ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΒΙΩΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ




Ο κοινωνικός ιστός της χώρας μεταβλήθηκε. Οι στρατιές των ανέργων συνωστίζονται με τα συντάγματα πλέον των αστέγων, των εν πτωχεία εγκαταβιούντων και των υπό εξόντωση αδυνάτων. Οι Ηρωδικοί άρχοντες σιγά και σταθερά εκποιούν τα φυσικά ''κειμήλια'' της χώρας και τρέπουν σε έναν άτυπο -προς στιγμήν- διωγμό την Ορθοδοξία. Στο κατόπι, ο Οικουμενισμός, ως κατά βάση εωσφορικό δημιούργημα, αλλοιώνει το αυτό δόγμα της Ορθής Πίστης και μεταβάλλει ορθοδόξους σε αγαπολόγους Προτεστάντες και σε νεροκουβαλητές Καθολικούς. Μέσα σ' αυτήν, την κοινωνική σηψαιμία και την πνευματική αιθαλομίχλη, ο απουσιάζων ορθόδοξος πνευματικά συρρικνώνεται και ο τύποις χριστιανός, ψυχικά αποσυντίθεται. Όποιος δεν είναι ενεργό μέλος της Εκκλησίας του Θεού, με τα σωστικά Μυστήρια και τις Πατερικές καταβολές, βιώνει εκ νέου τον κίνδυνο και εισπράττει ανασφάλεια. Προτρέπουμε τους αδελφούς μας, αν και πνευματικά αδύναμοι και συμβουλευτικά ανάξιοι, ν' αποκτήσουν στενούς δεσμούς με την Εκκλησία. Είναι ώρες, που ο κώδων του κινδύνου κρούει υπερηχητικά και η επιβίβασή μας στην Κιβωτό της Σωτηρίας, που είναι η Ορθοδοξία, είναι επιβλητικά αναγκαία. Να σταματήσουμε την Αποστασία και να εγκαταβιώσουμε στην Εκκλησία. Αυτή είναι η ευχή μας για το νέο έτος. Κι εκεί χρειάζεται η προσοχή μας. Γιατι ο πιστός έχει ν' αντιμετωπίσει την πνευματική αρρυθμία και την καθοδηγητική εκτροπή από οικουμενιστές ψευδοποιμένες και επίδοξους, θρησκειακούς παγκοσμοιοποιητές. Ο κόσμος είναι στο μεταίχμιο της Νέας Εποχής. Από χρόνια εξυφαίνεται η κατάργηση της μεσαίας τάξης και η κοινωνική διαίρεση σε δύο πόλους. Σε πλούσιους και φτωχούς. Τα κοινωνικά συστήματα, ως βουλιμικοί, επί σκοπού ανθρωποπλάστες, κατέρρευσαν περίτρανα και οι θεωρίες των ισμών έπεσαν ανένδοξα στα πεδία των ταρριχευμένων, ιδεοπλαστικών μαχών. Έτσι ετοιμάστηκε η παγκοσμιοποίηση των εθνών και η οικουμενικοποίηση των θρησκειών! Όλα γίνονται Ένα. Ένα παγκόσμιο υπερκράτος, μια παγκόσμια κυβέρνηση, ένας παγκόσμιος στρατός, ένα παγκόσμιο διαδικτυακό χωριό, μια παγκόσμια θρησκεία και... Ένας παγκόσμιος ηγέτης. Ίσως περισσότερο από Ποτέ, η ''Επιστροφή του Ασώτου'', να είναι η δέουσα Ευαγγελική περικοπή για καθημερινή διδαχή και πνευματική άθληση εν καιρώ αιρέσεως. Η Αποστασία όμως, δεν έχει να κάνει μόνο με την εκούσια φυγή από την Πίστη, αλλά και από την Ορθότητα της Πίστης... Η θεωρία των κλάδων, η μεταπατερική θεολογία, η βαπτισματική θεολογία, η άρση των αναθεμάτων και η αλλαγή του ημερολογίου - εορτολογίου είναι Εκτροπές! Δυσνόητη η εποχή μας, πολυδαίδαλη, πολυδιάστατη και φαινομενικά δυσεπίλητη, είναι εποχή Έγερσης και Αφύπνισης. Ετοιμάζουμε την προσωπική μας, πνευματική κιβωτό και μέσω της Εκκλησίας αναρριχόμαστε μακρυά από τους βάλτους και τα έλη. Ειδάλλως, αυτοί που δεν ακολουθούν, βιώνουν τον ίλιγγο και την θανή. Η αγάπη μας είναι κατά Χριστόν και εν Αληθεία. Και ως βιωματικοί εραστές της ενανθρωπίσεως της Αγάπης, δηλαδή του Χριστού μας, διατηρούμε στο ακέραιο το δικαίωμα στην Ελπίδα και το Όνειρο!


Υ.Γ. Οι ευχές όλων είναι καλοδεχούμενες και ευλογημένες. Η ''θεοποίηση'' όμως του Χρόνου και η αλλαγή του, με σχεδόν ειδωλολατρικές επευφημίες και χαροποιές ζητωκραυγές, μοιάζουν περισσότερο με παγανιστικά καλοσωρίσματα και πρωτόγονες, χοικές κραυγές.


                                             


Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΥΠΟΚΡΙΤΕΣ ΚΑΙ ΔΩΡΑ ΦΕΡΟΝΤΑΣ



Σε λίγες ημέρες θα γιορτάσουμε Χριστούγεννα. Θεία η Γέννηση, Θείο το Βρέφος, ως εκ τούτου, δεν μπορείς,να μιλήσεις για Χριστό μ' έναν μαθηματικά ,εξορθολογισμένο τρόπο. Ήθελα φέτος να εγκαταβιώσω τον Θεό στα δικά μου σπλάχνα, να πάρω στάλα από την εξώφθαλμη πραότητα που κομίζει το πρόσωπο Κυρίου. Ν' αποθηκεύσω στα κενά, πνευματικά μου αμπάρια λίγη από εκείνη την θεική ηδύτητα, να την μετουσιώσω σε σιροπιαστό, ψυχοφτιαγμένο δώρο προς τον πάσχοντα, ενδεή και - σε λίγο - συνενδεή αδελφό μου. Το κέντρο γέμισε από ασκεπείς, ψυχορραγούσες παρουσίες, που τα βράδυα πεθαίνουν απ' το κρύο και προωθούνται στα αζήτητα. Μια σταλαγματιά κατά Χριστόν αγάπης νά' χα, να πλήρωνα τον Χρόνο με αυθεντική, σταυροαναστάσιμη θυσία, να την έκρυβα επιμελώς στους ώμους του συναμαρτούντος αδελφού μου και να βοήθαγα, να σηκώσουμε μαζί τα βάρη, αυτής της αμαρτωλόφορτης, συσσωρευμένης μπάρας, που μας θέλει όλους από κάτω. Θά' θελα, να πάρω λίγη χωρική αυθεντικότητα, η υποκρισία μου περίσσεψε και η ορθοπραξία μου εκλίπει.  Λίγη από εκείνη την ανείπωτη αγνότητα του μικρού Χριστούλη, να κυττάξω πλέον τον κόσμο με άλλα ανακαινισμένα μάτια, να κλωτσήσω τις κουτοπόνηρες, εγωικές καχυποψίες μου και τις κακίστρες, παθογενείς ιδεοληψίες μου. Θέλω, να δω τα Χριστούγεννα, όχι, ως ακόμη μια γιορτή, αλλά,ως ακόμη μια προτροπή για εκούσια Μετάνοια. Γιατι η μετάνοια είναι καθημερινή, βιοματική πρακτική, δεν αλλάξαμε δρόμο μια φορά κι αφεθήκαμε στο φύσσημα του ανέμου. Κι όλα αυτά, που ζητάω, ανεκτίμητα, απροσδιόριστα και απροσμέτρητα, Δώρα του Θεού είναι. Το μόνο που έχω να Του δώσω στην γιορτή Του είναι η εσωτερική μου προτροπή για όψιμη Μετάνοια. Γιατι κι αυτή Δώρο του μικρού Κυρίου είναι. Τελικά, αυτά που σέρνουμε πάνω μας είναι οι αμαρτοποιούσσες αλυσίδες μας, που φέρουν πάνω τους την προσωπική υπογραφή μας και το ατομικό μας χρέος. Πιστωθήκαμε ανέξοδα τις κυοφορημένες αμαρτίες, που γέννησαν τα εγωπαθή οψώνια των εφάματων λογισμών μας. Η Γέννησή σου μικρέ Χριστούλη μου να γίνει εφαλτήριο για νέους, πιο ανυπόκριτους, πνευματικούς αγώνες. Δεν βγαίνει άλλο. Γύρω μας καταρρέουν όλα τα ανθρωποειδή συστήματα κι οι κοσμικοί μας άρχοντες επιχαίρουν για την Νέα Εποχή, που γεννοβόλησαν στις κομίζουσες ακαθαρσίες του τερατόμορφου αντιχρίστου. Μεγαλόσχημοι ψευδοποιμένες και λίαν εκκοσμικευμένοι κληρικοί επαναπαύονται ησύχως στην παναιρετική αιμορραγία που ξεχυλίζει πανταχόθεν το οικουμενιστικό θηρίο. Θέλω Χριστέ μου, να σε κυττάξω ευθυπίβολα στα μάτια. Τί να την κάνω και την ορθότητα της Πίστης, αν δεν είμαι κατά βίον, ορθοπραττών, αναγεννημένος χριστιανός! Όχι άλλοι ξύλινοι λόγοι και υπερφίαλα λογίδρια στην Γέννησή σου. Έργα χρειαζόμαστε, ο ορθόδοξος είναι ο φύσει επαναστατών κατά του Κακού, κομίζων τα Δώρα της κατά Θεόν Αγάπης. Και, τί ν' αφήσουμε στα νέα παιδιά; Βαρέθηκαν τις επαναλαμβανόμενες, ασθμαίνουσες κουραστικές αγαπολογίες και τους χρόνιους, καρμποναρισμένους, φωτοτυπημένους λόγους. Βοηθησέ μας Χριστέ να σηκωθούμε! Για να δούμε τον Δρόμο Σου, κι όχι τον ήλιο, πιο ψηλότερα!


Πάτριο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο, Κυριακή 16 [29] Δεκεμβρίου 2013 

                                                                                                         

 Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


ΠΑΡΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟ.ΕΜΕΙΣ ΘΕΛΟΥΜΕ ΧΡΙΣΤΟ!

 

Ένας πλούσιος νέος αποφάσισε κάποτε να μονάσει σε μια Μονή,που είχε πολύ καλή πνευματική φήμη.Έμεινε κάποιο χρονικό διάστημα και επειδή ωφελήθηκε πνευματικά απ΄την καλή κατάσταση του μοναστηριού, μια που είχε αρκετό χρυσάφι το φέρνει και το δίνει στον αββά, λέγοντάς του:«Αββά, επειδή ωφελήθηκα απ΄την ζωή στο κοινόβιο και θέλω εάν και ο Θεός συγκατανεύει, να κάνεις την κουρά μου και να μου δώσεις το άγιο σχήμα, πάρε αυτήν την ευλογία και διαχειρίσου την όπως νομίζεις», και του δείχνει το χρυσάφι.Ο ηγούμενος όμως που ήταν άνθρωπος ενάρετος και είχε φόβο Θεού, δεν έσπευσε να πάρει το χρυσάφι, αλλά του λέει:«Αυτά, παιδί μου, εδώ δεν τα χρειαζόμαστε. Όπως γνωρίζεις δεν είμαστε πολυέξοδοι στις ανάγκες μας, αλλ΄όπως τύχει με φτηνά πράγματα περνούμε, καθώς ζούμε εδώ στην έρημο. Αλλά σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, πήγαινε και δώσ΄τα στους φτωχούς και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς». Εκείνος όμως επέμενε να παρακαλεί και να λέει:«Το έταξα, πάτερ, όπου εγκαταβιώσω, εκεί να τα προσφέρω».Κι ο Γέροντας του απαντά:«Εγώ, παιδί μου, εάν τα πάρω, θα τα δώσω στους φτωχούς. Γιατί δεν μάθαμε να συγκεντρώνουμε θησαυρό επάνω στη γη».

 

Εκείνος πάλι επέμενε λέγοντας, «Πάρε τα, Πάτερ, και όπως νομίζεις διαχειρίσου τα». Τότε ο αββάς δέχτηκε τον χρυσό και του έκανε την κουρά και του ΄δωσε το άγιο σχήμα.Κατ΄οικονομίαν Θεού όμως δεν ξόδεψε ο αββάς τα χρήματα, αλλά περίμενε θέλοντας να δει την προκοπή του. Ωστόσο κανένας δεν γνώριζε, ούτε και ο ίδιος ο αδελφός, ότι υπήρχαν ακόμη τα χρήματα. Στην αρχή λοιπόν, που είχε ακόμη τη θέρμη της αποταγής, εκπλήρωνε κάθε υποταγή και έκανε ακούραστα και το διακόνημα που του ανέθεταν. Μετά όμως από καιρό άρχισε να χαλαρώνει και να μη δείχνει την ίδια προθυμία, αλλά σιγά-σιγά άρχισε κάπως να μουρμουρίζει λέγοντας:«Εγώ είχα δώσει πολλά λεφτά στο κοινόβιο και δεν τρώω δωρεάν το ψωμί».Όταν άκουσαν λοιπόν αυτά κάποιοι αδελφοί, άρχισαν να σκανδαλίζονται και προπαντός οι πιο απλοϊκοί. Όταν το΄μαθε αυτό ο αββάς, τον κάλεσε και του είπε:«Δεν με πίεσες, αδελφέ, σύ ο ίδιος, για να δεχθώ τα χρήματά σου? Δεν τα έχεις δώσει για να τα μοιράσουμε στους φτωχούς? Ή μήπως κάναμε συμφωνία να μην εργάζεσαι και να σκανδαλίζεις τους αδελφούς με τους γογγυσμούς σου? Όχι, έτσι, παιδί μου, γιατί η Γραφή λέει: Προσέξτε να μην σκανδαλίσετε κανέναν απ΄αυτούς τους μικρούς».Κι ενώ πολλές και διάφορες νουθεσίες του έκαμε ο αββάς, δεν απομακρύνθηκε απ΄τη διαβολική ενέργεια, πού ενισχύθηκε μέσα του απ΄την πονηρή συνήθεια του γογγυσμού. Βλέποντας, λοιπόν, ο αββάς ότι δεν αλλάζει γνώμη, του λέει κάποια μέρα, «Έλα, αδελφέ, να πάμε κάτω στον Ιορδάνη». Όπως είπαμε παραπάνω, το μοναστήρι βρίσκεται σε κοντινή απόσταση απ΄το ποτάμι.

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ, Η ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

 

Εἶναι πολὺ ἀναγκαῖο σε αὐτὸν τὸν πόλεμο, τὸ νὰ μὴν ἐμπιστευώμαστε τὸν ἑαυτόν μας, ὅπως εἴπαμε· παρόλα αὐτά, ἐὰν ἀπελπισθοῦμε μόνο, δηλαδή, ἐὰν ἀποβάλουμε, μόνον κάθε πεποίθησι τοῦ ἑαυτοῦ μας, βέβαια, ἢ τραποῦμε σὲ φυγή, ἢ θὰ νικηθοῦμε, καὶ θὰ κυριευθοῦμε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Γι᾿ αὐτό, κοντὰ στὴ ὁλοκληρωτικὴ ἀπάρνησι τοῦ ἑαυτοῦ μας, χρειάζεται ἀκόμη καὶ ἡ πλήρης ἐλπίδα καὶ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, ἐλπίζοντας δηλαδὴ ἀπὸ αὐτὸν μόνο κάθε καλὸν καὶ κάθε βοήθεια καὶ νίκη. Γιατὶ, καθὼς ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ὅπου εἴμαστε τὸ τίποτα, τίποτα ἄλλο δὲν περιμένουμε, παρὰ γκρεμίσματα καὶ πτώσεις, γιὰ τὰ ὁποῖα καὶ πρέπει νὰ μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό μας τελείως, κατὰ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ ἀπολαύσουμε ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸν Θεὸν κάθε νίκη, ἀμέσως μόλις ὁπλίσουμε τὴν καρδιά μας μὲ μίαν ζωντανὴ ἐλπίδα σὲ αὐτόν, ὅτι θὰ λάβουμε τὴν βοήθειά του σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο τὸ ψαλμικὸ «σ᾿ αὐτὸν ἔλπισε ἡ καρδιά μου καὶ βοηθήθηκα»  Αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, μαζὶ καὶ βοήθεια, μποροῦμε νὰ πετύχουμε γιὰ τέσσερις λόγους.α) Γιατὶ τὴν ζητᾶμε ἀπὸ ἕνα Θεό, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ νὰ εἶναι Παντοδύναμος, ὅ,τι θέλει μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ καὶ στὴ συνέχεια μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ καὶ μᾶς.β) Γιατὶ, τὴν ζητᾶμε ἀπὸ ἕνα Θεὸ ὁ ὁποῖος, ὄντας ἄπειρα σοφός, ὅλα, τὰ πάντα γνωρίζει μὲ πλήρη τελειότητα, καὶ ἑπομένως γνωρίζει ὅλο ἐκεῖνο ποὺ ταιριάζει στὴ σωτηρία μας.

 

Γιατὶ ζητᾶμε αὐτὴ τὴν βοήθεια, ἀπὸ ἕνα Θεό, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ εἶναι ἀτέλειωτα ἀγαθός, μὲ μία ἀγάπη καὶ θέλησι ποὺ δὲν περιγράφεται, εἶναι πάντα ἕτοιμος γιὰ νὰ δώσῃ ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα, καὶ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, ὅλη τὴ βοήθεια ποὺ μᾶς χρειάζεται, γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ νίκη τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀμέσως ὅταν τρέξουμε στὴν ἀγκαλιά του μὲ σταθερὴ ἐλπίδα.Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, ὁ καλὸς ἐκεῖνος Ποιμένας μας, ποὺ ἔτρεχε τριαντατρία χρόνια ἀναζητώντας τὸ χαμένο πρόβατο, μὲ τόσο δυνατὲς φωνές, ποὺ βράχνιασε ὁ λάρυγκας, ποὺ περπάτησε δρόμο τόσο κοπιαστικὸ καὶ ἀκανθώδη, ποὺ ἔχυσε ὅλο του τὸ αἷμα καὶ ἔδωσε τὴ ζωή, πῶς εἶναι δυνατόν, λέω, τώρα ποὺ αὐτὸ τὸ πρόβατο ἀκολουθεῖ πίσω του, καὶ μὲ ἐπιθυμία φωνάζει, καὶ τὸν παρακαλεῖ, νὰ μὴ γυρίσῃ σὲ αὐτὸ τοὺς ὀφθαλμούς του; πῶς μπορεῖ νὰ μὴν τὸ ἀκούσῃ; καὶ νὰ μὴν τὸ βάλη στοὺς θείους του ὥμους, κάνοντας γιορτὴ μὲ ὅλους τοὺς Ἀγγέλους τοῦ οὐρανοῦ; καὶ ἂν ὁ Θεός μας δὲν παύει ἀπὸ τὸ νὰ γυρεύῃ μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια καὶ ἀγάπη, νὰ βρῇ κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ παραβολή, τὴ χαμένη δραχμή, τὸν τυφλὸ καὶ κωφὸ ἁμαρτωλό, πῶς γίνεται τώρα νὰ ἐγκαταλείψη αὐτόν, ποὺ σὰν χαμένο πρόβατο, φωνάζει καὶ καλεῖ τὸν δικό του Ποιμένα; καὶ ποιὸς θὰ πιστέψη ποτέ, πὼς ὁ Θεός, ποὺ χτυπάει πάντα τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἐπιθυμώντας νὰ μπῆ μέσα καὶ νὰ δειπνήσῃ, σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὴ Ἀποκάλυψι   δίνοντας σὲ αὐτὸν τὰ χαρίσματά του, ὅτι, ὅταν τοῦ ἀνοίγῃ τὴν καρδιὰ ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸν προσκαλῇ, αὐτὸς θὰ ἔπρεπε νὰ κάνῃ μὲ τὴν θέλησί του τὸν κωφὸ καὶ νὰ μὴ θέλῃ νὰ μπῆ;Ὁ δ᾿ τρόπος γιὰ ν᾿ ἀπόκτηση κάποιος αὐτὴν τὴν στὸ Θεὸν ἐλπίδα καὶ βοήθεια, εἶναι τὸ νὰ τρέξη μὲ τὴν μνήμη του στὴν ἀλήθεια τῶν θείων Γραφῶν, οἱ ὁποῖες, σὲ τόσα μέρη ἂς δείχνουν φανερά, ὅτι δὲν ἔμεινε ποτὲ ντροπιασμένος καὶ ἀβοήθητος, ὅποιος ἔλπισε στὸν Θεό.

ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ, ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΘΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ



Ἀμφιβολίες γύρω ἀπό τό Θεό καί τήν πίστη ἔχουν κάποτε-κάποτε σχεδόν ὅλοι. Μποροῦν, ὡστόσο, νά τίς διώξουν εὔκολα μέ σκέψεις ἀντιρρητικές, πού ἐπιβεβαιώνουν τήν ἀλήθεια τῆς θείας ἀποκαλύψεως γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο: ἡ τάξη καί ἁρμονία τοῦ σύμπαντος, τό θαῦμα τῆς ζωῆς, ὅλα τά ἄλλα ὑπερφυσικά καί ἐξαίσια θαύματα τοῦ Κυρίου καί τῶν ἁγίων Του..., πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως τῶν καλοπροαίρετων καί ἁγνῶν ψυχῶν.Τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μαρτυροῦν γιά τήν ὕπαρξη καί τήν πρόνοιά Του, ἔχουν πολλές πλευρές.Μία πλευρά εἶναι κατάφωτη καί γι’ αὐτό καταφανῆς. Μία ἄλλη εἶναι ἁπλά φωτεινή καί διακριτή. Ἄλλη εἶναι ἀμυδρόφωτη καί δυσδιάκριτη. Ἄλλη πάλι εἶναι σκοτεινή καί γι’ αὐτό ἀόρατη. Τήν τελευταία τούτη πλευρά ἀφοροῦν οἱ ἀμφιβολίες.Ἔτσι, ὅμως, οἰκονόμησε τά πράγματα ὁ Κύριος, γιά νά δοκιμάζεται ἡ εἰλικρίνεια τῆς ἀναζητήσεώς Του ἀπό τίς ψυχές μας, καθώς καί ἡ ταπείνωσή μας. Βλέπετε, ὁ Θεός καί τά ἔργα Του προσεγγίζονται καί γνωρίζονται μόνο μέ τήν ταπείνωση.Πιστεύετε πώς ὅπου εἶναι ὁ Θεός καί ἡ ἀλήθειά Του, δηλαδή παντοῦ, ὅλα θά πρέπει νά πλημμυρίζουν μέ φῶς, νά γίνονται ἀντιληπτά μέ τίς αἰσθήσεις, νά ἐμπνέουν δυνατά τίς ψυχές, νά κραυγάζουν γιά τή θειότητά τους!

 

Δέν ἀντιλαμβάνεστε ὅτι, μέ τό νά σκέπτεστε ἔτσι, θέλετε νά καθορίζετε ἐσεῖς τό πῶς πρέπει νά ἐνεργεῖ ὁ Θεός; Καί τοῦτο, ὅπως ἀναμφίβολα θά συμφωνήσετε, εἶναι ἀδιανόητο, γιατί, ἄν συνέβαινε, θά διασάλευε τή φυσική τάξη τῶν πραγμάτων.Τά ἔργα τοῦ Θεοῦ αὐτά καθαυτά εἶναι ἀκριβῶς θεῖα, ἡ θειότητά τους ὅμως εἶναι καλυμμένη μ’ ἕνα ἀόρατο παραπέτασμα. Γιατί; Ἔτσι θέλησε ὁ Θεός -τοῦτο μόνο ἔχω νά πῶ. Οἱ βουλές τῆς θείας Σοφίας καί Ἀγάπης εἶναι ἀνεξιχνίαστες. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πάντως, πώς ἀνέκφραστη ὀμορφιά καί ἄπλετο φῶς κρύβονται πίσω ἀπό τό παραπέτασμα, πού δέν ἀφήνει τούς ἄπιστους ἀνθρώπους νά δοῦν τήν ἀλήθεια.Λέει ὁ ἀπόστολος « μολονότι εἶναι ἀόρατες καί ἡ αἰώνια δύναμη τοῦ Θεοῦ καί ἡ θεϊκή Του ἰδιότητα, οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά τίς δοῦν καί νά τίς ἐννοήσουν, ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος, μέσω τῶν δημιουργημάτων Του» (Ρωμ.1,20). Ποιοί ἄνθρωποι, ὅμως; Μόνο οἱ πιστοί καί καλοπροαίρετοι. Καί ὄχι, βέβαια, οἱ τυπικά πιστοί, ἀλλά ἐκεῖνοι πού ζοῦν θεάρεστα.Πρέπει νά σπάσεις τό καρύδι, γιά νά βρεῖς καί νά γευθεῖς τή ψίχα του, τή νόστιμη καί θρεπτική. Ὁ Κύριος δέν ἀποκαλύπτει τά μυστήριά Του σέ ὅλους καί δέν πετάει τά μαργαριτάρια στούς χοίρους. Γι’ αὐτό καί στό λαό μιλοῦσε γιά τή βασιλεία Του μέ παραβολές. Ὅσοι εἶχαν τίς πνευματικές προϋποθέσεις, τίς κατανοοῦσαν καί φωτίζονταν ἀπό τήν ἀλήθεια.Οἱ σπόροι, πού πέφτουν στή γόνιμη γῆ, θαρρεῖς πώς σαπίζουν καί χάνονται. Ὅμως, μέ τή δύναμη πού ἔχει βάλει μέσα τούς ὁ Θεός, βλαστάνουν καί αὐξάνονται καί δίνουν καρπό πολύ.

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

ΔΩΔΕΚΑ ΑΝΑΧΩΡΗΤΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥΣ

 
 

Δώδεκα αναχωρητές άγιοι, σοφοί και πνευματικοί άνθρωποι, συγκεντρώθηκαν κάποτε και ζήτησαν να ομολογήσει ο καθένας όσα κατόρθωσε στο κελί του και ποια ήταν η πνευματική του άσκηση.Ο πρώτος, ο μεγαλύτερος στην ηλικία, είπε:«Αδελφοί, εγώ από τη στιγμή που άρχισα να ζω ησυχαστική ζωή σταύρωσα όλο τον εαυτό μου απέναντι στα εξωτερικά πράγματα, έχοντας στον νου μου αυτό που είναι γραμμένο: Να σπάσουμε τους δεσμούς που μας συνδέουν μαζί τους και να ρίξουμε από πάνω μας τον ζυγό τους.Έτσι, έκανα ένα τείχος ανάμεσα στην ψυχή μου και στα σωματικά πράγματα και αναλογίσθηκα ότι, όπως αυτός που είναι μέσα από το τείχος δεν βλέπει αυτόν που στέκεται έξω, με τον ίδιο τρόπο και σύ μη θελήσεις να βλέπεις τα πράγματα πού έχουν σχέση με τα έξω.Αλλά να έχεις στραμμένη την προσοχή σου στον εαυτό σου, αναμένοντας κάθε μέρα με ελπίδα τον Θεό.Έτσι θεωρώ τις πονηρές επιθυμίες φίδια και απόγονους από οχιές, και όταν τις αισθάνομαι να ξεφυτρώνουν στο νου μου, τις ξηραίνω με φοβέρες και οργή.Ακόμη, δεν σταμάτησα ποτέ να τα βάζω με το σώμα μου και με την ψυχή μου, για να μην εκτραπούν σε τίποτε ανάρμοστο».Ο δεύτερος είπε:«Εγώ από τότε που αρνήθηκα τον κόσμο, είπα στον εαυτό μου:

 

 

Σήμερα αναγεννήθηκες, σήμερα άρχισες να δουλεύεις στον Θεό, σήμερα άρχισες να κατοικείς εδώ σαν ξένος.Έτσι κάθε μέρα να αισθάνεσαι, σαν ένας ξένος και ότι αύριο θα φύγεις».Ο τρίτος είπε.«Εγώ από το πρωί ανεβαίνω στον Κύριό μου, και αφού τον προσκυνήσω, πέφτω με το πρόσωπο κάτω και εξομολογούμαι τα αμαρτήματά μου. Έπειτα κατεβαίνοντας προσκυνώ τους αγγέλους του και τους παρακαλώ να ικετέψουν τον Θεό για μένα και για ολόκληρη την κτίση.Αφού το κάνω αυτό, κατεβαίνω στην άβυσσο και ό,τι κάνουν οι Ιουδαίοι, όταν πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα, πού σχίζουν τα ενδύματά τους και κλαίνε και πενθούν για τη συμφορά που βρήκε τους πατέρες τους, αυτό κάνω κι εγώ.Περιπλανιέμαι στους τόπους της κόλασης, βλέπω τα δικά μου μέλη (δηλαδή τους εκεί άλλους χριστιανούς) να βασανίζονται και κλαίω μ΄αυτούς που κλαίνε».Ο τέταρτος είπε:«Εγώ έτσι νιώθω, σαν να κάθομαι με τον Κύριο και τους Αποστόλους του στο όρος των Ελαιών.Είπα στον εαυτό μου: από δω και πέρα κανέναν συγγενή να μην ξέρεις, αλλά πάντοτε να βρίσκεσαι μ΄αυτούς, να τους αναζητάς και να μιμείσαι τον καλό τρόπο της ζωής τους, όπως η Μαρία που καθόταν κοντά στα πόδια του Κυρίου και άκουγε τα λόγια του:«Να γίνετε άγιοι, γιατί εγώ είμαι άγιος.Να γίνετε σπλαχνικοί και τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας είναι τέλειος. Να διδαχτείτε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».Ο πέμπτος είπε:«Εγώ κάθε φορά βλέπω αγγέλους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν για την πρόσκληση των ψυχών.Και πάντοτε, περιμένοντας το τέλος μου, λέω: Είναι έτοιμη η καρδιά μου, Θεέ μου».Ο έκτος είπε:«Εγώ καθώς κάνω την πνευματική μου εργασία στο κελί, νομίζω ότι ακούω από τον Κύριο αυτά τα λόγια:Να κοπιάστε για μένα κι εγώ θα σας αναπαύσω, ακόμη λίγο να αγωνιστείτε και θα σας δείξω τη σωτηρία και τη δόξα μου.

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΔΑΤΕ ΗΤΑΝ ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ

 

Ένας Γέροντας είπε ότι υπήρχε κάποιος αναχωρητής, που κατοικούσε στην πιο βαθιά έρημο από αρκετά χρόνια κι είχε αποκτήσει χάρισμα διορατικό, ώστε να συναναστρέφεται με τους αγγέλους. Και συνέβη το εξής: Δύο αδελφοί μοναχοί άκουσαν τα σχετικά μ΄αυτόν και είχαν την επιθυμία να τον γνωρίσουν και να ωφεληθούν. Βγήκαν από τα κελιά τους και πήγαιναν προς αυτόν με εμπιστοσύνη στην καρδιά. Και αναζητούσαν τον δούλο του Θεού στην έρημο.Ύστερα από μερικές μέρες πλησίασαν στη σπηλιά του Γέροντα. Από μακριά βλέπουν κάποιον σαν άνθρωπο ντυμένο στα λευκά να στέκεται πάνω σε έναν από τους λόφους που ήταν κοντά στον όσιο σε απόσταση περίπου τριών σημείων.Τους φώναξε: «Αδελφοί, αδελφοί».Αυτοί τον ρώτησαν: «Ποιος είσαι και τι θέλεις;«Να πείτε, τους αποκρίθηκε, στον αββά εκείνον που θα συναντήσετε: θυμήσου αυτό που σε παρακάλεσα».Οι αδελφοί ήρθαν, βρήκαν τον Γέροντα, τον χαιρέτισαν και πέφτοντας στα πόδια του παρακαλούσαν να ακούσουν από το στόμα του λόγο σωτηρίας. Πράγματι, διδάχτηκαν απ΄αυτόν και ωφελήθηκαν πολύ.Του μίλησαν και για τον άνθρωπο που είδαν καθώς έρχονταν, και την παράκλησή του. Ο Γέροντας κατάλαβε ποιος ήταν, αλλά προσποιούνταν ότι δεν τον ήξερε. Μάλιστα έλεγε: «Κανένας άλλος άνθρωπος δεν κατοικεί εδώ». Οι αδελφοί όμως βάζοντας συνέχεια μετάνοιες και αγκαλιάζοντας τα πόδια του τον υποχρέωναν να πει ποιος ήταν αυτός που είδαν.Ο Γέροντας τους σήκωσε όρθιους και τους είπε:«Δώστε μου τον λόγο σας ότι δεν θα μιλήσετε επαινετικά σε κανέναν για μένα σαν για κάποιον άγιο, μέχρι να φύγω στον Κύριο, και τότε θα σας μιλήσω καθαρά για την υπόθεση». Εκείνοι έκαναν όπως τους ζήτησε. Τους λέει λοιπόν:«Αυτός που έχετε δει ντυμένο στα λευκά είναι άγγελος Κυρίου, που ήρθε εδώ και παρακαλεί εμένα τον αδύναμο και μου λέει: «Ικέτευσε τον Κύριο για μένα, να ξαναγυρίσω στον τόπο μου, γιατί έχει πια συμπληρωθεί η προθεσμία που ορίσθηκε σε βάρος μου από τον Θεό». Στην ερώτησή μου «ποια είναι η αιτία της ποινής σου?» απάντησε:«Συνέβη σε μια επαρχιακή πόλη πολλοί άνθρωποι να παροργίζουν τον Θεό με τις αμαρτίες τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, και μ΄έστειλε να τους παιδεύσω με ευσπλαχνία. Εγώ όμως όταν τους είδα πολύ να ασεβούν, τους επέβαλα μεγαλύτερο παιδεμό, με αποτέλεσμα πολλοί να εξοντωθούν. Γι΄αυτό μου επεβλήθη η απομάκρυνσή μου από προσώπου του Θεού πού μου είχε αναθέσει την αποστολή».Όταν του είπα «και πώς είμαι άξιος να παρακαλέσω τον Θεό για έναν άγγελο?», εκείνος είπε:«Αν δεν ήξερα ότι ο Θεός δέχεται την προσευχή των γνήσιων δούλων του, δεν θα ερχόμουν και δεν θα σε ενοχλούσα».Εγώ αναλογίσθηκα εκείνη τη στιγμή το αμέτρητο έλεος του Κυρίου και την άπειρη αγάπη του προς τον άνθρωπο, που τον έκανε άξιο να μιλάει μαζί του και να τον βλέπει, επίσης οι άγγελοί του να υπηρετούν τους ανθρώπους και να έχουν επαφή μαζί τους, όπως έχει γίνει με τους μακάριους δούλους του Ζαχαρία και Κορνήλιο και τον προφήτη Ηλία και τους άλλους αγίους. Ένιωσα κατάπληξη μ΄αυτά και δόξασα την ευσπλαχνία του».Μετά απ΄το περιστατικό αυτό ο τρισμακαριστός πατέρας μας αναπαύτηκε. Οι αδελφοί τον έθαψαν τιμητικά με ύμνους και προσευχές. Κι εμείς ας επιδιώξουμε να μιμηθούμε τις αρετές αυτού του Γέροντα με τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να φτάσουν στην επίγνωση της αλήθειάς του.

 
 

*΄ Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών.

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ

 
 
 

«᾿Εγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4ῃ Μαρτίου 1851. ᾿Εβγῆκα ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τῷ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α καὶ Β τάξιν. Τὴν Γ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἶτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ τὸν ᾿Ιούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ ῞Αγιον ῎Ορος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς ᾿Αθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ᾿ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ᾿ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλῶσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα ῾Αγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμωδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη “῾Η Μετανάστις” ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν “Σωτήρα”. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη “Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν” εἰς τὸ “Μὴ χάνεσαι”. ᾿Αργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας».᾿Απὸ τὰ σημαντικότατα ἀριστουργηματικὰ ἔργα του ἐπιλέγουμε ἐλάχιστα ψήγματα, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἐπικαιρότητα τῆς γραφίδας του, καθὼς ἡ ἀκτινοβολία τῆς κληρονομιᾶς ποὺ μᾶς ἄφησε, νικᾶ τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο. ᾿Εξάλλου, στοὺς ψηφιακοὺς ἀφεγγεῖς καὶ ἀσέληνους καιρούς μας, ἐξακολουθεῖ νὰ φωτίζει μὲ τὸ δικό του μυστικὸ φῶς τὰ ἐρεβώδη μονοπάτια τῆς γραφῆς, νὰ μᾶς κερνᾶ ἁπλόχερα «ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν» ἀπὸ τὸ χριστόψωμο τοῦ ψυχικοῦ του μεγαλείου καὶ νὰ μᾶς συνοδεύει ἐνθουσιαστικὰ μὲ τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀναντικατάστατος ἠθογραφικὸς ξεναγός, ἰδιαίτερα κατὰ τὶς εὔσημες ἡμέρες τοῦ χρόνου.

 

 

«῾Η ῾Ελλάδα κλείστηκε μέσα του, ἔγινε κόσμος τῆς ψυχῆς του», σημείωσε ὁ Γ. Δροσίνης. ῎Ετσι, τὴ χρονιὰ ποὺ ἡ ῾Ελλάδα χαιρόταν τὸ γιορτάσι τῶν πρώτων ᾿Ολυμπι- ακῶν ᾿Αγώνων (1896), ἐκεῖνος διεισδυτικὰ καὶ διερευνητικὰ εἶχε τὸ σθένος νὰ ὑποβάλει τὸ ἐρώτημα:«Τίς ἠμύνθη περὶ πάτρης; Καὶ τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνωδοῦσα ἐπὶ τῶν ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ κακοὶ κυβερνῆται τῆς ῾Ελλάδος» (ἐφημ. «᾿Ακρόπολις»).῞Ενα χρόνο ἀργότερα συνέβη ὁ ἀτυχὴς πόλεμος μὲ τὴν ἐπονείδιστη ἧττα, γιὰ νὰ δικαιωθεῖ καὶ πάλι «ἡ γλαῦξ».Καὶ σήμερα θὰ θρηνωδεῖ γιὰ πολὺ ἀκόμη, μπροστὰ στὰ τόσα ἐρείπια ποὺ ἀντικρύζει καθημερινά, ἠθικὰ καὶ ὑλικά, ἔμψυχα καὶ ἄψυχα, πνευματικὰ καὶ ἐθνικά. ᾿Αλλὰ τώρα... γλαῦκες θὰ ἀκοῦμε;Ο φτωχὸς ὅμως «ἅγιος τῆς πεζογραφίας» μας καὶ ποιητὴς προχωρεῖ βαθύτερα καὶ στιγματίζει τὴν αἰτία τοῦ κακοῦ:«῾Η πλουτοκρατία ἦτο καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκὴς ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾶ τὴν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τὴν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καὶ ψυχάς. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς» («Τὰ δύο τέρατα»).Πόσο δίκαιο ἔχει! Τὸ βλέπουμε καὶ στὶς μέρες μας. ᾿Αφοῦ ὅλες οἱ κυβερνήσεις συλλήβδην ροκάνισαν τὰ χρήματα ἀκόμη καὶ τῶν ἐπερχομένων γενεῶν, στὴ συνέχεια μᾶς παρέδωσαν στὴν κηδεμονία τοῦ ΔΝΤ. Κι ἄν κάποτε τολμήσει ἡ ᾿Εκκλησία νὰ ἀποκαλύψει ἀλήθειες πρὸς τὸ λαὸ ἤ κάποιος θαρραλέος καὶ δυναμικὸς μητροπολίτης τολμήσει νὰ θίξει τὰ κακῶς κείμενα καὶ νὰ ἐλέγξει παγκόσμιους κολοσσούς, ζητοῦν «τὴν κεφαλήν του ἐπὶ πίνακι».

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΑΙΡΕΣΕΩΣ

 

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, γεννήθηκε το 759 στη Κωνσταντινούπολι. Ο πατέρας του λεγόταν Φωτεινός και ήταν ταμίας του κράτους. Η μητέρα του λεγόταν Θεοκτίστη και ήταν σπάνια γυναίκα. Στον τάφο της ο άγιος Θεόδωρος έκλαψε και εξεφώνησε λόγο, όπου την χαρακτηρίζει με το όνομα «διμήτηρ», δηλαδή δύο φορές μητέρα. Σα' να της έλεγε• Μία φορά με γέννησες με το φυσικό τρόπο και μία με τρόπο πνευματικό αφού μαζί με το γάλα που με πότισες μου έδωσες και τη διδασκαλία του Χριστού.Από τέτοια μάνα βγήκε. Από μικρός ακολούθησε την ενάρετη ζωή και δέχθηκε την ελληνική παιδεία. Μελέτησε τους κλασικούς συγγραφείς και προ παντός τους πατέρες της Εκκλησίας. Έγινε σπουδαίος Θεολόγος. Αγάπησε το Χριστό και αφιερώθηκε σ΄ αυτόν.Το 781, με προτροπή της μητέρας του Θεοκτίστης, όλη η οικογένεια ασπάζεται τη μοναχική ζωή. Σε ένα μικρό πατρικό τους κτήμα κοντά στο χωριό Σακλουδίωνος της Προύσης ιδρύεται μοναστήρι. Εκεί ο άγιος Θεόδωρος γίνεται μοναχός με ηγούμενο και διδάσκαλο το θείο του Πλάτωνα. Το 789 χειροτονείται ιερεύς από τον πατριάρχη Ταράσιο. Και όταν το 794 ο θείος του παραιτήθηκε από ηγούμενος, τον διαδέχεται αυτός στην ηγουμενία.

 

 

Δεν κράτησε όμως πολύ ο καιρός της ησυχίας. Μετά από δύο χρόνια το 796, συνέβη ένα θλιβερό γεγονός. Ο τότε αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ' (780-797) είχε μία εκλεκτή γυναίκα, τη Μαρία που οι ιστορικοί μαρτυρούν ότι ήταν υπόδειγμα συζύγου. Εν τούτοις ξαφνικά ο αυτοκράτορας τη διώχνει από τα ανάκτορα την στέλνει συνοδεία στρατιωτών σε μοναστήρι, κι εκεί χωρίς τη θέλησί της την κάνει καλόγρια πράγμα που απαγορεύουν οι κανόνες. Και μόνο αυτό; Αφού έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του, παίρνει ως σύζυγος μία νέα, τη Θεοδότη. Ο γάμος έγινε νύχτα. Ένας παπάς από εκείνους που αποτελούν αίσχος για την Εκκλησία του Χριστού -πάντοτε θα υπάρχουν προδότες-, ο Ιωσήφ που ήταν πρωτόπαπας στην Αγία Σοφία, ανέβηκε στα ανάκτορα και στεφάνωσε το παράνομο ζεύγος. Και την άλλη μέρα ο Κωνσταντίνος πήγε με τη Θεοδότη στην Αγία Σοφία, κ' εκεί η παλλακίδα στέφθηκε επισήμως βασίλισσα. Κακό παράδειγμα για μεγάλους και μικρούς.Μεγάλο το σκάνδαλο. Και όμως κανείς δε μιλούσε. Τότε μέσα στη σιωπή ακούστηκε βροντή. Κάποιος φώναξε. Δεν ήταν πατριάρχης ούτε δεσπότης. Ένας απλό ιερομόναχος, ο ηγούμενος Θεόδωρος - να χουμε την ευχή του-. Αυτός ήλεγξε το παράνομο αυτοκρατορικό ζεύγος και τον αυλοκόλακα ιερέα που τους στεφάνωσε, έκοψε δε και το μνημόσυνο του πατριάρχου Ταρασίου (784-806) αφού κι αυτός δεν τιμώρησε τον παρανομήσαντα ιερέα. Προσπάθησε με κολακείες και δώρα να κάνη τον άγιο Θεόδωρο να συγκατατεθή, εκμεταλλευόμενος και το ότι η Θεοδότη ήταν εξαδέλφη του. Αν ήταν κανένας άλλος, θα είχε χαρά που η εξαδέλφη του έγινε βασίλισσα.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ, ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 
 
Σ.ς. Δημοσιεύουμε μερικές από τις αξιοσημείωτες επιστολές του Αγίου Φιλαρέτου της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς,προς τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη,κ.Αθηναγόρα,για το θέμα του Οικουμενισμού και του Π.Σ.Ε.Ειδικότερα θα καταδείξουμε το θέμα της Αποτείχισης από τον επίσκοπο και τον ίδιο τον Πατριάρχη,εν καιρώ Αιρέσεως,όπως το αναφέρει ο Άγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος και όπως το έκαναν πράξη, Άγιοι,όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος,ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ή ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.Αφορμή,προχθεσινό κείμενο του κ.Νικολάου Σωτηροπούλου,που αίφνις ανασκεύασε...Κύριος οίδε...παλαιότερες απόψεις του και νουθεσίες του περί Αποτειίχισης.Ο Θεός μεθ' ημών!

 

Παναγιώτατε,

 

Επειδὴ τὸ Βατικανὸν εἶναι ὄχι μόνον θρησκευτικὸν κέντρον, ἀλλὰ καὶ κράτος, καὶ αἱ σχέσεις μετ᾿ αὐτοῦ, ὡς ἔδειξε σαφῶς ἡ τελευταία ἐπίσκεψις τοῦ Πάπα εἰς τὰ ῾Ηνωμένα ῎Εθνη, ἔχουν καὶ πολιτικὴν σημασίαν, πρέπει νὰ ὑπολογίζῃ κανεὶς καὶ τὸ ἐνδεχόμενον ἐπηρεασμὸν τῆς ῾Ιεραρχίας τῶν ὑποδούλων ᾿Εκκλησιῶν ὑπὸ τῶν ἀθέων ἀρχῶν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας.῾Η ἱστορία μᾶς μαρτυρεῖ, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ἑτεροδόξων ὑπὸ συνθήκας πολιτικῶν πιέσεων, πάντοτε ἔφερον εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν μόνον ταραχὰς καὶ σχίσματα. Διὰ τοῦτο θεωροῦμεν ἀπαραίτητον νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἡ ἡμετέρα ὑπερόριος Ρωσικὴ ᾿Εκκλησία, ὅπως ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ νῦν εὑρισκομένη εἰς «κατακόμβας» Ρωσικὴ ᾿Εκκλησία, δὲν θὰ δεχθῇ κανένα «διάλογον» ἐπὶ τῶν δογμάτων μὲ τὰς ἄλλας ... ΄΄Ομολογίας΄΄ καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἀπορρίπτει πᾶσαν σχετικὴν συμφωνίαν μετ᾿ αὐτῶν, ἀναγνωρίζουσα τὴν δυνατότητα ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος μετ᾿ αὐτῶν μόνον ἐὰν αὗται ἀποδεχθοῦν πλήρως τὴν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, ὑφ᾿ ἣν μορφὴν αὕτη διεφυλάχθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς ῾Αγίας Καθολικῆς καὶ ᾿Απο- στολικῆς ᾿Εκκλησίας. ῞Εως ὅτου δὲν συμβῇ τοῦτο, οἱ ἀναθεματισμοὶ τοῦ Πατριάρχου Μιχαὴλ Κηρουλαρίου διατηροῦν ὅλην τὴν ἰσχύν των καὶ ἡ ἄρσις των ὑπὸ τῆς ῾Υμετέρας Παναγιότητος ἀποτελεῖ πρᾶξιν παράνομον καὶ ἄκυρον.Βεβαίως δὲν εἴμεθα ἐναντίον τῶν εὐμενῶν ἀμοιβαίων σχέσεων μὲ τοὺς ἐκπροσώπους ἄλλων ΄΄῾Ομολογιῶν΄΄, ἐφ᾿ ὅσον δι᾿ αὐτῶν δὲν προδίδεται ἡ ἀλήθεια τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Διὰ τοῦτο ἡ ᾿Εκκλησία ἡμῶν ἀπεδέχθη ἐν καιρῷ τὴν εὐγενῆ πρόσκλησιν νὰ ἀποστείλῃ παρατηρητὰς εἰς τὴν Βʹ Σύνοδον τοῦ Βατικανοῦ, ὅπως ἔστειλε παρατηρητὰς καὶ εἰς τὰς προτεσταντικὰς διασκέψεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου ᾿Εκκλησιῶν, διὰ νὰ ἔχωμεν ἐκ πρώτης χειρὸς πληροφορίας περὶ τοῦ ἔργου τῶν συνελεύσεων αὐτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς συμμετοχῆς εἰς τὰς κρίσεις των. ᾿Εκτιμῶμεν τὴν καλὴν συμπεριφορὰν πρὸς τοὺς παρατηρητάς μας καὶ μετ᾿ ἐνδιαφέροντος μελετῶμεν τὰς λεπτομερεῖς ἐκθέσεις των, αἱ ὁποῖαι βεβαιοῦν ὅτι ἐπῆλθον σημαντικαὶ μεταβολαὶ εἰς τὴν Ρωμαϊκὴν ᾿Εκκλησίαν. Θὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ἐὰν αἱ μεταβολαὶ αὐταὶ ἐξυπηρετήσουν τὴν ὑπόθεσιν τῆς προσεγγίσεώς της πρὸς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν. ᾿Εὰν ὅμως ἡ Ρώμη πρέπει πολλὰ νὰ μεταβάλῃ, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν «τύπον τῆς πίστεως τῶν ᾿Αποστόλων»,ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία, διαφυλάξασα τὴν πίστιν αὐτὴν μέχρι σήμερον ἀλώβητον, δὲν ἔχει τίποτε νὰ μεταβάλῃ.᾿Αλλὰ πᾶσα συμφωνία μὲ τὴν πλάνην εἶναι ξένη πρὸς ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καὶ τὴν οὐσίαν αὐτῆς. Αὕτη θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ οὐχὶ εἰς τὴν ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογίαν τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ εἰς μίαν φαινομενικὴν ἐξωτερικὴν ἕνωσιν, ὁμοίαν πρὸς τὴν συμφωνίαν τῶν διαφόρως σκεπτομένων προτεσταντικῶν κοινοτήτων τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως.Νὰ μὴ εἰσχωρήσῃ τοιαύτη προδοσία τῆς ᾿Ορθοδοξίας εἰς τὸ περιβάλλον μας!Θερμῶς παρακαλοῦμεν τὴν ῾Υμετέραν Παναγιότητα νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὸν σκανδαλισμόν, διότι ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ἐπελέξατε, καὶ ἂν ἤθελεν ὁδηγήσει ῾Υμᾶς εἰς σύμπνοιαν μετὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, θὰ προκαλέσῃ τὴν διαίρεσιν τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου, διότι ἀναμφιβόλως πολλὰ ἐκ τῶν πνευματικῶν τέκνων ῾Υμῶν θὰ προτιμήσουν τὴν πίστιν εἰς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν ἢ τὴν οἰκουμενικὴν ἰδέαν τῆς συμβιβαστικῆς ἑνώσεως μεθ᾿ ἑτεροδόξων, ἄνευ τῆς πλήρους των ὁμοφροσύνης ἐν τῇ ἀληθείᾳ.᾿Εξαιτούμενος τὰς ἁγίας εὐχὰς ῾Υμῶν, διατελῶ τῆς ῾Υμετέρας Παναγιότητος ταπεινὸς ὑπηρέτης.

 

Ο Πρόεδρος τῆς ᾿Αρχιερατικῆς Συνόδου τῆς ῾Υπερορίου Ρωσικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας

† Μητροπολίτης Φιλάρετος

Νέα ῾Υόρκη ᾿Ιανουάριος 1966

 
(*) Russian Life, Febr. 1966· Orthodox Word, Jan.-Febr. 1966· ᾿Ορθόδοξος Τύπος,
1.11.1966. Βλ. Καλλινίκου ῾Ιερομονάχου ῾Αγιορείτου (ἐπιμελ.), ᾿Ορθόδοξος Μαρτυρία — ᾿Αντιοικουμενιστικὰ κείμενα..., σελ. 11-15, ῞Αγιον ῎Ορος — ᾿Αθῆναι 1985.

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤ' ΌΝΟΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ

 

Δεν αγαπώ ούτε τον πλησίον μου. Εάν αγαπούσα τον πλησίον μου, θα ήτο δυνατόν να σκεφθώ και να αποφασίσω να δώσω και την ζωήν μου γι' αυτόν, εάν θα υπήρχε ανάγκη. Όχι, όμως, αυτό μόνον δεν κάνω, αλλ' ούτε και την παραμικρή θυσία είμαι διατεθειμένος να υποστώ γι' αυτόν. Εάν αγαπούσα τον πλησίον μου, σύμφωνα με την εντολήν του Ευαγγελίου, οι λύπες του θα ήσαν και δικές μου λύπες και οι χαρές του θα αντανακλούσαν εις το πρόσωπό μου, όπως εις το δικό του. Αντιθέτως, όμως, ευχαριστούμαι να ακούω διάφορα άσχημα πράγματα γι' αυτόν, αντί να λυπούμαι και να πονώ. Το κάθε κακό τυχόν που ακούω για τον πλησίον μου, όχι μόνον δεν μου φέρνει στενοχώρια, αλλά μου δίνει ένα είδος χαράς, ενδιαφέροντος και ελπίδας, ν' ακούσω περισσότερα. Το σφάλμα ή το αμάρτημα του αδελφού μου όχι μόνον δεν το σκεπάζω με αγάπη, αλλά το διατυμπανίζω όπου μπορώ με εσωτερικήν ικανοποίησι. Η ευτυχία του πλησίον μου, η τιμή του, τα αγαθά του δεν με ευφραίνουν, μου δίνουν δε αντιθέτως το συναίσθημα της αδιαφορίας. Τέλος, όχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν την ψυχή μου περιφρόνησις και φθόνος για τον πλησίον μου.

 

Δεν έχω θρησκευτική πίστι. Ούτε εις την αθανασίαν, ούτε εις το Ευαγγέλιο, διότι εάν ήμουν τέλεια πεπεισμένος και επίστευα χωρίς αμφιβολία ότι μετά από τον τάφο ξανοίγεται η αιώνιος ζωή και η ανταπόδοσις των πεπραγμένων αυτού του κόσμου, θα εσκεπτόμουν συνεχώς αυτό, χωρίς ανάπαυλα. Η ιδέα της αθανασίας θα με συνέτριβε κυριολεκτικά και θα εζούσα αυτήν την πρόσκαιρη ζωή σαν ένας ξένος και παρεπίδημος, που έχει πάντα εις τον νου του την φροντίδα να αξιωθή κάποτε να φθάση εις την γλυκεία του πατρίδα. Αντίθετα, όμως, εγώ ούτε καν σκέπτομαι για την αιωνιότητα και συμπεριφέρομαι εις την ζωή μου σαν να πιστεύω ότι το τέλος του παρόντος βίου είναι και το τέρμα της ανθρωπίνης υπάρξεώς μου. Μέσα μου φωλιάζει υποσυνείδητα η σκέψις που συνοψίζεται εις το: ποιός ξέρει και ποιός είδε τα μετά θάνατον;Όταν μιλώ για την αθανασία, το μυαλό μου συμφωνεί μ' εκείνην, ενώ η καρδιά μου πολύ απέχει από του να είναι πεπεισμένη γι' αυτήν. Όλη αυτή η απιστία μου αποδεικνύεται από τις πράξεις μου και από την συνεχή φροντίδα να ικανοποιώ την ζωή των αισθήσεων. Εάν η διδασκαλία του Ευαγγελίου είχε κυριαρχήσει εις την καρδιά μου με την ανάλογη πίστι, θα είχα καταληφθή απ' τον Λόγο του Θεού και θα τον εμελετούσα, θάβρισκε δε η αφοσίωσις και η προσοχή την κατοικία της εις την ψυχή μου. Η προσοχή, η ευσπλαγχνία, η αγάπη που κρύπτονται μέσα εις Αυτόν θα με οδηγούσαν εις την χαρά και την ευτυχία της μελέτης του Νόμου του Θεού νύκτα και ημέρα.

 

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, ΕΖΗ ΕΝ ΤΟ ΚΟΣΜΩ ΑΛΛ' ΟΥΚ ΗΝ

 

Ο ΑΓΙΟΣ Νεκτάριος οὔτε εἰς ἐρήμους ἐπορεύθη, οὔτε ἀσκητικοὺς μεγάλους ἀγῶνας διεξήγαγεν· ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ κόσμου, ἐν τῇ τύρβῃ καὶ ταῖς περιπετείαις τοῦ παρόντος βίου ζήσας, ἀνήχθη εἰς τοιοῦτον ἐπίφθονον σημεῖον ἁγιότητος, ὡς οἱ μεγάλοι φωστῆρες καὶ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Δὲν ἀνῆλθεν εἰς στύλους οὐδ’ ἀπεχώρησεν εἰς Ἡσυχαστήρια, οὐδ’ ἀπεδύθη εἰς ἀθλοφόρους δοκιμασίας καὶ μαρτυρικοὺς διωγμοὺς καὶ τραγικὰς βασάνους, ὡς οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἀγωνισταὶ τῆς ἁγίας ἡμῶν θρησκείας, ἀλλὰ δυνάμεθα εἰπεῖν, ὅτι σύμπας ὁ βίος αὐτοῦ οὐδὲν ἕτερον ἦτον, εἰμὴ συνεχὴς δοξολογία πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἄοκνος φροντὶς καὶ ἐνδελεχὴς μέριμνα πῶς νὰ ὠφελήσῃ ἠθικῶς καὶ θρησκευτικῶς τὴν πάσχουσαν κοινωνίαν. Ἔζη ἐν τῷ κόσμῳ, ἀλλ’ οὐκ ἦν, ὡς λέγει ὁ Σωτήρ, ἐκ τοῦ κόσμου. Περιεπάτει ἐν τῇ γῇ, ἀλλ’ εἶχε τὸ σεμνὸν πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς. Ἐφαίνετο ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐβίου ἀγγελικῶς. Ἔφερε σάρκα, ἀλλ’ ἔζη ὡς ἀκριβὴς τηρητὴς καὶ φύλαξ τῆς παρθενίας. Συνανεστρέφετο μετὰ διαφόρων προσώπων, ἀλλ’ ὡμίλει ὡς πνευματικὸς καὶ ξένος τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ ὑψηλὴ ἰδεολογία τὸν συνήρπαζε καὶ τὸ συναίσθημα μιᾶς ἠθικῆς ὑπεροχῆς τὸν διεθέρμαινεν, εἰς τὸ νὰ εὑρίσκεται εἰς περιβάλλον νοητὸν γαλήνης καὶ μακαριότητος· εἰρηνοποιὸς ὁσιότης ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴν ἀρετήν, καὶ ὀνειροπολοῦσα τὴν ἀνέσπερον Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

 

Καὶ ἀπῆλθε μὲν μεταστὰς εἰς τὰς οὐρανίους καὶ αἰωνίους μονάς, ἀλλὰ δὲν ἐγκατέλειπε τὰ πνευματικὰ αὐτοῦ τέκνα, ἅτινα ἐγέννησεν, ὡς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐν πνεύματι, ἀφίσας αὐτοῖς τὸ ἅγιον αὐτοῦ καὶ ἱερὸν Λείψανον· καὶ χαίρει μὲν ἐν οὐρανοῖς ὁ μακάριος Νεκτάριος, χαίρει ὅμως καὶ ἡ νῆσος Αἴγινα εὐτυχήσασα ἐν τοῖς κόλποις της νὰ κατέχῃ τὸν τετιμημένον καὶ πανσεβάσμιον θησαυρόν, δι’ ὅν ἄξιοι πολλῶν συγχαρητηρίων εἶσθε ὑμεῖς οἱ κάτοικοι τῆς νήσου.Ἡμεῖς δὲ οἱ ταπεινοί, οἱ γράφοντες ταῦτα ἐν μυχίᾳ κατανύξει, ὑψοῦμεν τὰ ὄμματα τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκ βάθους καρ- δίας ἀναφωνοῦμεν.Ὤ Πανιερώτατε Ἱεράρχα Ἅγιε Νεκτάριε, πάτερ Σεβάσμιε, ἐπίνευσον ἐξ οὐρανοῦ πρὸς ἡμᾶς καὶ ἐξαπόστειλον τὴν Σὴν εὐλογίαν. Γενοῦ ἐν τῇ ὑψηλῇ μεσιτείᾳ ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθὸς ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις τοῦ τιμίου σου Λειψάνου προσκυνηταῖς· προστάτης τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων, συνεπίκουρος καὶ καθοδηγός, συγκράτησον ἡμᾶς ἐν τῇ ἁγίᾳ πίστει ἐν ᾗ ἐκλεΐσθης, ἐνίσχυσον ἡμᾶς ἐν ταῖς κοσμικαῖς περιπετείαις δοκιμαζομένους, φανοῦ οἰκτίρμων ἐν τῷ ἐλέει τῆς χάριτός σου πρὸς τὴν ἠθικὴν ἡμῶν συντριβὴν ὡς συμπαραστάτης ἐν τῇ χορείᾳ τῶν Ἁγίων· πρεσβείαν δὲ ποίησον πρὸς τὸν Πολυεύσπλαγχνον καὶ Πανάγαθον Κύριον, ὅπως τὸν ἐπὶ γῆς βίον ἡμῶν ἐν μετανοίᾳ τελέσωμεν καὶ ἐξομολογήσει, καὶ ἀξιωθῶμεν καὶ ἡμεῖς τῆς ἀκηράτου ἐκείνης καὶ αἰωνίου ζωῆς, ἥν διε­κήρυξας­ καὶ ἐπόθησας καὶ ἐν ᾗ ἀγαλλόμενος ἤδη ἀναπαύεσαι, ὦ πανσεβάσμιε Ἱεράρχα.Ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῇ καρδίᾳ ἡμῶν διαθερμαινόμεθα ὑπὸ τοῦ ἱεροῦ πόθου, τοῦ νὰ ἐμπνευσθῶμεν ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τοῦ εἰρηνοποιοῦ σου πνεύματος διδάγματα, καὶ φωτισθῶμεν ἀπὸ τὰς συμβουλάς σου, καὶ γίνωμεν μέτοχοι τοῦ εὐαγγελικοῦ κόσμου, ὅν ἐξ ὀνόματος τοῦ Θείου Πατρὸς ὑπεσχέθης ἡμῖν.Κατάπεμψον ἐφ’ ἡμᾶς τὰ ἐλέη τῶν θείων δωρημάτων, ἅτινα ἐξησφάλισεν ἡ προσευχή σου παρὰ τῷ Οὐρανίῳ Πατρί, καὶ δεήθητι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, σεβάσμιε καὶ ἡγιασμένε Πάτερ!

 
 
*  Βλ. Ἀρχιμανδρίτου Ἰωακεὶμ Σπετσιέρη (1858-1943), Βιογραφικὴ Σκιαγραφία τοῦ ἐν Ὁσίοις­ ἀειμνήστου Πατρὸς ἡμῶν καὶ Ποιμενάρχου Νεκταρίου Μητροπολίτου πρ. Πενταπόλεως Κτήτορος­ τῆς ἐν Αἰγίνῃ Ἱ. Γυναικείας Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, Ἐν Ἀθήναις 1929, ὅπως ἀνα­ τυπώνεται στὸ βιβλίο Οἱ πρῶτες Βιογραφίες τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Μητροπολίτου Πενταπόλεως τοῦ ἐν Αἰγίνῃ, ἐπιμ. Μιχαὴλ Χατζηγεωργίου, Ἱστορικὰ Τετράδια 5 – 1998 (ἄ.τ.), σελ. 60-62.


* Πηγή,Περιοδικό ΄΄Άγιος Κυπριανός.΄΄


Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ

 
 

Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλωστε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου. Περί μιας κακής πενθεράς σήμερον ο λόγος.Εις τι έπταιεν η ατυχής νέαΔιαλεχτή, ούτως ωνομάζετο, θυγάτηρ του Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εις μίαν των νήσων τουΑιγαίου. Εις τι έπταιεν αν ήτο στείρα και άτεκνος; Είχε νυμφευθή προ επταετίας, έκτοτε δις μετέβη εις τα λουτρά τηςΑιδηψού, πεντάκις τής έδωκαν να πίη διάφορα τελεσιουργά βότανα, εις μάτην, η γη έμενεν άγονος.

 

Δύο ή τρεις γύφτισσαι τής έδωκαν να φορέση περίαπτα θαυματουργά περί τας μασχάλας, ειπούσαι αυτή, ότι τούτο ήτο το μόνον μέσον, όπως γεννήση, και μάλιστα υιόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τη εδώρησεν ηγιασμένον κομβολόγιον, ειπών αυτή να το βαπτίζη και να πίνη το ύδωρ. Τα πάντα μάταια.Επί τέλους με την απελπισίαν ήλθε και η ανάπαυσις της συνειδήσεως, και δεν ενόμιζεν εαυτήν ένοχον. Το αυτό όμως δεν εφρόνει και η γραία Καντάκαινα, η πενθερά της, ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της.Είναι αληθές, ότι ο σύζυγος τηςΔιαλεχτής ήτο το μόνον τέκνον της γραίας ταύτης, και ούτος δε συνεμερίζετο την πρόληψιν της μητρός του εναντίον της συμβίας αυτού. Αν δεν τω εγέννα η σύζυγός του, η γενεά εχάνετο. Περίεργον, δε, ότι πας Ελλην της εποχής μας ιερώτατον θεωρεί χρέος και υπερτάτην ανάγκην την διαιώνισιν του γένους του.Εκάστοτε, οσάκις ο υιός της επέστρεφεν εκ του ταξιδίου του, διότι είχε βρατσέραν, και ήτο τολμηρότατος εις την ακτοπλοΐαν, η γραία Καντάκαινα ήρχετο εις προϋπάντησιν αυτού, τον ωδήγει εις τον οικίσκον της, τον εδιάβαζε, τον εκατήχει, του έβαζε μαναφούκια, και ούτω τον προέπεμπε παρά τη γυναικί αυτού. Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύμφη της, τούτο δεν ήρκει, αλλ' ήτο άπαστρη, απασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ολα τα είχεν, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη.

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΦΥΛΑΚΑ ΑΓΓΕΛΟ


Η Μοναχὴ Ἀλεξάνδρα, γεννημένη στὴν Ρουμανία, ἦταν κόρη τοῦ Βασιλιᾶ Φερδινάνδρου (+1927) καὶ τῆς Βασίλισσας Μαρίας. Ἔζησε πολλὲς ἱστορικὲς περιπέτειες, δύο Παγκοσμίους Πολέμους, φτώχια καὶ ἐξορίες. Ἐν τέλει, βρέθηκε στὴν Ἀμερική, ὅπου πραγματοποιώντας παλαιὸ πνευματικὸ πόθο της, ἔγινε Μοναχή. 



Ἵδρυσε τὴν Μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὸ Ἔλγουντ τῆς Πενσυλβανία καὶ διακόνησε ἐκεῖ ὡς Ἡγουμένη μέχρι τὴν μακαρία κοίμησί της, τὸ 1991.Ἡ εὐλογημένη αὐτὴ ψυχὴ διηγεῖται μιὰ προσωπικὴ ἐμπειρία γνωριμίας μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸν Φύλακα Ἄγγελό της, ποὺ εἶχε στὴν παιδική της ἡλικία. «Ἤμουν ἑπτὰ χρόνων, ὅταν –ξημερώματα ἦταν– τοὺς εἶδα νὰ στέκονται μπροστά μου. Ἦταν Ἄγγελοι. Εἶμαι τόσο σίγουρη σήμερα, ὅτι ἦταν Ἄγγελοι, ὅσο ἤμουνα καὶ τότε ποὺ τοὺς εἶδα. Δὲν ἦταν ὄνειρο· δὲν ἦταν φαντασία αὐτὸ ποὺ ἔβλεπα. Ἦταν ἐκεῖ ὁλοζώντανοι, τοὺς ἔβλεπα, τοὺς ἔνιωθα βαθιὰ μέσα μου. Τοὺς ἔβλεπα τόσο καθαρά, εὐδιάκριτα! Δὲν ξαφνιάστηκα, οὔτε φοβήθηκα. Ἴσως δὲν ἔνιωσα καὶ ἰδιαίτερο δέος. Ἐκεῖνο ποὺ πολὺ ἔντονα ἔνιωσα ἦταν μιὰ βαθιά, ἀπερίγραπτη ἀγαλλίαση, μιὰ γλυκιὰ χαρά! Ἤθελα νὰ τοὺς μιλήσω, νὰ τοὺς ἀγγίξω. Τὸ παιδικό μας δωμάτιο ἄρχισε νὰ φωτίζεται μὲ τὸ φῶς τῆς αὐγῆς. Ξαφνικά, εἶδα μιὰ ὁμάδα Ἀγγέλων νὰ στέκονται, σὰν νὰ μιλοῦσαν μεταξύ τους, γύρω ἀπὸ τὸ κρεββάτι τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ μου. Ἤμουν σίγουρη ὅτι μιλοῦσαν, ἂν καὶ δὲν ἄκουγα τὶς φωνές τους. Φοροῦσαν μακριὰ ροῦχα σὰν ρόμπες μὲ διάφορα ἁπαλὰ χρώματα. Τὰ μαλλιά τους πλούσια ἔπεφταν στοὺς ὤμους καὶ εἶχαν τοῦ καθενὸς διαφορετικὴ ἀπόχρωσι, ἀπὸ ἀνοιχτὰ ξανθὰ ὡς σκοῦρα μαῦρα. Δὲν εἶχαν φτεροῦγες.Στὸ κάτω μέρος τοῦ κρεββατιοῦ τοῦ ἀδελφοῦ μου Μίρκα, λίγο πιὸ μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, στεκόταν ἕνας ἄλλος Ἄγγελος, ψηλότερος καὶ πολὺ ὄμορφος, μὲ μεγάλες ἄσπρες φτεροῦγες. Στὸ δεξί του χέρι κρατοῦσε ἕνα ἀναμμένο κερὶ καὶ φαινόταν νὰ μὴν ἀνήκει στὴν ὁμάδα τῶν ἄλλων Ἀγγέλων. Μέσα μου βαθιὰ ἤξερα ὅτι αὐτὸς ἦταν Φύλακας Ἄγγελος. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἀντιλήφθηκα τὴν παρουσία ἑνὸς ἄλλου Ἀγγέλου στὰ πόδια τοῦ δικοῦ μου κρεββατιοῦ. Ἦταν ψηλός, φοροῦσε ροῦχα μὲ πολὺ φαρδιὰ μανίκια. Τὰ μαλλιά του ἦταν πυρόξανθα καὶ ἡ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου του τέτοια, ποὺ δὲν μπορῶ οὔτε τώρα νὰ τὴν περιγράψω, γιατὶ δὲν συγκρίνεται μὲ κανένα ὂν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ μὲ τίποτε ἀνθρώπινο. Τὰ φτερά του ἦταν πίσω καὶ γυρισμένα πρὸς τὰ ἄνω. Τὸ ἕνα του χέρι ἦταν ψηλὰ στὸ στῆθος του καὶ μὲ τὸ ἄλλο κρατοῦσε τὸ κερί.Τὸ χαμόγελό του μπορῶ νὰ τὸ περιγράψω μόνο μὲ μιὰ λέξι: ἀγγελικό! Ὅλη του ἡ παρουσία ἀντανακλοῦσε ἀγάπη, στοργή, φροντίδα, κατανόησι καὶ ἀσφάλεια.Γοητευμένη ἀπ’ ὅ,τι ζοῦσα, πέταξα τὰ σκεπάσματά μου καὶ γονάτισα στὴν ἄκρη στὸ κρεββάτι. Ἅπλωσα τὸ χέρι μὲ μιὰ ἔντονη ἐπιθυμία ν’ ἀγγίξω τὸν χαμογελαστὸ φύλακά μου, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔκανε ἕνα βῆμα πίσω καὶ κούνησε εὐγενικὰ τὸ κεφάλι του. Ἤμουν τόσο κοντά του! «Ὦ, σὲ παρακαλῶ, μὴ φεύγεις!», εἶπα δυνατά, καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἄγγελοι μὲ κοίταξαν καὶ νομίζω πὼς ἄκουσα ἕνα ἐλαφρὺ γέλιο, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ πῶ μὲ βεβαιότητα ὅτι ἄκουσα κάποιον ἦχο, ἂν καὶ ξέρω καλὰ πὼς οἱ Ἄγγελοι χαμογέλασαν. Ἔπειτα ἐξαφανίστηκαν...Δὲν ἤμουν παρὰ ἕνα παιδί, ὅταν εἶδα τὸν Φύλακα Ἄγγελό μου. Καθὼς τὰ χρόνια περνοῦσαν, κάπου κάπου θυμόμουν αὐτὸ τὸ γε- γονὸς καὶ ἐξακολουθοῦσα νὰ νιώθω τὴν παρουσία τοῦ Φύλακα Ἀγγέλου μου. Ἀλλά, μὲ λύπη μου ὁμολογῶ, ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς τὸν ἀγνόησα......Στὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν, ἴσως ἐξ αἰτίας ὅλων ὅσων ἔζησα κατὰ τὸν Πόλεμο καὶ τοὺς ποικίλους διωγμούς, βασανίστηκα πολὺ ἀπὸ δαιμονικοὺς ἐφιάλτες. Ἡ μόνη σωτηρία μου στὴν διάρκεια τῶν ἐφιαλτικῶν ὀνείρων ἦταν νὰ κάνω τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ...Μιὰ μέρα, κοιτάζοντας μιὰ συλλογὴ παλαιῶν εἰκόνων, ἔπεσε τὸ μάτι μου σὲ ἕνα τρίπτυχο, ὅπου εἰκονιζόταν ὁ Φύλακας Ἄγγελος. Στὴν μεσαία εἰκόνα ὁ Ἄγγελος βοηθοῦσε τὸν προστατευόμενό του, ποὺ κοιμόταν καὶ ἔβλεπε ἄσχημο ὄνειρο. Ἀργότερα, ὅταν πάλι ξύπνησα τρομαγμένη ἀπὸ ἄσχημο ἐφιάλτη, θυμήθηκα ξαφνικὰ τὴν εἰκόνα καὶ μὲ μιὰ ὑπερφυσικὴ εὐκρίνεια ἀνακάλεσα στὸν νοῦ μου αὐτὰ ποὺ εἶχα δεῖ, ὅταν ἤμουν παιδί.


 

Μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ἐκείνη τὴν στιγμὴ γύρισα στὸν Φύλακα Ἄγγελό μου, ὅπως τὸ ἔκανα στὴν παιδική μου ἡλικία, καὶ ἤξερα ὅτι ἐκεῖνος ἦταν ἐκεῖ, πλάϊ μου, ἕτοιμος νὰ μὲ προστατεύσει. Ἐντελῶς σίγουρη γιὰ τὴν παρουσία του ἠρέμησα καὶ εἰρηνικὰ ξανακοιμήθηκα. Ὁ ὕπνος μου ἦταν γλυκὺς καὶ ἤρεμος...



 Ἀλεξάνδρας Μοναχῆς, 

Οἱ Ἄγγελοι - Μιὰ Ζωντανὴ Παρουσία


ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ Μ'ΕΝΑΝ ΑΓΙΟ

 

ΕΝΑ θαυμάσιο πρωϊνὸ τοῦ ᾿Ιουνίου τοῦ 1926, καθόμουν μαζὶ μὲ τὸν ῾Ιεροδιάκονο ῾Ησαΐα σὲ ἕναν πάγκο στὸν κῆπο τοῦ Μοναστηριοῦ τῶν Σπηλαίων τοῦ Πσκὼφ στὴν Ρωσία. ῾Ο γαλάζιος θόλος τοῦ οὐρανοῦ ἦταν χωρὶς σύννεφα. Πολλὰ πουλιὰ κελαϊδοῦσαν στὰ δένδρα. ῾Ο ἀέρας ἦταν καθαρὸς καὶ ἀρωματισμένος ἀπὸ τὴν εὐωδία τῶν ἀνθισμένων λουλουδιῶν. Οἱ παλαιὲς ᾿Εκκλησίες τῆς Μονῆς μὲ τοὺς μικροὺς βολβοειδεῖς τρούλλους τους καὶ τοὺς λαμπεροὺς χρυσαφένιους σταυροὺς ἦσαν ὁρατὲς μέσῳ τῆς πλούσιας βλάστησης τῶν ἀνθισμένων ἀγριοκερασιῶν...–Πέστε μου, πατέρ ῾Ησαΐα, πῶς ὁ ῞Αγιος ᾿Επίσκοπος ᾿Ιγνάτιος κατανοοῦσε τὴν Προσευχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ; ῏Ηταν ἕνας πολὺ καλλιεργημένος ἄνθρωπος!–Ναί, ἦταν πράγματι. Σύμφωνα μὲ τὸν ῞Αγιο ᾿Επίσκοπο ᾿Ιγνάτιο, ἡ ἐξάσκησις τῆς Προσευχῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι τὸ ὑποχρεωτικὸ καθῆκον ὅλων τῶν ᾿Ορθοδόξων, τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ παραμελοῦν.

 

Διότι, μόνον ἡ ἐξωτερικὴ προσευχὴ δὲν εἶναι ἀρκετή, ὅπως πάντοτε ἐπέμενε ὁ ῞Αγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. ῾Ο Θεὸς ἀκούει στὸν νοῦ μας. Γι᾿ αὐτό, ὅσοι δὲν ἑνώνουν τὴν ἐξωτερικὴ προσευχὴ μὲ τὴν ἐσωτερική, δὲν προσεύχονται ἀληθινά.–Πέστε μου, πάτερ, πῶς κάποιος ἀρχίζει νὰ ἐξασκῆ τὴν Προσευχὴ τοῦ ᾿Ιησού;–Γιὰ νὰ ἀρχίσουμε τὴν ἐξάσκησι τῆς Προσευχῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ, μᾶς διδάσκει ὁ ῞Αγιος ᾿Επίσκοπος, πρέπει πρῶτα νὰ διάγουμε μία μετρημένη καὶ ἐγκρατῆ ζωή, ἀποφεύγοντες κάθε πολυτέλεια καὶ κάθε σαρκικὴ εὐχαρίστησι. Πρέπει νὰ φυλάγουμε τὴν ὅρασί μας, τὴν ἀκοή μας καὶ τὶς ἄλλες αἰσθήσεις καὶ νὰ περιορίζουμε τὶς ὁμιλίες μας μόνον στὰ ἀπαραίτητα. Αὐτὸ φυσικὰ δὲν σημαίνει ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ γίνουμε ἐρημῖτες. Αὐτὸς ποὺ πραγματικὰ μαθαίνει τὴν Προσευχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, γνωρίζει καλὰ πῶς νὰ ζῆ σὲ μία πραγματικὴ ἐρημία. ᾿Αρκετοὶ Πατέρες, ὅπως ὁ ῞Αγιος ᾿Αλέξιος ὁ ῎Ανθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Καλυβίτης, ὁ ῞Αγιος Βιτάλιος, ἐβίωναν τὴν ἄσκησι τῆς ἀναχωρήσεως τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἐγκλεισμοῦ, ἐνῶ ζοῦσαν μέσα στὸν κόσμο.–Κατόπιν, τί πρέπει νὰ κάνουμε;–Πρέπει πρῶτα νὰ καθυποτάξουμε τὰ πάθη μας. Αὐτὸ γίνεται μὲ τὴν συνεχῆ προφορικὴ προσευχὴ καὶ τὴν ἀνάγνωσι τοῦ Ψαλτηρίου, τῶν ᾿Ακολουθιῶν καὶ τῶν ἄλλων ψυχωφελῶν βιβλίων. ᾿Εν συνεχείᾳ, πρέπει νὰ ἀποτολμοῦμε τὴν ἐξάσκησι τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Διαφορετικά, εἶναι εὔκολο νὰ πέσουμε σὲ πλάνη καὶ σὲ διαβολικοὺς πειρασμούς, νὰ ἔχουμε ὁράματα, νὰ ἀκοῦμε φωνὲς καὶ τὰ ὅμοια. ῞Οταν ἐξασκοῦμε τὴν Προσ- ευχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, πρέπει νὰ ἀναζητοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴ τὴν ἰδιαίτερη μορφὴ ταπεινώσεως, ἡ ὁποία καλεῖται πένθος.

ΜΕΡΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2013



Μέρες Χριστουγέννων 2013, ας επιστρέψουμε στην Ορθή λατρεία της Γεννήσεως. Οι περισσότεροι γιορτάζουν παγανιστικά τον Χειμώνα με τα χιόνια του, τα ελάφια, τους ταράνδους και τους ευτραφείς Κοκκινοβασίληδες και ειδωλολατρικά σχεδόν, ένα ψεύτικο έλατο, φορτωμένο με πλασματικές, εμπορικές ψευτιές. Εμπαίζεται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ο Ιεράρχης του Θεού, Μέγας Βασίλειος, διασύρεται επίβουλα ο φιλόθεος βίος του και η κατά Χριστόν ζωή του. Τα έλατα, ως είδωλα στολίζονται και η φάτνη σκανδαλωδώς εκλίπει, η νηστεία για πολλούς συνοδεύει στο κατόπι την κραιπάλη, τα ρεβεγιόν επινοήθηκαν συνεργούντος του διαβόλου, για ν' ακυρώσουν την ημέρα της Γεννήσεως. Η αυτή ημέρα προσφέρεται για πνευματική Χαρά και ουράνια Ευφροσύνη, δεν επισυνάπτεται με ακατάσχετα γλέντια και βαθυστόχαστες, μερακλίδικες οινοποσίες. Όλα τούτα δεν έχουν σχέση με Χριστό, είναι αρχέγονος εορτασμός του Χειμώνα, διανθισμένος με τα παραμύθια του Άντερσεν, χιονισμένα, φτωχικά σπιτάκια, θελκτικά, αρωματικά γλυκίσματα, πολύχρωμα παιχνίδια από το μαγαζί του ευτραφούς Κοκκινοβασίλη, όμορφες,μυθοπλαστικές ιστορίες με τον Σκρουτζ, τον Μολυβένιο Στρατιώτη και το Κοριτσάκι με τα σπίρτα. Όλα τούτα πασπαλισμένα και με μια ευκαιριακή ελεημοσύνη, έτσι, για να φαίνεται η υποκριτική, φιλοκαλία των ανθρώπων προς τους αναξιοπαθούντες αδελφούς τους. Μόλις περάσουν τα Χριστούγεννα μένει στους πολλούς η απογοήτευση, η μελαγχολία και ένα απίστευτο, διαρκές κενό, απλά,γιατι δεν έκαναν Χριστούγεννα με τον Χριστό. Οι φιλόχριστοι εραστές της Ορθότητας της Πίστεως εορτάζουν μετά από προσευχή και νηστεία, εν μετανοία και εν εξομολογήσει, δεν καρτερούν την εορτή για να συνδράμουν τον εν πτωχεία αδελφό τους. Το έλεός τους διαρκεί όλο τον χρόνο, δεν διαμερίζεται σε Δεσποτικές ημερομηνίες και σε Μητρικές γιορτάδες. Ετοιμάζουν τα σπίτια να υποδεχθούν τον γεννηθέντα Χριστό και όχι τους επίλεκτους, συναθροισθέντες καλεσμένους, δεν ξοδεύουν ανέξοδα τον χρόνο σε βουλιμικά, αγορασθέντα ψώνια και σε υπερβολικά, κρεατοφάγα τραπεζώματα. Σπαταλούν τον χρόνο στην λατρεία και όχι στις επαναλαμβανόμενες καταφυγές στα σουπερ μάρκετ. Έτσι διαπλάστηκαν γενιές κι έτσι χειραγωγούνται και τώρα, άνθρωποι με λαθεμένα πρότυπα και ανορθόδοξες, πνευματικές διδαχές. Έτσι η Ορθόδοξη μαρτυρία κατάντησε Προτεσταντική πανήγυρις, έτσι καθολικίζουμε με τις αφράτες γαλοπούλες και τους παχουλούς Κοκκινοβασίληδες. Θρηνώ τον εαυτό μου που μεγάλωσε μ' αυτές τις εκπεσσόμενες, ανορθόδοξες καταβολές, επιχαίρω όμως, έστω και τώρα, που Χάριτι Θεού διαχώρισα μέσα μου την πνευματική Χαρά των Χριστουγέννων, απ' την πλασματική μαγεία των Κοσμικοχριστουγέννων, που, όταν εξαντλούνται, το μόνο που μένει είναι μια εχθρική μελαγχολία και μια σαρωτική κενότητα, πως τάχα, γιορτάσαμε Χριστό, μ' αυτό το ΄΄Ρούντολφ το ελαφάκι''...!



Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 
 

ΟΠΟΙΟΣ συμμετέχει στὶς Ἀκολου­θίες­ τῆς Ἐκκλησίας σπάνια, αὐτὸς εἶναι­ βέβαιο ὅτι ἀποστερεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ἀνεκτίμητη πνευματικὴ ὠφέ­λεια. Οἱ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν φροντίζουν γιὰ νὰ πηγαίνουν τὰ παιδιά τους στὴν Ἐκκλησία, διαπράττουν ἕνα φοβερὸ ἁμάρτημα. Ἐνθυμηθῆτε τοὺς λόγους τοῦ Σωτῆρος μας: «ὅπου εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ εν τῷ μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη΄ 20).Ἐδῶ στὴν ἁμαρτωλή μας γῆ, ἡ ἁγία Ἐκκλησία εἶναι ὁ τόπος ὅπου μποροῦμε νὰ βροῦμε καταφύγιο ἀπὸ τὶς καταιγίδες τῆς ζωῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία εἰκόνα τοῦ οὐρα­ νοῦ στὴν γῆ, ὅπου ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ὁ Ἴδιος, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι παρὼν μυστικῶς καὶ ἀνεξιχνιάστως. Στὴν Ἐκκλησία, ὅπως ἀναφέρει­ ἕνας ὕμνος, «αἱ Δυνάμεις τῶν Οὐρανῶν­ σὺν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσι».Ἡ Ἐκκλησία δύναται νὰ ἀποκληθῆ ὀρθῶς ὡς ἕνα σχολεῖο πίστεως καὶ εὐσε­ βείας.

 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης ἔγραψε στὸ Ἡμερολόγιό του: «Στὴν Ἐκκλησία, στὴν ἀρχιτεκτονική της καὶ στὰ διάφορα τμήματά της, στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες, μὲ τὴν ἀνάγνωσι τῶν θείων Γραφῶν, τὴν ψαλμωδία, τὰ σύμβολα, ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὁλόκληρη ἡ Οἰκονομία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου παριστάνεται ζωντανά, σὰν σὲ χάρτη, στὰ εἰδικὰ καὶ γενικά της χαρακτηριστικά»Τί μαθαίνει ὁ Χριστιανὸς στὴν Ἐκ­κλησία; Θεία Σοφία, τὴν ὁποία ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἔφερε στὴν γῆ. Ἐδῶ κάποιος θὰ μάθη τὶς λεπτομέρειες τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Σωτῆρος, θὰ γνωρίση τοὺς βίους καὶ τὶς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων, ὅσων δηλαδὴ εὐαρέστησαν στὸν Θεό. Θὰ λάβη μέρος στὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ κοινὴ προσευχὴ τῶν πιστῶν εἶναι μία ἰσχυρὰ δύναμις!Γι’ αυτό, νὰ εὐσέρχεσθε στὴν Ἐκκλησία μὲ πνευματικὴ χαρά. Νὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Σωτῆρας μας ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ σᾶς ἀναπαύση στοὺς πόνους σας: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιόντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28).Νὰ εἰσέρχεσθε κάθε φορὰ μὲ ταπείνωσι καὶ πραότητα, ὥστε νὰ φεύγετε δι­ καιωμένοι, σὰν τὸν ταπεινὸ τελώνη τοῦ Εὐαγγελίου.Ὅταν εἰσέρχεσθε στὴν Ἐκκλησία καὶ βλέπετε τὶς ἅγιες Εἰκόνες, νὰ σκέπτεσθε ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοί Του σᾶς παρακολουθοῦν· τοῦτο θὰ σᾶς ἐμπνέη ἕνα αἴσθημα βαθειᾶς εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ.Στὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ νὰ κάνετε βαθειὰ ὑπόκλισι καὶ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, προσ­ευχόμενοι: «Ὤ Κύριε, καθάρισόν­ με τὸν ἁμαρ­ τωλὸν καὶ ἐλέησόν με»!Στὴν Θεία Λειτουργία, οἱ πιστοὶ δίδουν ὀνόματα συγγενῶν καὶ φίλων γιὰ μνημόνευσι, γιὰ τὴν ὑγεία τῶν ζώντων καὶ χωριστὰ γιὰ τὴν ἀνάπαυσι τῶν κεκοι­ μημένων (βαπτισμένων Ὀρθοδόξων­ Χριστιανῶν μόνον).

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ


Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

 

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο. Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

ΣΗΜΕΡΟΝ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΝ

 
Ο ΛΟΓΟΣ μας καὶ πάλι περὶ Μετανοίας...Η ζωὴ τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ εἶναι μία συνεχὴς Μετάνοια. ῾Ο πιστὸς εἶναι πάντοτε πεσμένος νοερὰ μπροστὰ στὸν θρόνο τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ συντριβὴ καὶ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του ψελλίζει τὸ τελωνικό: «῾Ο Θεός, ἱλάσθητί μοι ! ».Τὰ «ἔργα», ἡ «δρᾶσις», οἱ «καλὲς πράξεις» δὲν τὸν παρασύρουν στὴν ψευδαίσθησι καὶ τὴν αὐτοεπιβεβαίωσι, ὅτι «κέρδισε» μὲ αὐτὰ τὸν θεῖο Παράδεισο.Μπροστά του βρίσκεται συνεχῶς τὸ «σκότος» τῆς καρδιᾶς του, τὰ δαιμονικὰ πάθη, τὰ ὁποῖα τὸν χωρίζουν ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἁγιότητος, τὸν Κύριό μας καὶ Θεό μας.Συνεχῶς ἐλεεινολογεῖ καὶ κατακρίνει τὸν ἑαυτό του. Προσευχή του διαρκὴς εἶναι ἡ εὐχὴ τοῦ ῾Οσίου ᾿Εφραίμ:«Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου !».ΑΔΕΛΦΕ μου Χριστιανέ· οἱ καιροί μας εἶναι πολὺ δύσκολοι.῾Ο διάβολος ἀγωνίζεται μὲ κάθε τρόπο νὰ πλανήση, εἰ δυνατόν, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.Τὸ μόνο, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς προστατεύση ἀπὸ τὶς δολερὲς παγίδες τοῦ πονηροῦ, εἶναι ἡ Μ ε τ ά ν ο ι α.Η Μετάνοια ὅμως, ὄχι ἡ ἐπιπόλαιη καὶ στιγμιαία, ἀλλὰ ὡς δ ι α ρκὴ ς π ν ε υ μ α τ ι κὴ κ α τ ά σ τ α σ ι ς, ὡς ἐσωτερικὴ ἐργασία. ῾Η Μετάνοια αὐτὴ μᾶς διατηρεῖ μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ ὁ ταπεινόφρων εἶναι ὁ μόνος ἀσφαλισμένος.Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες θεόπνευστα μᾶς συμβουλεύουν, ὅτι ἐὰν ὡς ἄνθρωποι ἁμαρτήσουμε καὶ βάλουμε ἀρχὴ Μετανοίας, νὰ μὴ παύσουμε λυπούμενοι καὶ στενάζοντες πρὸς τὸν Κύριό μας μέχρι τοῦ θανάτου μας, διότι ἐὰν ἀμελήσουμε θὰ πέσουμε πάλι στὴν ἁμαρτία:«῾Η γ ὰ ρ κ α τ ὰ Θ ε ὸ ν λ ύ π η, χ α λ ι ν ό ς ἐ σ τ ι τ ῆ ς ψ υ χ ῆ ς, μ ὴ ἐ ῶ ν (ἀ φ ή ν ω ν) α ὐτ ὴ ν π ε σ ε ῖ ν»· «ἐάν τις πέσῃ εἰς οἵαν δήποτε ἁμαρτίαν καὶ μὴ λυπηθῇ κ α τ ὰ ἀ ν α λ ο γ ί α ν τ ο ῦ σ φ ά λ μ α τ ο ς, εὐχερῶς πάλιν τῷ αὐτῷ περιπίπτει δικτύῳ».ΑΔΕΛΦΕ μου ἀγαπητέ· μὴ ἀναβάλλης τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφή σου πρὸς τὸν Κύριό μας γιὰ αὔριο, γιὰ τὸ μέλλον, γιὰ τὰ γεράμα- τα... Κανεὶς δὲν γνωρίζει τί θὰ γεννήση ἡ αὐριανὴ ἡμέρα.Μετανόησε σήμερα καὶ ἄφησε νὰ γίνη αὔριο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μας. Τώρα ποὺ μπορεῖς, γονάτισε μπροστὰ στὸν Σωτῆρα μας μὲ συν- τριβὴ γιὰ νὰ βρῆς τὴν χαμένη γαλήνη σου.«Αὕτη ἡ φωνὴ βοᾶ πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἕως ἐσχάτης ἀναπνοῆς: σ ή μ ε ρ ο ν ἐ π ί σ τ ρ ε ψ ο ν !».«Οὐ κολασθησόμεθα ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι ἡμάρτομεν, οὐδὲ κατακριθησόμεθα τούτου χάριν, τρεπτῆς καὶ ἀλλοιωτῆς λαχόντες φύσεως· ἀλλ᾿ ὅτι ἁμαρτήσαντες, οὐ μετενο- ήσαμεν, οὐδὲ ἐστράφημεν τῆς πονηρᾶς ὁδοῦ πρὸς τὸν Κύριον, ἐξουσίαν λαβόντες καὶ καιρὸν μετανοίας».Οσίου Θεογνώστου.


                                                         
                                                                Μακαριστού Μητροπολίτη Φυλής και Ωρωπού κ.Κυπριανού.
 .

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ,Ο ΑΥΤΟΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ

 
Από  μικρὸ παιδὶ ὁ Στάρετς Παρθένιος (1790-1855) εὐλαβεῖτο καὶ ἀγαποῦσε τὸν Θεῖο Παράκλητο, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Στὰ ἐφηβικά του μάλιστα χρόνια ἀπήλαυσε μιὰ ἰδιαίτερη ἐπίσκεψι τῆς χάριτός Του.«᾿Επιστρέφαμε, διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, μὲ τὸν ἀδελφό μου ἀπὸ τὸ σχολεῖο στὸ σπίτι. ῏Ηταν ἡ περίοδος τῶν διακοπῶν. ῾Η ἀπόστασις ἦταν μεγάλη καὶ μᾶς βρῆκε ἡ νύκτα. Σταθήκαμε λοιπὸν κάπου νὰ ξεκουρασθοῦμε. Ξαπλώσαμε κατὰ γῆς, κάτω ἀπὸ τὸν ἀπέραντο οὐρανό. ῾Η βραδυὰ εἶχε πολὺ ξαστεριά, καὶ γιὰ ἀρκετὴ ὥρα δὲν μποροῦσα νὰ κλείσω μάτι.Δὲν γνωρίζω γιατί μέσα στὴν ψυ- χή μου ὑπῆρχε μιὰ ἀνείπωτη χαρά. ᾿Εκοίταζα ψηλὰ τὸν οὐρανὸ μὲτ᾿ ἀναρίθμητα ἀστέρια του, ὅταν ξαφνικὰ βλέπω ἕνα περιστέρι, λευκὸ σὰν τὸ χιόνι, νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος μου. ᾿Απόρησα. Ποῦ βρέθηκε τὸ περιστέρι, αὐτό; Μήπως ἦταν δικό μας; Μὰ ἐμεῖς δὲν εἴχαμε στὸ σπίτι μας περιστέρια. ᾿Αλήθεια, πόσο ὄμορφο ἦταν! Τὸ κοίταζα καὶ δὲν χόρταινα νὰ τὸ βλέπω. Δὲν πετοῦσε ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ. Βρισκόταν ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω μου. ῎Αλλοτε ὑψωνόταν καὶ ἄλλοτε χαμήλωνε.Ξύπνησα γρήγορα τὸν ἀδελφό μου, ποὺ κοιμόταν πλάϊ μου. — Κοίταξε, τοῦ εἶπα. Βλέπεις ἕνα περιστέρι; — Ποιό περιστέρι; Ποῦ εἶναι; — Νάτο, φτερουγίζει ἀπὸ πάνω μου.— ῎Οχι, ἀδελφέ μου, δὲν βλέπω τίποτε. ᾿Εσύ, φαίνεται, παραμιλᾶς στὸν ὕπνο σου... ᾿Εκεῖνος γύρισε ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρὸ καὶ κοιμήθηκε. ᾿Εγὼ ὅμως ὡς τὰ χαράματα δὲν ἀπεμάκρυνα τὰ μάτια μου ἀπὸ τὸν βραδυνὸ ἐπισκέπτη. Θεία χαρὰ εἶχε πλημμυρίσει τὴν ψυχή μου.Μόλις ξημέρωσε, τὸ περιστέρι χωρὶς νὰ πετάξη, ξαφνικὰ ἔγινε ἄφαντο. ᾿Απὸ τότε ὅμως ἁπλώθηκε στὴν καρδιά μου θεία γλυκύτης καὶ ἄναψε πόθος γιὰ κάτι ὑπερκόσμιο. Κανένα γήινο πρᾶγμα δὲν μ᾿ ἐγοήτευε. ῞Ολα μοῦ παρουσιάζονταν ἀντιπαθῆ καὶ ψυχρά. Φαινόταν πὼς δὲν θὰ μποροῦσα πιὰ νὰ παραμείνω στὸν κόσμο».Τὸ γλυκύτατο αὐτὸ ὅραμα ποτὲ δὲν μποροῦσε νὰ ξεχάση ὁ Στάρετς. Σὲ μιὰ μάλιστα προσευχὴ δοξολογίας πρὸς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα γράφει:«᾿Απερίγραπτε Παράκλητε, ποὺ ἐκπορεύεσαι ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀναπαύεσαι στὸ Υἱόν, στῆσε μέσα μου τὸ ναὸ τῆς μεγαλωσύνης Σου. ᾿Ενθυμοῦμαι τὴν ἐμφάνισι τῆς γαλήνιας καὶ ἁπαλῆς χάριτός Σου, στὴν νεανική μου ἀκόμη ἡλικία, ποὺ μὲ τὴν μορφὴ τοῦ περιστεριοῦ ἐπισκέφθηκε ἐμένα τὸν ὀκνηρὸ καὶ ἀμελή...!
 
᾿Αρχιμανδρίτου Τιμοθέου Σακκᾶ, ῾Ο Στάρετς Παρθένιος τῆς Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας, σελ. 13-15, ἐκδόσεις ῾Ιερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, ἔκδοσις γʹ, ᾿Ωρωπὸς ᾿Αττικῆς 1979.

Περιοδικό ΄΄Άγιος Κυπριανός.΄΄

ΜΙΑ ΒΡΑΔΥΑ ΣΤΟ ΧΟΙΡΟΣΤΑΣΙΟ


῾Η Ταπείνωσις τοῦ ἁγιωτάτου Μητροπολίτου Ρουμανίας Γρηγορίου.
 
 
Ο επιφανέστερος Μητροπολίτης Ρουμανίας κατὰ τὸν ΙΘʹ αἰῶνα ἦταν ὁ ἁγιώτατος Γρηγόριος Μικουλέσκυ, ὁ ἀποκληθεὶς «Διδάσκαλος» (1765-22.7.1834). ῎Εζησε ὡς «παιδαριογέρων» μὲ ἄσκησι, ὑπακοὴ καὶ ταπείνωσι στὸ Μονα- στήρι τοῦ Νεὰμτς μέχρι τοῦ ἔτους 1820. Τὸ 1790 εἶχε καρῆ Μοναχὸς ἀπὸ τὸν ξακουστὸ Στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) καὶ εἶχε ἐπιδοθῆ μὲ τὸν Γέροντά του Μοναχὸ Γερόντιο στὴν μετάφρασι τῶν ἔργων τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ στὴν ρουμανικὴ γλῶσσα.«ΦΩΤΙΣΜΕΝΟΣ ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὁ ταπεινὸς ἤδη ῾Ιεροδιάκονος Γρηγόριος ἔφυγε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Νεὰμτς τὸ 1820 καὶ ἐκοινοβίασε στὸ Καλνταρουσάνι, σ᾿ ἕνα κελλὶ πολὺ πτωχὸ ἔξω ἀπὸ τὸ τεῖχος τῆς Μονῆς.Η μόνη περιουσία του ἦταν ἕνα ραφάκι μὲ βιβλία καὶ μιὰ ψάθα γιὰ κρεββάτι. ᾿Εδῶ ἐζοῦσε ἡμέρα καὶ νύκτα μὲ νηστεία καὶ προσευχή, μετέφραζε βιβλία μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου, χωρὶς πο- τὲ νὰ ζητήση οὔτε ἕνα ἐκκλησιαστικὸ ἀξίωμα.῏Ηταν βιαστὴς σ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ καὶ ὅλες τὶς νύκτες ἀγρυ- πνοῦσε. Μόνο μὲ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἔσβηνε τὸ κερὶ στὸ κελλί του.Στις αρχές τοῦ 1823 ἦλθε στὸ κελλί του μιὰ ὁμάδα ἀνθρώπων καὶ τοῦ εἶπε·Ο ἄρχοντας τῆς Χώρας θέλει νὰ σὲ κάνη Μητροπολίτη καὶ σὲ καλεῖ.Γιὰ νὰ μὲ καλῆ ἡ Μεγαλειότης του ὁ ἡγεμών, θὰ ἔλθω, εἶπε αὐτός, ἀλλὰ γιὰ νὰ ποιμάνω τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ εἶμαι ἀνάξιος. Καὶ μόνο ἡ σκέψις αὐτὴ μὲ τρομάζει. ῎Ετσι μετὰ δύο ἡμέρες κατηφόρισε γιὰ τὸ Βουκουρέστι.Οταν ἐπέρασε ἀπὸ τὸ χωριὸ Τουνάρι, ὁ ῾Ιερεὺς τὸν εἶδε κακοντυμένο καὶ τὸν ἔκλεισε στὴν καλύβα τῶν χοίρων, ἐπειδὴ ἐνόμιζε ὅτι εἶναι κανένας ἀλήτης καλόγερος. Τὴν δεύτερη ἡμέρα ἕνας δοῦλος τὸν ἐλευθέρωσε στὰ κρυφά.Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὁ ῾Ιερεὺς τὸν εἶδε Μητροπολίτη καὶ κατεπλάγη. ῞Ομως ὁ πρᾶος ποιμὴν τοῦ εἶπε χαμογελαστός:Μὴ λυπᾶσαι, πάτερ, γιατὶ οἱ χοῖροι τῆς ἁγιότητός σου μοῦ συμπεριφέρθηκαν καλά ΜΕΤΑ ΑΠΟ τρεῖς ἡμέρες, ὁ ῾Ιεροδιάκονος Γρηγόριος δέχτηκε νὰ γίνη ποιμὴν στὸ λογικὸ τοῦ Χριστοῦ ποίμνιο.Οταν πλέον χειροτονήθηκε, ὁ ἡγεμὼν Γρηγόριος Γκίκας τοῦ ἔδωσε τὴν πατερίτσα καὶ τοῦ εἶπε: ῾῾Αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργο οὔτε ἐκείνου ποὺ ἔτρεξε, οὔτε ἐκείνου ποὺ προσευχήθηκε, ἀλλὰ ᾿Εκείνου ποὺ θέλησε,τα τοῦ Θεού!΄΄
 
 
 
*Περιοδικό «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 248-249/Μάϊος-Αὔγουστος 1992, σελ. 80.

ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΥΣ ΠΑΠΠΑΣ ΠΕΡΙΕΣΩΣΕ ΤΟ ΄΄ΟΜΟΟΥΣΙΟ΄΄

 
Όλοι μας θὰ γνωρίζουμε τὴν αἵρεση τοῦ ᾿Αρείου († 336), ποὺ καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν Αʹ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τὸ 325. ῾Ο ῎Αρειος δίδασκε σχετικὰ μὲ τὴν ῾Αγία Τριάδα ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν ἦταν ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ δημιούργημά Του, τὸ πρῶτο καὶ τέλειο.Η συνοδικὴ καταδίκη τοῦ ᾿Αρείου δὲν ἀνέστειλε τὴ διάδοση τῆς αἱρέσεώς του. Σὲ τοῦτο συνετέλεσαν δύο παράγοντες. ῾Ο πρῶτος ἦταν ὅτι οἱ διάδοχοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-337) ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ὑποστήριξαν τὸν ἀρειανισμό, μέχρις ὅτου στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο ἀνέβηκε ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (373- 395). ῾Ο δεύτερος παράγοντας ἦταν ὅτι ὑπῆρχαν καὶ θεολόγοι ἀρειανίζοντες, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὴν ὑποστήριξη τῶν ὁμόπιστων αὐτοκρατόρων ἐξακολουθοῦσαν νὰ κατέχουν ὑψηλὲς ἐκκλησιαστικὲς θέσεις.Ανάμεσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀρειανίζοντες ὑπῆρξαν καὶ θεολόγοι μὲ μεγάλη μόρφωση καὶ ἀντίστοιχη διαλεκτικὴ ἱκανότητα, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ Εὐνόμιος. ῾Ο τελευταῖος ἀρειανὸς αὐτοκράτορας, ὁ Οὐάλης (364- 378), μαζὶ μὲ τὸν ὁμοπιστό του ἀρχιεπίσκοπο Κων- σταντινουπόλεως Εὐδόξιο (360-370) ἔκαναν τὸν Εὐνόμιο ἐπίσκοπο Κυζίκου. Σκοπός τους ἦταν νὰ ἐπηρεάσει ὁ Εὐνόμιος μὲ τὰ φυσικὰ χαρίσματα ποὺ εἶχε καὶ νὰ παρασύρει στὸν ἀρειανισμὸ ὁλόκληρη τὴν ὀρθόδοξη ἐπισκοπή. ῾Ο νέος ἐπίσκοπος στὴν ἀρχὴ πράγματι ἐξέπληξε τὸ λαὸ μὲ τὴ δύναμη τοῦ λόγου του.῞Οταν ὅμως ἄρχισε νὰ προβάλλει τὶς ἀρειανικές του δοξασίες, ὁ λαὸς ἀντέδρασε, γιατὶ κατάλαβαν ἔγκαιρα πὼς ἦταν ἀρειανός. Τελικὰ τὸν ἀπόδιωξαν ἀπὸ τὴν πόλη τους. ῾Ο Εὐνόμιος ἀναχώρησε καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ ἕνα κτῆμα ποὺ εἶχε στὴ Χαλκηδόνα κοντὰ στὴν Κωνσταντινούπολη. ᾿Εκεῖ συνέχισε μὲ τὰ κηρύγματά του νὰ διδάσκει τὶς θέσεις του.Η φήμη του ὡς κήρυκα ἦταν μεγάλη, σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ πολλοὶ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀπὸ τὰ γύρω κοντινὰ μέρη πήγαιναν στὸ κτῆμα του γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ πήγαιναν στὸν Εὐνόμιο δὲν ἦσαν ὅλοι ὀπαδοὶ τῆς αἱρέσεως, ἀλλὰ προφανῶς τοὺς κινοῦσε ἡ περιέργεια νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια του. Πάντως, ἡ δραστηριότητα καὶ ἡ φήμη τοῦ Εὐνομίου εἶχε προξενήσει στοὺς ὀρθοδόξους ἔγνοια καὶ φόβο.Στὸ μεταξὺ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο εἶχε ἀνέβει ὁ ὀρθόδοξος αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379-395). ῾Η φήμη τοῦ Εὐνομίου ἔφθασε μέχρι καὶ τὸ νέο αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἐκδήλωσε τὴν πρόθεσή του νὰ τὸν συναντήσει. Θὰ τὸ εἶχε πραγματοποιήσει ἂν δὲν τὸν ἐμπόδιζε ἡ σύζυγός του Πλακίλλα, ποὺ ἦταν «φύλαξ τοῦ δόγματος τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου». ῾Ο φόβος της ἦταν μήπως, συζητώντας ὁ αὐτοκράτορας μὲ τὸν Εὐνόμιο «παραπεισθεὶς ὁ ἀνὴρ» ἀλλάξει τὴν πίστη του.Τελικὰ ὁ αὐτοκράτορας παρέμεινε πιστὸς στὴν ὀρθόξοξη πίστη ἐξαιτίας καὶ ἑνὸς ἀπροσδόκητου περιστατικοῦ.Εκείνη τὴν ἐποχὴ βρίσκονταν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀρκετοὶ ἐπίσκοποι διάφορων δογματικῶν ἀποκλίσεων, ποὺ συγκεντρώνονταν μὲ σκοπὸ τὴ σύγκληση τῆς νέας συνόδου, ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ 381 καὶ ποὺ ἀργότερα ὀνομάστηκε Οἰκουμενικὴ Βʹ.Κάποια ἡμέρα οἱ συγκεντρωμένοι στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπίσκοποι παρουσιάστηκαν στὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα γιὰ νὰ χαιρετήσουν, σύμφωνα μὲ τὸ ἔθος, τὸν αὐτοκράτο- ρα. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχε καὶ ἕνας ἱερέας ἀπὸ κάποια ἄσημη πόλη, ποὺ ἦταν ἁπλὸς καὶ στὰ κοινωνικὰ ἄσχετος, ἀλλὰ συγχρόνως «περὶ τὰ θεῖα νοῦν ἔχων». Σύμφωνα μὲ τὸ πρωτόκολλο ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι χαιρετοῦσαν τὸν αὐτοκράτορα, καθὼς καὶ τὸν παρακαθήμενο μικρὸ γιό του, μὲ πολλὴ εὐλάβεια. ῞Οταν ἦρθε ἡ σειρὰ τοῦ ἱερέα χαιρέτησε κι αὐτὸς τὸν αὐτοκράτορα, ἀλλὰ δὲν ἀπέδωσε τὴν ἴδια τιμὴ καὶ στὸ γιό του. Τὸν χαιρέτησε ὅπως κάνουμε στὰ παιδιά, λέγοντάς του «γειά σου» καὶ νεύοντας ἁπλὰ μὲ τὰ δάχτυλά του. ῾Η συμπεριφορὰ τοῦ ἱερέα ἐξόργισε τὸν αὐτοκράτορα, γιατὶ τὴ θεώρησε ὡς περιφρόνηση τοῦ γιοῦ του, καθὼς δὲν ἀποδόθηκε καὶ σ᾿ αυτὸν ἡ ἴδια τιμή, ὅπως καὶ στὸν πατέρα.Ο ὀργισμένος αὐτοκράτορας, ἔδωσε ἀμέσως διαταγὴ νὰ συλλάβουν τὸν ἱερέα καὶ νὰ τὸν πετάξουν ἔξω ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα. Καθὼς οἱ φρουροὶ τὸν ἔσπρωχναν, αὐτὸς στράφηκε πρὸς τὰ πίσω καὶ εἶπε στὸν αὐτοκράτορα: «Κατάλαβε, βασιλιά, ὅτι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀγανακτεῖ κατὰ τῶν ἀνομοίων [αἱρετικοὶ στοὺς ὁποίους ἀνῆκε καὶ ὁ Εὐνόμιος, Σ.τ.Σ.], ποὺ δὲν τιμοῦν τὸν Υἱό Του ὅπως Αὐτὸν τὸν ἴδιο, ἀλλὰ τὸν θεωροῦν κατώτερό Του». ῾Ο λόγος αὐτὸς ἄρεσε στὸν αὐτοκράτορα. Γύρισε τὸν ἱερέα πίσω, τοῦ ζήτησε συγνώμη καὶ τοῦ δήλωσε ὅτι συμφωνεῖ μὲ ὅσα εἶπε.Ετσι, μὲ αὐτὸ τὸ ἁπλὸ γεγονὸς ὁ αὐτοκράτορας βεβαιώθηκε περισσότερο γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν ὀρθοδόξων, τοὺς ὁποίους καὶ μόνο πλέον ἀποδεχόταν. Μάλιστα ἀπαγόρευσε νὰ γίνονται τέτοιου εἴδους συζητήσεις στὴν ἀγορὰ καὶ ὅρισε ἀνάλογες τιμωρίες σὲ περίπτωση περιφρονήσεως τῶν διαταγῶν του!
 
 
᾿Ηλία Βουλγαράκη, Καθημερινὲς ῾Ιστορίες ῾Αγίων καὶ ῾Αμαρτωλῶν στὸ Βυζάντιο, ἔκδ. βʹ, «Μαΐστρος», ᾿Αθήνα 2002, σελ. 24-27.
 

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

ΕΜΠΡΟΣ ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΟΥ ΠΑΤΗΣΤΕ ΤΑ ΣΚΑΛΙΑ

Η γενεά μας, ἀγαπητοί μου, εἶνε γενεὰ ἀντιφατική , ἡ ἐποχή μας εἶνε ἀπὸ τὶς πιὸ ἀνήσυχες. Ὁ αἰώνας αὐτὸς ἀπὸ πλευρᾶς ἐπιστήμης εἶνε αἰώνας μεγάλων ἀνακαλύψεων, ἐνῷ ἀπὸ πλευρᾶς εὐημερίας παρουσιάζει κάτι τὸ ὀξύμωρο· ἀπ᾽ τὸ ἕνα μέρος κάποιοι δυστυχοῦν καὶ πεθαίνουν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μαζεύτηκε πλοῦτος στὰ χέρια λίγων ποὺ τὸν σπαταλοῦν. Ἀπὸ πλευρᾶς δὲ θρησκείας –ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει,γιατὶ αὐτὴ εἶνε ἡ ψυχὴ τοῦ πολιτισμοῦ–, εἶνε αἰώνας ἀπιστίας, γιὰ τὸν ὁποῖον ἁρμόζει νὰ ἐπαναληφθῇ ὁ ἔλεγχος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» Οἱ ἄνθρωποι τοῦ αἰῶνος μας, οἱ εὔπιστοισὲ ὅλα, ὡς πρὸς τὴ θρησκεία μας εἶνε δύσπιστοι. Δὲν πιστεύω, ἂν δὲν δῶ θαῦμα, σοῦ λένε.

 

Ἀλλὰ τὸ θαῦμα ἔχει δύο ἔννοιες· θαῦμα εἶνε ἢ κάτι ποὺ προκαλεῖ τὸ θαυμασμὸ γιὰ τὴν τέχνη ποὺ εἶνε φτειαγμένο καὶ τὶς ἰδιότητες μὲ τὶς ὁποῖες εἶνε ἐφωδιασμένο, ἢ ἕνα ἔκτακτο ὑπερφυσικὸ γεγονός. Ὑπὸ τὴν πρώτη ἔννοια θαύματα εἶνε γεμάτη ἡ φύσι γύρω μας μὲ τὰ μυστήρια ποὺ κρύβει· ὁ σπόρος ποὺ ῥίχνεις στὴ γλάστρα καὶ βγαίνει ἕνα λουλούδι,αὐτὸ τὸ χῶμα τῆς γῆς ποὺ τρέφει χιλιάδες τώρα χρόνια τοὺς ἀνθρώπους, τὰ δέντρα, τὰ ζῷα,τὰ πουλιά, τὰ ἔντομα, ὅλη ἡ δημιουργία τοῦκόσμου ἀπὸ τὸ μηδέν. Αὐτὰ εἶνε πρώτη, ἡ κατώτερη κλίμακα. Ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνώτερη· ἐδῶ ὑπάγονται ἐκεῖνα τὰ ἔκτακτα γεγονότα ποὺσυμβαίνουν στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ὁποῖαἐκφεύγουν ἀπὸ τὴν τάξι τῶν φυσικῶν νόμων καὶ ἀγγίζουν πλέον τὸν καθαρὰ πνευματικὸ καὶ μυστηριώδη κόσμο. Ποιά εἶνε αὐτά; Τὰ πρῶτα τὰ βρίσκουμε στὸ μεγάλο βιβλίο τῆςφύσεως. Τὰ δεύτερα ποῦ θὰ τὰ βροῦμε;Μὴ διαβάζετε πολλά. Ὑπάρχουν δύο βιβλία· αὐτὰ σᾶς συνιστῶ νὰ μελετᾶτε. Τὸ ἕνα εἶνε τὸ μεγάλο πολυσέλιδο βιβλίο ποὺ λέγεται φυσικὸς κόσμος . Τὸ ἄλλο βιβλίο εἶνε πολὺ μικρό· ἀλλ᾽ ἐὰν δὲν διαβάσετε τὸ μικρό, δὲν ἐξηγεῖται τὸ μεγάλο. Καὶ τὸ μικρὸ αὐτὸ βιβλίο, ποὺ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ τό ᾽χῃ στὴν τσέπη του  –κι ἀλλοίμονο ἂν δὲν τὸ ἔχουμε καὶ δὲν τὸ διαβάσουμε καὶ δὲν τὸ ἐφαρμόσουμε–, εἶνε ἡ ἁγία Γραφή . Τὰ μεγάλα θαύματα εἶνε ἐκεῖ.Ἀπὸ ποῦ ν᾽ ἀρχίσουμε καὶ ποῦ νὰ τελειώσουμε; Ἡ δημιουργία! θαῦμα δὲν εἶνε ἡ προέλευσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο καὶ ἕνα ζεῦγος κατὰ τὸ λόγο τοῦ Δημιουργοῦ «Αὐξάνε σθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν…»(Γέν. 1,28); Θαῦμα ἔπειτα δὲν εἶ νε ἐκείνη ἡ ἄφλεκτος βάτος ποὺ εἶδε ὁ Μωυσῆς; Θαῦμα δὲν εἶνε ὅτι τὰ νερὰ τοῦ Νείλου μεταβλήθηκαν σὲ αἷμα;