ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΒΟΥΡΙΔΗΣ



Δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ ῾Υψίστῳ. διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου, ὅτι τῇ δεξιᾷ σκεπάσει αὐτοὺς καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. 



 Ο Ομολογητής ῾Ιεράρχης, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης ἐγεννήθη εἰς τὰς 13.11.1870 εἰς τὴν Μάδυτον τῆς Θράκης (ἐπὶ τοῦ ῾Ελλησπόντου ἔναντι τῆς ᾿Αβύδου), ἐξ εὐσεβῶν γονέων Γεωργίου καὶ Μελπομένης.  Περατώσας τὰς Γυμνασιακὰς σπουδὰς εἰς Μάδυτον, ἐνεγράφη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὅπου ἐσπούδαζεν ἀριστεύων πάντοτε εἰς τὰ τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἦθος. Σπουδαστὴς ἔτι ὤν χειροτονεῖται Διάκονος, διορίζεται Πρωτεύων ᾿Αρχιδιάκονος τῶν Πατριαρχείων ἐπὶ Πατριάρχου ᾿Ιωακεὶμ Γʹ (α. 1878-1884, β. 1901-1912) καὶ διατελεῖ ῾Ιεροκήρυξ Πανόρμου (ἐπὶ τῆς Ν. Παραλίας τῆς Προποντίδος παρὰ τὴν ἀρχαίαν Κύζικον).᾿Εν ἔτει 1901 ἔλαβε τὸ Πτυχίον τῆς Θεολογίας ὡς ἀριστοῦχος,μὲ ἐπὶ πτυχίῳ διατριβὴν φέρουσαν τὸν τίτλον «῾Η ᾿Ορθοδοξία Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως». ᾿Εν συνεχείᾳ διετέλεσε Μέγας Πρωτοσύγκελλος τῶν Πατριαρχείων, τὸ δὲ 1908 χειροτονεῖται ᾿Επίσκοπος ῎Ιμβρου.Μετὰ τέσσαρα ἔτη προήχθη εἰς Μητροπολίτην Πελαγονίας (ἀρχαίαν περιοχὴν τῆς Μακεδονίας, ἐκτεινομένην εἰς τὰ Βιτώλια-σλαβικὴ ὀνομασία τῆς πόλεως Μοναστήριον), ἔνθα εἶχεν ὡς Διάκονον τὸν μετέπειτα πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αθηναγόραν.Διακριθεὶς διὰ τὸν φλέγοντα πατριωτισμόν του τόσον κατὰ τοὺς δύο Βαλκανικοὺς Πολέμους (1912-1913), ὅσον καὶ κατὰ τὸν Αʹ Παγκόσμιον Πόλεμον (1914-1918), ἀρχικῶς ἐφυλακίσθη εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ὕστερον ἐξωρίσθη εἰς ῞Αγιον ῎Ορος.Αντετάχθη σθεναρῶς εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μελετίου Μεταξάκη, ὡς Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, διὸ καὶ ἐδιώχθη ἀπηνῶς, ἀναχωρήσας διὰ τὴν ᾿Αλεξάνδρειαν, ὅπου προβληθεὶς διὰ τὸν χηρεύοντα θρόνον τοῦ Πατριάρχου, διέφυγε λάθρᾳ εἰς ᾿Αθήνας, ἀποφεύγων τὰς τιμάς. Διετέλεσε Μητροπολίτης τῆς ἄρτι συσταθείσης Μητροπόλεως Φιλιατῶν καὶ Γηρομερίου μέχρι τοῦ 1926 καὶ ἐν συνεχείᾳ Μητροπολίτης Φλωρίνης δι᾿ ἕξ ἔτη, ἀσθενήσας δὲ βαρέως καὶ ἀποθεραπευθείς, παρητήθη διὰ λόγους ὑγείας, χωρὶς ὅμως νὰ παύσῃ τὴν ἐκκλησιαστικὴν δρᾶσιν αὐτοῦ. Εν ἔτει 1935 ἀνέλαβε τὴν διαποίμανσιν τῶν ἀκολουθούντων τὸ Πάτριον ᾿Εκκλησιαστικὸν ῾Ημερολόγιον καὶ παρ᾿ ὅλον τὸ βάρος τῆς ἡλικίας του, ἠγωνίσθη σκληρῶς διὰ τὴν ᾿Ορθοδοξίαν ἐπὶ εἰκοσαετίαν, ἐξορισθεὶς μάλιστα δίς: 1935 καὶ 1951.Ο ῾Ομολογητὴς ῾Ιεράρχης, ἀναδειχθεὶς εἰς μεγάλην ᾿Εκκλησιαστικὴν καὶ ᾿Εθνικὴν μορφήν, ρήτορα γλαφυρώτατον καὶ συγγραφέα πολυγραφώτατον, ἐκοιμήθη ἀγωνιζόμενος ἐπὶ τῶν ἀδαμαντίνων ἐπάλξεων τῆς ῾Αγίας ἡμῶν Πίστεως τὴν 7.9.1955, ἀφήσας μνήμην ῾Οσίου καὶ Μάρτυρος τῆς ᾿Ορθοδόξου Παραδόσεως. Εν συνεχείᾳ παραθέτομεν ἕν τμῆμα ἐκ τῶν συγγραφῶν τοῦ ῾Ομολογητοῦ ῾Ιεράρχου, ἔνθα οὗτος περιγράφει ἐν συντόμῳ τὴν ᾿Εκκλησιαστικὴν καὶ ᾿Εθνικὴν δρᾶσιν αυτού.



«Δὲν θὰ προέβαινον εἰς ἕν τοιοῦτον μέγα καὶ τολμηρὸν διάβημα, ἄν τοῦτο δὲν μοὶ τὸ ἐπέβαλλεν ἡ ἀρχιερατική μου συνείδησις». Ιδού εἰς ποῖον κίνδυνον ἀπὸ ᾿Εκκλησιαστικῆς καὶ ᾿Εθνικῆς ἀπόψεως ὤθησαν τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ τὴν ῾Ελληνικὴν ᾿Εκκλησίαν οἱ ἐμπνευσταὶ καὶ πρωτεργάται τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας Μελέτιος Μεταξάκης καὶ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Καὶ κατόπιν τοῦ πραξικοπήματος τούτου, ἔρχονται οἱ κακόζηλοι οὗτοι μεταρρυθμισταὶ καὶ δεξιοὶ τῶν θρόνων σχοινοβάται καὶ ἀναρριχηταί νὰ ψέξωσιν ἡμᾶς, οἵτινες μὲ αὐταπάρνησιν καὶ εὐσθενίαν, εἰς οὐδὲν λογισάμενοι καὶ θρόνους καὶ ἀπολαβὰς καὶ ἡσυχίαν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἐξορίαν περὶ τὰς δυσμὰς τοῦ βίου, ἀπεδύθημεν εὐτόλμως καὶ εὐθαρσῶς εἰς τὸν τραχὺν μὲν καὶ ἐπισμυ γερόν,ἀλλ᾿ ἔνδοξον καὶ ἱερὸν τοῦτον ἀγῶνα, ὅπως ἀποζημιοῦντες ἡμεῖς τῶν καινοτόμων τούτων ῾Ιεραρχῶν τὰ τεθρυσμένα -περισώσω- μεν τὸ ᾿Ορθόδοξον καὶ αἰωνόβιον κῦρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Αὐτοκεφάλου ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας. Δυστυχῶς, ἐλλείψει πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐν ῾Ελλάδι, δυναμένων νὰ κρίνωσι καὶ ἐκτιμήσωσι τὴν βαθυτέραν ἔννοιαν τῶν πραγμάτων καὶ τὰ βαθύτερα ἐλατήρια τῶν προσώπων, ἐκεῖνοι μέν, καίτοι ἀπεμπολοῦσι τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ ἐθνικὴν παρακαταθήκην, ἄρχουσι καὶ τιμῶνται, ἡμεῖς δέ, οἵτινες μὲ θυσίαν τῶν πάντων ἀγωνιζόμεθα πρὸς ἀναστήλωσιν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ἐξαγορὰν τῆς ἀπεμποληθείσης ἐθνικῆς κληρονομίας καὶ ἰδεολογίας, διωκόμεθα καὶ ἐξοριζόμεθα. Ταῦτα γράφοντες, δὲν θλιβόμεθα διὰ λογαριασμὸν ἡμῶν, οἵτινες καὶ χαίρομεν καὶ καυχώμεθα κατὰ τὸ παράγγελμα τὸ ᾿Αποστολικὸν ἐν ταῖς θλίψεσι καὶ τοῖς παθήμασιν ἡμῶν ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾿ εἰς βάρος τῶν ἐκπροσώπων τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τοῦ ῎Εθνους, οἵτινες μετὰ τόσης ἐπιπολαιότητος καὶ ἀκρισίας ἀπεμπολοῦσι τὸν θησαυρὸν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ τῆς ᾿Εθνικῆς ἰδεολογίας. Διότι ἡμεῖς προτιμῶμεν, ὡς ἐκπροσωποῦντες τὴν βαθυτέραν ἠθικὴν ἔννοιαν τῆς ᾿Εκκλησίας, νὰ διωκώμεθα καὶ νὰ ὑποφέρωμεν, εὐθαρσῶς καὶ εὐόρκως ἀγωνιζόμενοι ἐπὶ τῶν ἀδαμαντίνων ἐπάλξεων τῆς ᾿Ορθοδοξίας, παρὰ νὰ ἐπαινώμεθα καὶ νὰ δοξαζώμεθα ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, προδίδοντες καὶ ἀπεμπολοῦντες τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τοῦ ῎Εθνους καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας.Καὶ παρ᾿ ὅλα ταῦτα ὁ Μακαριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Αθηνῶν κ. Χρυσόστομος, ὁ ἀπεμπολητὴς οὗτος τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν καὶ ᾿Εθνικῶν παραδόσεων, ἔσχε τὸ θράσος καὶ τὴν ἀναισχυντίαν νὰ διαβάλῃ ἡμᾶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ῾Ελληνικὸν λαόν, διϊσχυριζόμενος ὅτι ταπεινὰ καὶ ἐγωϊστικὰ ἐλατήρια ὤθησαν ἡμᾶς εἰς τὸν τίμιον καὶ ἱερὸν τοῦτον ἀγῶνα καὶ οὕτως ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἀνάλυσιν καὶ ἀνασκευὴν τοῦ τετάρτου σημείου τῆς κατηγορίας.Πρὶν ἤ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάλυσιν καὶ ἀνασκευὴν τῆς κατηγορίας ταύτης, θεωροῦμεν ἐπάναγκες νὰ ζητήσωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν συγγνώμην τῶν ἀναγνωστῶν, δι᾿ ὅσα θὰ ἀναγκασθῶμεν ἐν ἀμύνῃ εὑρισκόμενοι νὰ περιαυτολογήσωμεν χάριν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας, ἐκτιθέμενοι ἐν περιλήψει τὴν ᾿Αρχιερατικὴν δρᾶσιν ἡμῶν. Διότι ὁ βίος καὶ ἡ πολιτεία τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ παρελθόντι εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς ψυχῆς καὶ ἡ καλυτέρα ἐγ- γύησις τῆς ἀληθείας.᾿Αφίνοντες τὴν ᾿Εκκλησιαστικὴν δρᾶσιν τοῦ συναγωνιστοῦ ἡμῶν, ἤτοι τοῦ ῾Αγίου Δημητριάδος Γερμανοῦ, οὗ οἱ τριακονταετεῖς ἀγῶνες ὑπὲρ τῶν δικαίων τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τοῦ ῎Εθνους εἶναι γνωστοὶ εἰς τὸ πανελλήνιον θὰ περιωρισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ᾿Αρχιερατικὴν πολιτείαν καὶ ποιμαντορικὴν δρᾶσιν τῆς ἐμῆς ταπεινότητος. Επταετής ἔντιμος καὶ εὔορκος ὑπηρεσία ἐμοῦ, ὡς ῾Ιεροκήρυκος ἐν Πανόρμῳ τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας, καὶ ὡς Πατριαρχικοῦ ὑπαλλήλου εἰς τὴν σειρὰν τῆς ᾿Αρχιδιακονίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐβραβεύθη ὑπὸ τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου διὰ τῆς ἀνυψώσεως εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν τῆς ᾿Αρχιερωσύνης καὶ τῆς ἀναδείξεώςμου, ὡς Μητροπολίτου ῎Ιμβρου. Η εὐδόκιμος τετραετὴς ποιμαντορικὴ δρᾶσις μου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ, ἐκτιμηθεῖσα ὑπὸ τῆς Μητρὸς ᾿Εκκλησίας, ἐχρησίμευσεν ὡς τὸ μόνον μέσον προαγωγῆς μου εἰς τὴν ἐπίκαιρον ἐπαρχίαν τῆς Πελαγονίας τὴν περίπυστον καὶ περιμάχητον ταύτην ᾿Ακρόπολιν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ τοῦ ῾Ελληνισμοῦ τῆς βορείου Μακεδονίας. Εἰς ἐποχὴν δέ, καθ᾿ ἢν ὁ Μακεδονικὸς ᾿Εθνικὸς καὶ ᾿Εκκλησιαστικὸς ᾿Αγὼν εὑρίσκετο εἰς τὸ ἀνώτατον σημεῖον τῆς ἐντάσεως καὶ τῆς κρίσεως, ἐν ἐπαρχίᾳ τοιαύτης ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἐθνικῆς σημασίας, ἡ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δὲν ἔστελλε, παρὰ Ιεράρχας δεδοκιμασμένης πίστεως καὶ ἱκανότητος, ἐγγυωμένης τὴν εὐδόκιμον ᾿Αρχιερατικὴν αὐτῶν δρᾶσιν, οὖσαν ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἄμυναν τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν καὶ ᾿Εθνικῶν δικαίων ἡμῶν κατὰ τῶν ἐμφανῶν καὶ ἀφανῶν ξενικῶν προπαγανδῶν. Η ᾿Εκκλησιαστικὴ καὶ ᾿Εθνικὴ δρᾶσις μου ἐν Μοναστηρίῳ, τῇ περιπύστῳ ταύτῃ καὶ περιμαχήτῳ ᾿Ακροπόλει τοῦ ῾Ελληνισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, ἐγένετο καταφανὴς κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους καθ᾿ οὕς ἡ ταπεινή μου Μητρόπολις Πελαγονίας, διὰ τῆς συνετῆς καὶ διοικητικῆς αὐτῆς περινοίας κατώρθωσε νὰ προσφέρῃ πολυτίμους ὑπηρεσίας κατὰ τοὺς χαλεποὺς ἐκείνους καιρούς, καθ᾿ οὕς ἐκρίνετο ἡ τύχη τῆς Μακεδονίας. Εν δεῖγμα τῆς τοιαύτης μετριοπαθοῦς καὶ περιεσκεμμένης πολι- τικῆς τῆς Μητροπόλεώς μου κατὰ τὰς κρισίμους ἡμέρας τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας ἐν Μοναστηρίῳ εἶναι, οὐ μόνον ἡ διάσωσις ἐκ τῆς καθ᾿ ἑκάστην ἀπειλουμένης ὑπὸ τῶν ἐξηγριωμένων Τούρκων σφαγῆς τῶν ῾Ελλήνων καὶ ἐν γένει τῶν Χριστιανῶν τοῦ Μοναστηρίου, ἔνθα τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν πρῶτον Βαλκανικὸν πόλεμον, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπόλυσις ἐκ τῶν κεντρικῶν στρατιωτικῶν φυλακῶν τοῦ Μοναστηρίου τριῶν χιλιάδων περίπου προκρίτων Χριστιανῶν, κρατηθέντων ἐξ ὅλου τοῦ Νομοῦ Μοναστηρίου, ὡς ὁμήρων ὑπὸ τῶν Τούρκων. Καὶ τοιαύτη μὲν ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῆς Μητροπόλεώς μου ἀπέναντι τῶν Τούρκων, ἐφ᾿ ὅσον οὗτοι κατεῖχον πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς τὴν πόλιν τοῦ Μοναστηρίου.Παρόμοιαν καὶ ἔτι συνετωτέραν καὶ ἀξιοπρεπεστέραν στάσιν, ἐτήρησεν ἡ Μητρόπολις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν νέων κατακτητῶν τῆς πόλεώς μας, ἤτοι τῶν Συμμάχων καὶ ὁμοδόξων Σερβικῶν στρατευμάτων.



Κατὰ τὴν πρώτην κατάληψιν τοῦ Μοναστηρίου ὑπὸ τοῦ Σερβικοῦ Στρατοῦ,ἡ στάσις τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ελληνικῆς Μητροπόλεως, ἔπρεπε νὰ ᾖ ἀπέναντι τῶν Συμμάχων καὶ ὁμοδόξων πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ᾿Αρχῶν τόσῳ περιεσκεμμένη καὶ ἀνεπίληπτος, ὥστε νὰ δυνηθῇ αὕτη νὰ κρατήσῃ ἄθικτα τὰ ᾿Εκκλησιαστικὰ καὶ Κυριαρχικὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ ἀνεπηρεάστους κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἦττον τὰς ἐθνικὰς προνομίας τῆς ῾Ελληνικῆς Κοινότη- τος Μοναστηρίου.Οφείλομεν ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ Σερβικοὶ κύκλοι ἐπέδειξαν ἀπέναντι τῆς ῾Ελληνικῆς Μητροπόλεως τὸν ὑπὸ τῆς ὁμοδοξίας καὶ συμμαχίας ὀφειλόμενον καὶ ἐπιβαλλόμενον σεβασμόν.Οὐχ ἧττον, ὅτε ἐπειράθησαν οἱ Κρατοῦντες νὰ βολιδοσκοπήσωσι τὸν Μητροπολίτην, κατὰ πόσον οὗτος θὰ ἦτο διατεθειμένος, παραμέ- νων ἐν τῇ θέσει του, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ᾿Ορθόδοξον ἄλλως τε Σερβικὴν ᾿Εκκλησίαν, καὶ ἔλαβον ἀρνητικὴν πρὸς τοῦτο ἀπάντησιν, ὀφείλομεν ἐπίσης νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ προηγούμενος σεβασμὸς αὐτῶν πρὸς τὴν ῾Ελληνικὴν Μητρόπολιν κατέστη ὀλίγον χλιαρὸς καὶ διπλωματικός.Διὸ καὶ πρὸς τοὺς ἀποπειραθέντας νὰ ζητήσωσι παρ᾿ ἡμῶν τὴν παράδοσιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ελληνικῆς Μητροπόλεως ἐπολιτεύθη- μεν μετὰ τόσης περινοίας καὶ ἀξιοπρεπείας, ἀγρύπνως φρυκτωροῦντες ἐπὶ τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν ἐπάλξεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὥστε ὑποχρεώσαμεν αὐτούς, ἀπελπισθέντας νὰ παραλάβωσι παρ᾿ ἡμῶν τὴν ᾿Εκκλησιαστικὴν ταύτην παρακαταθήκην, νὰ ἀποτα- θῶσιν εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, μόνον δικαιοῦχον αὐτῆς, ἧς ἡμεῖς θεματοφύλακες ἁπλοῖ ἐτάχθημεν ὑπὸ τῆς Κυριάρχου ᾿Εκκλησίας.Τότε ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν εἰδικὴν ᾿Επιτροπὴν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὅπως διαπραγματευθῇ μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὴν ἐκκλησιαστικὴν χειραφέτησιν, καὶ τὴν ἐκχώρησιν τῆς Μητροπόλεως ἡμῶν εἰς τὴν ᾿Ορθόδοξον Αὐτοκέφαλον Σερβικὴν ᾿Εκκλησίαν.



Αλλά, καθ᾿ ὅν χρόνον διήρκουν αἱ διαπραγματεύσεις, ἐξερράγη ὁ Πανευρωπαϊκὸς Πόλεμος,ὅστις ἐξηνάγκασε τοὺς Σέρβους νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἐπαρχίαν μου, καταληφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Γερμανοβουλγαρικοῦ στρατοῦ.Τότε ἤρχισαν νέαι δοκιμασίαι τῆς Μητροπόλεως ἡμῶν ἐπὶ Βουλγαρικῆς Κατοχῆς, ἢτις ἐνέσπειρε τὴν φρίκην καὶ τὸν τρόμον εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ῾Ελλήνων τοῦ Μοναστηρίου, ὡς ἐκ τοῦ προηγουμένου ἀνταγωνισμοῦ ῾Ελλήνων καὶ Βουλγάρων ἐπὶ Τουρκικῆς κυριαρχίας ἐν Μακεδονίᾳ. (Συνεχίζεται...).


Εκ του περιοδικού: ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''.

Μακαριστός Ιεράρχης Χρυσόστομος Καβουρίδης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου