς καὶ στὴν προστασία τοῦ ἰσχυροῦ νέφους τῶν οὐρανίων μαχητῶν τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν. ῾Ομοίως σᾶς παρακαλῶ, ῾Ιεράρχαι τοῦ Θεοῦ*, νὰ προσευχηθῆτε δι᾿ ἐμὲ καὶ νὰ καταπέμψετε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.



 Μαζὶ μὲ τοὺς ρώσους ᾿Αρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν μέρος στὴν Χειροτονία τοῦ ἁγίου ᾿Επισκόπου ᾿Ιωάννου,ὡς συλλειτουργοὶ τοῦ χειροτονοῦντος Μητροπολίτου ᾿Αντωνίου, ἦταν καὶ ὁ σέρβος ἅγιος ᾿Επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. 

 

Τὸ ἀδιάφθορο ἱερὸ Λείψανο τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου Μαξίμοβιτς τοῦ Θαυματουργοῦ βρίσκεται στὸν Ρωσικὸ ῾Ιερὸ Ναὸ τῆς Παναγίας «Πάντων Θλιβομένων ἡ Χαρὰ» στὸ Σὰν Φραντσίσκο τῶν Η.Π.Α.Πηγή.Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου