ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ

 
 

Από αριστερά,ο επίσκοπος Γαρδικίου κ.Κλήμης και δεξιά,ο επίσκοπος Μεθώνης κ.Αμβρόσιος της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.

 
 

 ''Στὴν Μέλλουσα Κρίσι θὰ γίνη ἐξέτασις τῆς Κεφαλῆς ὅλων τῶν Ἀρετῶν, τῆς Ἀγάπης καὶ Εὐποιΐας, σὰν Ὀροφῆς στὸν οἰκοδόμημα τοῦ οἴκου τῶν Ἀρετῶν καὶ σὰν Ἐπισφραγίσεως καὶ Ἐπιστέψεως αὐτῶν.Γι’ αὐτὸ ὁ φιλόθεος καὶ φιλάνθρωπος Ἅγιος, γεμᾶτος Ἀγάπη καὶ Συμπόνια, μᾶς προτρέπει:«Ἀγαπῶμεν οὖν ἀλλήλους καὶ ἀνεχώμεθα καὶ κηδώμεθα ἀλλή­λων, ἅτε μέλη ὑπάρχοντες αλλήλων.''

 

 

Το ἔργο καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ μεγάλου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, μία δεύ­τερη νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας, μετὰ τὸν λαμπρὸ ἑορτασμὸ τοῦ Θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Ὁ Ἅγιος Γρη­γόριος Θεσσαλονίκης διετύπωσε αὐθεν­τικὰ τὴν Πίστι, βασιζόμενος στὴν Πατερικὴ Παράδοσι­ καὶ ἐξέφρασε μία ὄντως ζῶσα Θεολογία. Ἡ μαρτυρία του γιὰ τὴν πραγμα­τικὴ θεϊκότητα τῶν σωτηριωδῶν Ἀκτίστων Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο ἔτυχε Συνοδικῆς ἐγκρίσεως καὶ Ἐκκλησιαστικῆς ἐπισφραγίσεως. Ὁ Ἅγιος Παλαμᾶς προέβη σὲ ἐξήγησι τῆς θεοπρεποῦς διακρίσεως Οὐσίας καὶ Ἐνεργειῶν στὸν Θεὸ καὶ ὑπερασπίσθηκε μὲ σθένος τὴν πραγματικότητα τῆς κοινωνίας καὶ ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, δηλαδὴ τῆς Θεώσεως τοῦ ὅλου ἀνθρώπου.Πῶς θεοποιούμεθα; Μὲ τὴν νέκρωσι τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» τῆς ἐμπαθείας καὶ τὴν ἐκζήτησι τῆς ἀληθινῆς κοινωνίας ἐν Χάριτι μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον· μὲ ἕνα λόγο, μὲ τὴν Ἀγάπη ὡς Χάρι Θεοῦ, ὡς δωρεὰ τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας.

 
 

Ἡσυχασμός, ὡς μέθοδος θεραπείας τῆς προσωπικότη­τος τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἐπαγγέλθηκε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, εἶναι γιὰ ὅλους, διότι ἅπαντες ἔχουν ἀνάγκη θεραπείας ἀπὸ τὸν ἀτομισμὸ καὶ τὴν ἐξωστρέφεια, ὥστε νὰ ἐγκεντρισθοῦν.Διατηρήσαμε μὲν ἄθικτη καὶ ἀκέραιη τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν ἀνάγκη νὰ μᾶς ἀγαποῦν, ὅμως πλέ­ον δυσκολευόμαστε πάρα πολὺ νὰ ἀγαποῦμε ἐμεῖς τοὺς ἄλλους θυσιαστικὰ καὶ διακονητικά, «ἀνιδιοτελῶς», λόγῳ τῆς φιλαυτίας καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας ἀληθινὰ στὸ Μυστηριακὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ χριστοποιη­θοῦν καὶ νὰ σωθοῦν.Ο Τριαδικός Θεὸς μᾶς ἔπλασε ἀπὸ Ἀγάπη καὶ ἔθεσε στὴν «κατ’ εἰκόνα» Αὐτοῦ ψυχή μας δύναμι θεϊκῆς Ἀγάπης καὶ Γνώ­σεως, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχη συνεχῆ μνήμη καὶ θεωρία Θεοῦ καὶ νὰ φλέγεται ἀπὸ τὴν Ἀγάπη Του, γιὰ νὰ ἑλκύη τὴν Χάρι Του καὶ νὰ ἔχη τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν». Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου θὰ παρέμενε μὲ Ἀγάπη στὸν Θεὸ «ὑπὲρ ἑαυτήν», μὲ Ἀγάπη στὸν πλησίον «ὡς ἑαυτὴν» καὶ ἀληθινὴ Ἀγάπη τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ της.Ὅμως, δὲν ἐκπληρώσαμε τὴν ἀποστολή μας, οὔτε διατηρήσα­με τὰ δῶρα καὶ τὶς δυνατότητές μας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπήρεια τῶν «ἀντιθέων» καὶ «λυμαντικῶν» καὶ «πολεμιωτάτων» τοῦ γένους μας ἐχθρῶν δαιμόνων (Κεφάλαια..., § 27), «ἀποστατήσαμε» καὶ πρά­ ξαμε σὰν τοὺς μανιακούς, οἱ ὁποῖοι διασπαράττουν τὶς ἴδιες τους τὶς σάρκες, ἐφ’ ὅσον διασπαράξαμε «τὴν ἔμφυτον καλλονήν» μας(Κεφάλαια..., § 40).Παρακούσαμε τοῦ Θεοῦ καὶ βρήκαμε τὸν θάνατο, τὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὴν θεία διαμονὴ καὶ τὴν γύμνωσι ἀπὸ τὰ ἐνδύματα τοῦ «ἀφθάρτου φωτὸς» (Πρὸς Ἀκίνδυνον Λόγος Ἀντιρρητικὸς Ἕκτος, Ι΄, § 28).Καὶ πλέον, μᾶς κατέλαβε νύκτα καὶ μᾶς περιτύληξε σκότος· τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἀμαυρώθηκε καὶ τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» ἀπωλέσθηκε!...Ο Θεός, διὰ τοῦΥἱοῦ καὶ ΛόγουΤου, μᾶς ἀνέπλασε ἀπὸ Ἀγάπη καὶ μόνον καὶ μᾶς ἐπανέφερε στὴν ἄνωθεν ἀξία καὶ πλέον αὐτῆς! Κατῆλθε μέχρις ἡμῶν καὶ ὑπέμεινε Σταυρὸ καὶ Θάνατο καὶ ἔτσι λαφυραγώγησε τὸν Ἅδη καὶ ἔδειξε πάλι στὴν φύσι μας τὸ Φῶς τῆς Ἀθανάτου Ζωῆς, ὡς Φῶς Ἀναστάσεως (Ὁμιλία ΚΓ΄, § 3)!...Τὸ Φῶς αὐτὸ ἐνυπάρχει στὴν Ἐκκλησία, τὴν «Κοινωνία Θεώ­σεως», καὶ μᾶς παρέχεται δωρεάν, ὡς Χάρις Ἀληθείας καὶ Ἀγάπης, διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῶν Ἀρετῶν. Γιὰ τὴν οἰκείωσι αὐτῶν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο χρειάζεται ἀγώνας, διότι ἀντιτάσσονται σφοδρῶς «φιλαμαρτήμων γνώμη», ἡ φιλαυτία καὶ ἡ ἐμπάθειά μας. Ἐπειδὴ πλασθήκαμε «κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀγαθοῦ», μετὰ τὴν πτῶσι,πώς θὰ καταστήσουμε τὸν νοῦ μας δεκτικὸ Χάριτος καὶ ἄρα Ἀγάπης; Χρειάζονται καὶ τὰ ἐξωτερικὰ ἔργα Ἀγάπης, ἀλλὰ κυρί­ως ἀπαιτεῖται ἐσωτερικὴ θεραπεία. Πρωτίστως, χρειάζεται ἀπο­κοπὴ τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἀπαλλαγὴ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὶς ἐμπαθεῖς προσκολλήσεις της, τήρησις τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ μὲ φόβο καὶ βαθειὰ προσευχὴ μετανοίας. Ἡ ἐπιμονὴ σὲ αὐτὰ φέρνει εἰρήνη καὶ καταλλαγὴ στὴν ψυχὴ καὶ ὁ φόβος μεταβάλλεται σταδιακὰ σὲ Ἀγάπη μέσα στὸν ἄνθρωπο· «τὸ τῆς εὐχῆς ὀδυνηρὸν» μετατρέπεται σὲ «τερπνὸν» καὶ «ἀνατέλει τὸ ἄνθος τοῦ φωτισμοῦ» καὶ καταυγάζει ἡ Χάρις τῆς Ἀγάπης (Λόγος ὑπὲρ τῶν ἱερῶς Ἡσυχαζόντων 1, 1, § 7).Ἄν πιστεύουμε ὀρθὰ καὶ γνωρίζουμε ὅτι χωρὶς τὸν Θεὸ δὲν δυνάμεθα νὰ κάνουμε τίποτε, ἄν μᾶς καταλάβη, βάσει τῶν ἀνω­τέρω, ὁ θεῖος Ἔρως, τότε κάνουμε τροφὴ καὶ πνοή μας τὴν Εὐχή, ὥστε οἱ δωρεὲς νὰ σταθεροποιοῦνται καὶ αὐξάνουν καὶ ἡ ἱερὰ εὐφροσύνη νὰ μᾶς περιθάλπη. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἡ καρδιὰ καθαίρεται καὶ ὁ νοῦς φωτίζεται.νοερὰ προσευχὴ εἶναι προσιτὴ σὲ ὅλους, γιὰ τὴν ἀκρίβεια στοὺς ὑπάκουους καὶ ὄχι στοὺς παρήκοους καὶ ὑπερήφανους. Ἡ Ἡσυχαστικὴ μέθοδος μὲ νῆψι καὶ προσοχὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἡ Αὐτο-αγάπη καὶ ἡ Αὐτο-αλήθεια, ἔδωσε τὴν Ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον ὡς τὴν ἀνώτερη ὅλων τῶν ἐντολῶν κβ΄ 37-40) καὶ ὡς τὸ «Κεφάλαιόν» τους. Ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ Αὐτήν!Βεβαίως, ἡ Ἀγάπη ὑπάρχει σὲ μᾶς «φυσικῶς» καὶ «κτιστῶς», ὡς «ἀπήχημα» τῆς ἀρχικῆς μας πλάσεως, ἀλλ’ ἐὰν δὲν μετα­ μορφωθῆ χαρισματικά, εὔκολα ἀμαυρώνεται, χρησιμοποιεῖται ἐμπαθῶς καὶ ἀχρειώνεται. Ἔτσι, ἡ δύναμις τῆς ἀγάπης τῆς ψυχῆς ἐκπίπτει καὶ σκορπίζεται «πρὸς ἐπιθυμίαν βρωμάτων οὐκ ἀναγκαίων, πρὸς ἐπιθυμίαν σωμάτων οὐκ εὐσχημόνων, πρὸς ἐπι- θυμίαν οὐκ εὐχρήστων χρημάτων, πρὸς ἐπιθυμίαν τῆς κενῆς καὶ ἀδόξου δόξης»Ἔτσι, ὁ νοῦς «κατακερματίζεται» καὶ ἀφίσταται τοῦ Θεοῦ καὶ «μάχεται τοῖς πλησίον, μαίνεται κατὰ τῶν ὁμοφύλων, ἀποθηριοῦται κατὰ τῶν μὴ συναινούντων ταῖς αὐτοῦ παραλόγοις ὀρέξεσι, καὶ ἀνθρωποκτόνος, φεῦ, ὁ ἄνθρωπος γίνεται, οὐ μόνον τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις ὁμοιωθείς, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἑρπετοῖς καὶ ἰοβόλοις τῶν ζώων, σκορπίος, ὄφις, γέννημα ἐχιδνῶν γεγονώς, ὁ ἐν υἱοῖς Θεοῦ τεταγμένος» (Πρὸς Ἀκίνδυνον Λόγος).Μὲ τὴν ἐγκρά­τεια καθαίρεται τὸ σῶμα, μὲ τὴν ἀγάπη μεταποιοῦνται ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία σὲ ἀρετές, καὶ μὲ τὴν προσευχὴ ὁ ἐξαγνισμένος νοῦς παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ λαμβάνει ὅ,τι ἔχει ὑπο­σχεθῆ ὁ Κύριός μας γιὰ τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ δηλαδὴ κατοικεῖ καὶ ἐμφανίζεται ὡς Φῶς σὲ ὅσους Τὸν ἀγαποῦν καὶ τοὺς ἀγαπᾶ. Τὸ Φῶς αὐτὸ δὲν εἶναι αἰσθητὸ καὶ ὑλικό, ἀλλὰ προαιώνιο καὶ ἀτελεύτητο.Αὐτὸ τὸ Ἄκτιστο Φῶς προϋπέδειξε ὁ Κύριός μας στὸ Ὄρος Θαβὼρ­ κατὰ τὴν θεία Μεταμόρφωσι, ἡ δὲ φύσις Αὐτοῦ τοῦ Φωτὸς­ ἀπετέλεσε κατὰ κύριο λόγο τὸ ἀντικείμενο τοῦ Ἀντι- αιρετικοῦ ἀγῶνος τοῦ Ἁγίου μας κατὰ τῶν βλασφημησάντων εἰς Αὐτό. Ὁ ἀγώνας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἦταν ἀγώνας Ἀγάπης καὶ Ἀληθείας, γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῆς Αἱρέσεως, γι’ αὐτὸ καὶ διεξήγετο δυναμικῶς μέν, ἀλλ’ ἀπαθῶς, χωρὶς νὰ ἀφίσταται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος τῆς εὐπρεπείας καὶ φιλανθρωπίας.Ὁ ἀπόρρητος φωτισμὸς μὲ τὸ θεῖο Φῶς σημαίνει μέθεξι τῆς θεοποιοῦ Ἐνεργείας καὶ Χάριτος καὶ ὄχι τῆς Οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἡ Ὁποία εἶναι ἀμέθεκτη ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους. Ἡ δὲ ὅρασις καὶ μετοχὴ Αὐτοῦ ἐπιτυγχάνεται διὰ θείας Δυνάμεως καὶ Αἰσθήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ θεοποιὸς Ἕνωσις δεικνύει τὸ ὑπερβάλλον μέγεθος τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο· ὀνομάζεται «σύμφυσις» καὶ «ἀνάκρασις» καὶ συ­νάπτει Θεὸ καὶ ἄνθρωπο εἰς «Πνεῦμα ἕν» Ἀντιρρητικὸς Ἕβδομος..., Θ΄, § 28-29). Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄντως Ἀγάπη Θεοῦ πρὸς ἄνθρωπο καὶ ἀνθρώπου πρὸς Θεόν! Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ συντελεῖται στὴν Θεία Εὐχαριστία, ὅπου ἐπὶ πλέον δὲν ἔχουμε μόνον συνάφεια καὶ ἕνωσι πνευματική, ἀλλὰ καὶ σωματική! Στὴν Θεία Κοινωνία ἔχουμε -μὲ πνευματικὴ ἔννοια- γαμήλια-ἐρωτικὴ ἕνωσι καὶ ἀνάκρασι Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου εἰς «ἕν σῶμα» καὶ «ἕν πνεῦμα» (Ὁμιλία ΝΣΤ΄, § 10)!...ΠΟΙΑ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς ὄντως Ἀγάπης; Πρῶτον, ὅταν κάποιος προσεύχεται καὶ χαίρεται ὁ νοῦς του στὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ διασπᾶται καὶ χωρὶς νὰ δυσανα­ σχετῆ ἀπὸ πιθανὴ παράτασι τῆς προσευχῆς· καὶ δεύτερον, ὅταν κάποιος μὲ κατάνυξι καὶ γλυκειὰ ὀδύνη καρδιᾶς προσεύχεται ὅπως γιὰ τὸν ἑαυτό του, παρομοίως καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο, γνωστὸ ἤ ἄγνωστο, φίλο ἤ ἐχθρό, λυπήσαντα αὐτὸν ἤ μὴ λυπήσαντα.Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθοῦν, χωρὶς τὴν ἐξάσκησι τῶν φανερῶν – πρακτικῶν ἔργων Ἀγάπης: πρῶτον, τὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῆ τὸ θέλημα τοῦ πλησίον -ὅταν φυσικὰ δὲν ὑπάρχη ἁμαρτία-, διότι χωρὶς αὐτὴ τὴν στάσι δὲν πρόκειται νὰ δείξουμε ὑπομονὴ σὲ ὅσα θὰ μᾶς ἐπιφέρη ὁ πλησίον· καὶ δεύτερον, τὴν ὑπομονὴ μὲ γενναιότητα καὶ μακρο­θυμία ὅσων δυσχερῶν μᾶς συμβαίνουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, διότι διαφορετικὰ δὲν πρόκειται νὰ προκόψουμε στὴν προσευχὴ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν (Ὁμιλία ΜΔ΄, § 9).Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Ἀγάπη δοκιμάζεται στὶς θλίψεις τῶν πει­ρασμῶν καὶ χρειάζεται ὁπωσδήποτε ὑπομονὴ σὲ ὅσα δεινὰ μᾶς ἐπέρχονται παρὰ τὴν θέλησί μας, ὥστε καὶ οἱ ἑκούσιες πράξεις μας νὰ τύχουν τῆς θείας εὐλογίας (Πρὸς τὴν σεμνοτάτην ἐν Μοναζούσαις Ξένην..., § 45).Καὶ βέβαια, εἶναι ἀπαραίτητα τὰ ἔργα τῆς ἔμπρακτης Ἀγάπης, διότι ὅποιος δὲν ἔχει ἔργα Ἀγάπης καὶ Συμπαθείας, ὁμοιάζει μὲ τὶς «μωρὲς παρθένες» (βλ. Ματθ. κε΄ 1-13) μὲ τὶς σβησμένες λαμπάδες, χωρὶς τὸ Ἔλαιον τῆς Ἀγάπης. Ὅποιος δὲν ἔχει ἔργα Ἀγάπης, ὁμοιάζει ἐπίσης μὲ αὐτὸν ποὺ δὲν διαθέτει «ἔνδυμα γάμου» (βλ. Ματθ. κβ΄ 11-12), ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ παρακαθήση στὸ Δεῖπνο τῆς Βασιλείας, ἔστω καὶ ἄν εἶναι προσκεκλημένος (Ὁμιλία ΙΗ΄, § 15).Στὴν Μέλλουσα Κρίσι θὰ γίνη ἐξέτασις τῆς Κεφαλῆς ὅλων τῶν Ἀρετῶν, τῆς Ἀγάπης καὶ Εὐποιΐας, σὰν Ὀροφῆς στὸν οἰκοδόμημα τοῦ οἴκου τῶν Ἀρετῶν καὶ σὰν Ἐπισφραγίσεως καὶ Ἐπιστέψεως αὐτῶν (Ὁμιλία Δ΄, § 14).Γι’ αὐτὸ ὁ φιλόθεος καὶ φιλάνθρωπος Ἅγιος, γεμᾶτος Ἀγάπη καὶ Συμπόνια, μᾶς προτρέπει:«Ἀγαπῶμεν οὖν ἀλλήλους καὶ ἀνεχώμεθα καὶ κηδώμεθα ἀλλή­λων, ἅτε μέλη ὑπάρχοντες ἀλλήλων· τὸ γὰρ σημεῖον τῆς ἡμῶν πρὸς Ἐκεῖνον μαθητείας, ὡς Αὐτὸς ὁ Κύριος εἶπεν, ἡ Ἀγάπη ἐστι καὶ ἡ πατρικὴ κληρονομία, ἥν ἡμῖν ἀφῆκε μεταβαίνων ἐκ τοῦ κό­σμου τούτου, ἡ Ἀγάπη ἐστι, καὶ ἡ τελευταία ἥν ἔδωκεν ἡμῖν εὐχὴ πρὸς τὸν οἰκεῖον Πατέρα ἀναβαίνων τὴν πρὸς ἀλλήλους Ἀγάπην ἡμῶν ἐπιστηρίζει» (Ὁμιλία ΙΕ΄, § 12).

 
 

Καὶ κατακλείουμε μὲ τὴν παρόμοια σωτήρια καὶ προτρεπτικὴ Παλαμικὴ «Εὐλογία Ἀγάπης»:«Ἀλλ’ ἡμεῖς Ἀγάπης ἔργα ἐπιδειξώμεθα εἰς τοὺς ἡμετέρους ἐν Χριστῷ ἀδελφούς, ἐλεοῦντες τοὺς πενομένους, ἐπιστρέφοντες τοὺς πεπλανημένους, ἥν ἄν εἴποις πλάνην τε καὶ πενίαν, ἐκδι­κοῦντες (δικαιώνοντες) τοὺς ἀδικουμένους, ἐπιρρωννῦντες (ἐνι­σχύοντες) τοὺς ἐν ἀσθενείᾳ κατακειμένους, εἴτε διὰ τῶν αἰσθητῶν­ τοῦτο πάσχοντας ἐχθρῶν καὶ νοσημάτων, εἴτε διὰ τῶν ἀοράτων πονηρῶν πνευμάτων καὶ τῶν τῆς ἀτιμίας παθῶν, ἐπισκεπτόμε­ νοι τοὺς ἐν φυλακῇ καθειργμένους, ἀλλὰ καὶ ἀνεχόμενοι τῶν εἰς ἡμᾶς πταιόντων, καὶ χαριζόμενοι ἀλλήλοις εἴ τις πρός τινα ἔχει μομφήν, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς ἐχαρίσατο ἡμῖν· καὶ ἁπλῶς παντὶ τρόπῳ καὶ πᾶσιν ἔργοις τε καὶ λόγοις, οἷς ἔχομεν, ἐπιδειξώμεθα τὴν πρὸς ἀλλήλους Ἀγάπην, ἵνα καὶ τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐπιτύ­χωμεν Ἀγάπης καὶ εὐλογηθῶμεν παρ’ Αὐτοῦ καὶ κληρονομήσωμεν τὴν ἐπηγγελμένην ἡμῖν καὶ δι’ ἡμᾶς ἡτοιμασμένην οὐράνιον καὶ αἰώνιον Βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἧς γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεθ’ Οὗ τῷ Πατρὶ ἅμα τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν»!

 

 

 

                                                                                                                      † Ἐπισκόπου Γαρδικίου Κλήμεντος,

                                                

                                                             Εκκλησίας Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

                                                           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου