ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

ΕΡΗΜΟΙ ΑΣΚΗΤΕΣ ΣΤΙΣ ΟΠΕΣ ΤΗΣ ΓΗΣ


 

 

Ο παπά-Αβέρκιος, ενώ τού είπε ο Γέροντάς του να μην πάει στην κορυφή του Άθωνα,πήγε,να κοιμηθεί σ' ένα μοναχικό κελλί και κλείδωσε την πόρτα.Το βράδυ,τού παρουσιάσθηκε ο δαίμονας και τον έδειρε.

Ένας δόκιμος της συνοδείας νόμισε ότι οι Γεροντάδες για να καυχηθούν, ότι είχαν ένα άγιο μεταξύ τους, ρίχνουν άρωμα στην κάρα. Την πήρε κρυφά και την έρριξε στη στέρνα με βάρος, για να μην φαίνεται. Οι Γεροντάδες την έχασαν και δεν ήξεραν τι έγινε και ποιος την πήρε. Μετά δώδεκα ημέρες την έβγαλε ο δόκιμος από την στέρνα και πάλι ευωδίαζε. Και πίστεψε πράγματι ότι επρόκειτο περί αγίου μοναχού.Αντίθετα ο Γέροντάς του που ήταν από την Κέρκυρα δεν έλυωσε και η αιτία ήταν μάλλον πως περιφρονούσε τους γείτονές του και ποτέ δεν πήγαινε στις πανηγύρεις και τις λειτουργίες τους.

 

Ένας ηγούμενος επισκέφθηκε άλλο ετοιμοθάνατο αδελφό και τον ρώτησε: Γέροντα, πως πας, τι καταλαβαίνεις, θα σωθούμε; Τού απαντά ταπεινά εκείνος: Αγαθάς ελπίδας έχουμε Γέροντα, από αυτά που βλέπω, αγαθάς ελπίδας έχουμε...Στη Μ. Λαύρα ήταν τα τελευταία χρόνια ένας ευλαβέστατος εκκλησιαστικός ο Γ. Θεόφιλος, ο οποίος πολύ αγαπούσε τον κτίτορα της μονής, όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Ήθελε να είναι ακοίμητα τα κανδήλια τού τάφου και της εικόνας τού οσίου, και τον παρακάλεσε όταν σβύνουν να τον ειδοποιεί. Πράγματι κατά τρόπο θαυμαστό τού παρουσιαζόταν ο άγιος, ημέρα και νύκτα και τού έλεγε ποιο καντήλι του δεν ανάβει. Ο άγιος τού μήνυσε και τον ακριβή χρόνο τού θανάτου του.Στη μονή Διονυσίου ο Γ. Ιάκωβος έβλεπε τον προστάτη της μονής Τ. Πρόδρομο να λιχνίζει τους καλούς από τους σκάρτους. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «Ω ευλογημένο κοινόβιο!».Έλεγε ο Γ. Ιωακείμ στη σκήτη της Αγίας ΑΓ. Άννης υπήρχε μια Καλύβη έπ' ονόματι των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης. Κάποτε, όταν πήρε την Καλύβη νέος Γέροντας, θεώρησε καλό ν' αλλάξει τους εορταζομένους αγίους και ν' αφιερώσει σε άλλο άγιο το ναό, επειδή την ίδια ημέρα εορτάζει το Κυριάκο. Ένας Γέροντας της σκήτης είδε ένα Γέροντα και μία Γερόντισσα να κατηφορίζουν και τους λέει με όλη την απλότητά του: Πού πάτε και που είσασθαν εσείς; Και τού λέγουν: Μας έδιωξαν από το σπίτι μας και πάμε στο Κυριάκο... Μετά κατάλαβαν όλοι, όσοι το έμαθαν, ότι επρόκειτο για τους αγίους Θεοπάτορες... Στο Παντοκρατορινό Κελλί τού Αγίου Νικολάου (Χατζούδα) ήταν ένας καλός Γέροντας παπά-Μελέτιος πνευματικός, που ήταν κι αυτός από τη συνοδεία τού Χατζηγιώργη, ο οποίος είχε πλούσια βιβλιοθήκη και πολλές γνώσεις.Στα καλογέρια του δεν επέτρεπε ποτέ να εργασθούν Κυριακές και αργίες, γιατί το θεωρούσε βαρειά αμαρτία. Εκείνοι είπαν, πως θα πάνε να δουν τα μελίσια, που τα είχαν στην Καψάλα. Δεν πήγαν όμως εκεί και πήγαν στον λάκκο, στη σκήτη τού Κουτλουμουσίου, όπου υπήρχαν ψάρια, για να ψαρέψουν. Εκεί είναι ένα μέρος που τραβιούνται τα νερά και το λέγουν φονιά, γιατί παλαιότερα πνίγηκαν άνθρωποι. Εκεί μπροστά τους, δίχως να μπορούν να τον βοηθήσουν και τον σώσουν, πνίγηκε ο ένας της συνοδείας, για την ανυπακοή τους. Δεν τολμούσαν να επιστρέψουν στο Κελλί τους και πως να το πουν στον Γέροντά τους. Το είπαν σε άλλους Γέροντες πνευματικούς, οι οποίοι μεσολάβησαν να τού το πουν με τρόπο. Λυπήθηκαν τότε όλοι οι πατέρες της περιφερείας Καρυών για τον πνιγμένο και τους παρήκοους μοναχούς. Ο Γέροντας τους παπα-Μελέτιος εκοιμήθη από τη λύπη του.Ήταν ένας υποτακτικός είχε μεγάλη επιθυμία να πάει να δει τη μητέρα του. Ο Γέροντας δεν ήθελε. Οι άλλοι πατέρες τού Κελλιού επέμεναν να τον αφήσει. Συνενοήθηκαν μαζί της, να έλθει από την Καισαρεία στην Κωνσταντινούπολη, κι εκεί θα πήγαινε ο γιος της να τη συναντήσει, με τη συνοδεία ενός αδελφού. Δύο φορές την εβδομάδα πήγαινε και ερχόταν πλοίο από τη Ρωσία στο Άγιον Όρος, το οποίο στάθμευε και στην Πόλη. Με αυτό κανόνισαν να πάνε. Πήγανε να βάλουν μετάνοια στον Γέροντα για την αναχώρηση. Ο Γέροντας ήταν κατάκοιτος. Μόλις το άκουσε άρχισε να κλαίει, ως να τον αποχαιρετούσε. Οι άλλοι τον καθησύχαζαν, πως σε λίγες ήμερες θα είναι πάλι εδώ. Σε λίγες ημέρες όμως επέστρεψε μόνο ο συνοδός του, ο άλλος έμεινε για πάντα στον κόσμο.Στο Κελλί της Κερασιάς Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ζούσαν Ρώσοι μοναχοί. Τελευταίος της παλαιάς συνοδείας ήταν ο Ελληνο-Ρώσος παπά -Ακάκιος, ο οποίος είχε υποτακτικούς δύο αδέλφια από τη Μυτιλήνη" τον παπά- Αβέρκιο και τον μοναχό Πρόχορο.Κάποτε ανέβηκαν στην κορυφή τού Άθωνος και διανυκτέρευσαν στο Κάθισμα της Παναγίας, εκεί που είχε εμφανισθεί η Παναγία στον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη. Ο παπά-Αβέρκιος, ενώ τού είπε ο Γέροντάς του να μην πάει, πήγε να κοιμηθεί σ' ένα , μοναχικό κελλί και κλείδωσε την πόρτα. Το βράδυ τού παρουσιάσθηκε ο δαίμονας και τον έδειρε. Ο παπά-Αβέρκιος φώναζε. Πήγε ο Γέροντας Ακάκιος, πήρε τον σταυρό, έκανε μια προσευχή, αλλά ο δαίμονας δεν έφευγε και ο παπά-Αβέρκιος αδυνατούσε ν' ανοίξει και την πόρτα. Τότε ο παπά-Ακάκιος πήγε από το παράθυρο και λέγει στον δαίμονα: Με ποιο δικαίωμα εσύ κτυπάς τον δικό μου υποτακτικό; Με τα λόγια αυτά ο δαίμονας εξαφανίσθηκε, γιατί είναι γνωστό πως μόνο ο Γέροντας έχει δικαίωμα επί τού υποτακτικού του, και έτσι φάνηκε η πνευματική υπεροχή τού Γέροντος και το επικίνδυνο της ανυπακοής.Στο σπήλαιο που υπάρχει απέναντι από το Κουτλουμουσιανό Κελλί των Αγίων Αποστόλων, που ήταν το αρχαίο μονύδριο τού Αλυπίου, πλησίον της σκήτης τού Αγίου Παντελεήμονος, έμενε επί τριάντα έτη περίπου με μεγάλη εγκράτεια και πτωχεία ο μοναχός Θεόδουλος.Ορισμένοι τον θεωρούσαν πλανεμένο κι άλλοι τον ευλαβούντο. Συνήθως εκκλησιαζόταν στο ναό τού Πρωτάτου. Μετά τον Πρώτο τού Αγίου Όρους πήγαινε και προσκυνούσε αυτός. Το ίδιο έκαμε και στις πανηγύρεις, όπου έπιανε το πρώτο στασίδι, και στις θέσεις της τραπέζης. Πολλοί νόμιζαν πως είναι ανόητος και γι' αυτό τα κάνει αυτά. Τον μάλλωναν, αλλά αυτός επέμενε στις πρωτοκαθεδρίες. Ο Γ. Ιωακείμ έλεγε: Αν ήταν απλός θα ήξερε και να ταπεινωθεί κι όχι μόνο να υπερηφανευτεί....Κάποτε πήγε στη μονή της Μ. Λαύρας και νυχτώθηκε και μέχρι να ξημερώσει καθόταν έξω και προσευχόταν. Τού παρουσιάσθηκαν δαίμονες ως μοναχοί και τού έλεγαν: Ορίστε, άγιε τού Θεού, προσεύχεσαι και σείεται το μοναστήρι, ορίστε να φιλοξενηθείς, να έλθει η ευλογία τού Θεού στο μοναστήρι... Έλεγε ο Γ. Ιωακείμ: Ήταν ένας από αυτούς που βλέπανε κι ακούγανε δαίμονες, είχε έλθει κι αυτός από την Αμερική, που νομίζουν πως από την αρετή τους βλέπουν αυτά. Κρίμα στους κόπους και τους αγώνες τόσων χρόνων. Πόση προσοχή χρειάζεται μη θυσιασθούμε στο λιμάνι...Ο μοναχός Χρυσόγονος ζούσε στο εργατόσπιτο τού Κουτλουμουσιανού Κελλιού των Αγίων Αποστόλων (Αλυπίου). Το εργόχειρό του ήταν να βάφει ρούχα. Τις βαφές τις κατασκεύαζε μόνος του από ρίζες δένδρων. Ζούσε με μεγάλη πενία, που ήταν πράγματι αξιοθαύμαστη. Το καθημερινό του φαγητό ήταν ψωμί, που το βουτούσε στο νερό και λίγη ζάχαρη ή παξιμάδι. Αυτή ήταν η παντοτεινή τροφή του, εκτός αν πήγαινε σε καμμία γειτονική πανήγυρη και τού πρόσφεραν κάτι. Τα ενδύματά του φτωχά και τα σκεπάσματα του παλιά τσουβάλια. Άνοιγε μια τρύπα στα τσουβάλια, φορούσε τέσσερα -πέντε από αυτά κι έτσι περνούσε τους χειμώνες, δίπλα στο τζάκι. Ήταν πολύ ήσυχος και καλός μοναχός.Διηγείτο ο Γ. Ιωακείμ πως σαν τον π. Χρυσόγονο πτωχός, ήταν κι ένας μοναχός στη Βίγλα, που δεν θυμάται τ' όνομά του. Ζούσε σ' ένα καλύβι δίχως ναό με μεγάλη στέρηση. Μόνο όταν τέλειωνε το λάδι από το φανάρι του, το οποίο το άναβε όταν πήγαινε στις νυκτερινές λειτουργίες των γύρω πατέρων, οδηγούσε τα βήματα του στη Ρουμανική Σκήτη ή στη Μ. Λαύρα. Βλέποντας το λυχνάρι του οι πατέρες, δίχως να τους πει τίποτε, ήξεραν, το γέμιζαν και τού έδιναν και κάτι. Στο καλύβι του ζούσε ως άσαρκος. Όταν πήγαινε στις λειτουργίες με ντροπή έτρωγε κάτι ελάχιστο.Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Μαζέϊκα των Καλαβρύτων. Εκάρη μοναχός στο Κελλί Άγιος Νικόλαος, εξάρτημα άλλοτε τού παρακείμενου μονυδρίου τού Ραβδούχου, σήμερα της μονής Παντοκράτορος. Ένα διάστημα κοινοβίασε στο μονή Εσφιγμένου και είχε το διακόνημα τού τυπικάρη. Διακρινόταν για το φιλακόλουθο, τη μεγάλη ευλάβεια, την αντοχή στους σωματικούς κόπους και την υπομονή του. Όταν προείδε τον θάνατό του, επέστρεψε στο μετάνοια του. Οι παραδελφοί του και ο Γέροντάς του τον υποδέχθηκαν με χαρά, γιατί ποτέ δεν τους είχε στενοχωρήσει, παρά μόνο με τη φυγή του.Μετά τρία έτη από τον ήσυχο θάνατό του έγινε η εκταφή του και η κάρα του ευωδίαζε. Επειδή διεδόθη το γεγονός, πήγαιναν πολλοί να την προσκυνήσουν. Ένας δόκιμος της συνοδείας νόμισε ότι οι Γεροντάδες για να καυχηθούν, ότι είχαν ένα άγιο μεταξύ τους, ρίχνουν άρωμα στην κάρα. Την πήρε κρυφά και την έρριξε στη στέρνα με βάρος, για να μην φαίνεται. Οι Γεροντάδες την έχασαν και δεν ήξεραν τι έγινε και ποιος την πήρε. Μετά δώδεκα ημέρες την έβγαλε ο δόκιμος από την στέρνα και πάλι ευωδίαζε. Και πίστεψε πράγματι ότι επρόκειτο περί αγίου μοναχού.Αντίθετα ο Γέροντάς του που ήταν από την Κέρκυρα δεν έλυωσε και η αιτία ήταν μάλλον πως περιφρονούσε τους γείτονές του και ποτέ δεν πήγαινε στις πανηγύρεις και τις λειτουργίες τους. Είχε μόνιμο εφημέριο τον παπα-Χαράλαμπο από την Καλύβη τού Αγίου Χαραλάμπους της σκήτης τού Κουτλουμουσίου. Αυτά τα διηγήθηκε στον Γ. Ιωακείμ ο τελευταίος διάδοχος τού Κελλιού τού Αγίου Νικολάου ο Γ. Σάββας, που εκοιμήθη στο Φιλοθεΐτικο Κελλί Άγιος Δημήτριος το 1988.Ο Χατζηγιωργιάτης Γ. Ευλόγιος από το Κελλί τού Αγίου Γεωργίου τού Φανερωμένου διηγείτο στον Γ. Ιωακείμ συχνά, πολλά θαύματα που είχε ζήσει ο ίδιος από τον άγιο Γεώργιο. Πολλές φορές όταν έσβυνε το καντήλι τού αγίου τη νύχτα, άκουγε τον άγιο με το άλογό του στον διάδρομο τού Κελλιού να πηγαίνει πέρα-δώθε. Άκουγε ο Γέρο Ευλόγιος το ποδοβολητό τού αλόγου, ξυπνούσε, και πήγαινε στην εκκλησία κι άναβε το καντήλι.Αρκετές φορές οικονόμησε ο άγιος τα της πανηγύρεως, ενώ υπήρχαν μεγάλες και διάφορες δυσκολίες. Την τελευταία ώρα επενέβαινε ο άγιος και φρόντιζε για όλα.

 

Μία φορά έχασε ο Γ. Ευλόγιος το άλογό του. Ψάχνοντας για να το βρει και κουρασμένος καθώς ήταν, περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη και βρέθηκε σ' ένα δύσβατο τόπο. Εκεί τού επετέθησαν οι δαίμονες και τον κτυπούσαν. Έλεγε πως είχε μετρήσει μέχρι δεκαεφτά δαίμονες. Ο Γέροντας χαριτολογώντας, όταν τού το διηγείτο, τού είπε: Καλά, Γέροντα, δεν κυτούσες να φύγεις, παρά καθόσουν και τους μετρούσες;Ο ευλογημένος Γέροντας Ευλόγιος έζησε ογδόντα χρόνια στο Άγιον Όρος. Στα νειάτα του έκανε εφτά χρόνια να φάει λάδι και στα γεράματά του έξι. Αγαπούσε πολύ την Παναγία. Όταν ήταν μικρός τον επισκέφθηκε η Παναγία στο χωριό του, το Αχλάδι Ευβοίας, και τού είπε: Πήγαινε κι εγώ θα είμαι πάντα μαζί σου. Σε μια αγρυπνία, της εορτής τού Ακάθιστου, που την τιμούσε ιδιαίτερα, είδε άγγελο Κυρίου να θυμιάζει την εικόνα της. Προείδε το τέλος του κι εκοιμήθη στις 11.4.1948.

Πηγή.Ορθόδοξος Κόσμος.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...